Legislator Case Law & Legislation
1566/2022 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal against lower court ruling on property ownership via adverse possession.

Case Number 1566/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance judgment regarding property ownership. The State argued the lower court erred in accepting adverse possession claims while rejecting arguments based on war-time public rights and specific historical protocols. The court ruled the appeal inadmissible because the State failed to appear at the hearing, violating procedural requirements for participation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine whether a party who did not appear or did not participate according to legal requirements was properly summoned and notified before proceeding with the hearing.

Keywords

AI generated
adverse possession property ownership admissibility of appeal default judgment procedural summons Greek Civil Procedure historical land titles

Cited Legislation

AI generated
Articles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1566 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1566/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Γ. και Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200ΤΜ/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-2-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔικ. προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση, από το επισπεύδον τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, 6469Α/18.11.2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου, με έδρα το Πρωτοδικείο ..., Ε. Π. Α., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο νομότυπα και εμπρόθεσμα. Ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ'άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 576 & 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ. η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του.

Η υπό κρίση, από 25.2.2021 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 142/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 200/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του αναφερομένου στο δικόγραφό του ακινήτου και είχε διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου ... ..., ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο αντί της εσφαλμένης αναγραφής "αγνώστου ιδιοκτήτη" να καταχωριστεί ο ίδιος κύριος του επιδίκου ακινήτου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, "μούλκια", οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (εραζίτ μετρουκέ, οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε)τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ, τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟΘΝπΓαιών).

Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα? ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης.

Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον ως άνω οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την διαδοχή αυτή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών.

Το ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμενοι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους".

Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ") τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο.

Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274? Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ΑΠ 200/1934, ΑΠ 466/1957, ΑΠ 1810/2009).

Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "..." και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ241/2021, ΑΠ 1228/2020, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 27/2019).

Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "εξουσιάσεως" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία και Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.

Από τις διατάξεις αυτές του ΒΔ της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι, για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Προϋπόθεση όμως εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 303/2015, ΑΠ 975/2008).

Επίσης κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της 15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και επομένως και σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στις Κυκλάδες, δεν καθιστά όμως ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά.

Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ'/1880, κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 454/2011).

Μετά από αυτά, με βάση τις προηγούμενες παραδοχές, και στα νησιά των Κυκλάδων στα οποία ανήκει και η Σύρος, σύμφωνα με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, εφόσον επρόκειτο, όχι για γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, αλλά για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, συνεπώς και τις μη καλλιεργούμενες χορτολιβαδικές εκτάσεις που ήταν κατάλληλες για βόσκηση μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Εξάλλου με βάση τη γενόμενη δεκτή ως ορθή πιο πάνω άποψη (περί του ότι και στις Κυκλάδες υπήρξαν εκτάσεις στις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου, αντί της άποψης ότι στην εποχή της Τουρκοκρατίας οι Κυκλάδες αποτελούνταν στο σύνολό τους από γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, ("μούλκια") δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι επειδή στις Κυκλάδες επικρατούσε η κατηγορία των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας δεν είχαν εφαρμογή οι διατάξεις περί ταπίων και, ως εκ τούτου, δεν ίσχυσε το προαναφερθέν άρθρο 1 του Β.Δ.

της 15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834". Τούτο δε, διότι, σκοπός της ως άνω διάταξης ήταν, όπως προαναφέρθηκε, η συντήρηση των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου στα λιβάδια, με εξαίρεση εκείνα για την επικαρπία των οποίων υπήρχε έγγραφο "ταπί" εκδοθέν επί τουρκοκρατίας και δεν αφορούσε στο χαρακτηρισμό εκτάσεων, οι οποίες είχαν περιέλθει κατά τα ανωτέρω (ως δάση, αιγιαλοί κλπ) στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου (ήτοι δημοσίων), ως δημοσίων (εφόσον δεν είχε εκδοθεί ταπί επί Τουρκοκρατίας).

Επί πλέον, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), διατάξεις του βυζαντινοραωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, (σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν.

της 21-6/3-7-1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/18-5-1926," περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" του άρθρου 60 του ν. ΣΟΖ'/1855 και του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ'/1912, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λιβαδιών του Δημοσίου από ιδιώτες, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915.

Επομένως η ανωτέρω διάταξη του β.δ/τος εισήγαγε μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου για τα λιβάδια, ως προς το οποίο ισχύουν αναλογικά αυτά που ισχύουν για το αντίστοιχο τεκμήριο που αφορά στα δάση (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 266/2010, ΑΠ 471/2008). Στην περίπτωση αυτή του μαχητού υπέρ του Δημοσίου τεκμηρίου για τα δάση και τα λιβάδια, ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί συμπλήρωση του τριακονταετούς χρόνου χρησικτησίας έως και την 11η.9.1915 εφόσον πρόκειται για δημόσιο κτήμα, όχι όμως και όταν δεν επικαλείται τέτοια ιδιότητα για το επίδικο αλλά ενάγει το Δημόσιο επειδή του αμφισβητεί την κυριότητά του επί αυτού, οπότε αρκεί να επικαλείται συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπό του έως την άσκηση της αγωγής ή στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του έως το χρόνο της μεταβιβαστικής της κυριότητας σύμβασης.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση για το ορισμένο της αναγνωριστικής αγωγής δεν απαιτείται να επικαλεσθεί ο ενάγων ότι η χρησικτησία συμπληρώθηκε έως και την 11η.9.1915, ακόμη και όταν το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του διότι, η επίκληση της αποκτήσεως χρησικτησίας μέχρι τις 11.9.2015 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα? το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού η απόδειξη του οποίου βαρύνει το Δημόσιο (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 643/2017).

Περαιτέρω, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.

Στην περίπτωση αυτή, όταν το δικαστήριο παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη, η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καθόσον το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως τού άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ.

παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 335/2020, ΑΠ120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010). Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Επίσης κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας?πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ. βάρος της αποδείξεως, το οποίο διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου στον οποίο πρέπει να επιβάλλει, με απόφασή του το Δικαστήριο, την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα το αντικειμενικό μέρος το οποίο προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας εξακολουθεί να λειτουργεί. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 903/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 142/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου ήταν αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 18.10.2016 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτοντας ότι είναι κύριος ακινήτου που βρίσκεται στη συνοικία ..., το οποίο περιήλθε στην κυριότητά του με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς το νεμόταν, ασκώντας επ'αυτού τις αναφερόμενες πράξεις νομής για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί και να αμφισβητηθεί η κυριότητά του από κανένα και δη από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, επί πλέον δε ότι το ακίνητο αυτό έχει καταχωριστεί ανακριβώς στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... - ...

ως αγνώστου ιδιοκτήτη, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου και να διορθωθεί η ως άνω ανακριβής πρώτη εγγραφή, ώστε να καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία του προαναφερομένου Κτηματολογικού Γραφείου ο ίδιος κύριος του επιδίκου ακινήτου αντί της εσφαλμένης αναγραφής, "άγνωστου ιδιοκτήτη".

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ'αυτής από το ηττηθέν εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, βρίσκεται στη συνοικία ..., επί των οδών ...

έχει καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... - ... με τον ΚΑΕΚ .../0/0 και έχει εμβαδόν 48 τ.μ., εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή από Σεπτέμβριο 2016 τοπογραφικό διάγραμμα.... περιμετρικά με τα αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΑ, με εμβαδόν κατά το διάγραμμα αυτό 49,90 τ.μ. και συνορεύει κατά το ίδιο διάγραμμα...

Τούτο νεμόταν ο ενάγων με διάνοια κυρίου από το 1987, οπότε περιήλθε στη νομή του, κατόπιν άτυπης πώλησης από τους Θ. Γ., Μ. Α., Δ. Γ., Γ. Μ., Θ. Μ. και Κ. Φ., έως την άσκηση της αγωγής (18.10.2016). Στη νομή των ανωτέρω είχε περιέλθει λόγω κληρονομικής διαδοχής της μητέρας του Κ. χήρας Α. Μ., που απεβίωσε το έτος 1986 και η οποία το νεμόταν αντίστοιχα από το 1944, οπότε περιήλθε στη νομή της από κληρονομική διαδοχή της δικής της μητέρας, έως το ? θάνατό της.

Ειδικότερα, ο ενάγων, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα των είκοσι εννέα ετών, οριοθέτησε το επίδικο από τα όμορα ακίνητα με την τοποθέτηση περιμετρικά χαμηλού τοιχίου, κάλυψε την επιφάνειά του με σκυρόδεμα, τοποθέτησε πόρτες, ώστε να μην είναι δυνατή η πρόσβαση σ' αυτό τρίτων και το χρησιμοποιούσε ως αυλή της κύριας κατοικίας του που ανήγειρε στο όμορο με ΚΑΕΚ ...

οικόπεδο. Στο πλαίσιο της χρήσης αυτής εναπόθεσε αντικείμενα οικιακής χρήσης (τραπέζι, καρέκλες, ψησταριά, εργαλεία), το καθάριζε, το συντηρούσε και το επέβλεπε, η δε σύζυγός του το χρησιμοποιούσε και για το άπλωμα των ρούχων. Όλες τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, όπως και πριν από αυτόν οι δικαιοπάροχοί του, ο ενάγων τις ασκούσε φανερά, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν, ούτε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, και κανείς, άλλωστε, δεν αμφισβήτησε ποτέ τη νομή του στο επίδικο.

Τα παραπάνω προκύπτουν σαφώς από τις...ένορκες βεβαιώσεις του Ε. Γ. και της Μ. Μ., οι οποίοι έχουν ίδια αντίληψη των πράξεων νομής του ενάγοντος επί του επιδίκου, καθώς έχουν υπάρξει γείτονες επί πολλά έτη (ο πρώτος από τη γέννησή του το 1955 και η δεύτερη από το 1978 και εφεξής) και τις έχουν διαπιστώσει προσωπικά, επιβεβαιώνονται δε και από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον ενάγοντα φωτογραφίες του επιδίκου, στις οποίες απεικονίζεται η κατάστασή του.

Με τα δεδομένα αυτά ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς ασκούσε τις όπως παραπάνω πράξεις νομής επ'αυτού με διάνοια κυρίου, συνεχώς, χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν, συμπεριλαμβανομένου του Ελληνικού Δημοσίου για το χρονικό διάστημα από το 1987, που περιήλθε στη νομή του, κατόπιν της προαναφερθείσας άτυπης αγοράς, έως την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (18.10.2016), σημειουμένου στο σημείο αυτό ότι ο ελάχιστος απαιτούμενος χρόνος για τη κτήση της κυριότητας με τα προσόντα της χρησικτησίας πρέπει να συμπληρώνεται στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος - ενάγοντος μέχρι την άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 περ.

στ' του ν. 2664/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 παρ. 2 του ν. 4315/2014, και όχι κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου, όπως ίσχυε πριν την εν λόγω τροποποίηση. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν αμφισβητεί ειδικά τον πραγματικό ισχυρισμό του ενάγοντος περί άσκησης νομής στο επίδικο από τον ίδιο, και πριν από αυτόν από τους δικαιοπαρόχους του, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, αλλά προέβαλε στον πρώτο βαθμό και επαναφέρει με την υπό κρίση έφεση τις ενστάσεις ότι ανήκει στο ίδιο, καθώς περιήλθε σ'αυτό α) κατά διαδοχή του Τουρκικού δημοσίου δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος από 3-2, 4/16-6 και 19-6/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, β) διαφορετικά ως δάσος, βάσει των άρθρων 1,2 και 3 του β.δ. 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", γ) διαφορετικά ως λιβάδι ή βοσκότοπος, βάσει του άρθρου 1 του από 3/15.12.1833 β.δ., δ) διαφορετικά ως αδέσποτο, βάσει των διατάξεων του από 10.7.1837 β.δ. (νόμου) "περί διακρίσεως κτημάτων" και ε) διαφορετικά με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στις προτάσεις του.

Όμως δεν αποδεικνύει, όπως έχει το βάρος απόδειξης των ως άνω ενστάσεών του,... ότι το επίδικο αποτελεί δημόσια έκταση μη δεκτική εξουσίασης, λόγω της φύσης της, ή αδέσποτο ή δάσος ή χορτολίβαδο το οποίο, στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί η δασική ή χορτολιβαδική μορφή του, θα έπρεπε να ανταποδείξει με αντένσταση ο ενάγων ότι είχε περιέλθει στην κυριότητα των απώτερων δικαιοπαρόχων του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του β.ρ.

δικαίου, δηλαδή ότι είχαν ασκηθεί επ' αυτού πράξεις νομής από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του επί τριάντα συνεχώς χρόνια πριν από την 11 η.9.1915, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Αντίθετα, ο ενάγων αποδεικνύει και αρκεί, εφόσον αμφισβητείται η κυριότητά του στο επίδικο από το εναγόμενο, ότι το έχει αποκτήσει με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας έως την άσκηση της αγωγής, παρέπεται δε ότι πρόκειται, λόγω της φύσης του ως οικοπέδου, εντός της πόλης της ..., για καθαρή γαία, εξουσιαζόμενη ανέκαθεν από ιδιώτη και δεν έχει υποχρέωση να το αποδείξει, όπως υποστηρίζει το εφεσίβλητο - εναγόμενο με τον σχετικό υπό στοιχ. 3 λόγο έφεσής του, επικαλούμενο αβάσιμα παραβίαση των διατάξεων των σχετικών με την κατανομή του βάρους απόδειξης, ενώ έχει την υποχρέωση να αποδείξει τους δικούς του ισχυρισμούς περί της φύσης του επιδίκου ως μη δεκτικού εξουσίασης ή αδέσποτου ή δάσους ή χορτολίβαδου, πράγμα βέβαια που δεν έπραξε.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το επίδικο κατά τις πρώτες εγγραφές στα ως άνω κτηματολογικά βιβλία, μετά την περαίωση της κτηματογράφησης στον τότε Δήμο ... του Νομού Κυκλάδων (ήδη Δήμο ... - ...), που διαπιστώθηκε με την υπ'αριθ. 338/14.11.2005 απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Κ.Χ.Ε. και ορίστηκε ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου η 24η.11.2005, καταχωρίστηκε ως ανήκον σε άγνωστο ιδιοκτήτη, καθώς ο ενάγων από παραδρομή δεν είχε υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας κατά την κτηματογράφηση της περιοχής, στην οποία βρίσκεται.".

Στη συνέχεια, κρίθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αναγνωριστική κυριότητας αγωγή με βάση τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ?και να καταχωριστεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως ανήκον στον ενάγοντα, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω ποσοτικής αοριστίας της, στηρίζοντας τον αναιρετικό αυτό λόγο στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Προς τούτο επικαλείται ότι η αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθενται σε αυτήν συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις (των αμέσως και απωτέρων) δικαιοπαρόχων του μέχρι πρωτοτύπου κτήσεως της κυριότητος και δη υπό τις προϋποθέσεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου συμπληρωμένες μέχρι την 11.9.1915, δεδομένου μάλιστα του προβαλλόμενου ισχυρισμού του, τόσο με τους λόγους έφεσής τους, όσο και με τις εμπρόθεσμα κατατεθειμένες προτάσεις του, ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα.

Αιτιάται δε ειδικότερα το αναιρεσείον, ως προς την υποστήριξη της αοριστίας της αγωγής, ότι σε αυτήν δεν αναφέρεται ούτε συμπληρώθηκε με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σε ποιον ανήκε η κυριότητα του ακινήτου πριν το έτος 1986, ποια ήταν η μορφολογία του κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας και κατά τον χρόνο ισχύος των επικαλούμενων από το ίδιο Πρωτοκόλλων και Συνθηκών και του β.δ.

της 3/15.12.1833, ποιο ήταν το ιδιωτικό δικαίωμα (τεσσαρούφ) που είχε παραχωρηθεί επί τουρκοκρατίας στους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντα και πως μετεξελίχθηκε σε δικαίωμα κυριότητας και με ποιο συγκεκριμένο τρόπο, ήτοι εμφανείς υλικές πράξεις νομής οι δικαιοπάροχοί του είχαν νεμηθεί το επίδικο επί τριάντα χρόνια πριν από την 11.9.1915 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Όμως, ο λόγος αυτός, εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι το αναιρεσείον, το οποίο με την αίτηση αναιρέσεώς του προσβάλλει απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως εκκαλούν, το οποίο είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, δεν αναφέρει σε αυτήν για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης, ως έδει, κατά τα όσα εκτέθηκαν στην οικία νομική σκέψη, ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από το ίδιο στο Εφετείο με λόγο έφεσής του, χωρίς να αρκεί η επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως του ζητήματος του ορισμένου της αγωγής, αφού ο περί αοριστίας αυτής ισχυρισμός δεν ανήκει σε εκείνους, οι οποίοι κατ'εξαίρεση λαμβάνονται? υπόψη από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, έστω και αν δεν είχαν προταθεί στο Δικαστήριο της ουσίας.

Επί πλέον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης το αναιρεσείον ουδόλως είχε παραπονεθεί με λόγο έφεσης για την αοριστία της αγωγής, ούτε επίσης ανέφερε (στην έφεση) σε ποιο στοιχείο συνίσταται αυτή, αλλά εξέθετε μόνο το ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι απέκτησε την κυριότητα της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, απορρίπτοντας τους δικούς του ισχυρισμούς περί αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με τους ως άνω τρόπους ήτοι κατά διαδοχή του Τουρκικού δημοσίου δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος από 3-2, 4/16-6 και 19-6/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, είτε ως δάσος, λιβάδι ή βοσκότοπος βάσει των άρθρων 1,2 και 3 του β.δ. 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και του άρθρου 1 του από 3/15.12.1833 β.δ., είτε ως αδέσποτο, βάσει των διατάξεων του από 10.7.1837 β.δ. (νόμου) "περί διακρίσεως κτημάτων", κλπ.

Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο ακίνητο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αποτελούσε δημόσιο κτήμα, ήτοι δάσος ή λιβάδι, για τα οποία, όπως εκτέθηκε υφίσταται το μαχητό υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο, οπότε ο ενάγων όφειλε να επικαλεσθεί σε αυτήν συμπλήρωση του τριακονταετούς χρόνου χρησικτησίας έως και την 11η.9.1915, ενώ με την ένδικη αγωγή, όπως αναφέρθηκε, ο ενάγων δεν επικαλείται τέτοια ιδιότητα για το επίδικο ακίνητο, αλλά ενάγει το Δημόσιο επειδή του αμφισβητεί την κυριότητά του επί αυτού, το οποίο, λόγω της φύσης του ως οικοπέδου εντός της πόλης της ..., αποτελούσε καθαρή γαία, εξουσιαζόμενη ανέκαθεν από ιδιώτη, οπότε αρκούσε να επικαλείται συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπό του ή του δικαιοπαρόχου του έως την άσκηση της αγωγής, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση.

Αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, με τα ως άνω που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι ο ενάγων δεν είχε υποχρέωση να αποδείξει ότι είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας και τη νομή επί αυτού των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11.9.1915, αλλά τους δικούς του ισχυρισμούς περί της φύσης του επιδίκου ως μη δεκτικού εξουσίασης, ή αδέσποτου, ή δάσους ή χορτολίβαδου είχε την υποχρέωση να αποδείξει το αναιρεσείον, πράγμα που δεν έπραξε, ορθά εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 25.2.2021 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 142/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, εις βάρος του ηττηθέντος Ελληνικού Δημοσίου και υπέρ του αναιρεσίβλητου, διότι αυτός δικάσθηκε ερήμην και συνεπώς δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.2.2021 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 142/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ