Legislator Case Law & Legislation
1566/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination rights based on explicit reservation clauses.

Case Number 1566/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 80 appellants against a labor court decision regarding the termination of employment contracts. The appellants argued that the lower court failed to recognize a reservation of termination rights in their individual contracts and collective agreements. The court ruled that the second-instance court correctly found explicit reservations in the contracts sufficient to allow unilateral termination without further formalities.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; If an employment contract explicitly reserves the right to terminate the service, the employer may exercise this right freely without requiring the reservation to be restated in every subsequent grant of service.

Keywords

AI generated
Labor Contract Termination Explicit Reservation Clause Unilateral Right to Terminate Individual Employment Agreement Collective Agreement Interpretation Supreme Court Appeal Labor Law Dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Articles 106, 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 480 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1566 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1566/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:

1) Α. Π. του Π. κατοίκου ...,

2) Α. Θ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής,

3) Α. Χ. του Σ., κατοίκου ...,

4) Β. Π. του Ν., κατοίκου ... Αττικής,

5) Β. Χ. του Λ., κατοίκου ...,

6) Β. Γ. του Α., κατοίκου ...,

7) Γ. Γ. του Κ., κατοίκου ...,

8) Γ. Δ. του Ν., κατοίκου ...,

9) Ε. Π. του Γ., κατοίκου ...,

10) Ε. Τ. του Α., κατοίκου ...,

11) Ζ. Σ. του Γ., κατοίκου ...,

12) Ζ. Φ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής,

13) Η. Δ. του Χ., κατοίκου ...,

14) Η. Α. του Χ., κατοίκου ... Αττικής,

15) Θ. Χ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής,

16) Κ. Δ. του Μ., κατοίκου ... Αττικής,

17) Κ. Χ. του Α., κατοίκου ...,

18) Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ...,

19) Κ. Δ. του Θ., κατοίκου ... Αττικής,

20) Κ. Ι. του Ν., κατοίκου ...,

21) Κ. Κ. του Β., κατοίκου ...,

22) Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ...,

23) Κ. Ι. του Φ. κατοίκου ...,

24) Κ. Θ. του Β. κατοίκου ...,

25) Κ. Π. του Π., κατοίκου ...,

26) Κ. Δ. του Κ., κατοίκου ... Αττικής,

27) Κ. Δ. του Ι., κατοίκου ...,

28) Κ. Α. του Γ., κατοίκου ...,

29) Κ. Α. του Β., κατοίκου ...,

30) Κ. Γ. του Μ., κατοίκου ...,

31) Κ. Β. του Γ., κατοίκου ... Αττικής,

32) Κ. Θ. του Τ. κατοίκου ...,

33) Κ. Ε. του Σ., κατοίκου ... Αττικής,

34) Μ. Η. του Α. κατοίκου ...,

35) Μ. Ι. του Π., κατοίκου ... ...,

36) Μ. Ι. του Ι., κατοίκου ... Αττικής,

37) Μ. Γ. του Σ., κατοίκου ...,

38) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής,

39) Μ. Χ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής,

40) Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ...,

41) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ...,

42) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ...,

43) Μ. Α. του Κ., κατοίκου ...,

44) Μ. Ε. του Κ., κατοίκου ...,

45) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ...,

46) Μ. Ι. του Γ., κατοίκου ... Αττικής,

47) Μ. Δ. του Ι., κατοίκου ...,

48) Μ. Π. του Ι., κατοίκου ...,

49) Ν. Δ. του Ν., κατοίκου ...,

50) Ν. Α. του Π., κατοίκου ...,

51) Ν. Ε. του Π., κατοίκου ...,

52) Ο. Δ. του Γ., κατοίκου ...,

53) Π. Π. του Σ., κατοίκου ...,

54) Π. Ε. του Θ., κατοίκου ...,

55) Π. Ε. του Χ., κατοίκου ... Αττικής,

56) Π. Χ. του Ε., κατοίκου ...,

57) Π. Ι. του Α., κατοίκου ... Αττικής,

58) Π. Ι. του Ε., κατοίκου ...,

59) Π. Κ. του Ε. κατοίκου ...,

60) Π. Ν. του Γ., κατοίκου ...,

61) Π. Α. του Μ., κατοίκου ...,

62) Π. Γ. του Π., κατοίκου ...,

63) Π. Θ. του Κ., κατοίκου ...,

64) Ρ. Μ. του Α., κατοίκου ... Αττικής,

65) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ...,

66) Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ...,

67) Σ. Ν. του Μ., κατοίκου ...,

68) Σ. Κ. του Π., κατοίκου ...,

69) Σ. Σ. του Κ. κατοίκου ...,

70) Τ. Β. του Μ., κατοίκου ...,

71) Τ. Μ. του Β., κατοίκου ...,

72) Τ. Δ. του Κ., κατοίκου ...,

73) Τ. Μ. του Α., κατοίκου ...,

74) Φ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ..., ΑΦΜ ..., ΔΟΥ ...,

75) Φ. Μ. του Π., κατοίκου ... Αττικής, ..., ΑΦΜ ..., ΔΟΥ ...,

76) Χ. Π. του Π., κατοίκου ... Αττικής,

77) Κ. Α. του Τ., κατοίκου ... Αττικής,

78) Μ. Χ. του Λ., κατοίκου … Αττικής,

79) Ρ. Μ. του Η., κατοίκου ... Αττικής,

80) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής, ατομικά για τον εαυτό της και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Α. Ά. του Γ., κατοίκου ... Αττικής (κληρονόμων 3ου αρχικώς ενάγοντος-εφεσίβλητου Α. Γ.),

81) Λ. Ι. του Σ., κατοίκου ..., (κληρονόμου 67ου αρχικώς ενάγοντος - εφεσίβλητου Ρ. Ν.),

82) Ρ. Α. του Ν., κατοίκου ..., (κληρονόμου 67ου ενάγοντος - εφεσίβλητου Ρ. Ν.) και

83) Ρ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., (κληρονόμου 67ου ενάγοντος - εφεσίβλητου Ρ. Ν.),

που παραστάθηκαν όλοι δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας-Κωνσταντίνας Αποστολοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, εκτός των με α/α 10ος , 25ος, 46ου , 80ης που δεν παραστάθηκαν.

Της αναιρεσίβλητης:

Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΧΑΛΥΨ ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ Α.Ε.», που εδρεύει στον Δήμο Ασπροπύργου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Παπαϊωάννου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.04.2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 680/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4708/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18.06.2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(Ι).- Από τις διατάξεις των άρθρων 104, 106, 108, 110 παρ.2, 98, 74, 75, 96 παράγραφοι 1 και 3, 498 παρ.1, 568 παράγραφοι 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ -και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ ισχύει από 22.12.2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α’ 201 / 22.12.2017)- προκύπτουν (και) τα εξής:

Η επίσπευση της συζητήσεως της αναιρέσεως από τον αναιρεσείοντα γίνεται με κλήση· συντάσσεται δε, η κλήση, κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο (δικόγραφο) έχει κατατεθεί και επιδίδεται, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον αναιρεσίβλητο. Οι διάδικοι στον Άρειο Πάγο έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται, ακόμη και επί «ειδικής πληρεξουσιότητας», μόνο, με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Ειδικώς για τις εργατικές διαφορές [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015 και ήδη άρθρο 614 παρ.3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 621, 591, 622, 422, 421 ΚΠολΔ], η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρετήσεως Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική Αρχή.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα. Αν δεν υπάρχει ρητή πληρεξουσιότητα, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες, που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Αν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί (καθόλου) διάδικος ή δεν μετάσχει στη συζήτηση κανονικά, δηλ. με δικηγόρο, που έχει πληρεξουσιότητα και χορηγήθηκε με τον τρόπο που ο νόμος ορίζει, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση της αναιρέσεως.

Εάν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων, που απολείπεται, από κοινού με άλλους αναιρεσείοντες, που εμφανίσθηκαν, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, την εγκυρότητα της επισπεύσεως. Δεν είναι έγκυρη η επίσπευση της συζητήσεως, εάν το δικαστήριο, κατά την αυτεπάγγελτη έρευνά του, διαπιστώσει έλλειψη πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο, ο οποίος, για λογαριασμό του απολειπόμενου αναιρεσείοντος, επέσπευσε τη συζήτηση.

Κηρύσσεται, τότε, άκυρη η κλήση, με την οποία εμφανίζεται ο αναιρεσείων ότι επισπεύδει τη συζήτηση και, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευσή του, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους, διαφορετικά η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν πρόκειται για απλή ομοδικία, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους.

Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναιρέσεως χωρεί νομίμως για τους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί, κατά νόμο και εμπροθέσμως, ενώ για τους λοιπούς διαδίκους κηρύσσεται απαράδεκτη. Την κλήτευση του αναιρεσείοντος επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος, που παρίσταται.

Για τους διαδίκους, που κηρύχθηκε, ως άνω, απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση, με νέα κλήτευση (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 1450/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 18.06.2019 [Γ.Α.Κ. 52645 / Ε.Α.Κ. 86 / 20.6.2019 - Πρωτοδικείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως. Με αυτή, προσβάλλεται η 4708/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, στις 15.4.2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 9.7.2015 εφέσεως της εκκαλούσας - ήδη αναιρεσίβλητης.

Εκκαλούμενη ήταν η 680/2015 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, στις 29.5.2015, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 22.4.2014 αγωγής των εναγόντων - ήδη αναιρεσειόντων κατά της εναγομένης - ήδη αναιρεσίβλητης. Αφορά δε, η αγωγή απαιτήσεις των εναγόντων έναντι της εναγομένης από παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Με την 680/2015 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή έγινε δεκτή στην ουσία. Με την 4708/2019 απόφαση του εφετείου, η έφεση έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, εξαφανίσθηκε, στο σύνολο, η 680/2015 πρωτόδικη απόφαση, ακολούθως, η υπόθεση κρατήθηκε και η αγωγή απορρίφθηκε κατ’ ουσία. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από τον ως άνω ν. 4335/2015].

Τη συζήτηση της αναιρέσεως, επισπεύδουν και οι ογδόντα τρεις (83) αναιρεσείοντες, απλοί μεταξύ τους ομόδικοι, σύμφωνα με την από 01.06.2020 έγγραφη παραγγελία προς επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως, κάτω από το αντίγραφό της, της Ευαγγελίας - Κωνσταντίνας ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ (Α.Μ./Δ.Σ. Χαλκίδας 00066), ως πληρεξούσιας δικηγόρου τους και την υπ’ αριθμ.

…/5.6.2020 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή περιφέρειας Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Στράτου - Παναγιώτη Β. Καραμιχαήλ. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, στη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, στην ως άνω νόμιμη δικάσιμο (6.10.2020), δεν εμφανίσθηκαν καθόλου οι αναιρεσείοντες, 10ος (Ε.

Τ. του Α.), 25ος (Π. Κ. του Π.), 46ος (Ι. Μ. του Γ.) και 80η (Κ. Κ. του Γ., ατομικώς για τον εαυτό της και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Ά. Α. του Γ., ως κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος Γ. Α.) ενώ, παρέστησαν οι λοιποί, πλέον εβδομήντα εννέα (79) αναιρεσείοντες, οι οποίοι παραστάθηκαν, όπως στην αρχή της παρούσης αναφέρεται και η πληρεξούσια δικηγόρος τους είναι η ως άνω Ευαγγελία - Κωνσταντίνα ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ (βλ.

και «πληρεξούσια» της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Σωτηρίας Ν. ΔΕΔΕ). Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η δικηγόρος Ευαγγελία - Κωνσταντίνα ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ, που έδωσε, όπως εκτέθηκε, την παραγγελία προς επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αναιρέσεως και για τους ως άνω 10ο, 25ο, 46ο και 80η απόντες αναιρεσείοντες, αφού δεν προσκομίζονται συμβολαιογραφικές πράξεις ή ιδιωτικά έγγραφα, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κ.Ε.Π.

ή άλλη δημόσια ή δημοτική Αρχή. Έτσι, γι’ αυτούς, η επίσπευση της συζητήσεως της ένδικης αναιρέσεως είναι άκυρη. Εξ άλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι απόντες αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν από την αναιρεσίβλητη ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση λοιπούς απλούς ομοδίκους τους αναιρεσείοντες για να παραστούν κατά τη συζήτηση στην ως άνω νόμιμη δικάσιμο (06.10.2020).

Μετά ταύτα και τα γενόμενα δεκτά στην (Ι) νομική σκέψη, πρέπει:

(α).- Ως προς τους απόντες (10ο, 25ο, 46ο και 80η) αναιρεσείοντες, να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί, ως προς αυτούς, απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως.

(β).- Ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που παρίστανται (79 πλέον συνολικά), να χωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως.

Περαιτέρω, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, κατά τα παραπάνω, στις 20.06.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ. στην καταχρηστική προθεσμία των δύο (2) ετών από την 15.4.2019 -ημερομηνία δημοσιεύσεως της 4708/2019 αποφάσεως- δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της αποφάσεως αυτής ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144, 145 παρ.1, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].

(ΙΙ).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ ή από το άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ.

Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ’ όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010). Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.

Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους των άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 756/1996).

Αβάσιμος, κατ’ άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ, είναι λόγος αναιρέσεως, αν στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δηλ. όταν υποστηρίζεται, με αυτόν ότι η απόφαση, που προσβάλλεται, δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά και από την ίδια την απόφαση προκύπτει το αντίθετο ενώ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο βασίμως πλήττεται κάποιο από τα επάλληλα ερείσματα, που στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αλυσιτελής, εφ’ όσον τα λοιπά ερείσματα της αποφάσεως επαρκούν για τη στήριξη του διατακτικού της (ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 1450/2019).

Εξ άλλου, το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ -το οποίο εννοιολογικώς ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ- ορίζει (και) ότι κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκαν κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, χωρίς να ενδιαφέρει, σε ποιο επίπεδο εντάσσονται οι κανόνες από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 1741/2012).

Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνας, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, παραβιάζεται ευθέως, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ήτοι αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο διατακτικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (άρθρο 578 ΚΠολΔ).

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών· δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 3/2020). Έτσι, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ως άνω, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΟλΑΠ 28/1998).

Στην περίπτωση ευθείας παραβιάσεως των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών, κατά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως ότι υφίσταται στη σύμβαση κενό ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων· τότε, το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει τους ως άνω γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες, όταν (i).- παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων, καίτοι δέχθηκε, ανελέγκτως, κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα ή (ii).- προσφεύγει στην εφαρμογή τους για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία της συμβάσεως, καίτοι δέχεται, ανελέγκτως ότι η σύμβαση είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, δηλ.

προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή (iii).- παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους (ΟλΑΠ ΑΠ 26/2004, ΑΠ 245/2018, ΑΠ 1457/2017, ΑΠ 548/2012, ΑΠ 80/2004). Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη σύμβαση μπορεί να αναφέρεται ρητώς στην απόφασή του, όμως, αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από την απόφαση αυτό συμβαίνει, όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπιστώσεως στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας έχει προβεί σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της συμβάσεως, γεγονός, που αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 1450/2019, ΑΠ 1449/2019).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ -το οποίο, εννοιολογικώς, ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ- η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 115/2011).

Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεσθεί και επί των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει, (i).- όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς, αν υπάρχει (ή όχι) κενό στη σύμβαση, αν το δικαστήριο της ουσίας έχει προβεί στην εφαρμογή των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, (ii).- όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή (ή όχι) των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και (iii).- όταν το δικαστήριο της ουσίας έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενομένων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 1022/2019, ΑΠ 527/2008).

Τέλος, το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ -το οποίο εννοιολογικώς ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ- ορίζει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (και) κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ’ όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Νοούνται δε, ως «πράγματα», οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ] ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 255/2010).

Πάντως, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπ’ όψη, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1703/2008). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται τέτοιος λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντιθέτων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 377/2019).

(ΙΙΙ).- Με τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας, ο εργαζόμενος - υπάλληλος έχει την υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και ο τελευταίος να καταβάλει τον μισθό. Ο μισθός μπορεί να καθορίζεται, με κανόνα δικαίου ή με σύμβαση (ρητή ή σιωπηρή), σε χρονικές μονάδες ή σε μονάδες εργασίας ή κατ’ αποκοπή ή σε ποσοστό επί των κερδών ή επί των εισπράξεων, σε χρήμα ή σε είδος [άρθρα 361, 648, 649, 653, 654, 655, 659, 666 και 679 ΑΚ, 5 παρ.1 ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α’ 98), 3 παρ.2 ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α’ 57), 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως (Δ.Σ.) «περί προστασίας του ημερομισθίου» -κύρωση με το άρθρο «πρώτον» ν. 3248/1955 (ΦΕΚ Α’ 138 / 2.6.1955)- 6 Α.Ν. 765/1943 (ΦΕΚ Α’ 341/13.10.1943) -κύρωση με την 324/1946 Π.Υ.Σ.

και διατήρηση σε ισχύ, με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ- 28 παρ.1 Συντάγματος]. Έτσι, «μισθός» είναι κάθε παροχή («βασικός μισθός» ή κύρια παροχή και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή, σε χρήμα ή σε είδος), την οποία ο εργοδότης οφείλει, κατά το νόμο ή τη συμφωνία, στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα για τη νόμιμη (έγκυρη) εργασία του (ΑΠ 1158/2018).

Οι «συνήθεις αποδοχές» για τον υπολογισμό του επιδόματος κανονικής αδείας, ταυτίζονται με τις «τακτικές αποδοχές» για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα [άρθρα 666 ΑΚ, 2 και 3 Α.Ν. 539/1945 (ΦΕΚ Α’ 229), 3 παρ.16 ν. 4504/1966 (ΦΕΚ Α’ 57), 1 ν. 1346/1983 (ΦΕΚ Α’ 46), 2 της από 26.02.1975 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας / Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. - απόφαση Υπ.

Απασχολήσεως 11400 / 1710 / 1975 (ΦΕΚ Β’ 276 / 4.3.1975), που κυρώθηκε με το άρθρο «μόνο» Ν. 133/1975 (ΦΕΚ Α’ 180), 1 παράγραφοι 1, 2 ν. 1082/1980 (ΦΕΚ Α. 250), σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παράγραφοι 1, 2, 3 της 19040/1981 (ΦΕΚ Β. 742 / 9.12.1981) αποφάσεως Υπ. Οικονομικών και Εργασίας]. Τέτοιες τακτικές ή συνήθεις αποδοχές είναι ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται στον εργαζόμενο, όσο διαρκεί η σύμβαση εργασίας και δίδεται ανεπιφύλακτα, σταθερά και μόνιμα ή τακτικά και αδιάλειπτα, ως αντάλλαγμα της νόμιμης (έγκυρης) εργασίας του (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 130/1989).

Ο εργοδότης, εκτός από το μισθό υπό την ως άνω έννοια, μπορεί να χορηγεί και «οικειοθελή παροχή» προς τον εργαζόμενο δηλ. παροχή, που δίδεται εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση του εργοδότη ή από πρόθεση των μερών (εργοδότη, εργαζομένου) να αποτελέσει αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία.

Έτσι, ως προς την «οικειοθελή παροχή», δεν υπάρχει υποχρέωση του εργοδότη και αντίστοιχο δικαίωμα του εργαζομένου, ενώ ο εργοδότης έχει τη δυνατότητα να διακόψει οποτεδήποτε τη χορήγησή της. Εάν η οικειοθελής παροχή συνεχίζεται και επαναλαμβάνεται επί μακρό χρονικό διάστημα, μπορεί να καταλήξει σε σιωπηρή συμφωνία για καταβολή της με την έννοια του μισθού, οπότε δεν μπορεί, πλέον, η καταβολή της να διακοπεί μονομερώς, ελευθέρως από τον εργοδότη, εκτός αν ο εργοδότης από την αρχή της χορηγήσεώς της ή και αργότερα, πριν δημιουργηθούν συνθήκες δεσμευτικότητάς της, είχε δηλώσει ρητώς την επιφύλαξή του να τη διακόψει στο μέλλον (ΑΠ 130/1989).

Οικειοθελής παροχή είναι και εκείνη, που χορηγείται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο επί πλέον του ως άνω νομίμου επιδόματος κανονικής αδείας. Κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας, δηλ. της πρακτικής, όπως διαμορφώθηκε από τακτικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων, που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου εντός του χώρου της επιχειρήσεως του εργοδότη, είναι η οικειοθελής παροχή.

Η επιχειρησιακή συνήθεια, συνεπώς, δεν αποτελεί, από μόνη της, πηγή γενέσεως αξιώσεως, μπορεί, όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει, όταν ο εργοδότης είτε ρητώς, με ανακοίνωσή του, υπόσχεται στον εργαζόμενο τη χορήγηση μελλοντικής παροχής υπό προϋποθέσεις είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοια παροχή, οπότε η αποδοχή της (παροχής) από τον εργαζόμενο οδηγεί σε συμβατική δέσμευση (άρθρο 361 ΑΚ) και αποκλείει την ελεύθερη διακοπή της μονομερώς από τον εργοδότη.

Η οικειοθελής παροχή και αν ακόμη καταβάλλεται τακτικά, ομοιόμορφα και επί μακρό χρονικό διάστημα, διατηρεί τον χαρακτήρα της, δηλ. εξακολουθεί να είναι οικειοθελής, αν τέτοια είναι η βούληση των μερών (εργοδότη, εργαζομένου) και, ιδίως, αν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σε αυτόν, κατά τα παραπάνω, το δικαίωμα διακοπής της.

Σε τέτοια περίπτωση, από την επιχειρησιακή συνήθεια, που δημιουργήθηκε, δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και, κατ’ επέκταση, συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση καταβολής της οικειοθελούς παροχής. Ο εργοδότης, μάλιστα, εάν έχει επιφυλάξει σε αυτόν το δικαίωμα διακοπής οικειοθελούς παροχής, δεν απαιτείται, κατά νόμο, να επαναλαμβάνει την επιφύλαξη κάθε φορά που χορηγεί την άνω παροχή, αρκεί ο σχετικός όρος να υπάρχει στην αρχική, κατά τον χρόνο προσλήψεως του εργαζομένου, ατομική σύμβαση εργασίας.

Έτσι, η διακοπή της οικειοθελούς παροχής, κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη (άρθρα 648, 672 ΑΚ), δεν συνιστά μονομερή από τον εργοδότη βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως και δεν θεμελιώνει από τέτοια μεταβολή δικαίωμα του εργαζομένου (άρθρο 7 ν. 2112/1920), ενώ δεν απαιτείται ο εργοδότης να δικαιολογήσει την διακοπή της.

Εν όψει τούτων, συμβατική δέσμευση, με σιωπηρή συμφωνία, για την υποχρέωση καταβολής παροχής, οικειοθελούς αρχικά, από επιχειρησιακή συνήθεια, μπορεί να δημιουργηθεί, εάν ο εργοδότης δεν επιφύλαξε σε αυτόν το δικαίωμα διακοπής της, αφού, τότε, η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής (ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 48/2015).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.2 και 23 παρ.1 Συντάγματος καθώς και 1 και 2 ν.δ. 3789/1957 (ΦΕΚ Α. 210 / 12.10.1957) -το οποίο (ν.δ.) ίσχυσε από 12.10.1957 (άρθρο 13 ν.δ. 3789/1957) και δεν κατήργησε ο ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α’ 27), κατά το άρθρο 23 ν. 1876/1990- προκύπτει (και) ότι:

Με το ν.δ. 3789/1957, το θέμα των Κανονισμών Εργασίας ρυθμίζεται ενιαίως για όλες τις Επιχειρήσεις, Εκμεταλλεύσεις ή Εργασίες εν γένει, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής τους ή από το σε ποιόν ανήκουν (φυσικά πρόσωπα, Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, Δήμοι, Κοινότητες, Οργανισμούς, Ιδρύματα), δηλ. το δίκαιο, που εισάγεται με το ν.δ. 3789/1957 είναι γενικό και αποκλειστικό για τις Επιχειρήσεις, Εκμεταλλεύσεις ή Εργασίες εν γένει, που υπάγονται στις διατάξεις του. Η κύρωση των Κανονισμών Εργασίας, ειδικότερα, για τις ιδιωτικές εν γένει Επιχειρήσεις, Εκμεταλλεύσεις ή Εργασίες γίνεται δι' αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας. Οι Κανονισμοί Εργασίας, που καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του (ν.δ. 3789/1957), έχουν κανονιστική (όχι συμβατική) νομική φύση, ήτοι έχουν ισχύ ουσιαστικού (όχι, όμως και τυπικού) νόμου. Η θέσπιση των Κανονισμών Εργασίας δε, αποτελεί άσκηση, κατά την εξουσιοδότηση του ν.δ. 3789/1957, «νομοθετικής» εξουσίας από μέρους του εργοδότη (ΟλΑΠ 5/2011).

Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.2 και 23 παρ.1 Συντάγματος, 2 παρ.1, 3 παράγραφοι 1 και 5, 7 παρ.1 και 8 παρ.3 ν. 1876/1990 (ΦΕΚ Α’ 27 / 8.3.1990 -όπως τα άρθρα αυτά του ν. 1876/1990 ίσχυσαν από 8.5.1990 [απόφαση Υπουργού Εργασίας 12386 / 20.03.1990 (ΦΕΚ Β’ 189 / 22.3.1990) εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 35 ν. 1876/1990]- προκύπτουν (και) τα εξής:

Όλες οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) συμπληρώνουν τους γενικούς όρους εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται από το νόμο· ενώ οι κανονιστικοί όροι τους (Σ.Σ.Ε.) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, δηλ. επιδρούν επί της ατομικής συμβάσεως εργασίας, κατά τρόπο άμεσο και αναγκαστικό, ως κανόνες ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας. Με συνταγματική παραχώρηση, συνεπώς, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν, κατά την κατάρτιση Σ.Σ.Ε, εξουσία κανονιστική (νομοθετική), εφ' όσον οι Σ.Σ.Ε., ως προς το κανονιστικό τους μέρος, έχουν ισχύ ουσιαστικού (όχι, όμως και τυπικού) νόμου Έτσι, η παραβίαση των Κανονισμών Εργασίας και των Σ.Σ.Ε. κατά τις κανονιστικές διατάξεις, ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ή από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Τέλος, στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου ο δέκτης της υποσχέσεως δικαιούται να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την προς τον τρίτο, μη συμβαλλόμενο, εκπλήρωση της παροχής, παράλληλα με τον τρίτο, ο οποίος έχει αυτοτελή και ευθεία ενοχική απαίτηση κατά του υποσχεθέντος (άρθρα 410, 411 ΑΚ).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις:

Ο π ρ ώ τ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγος, με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, περιέχουν τις αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην 4708/2019 απόφασή του και κατά τις ουσιαστικές παραδοχές, που σαφώς και πλήρως εκτίθενται, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 653, 361, 410, 411 ΑΚ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 23 παρ.1 Συντάγματος, (α).- ευθέως, αφού δεν τις εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και, έτσι, απέρριψε την αγωγή στην ουσία και (β).- εκ πλαγίου, εφ' όσον διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς αν η επίδικη παροχή είναι «οικειοθελής» ή «δίνονταν, σε εκτέλεση ενοχικών συλλογικών συμφωνιών (πρακτικών συμφωνίας) της διοικήσεως της αναιρεσίβλητης με το επιχειρησιακό σωματείο, όπου ουδέποτε περιλήφθηκε τυχόν συμφωνία, που να ανατρέπει τον οικειοθελή χαρακτήρα της (επίδικης παροχής), συντάχθηκαν δε, τα πρακτικά συμφωνίας, που δεν αποτελούν συλλογικές ρυθμίσεις με κανονιστική ισχύ, προκειμένου να είναι αποτυπωμένη αυτή (επίδικη παροχή) και το ύψος της για λόγους εργασιακής ειρήνης και ασφαλούς πληροφόρησης των εργαζομένων».

Ο τ ρ ί τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 560 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην 4708/2019 απόφασή του και κατά τις ουσιαστικές παραδοχές, που εκτίθενται, σαφώς και πλήρως, παραβίασε ευθέως, (1).- με τη μη εφαρμογή τους, τις εφαρμοστέες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, 1 παρ.2 ν. 1082/1980, 2 και 3 α.ν. 539/1945, 3 παρ.16 ν. 4504/1966, 1 παράγραφοι 1, 2, 3 της 19040/1981 Υ.Α., 2 της από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., κυρωθείσας με το ν. 133/1975, 1 της 95/1949 Δ.Σ.

«περί προστασίας του ημερομισθίου», κυρωθείσας με το άρθρο «πρώτον» ν. 3248/2955 και (2).- με την εφαρμογή του, τον Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας της (αναιρεσίβλητης) εταιρίας «ΧΑΛΥΨ ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ Α.Ε.», που καταρτίσθηκε κατά το ν.δ. 3789/1957 (υπ’ αριθμ. 8051/693/27.3.1969 απόφαση Υπ. Εργασίας). Συγκεκριμένα, ως προς τον Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας, παραβίασε τον όρο (άρθρο) 13 παρ. (δ), που εφήρμοσε, ενώ, σε συνδυασμό προς την παράγραφο (γ) του ίδιου όρου (άρθρου) 13, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, αφού εσφαλμένως (i).- έκρινε την επίδικη παροχή, ως μη τακτική μισθολογική, ενώ, πράγματι, κατά τις αποδείξεις, ήταν τακτική μισθολογική και (ii).- ταύτισε τις «οικειοθελείς παροχές», με τις μη μισθολογικού χαρακτήρα «έκτακτες αποδοχές», που αφορά ο όρος 13 παρ. (δ).

Έχει δε, ο όρος 13 του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας κανονιστικό περιεχόμενο και αφορά, κατά την παράγραφο (δ), ως άνω, «έκτακτες αποδοχές» και κατά την παράγραφο (γ), στην οποία παραπέμπει και όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, δυνατότητα συμψηφισμού - καταλογισμού συγκεκριμένων αξιώσεων [ήτοι αξιώσεων (α).- από προσαύξηση ή επίδομα λόγω οικογενειακών βαρών, (β).- από προσαύξηση ή επίδομα λόγω προϋπηρεσίας, (γ).- λόγω επιδόματος τυχόν ανθυγιεινής εργασίας, (δ).- για τυχόν νυχτερινή εργασία και (ε).- για τυχόν εργασία σε μη εργάσιμες ημέρες ή Κυριακές] στις υπέρτερες, πέραν των νομίμων, καταβαλλόμενες αποδοχές.

Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 4708/2019 απόφαση δεν έλαβε υπ’ όψη «πράγματα», ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που νομίμως προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα δεν έλαβε υπ’ όψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ότι «ο προδιατυπωμένος όρος - άρθρο 13 παρ. (δ) του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας της (αναιρεσίβλητης) εταιρίας ΧΑΛΥΨ ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ Α.Ε., που αφορά μη μισθολογικού χαρακτήρα έκτακτες αποδοχές, είναι γενικός και ασαφής και ως τέτοιος άκυρος και ανίσχυρος και, επικουρικώς, η υποτιθέμενη επιφύλαξη της εταιρίας ΧΑΛΥΨ ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ Α.Ε. έχει, σε κάθε περίπτωση, αποδυναμωθεί, με σιωπηρή παραίτησή της (εταιρίας) από την επιφύλαξη, άλλως έχει ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη προς τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών" (σελ. 31 της αιτήσεως αναιρέσεως).

Οι π έ μ π τ ο ς , έ κ τ ο ς και έ β δ ο μ ο ς λόγοι περιέχουν, με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμοί 1 εδ. (α) και 6 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας στην 4708/2019 απόφαση και κατά τις ουσιαστικές παραδοχές, που εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, παραβίασε τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, (i).- ως προς τις χρήζουσες ερμηνείας ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων για την επιφύλαξη του δικαιώματος διακοπής της επίδικης παροχής και (ii).- ως προς τα χρήζοντα ερμηνείας «πρακτικά συμφωνίας» της διευθύνσεως - διοικήσεως της αναιρεσίβλητης με το επιχειρησιακό σωματείο, εν όψει και του ότι «επί 37 συναπτά έτη, από το έτος 1975, η διοίκηση της αναιρεσίβλητης δεν επανέλαβε την διατυπωθείσα, κατά την κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αρχική επιφύλαξη με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων» (σελίδες 35, 36, 43 της αιτήσεως αναιρέσεως). Ειδικότερα, παραβίασε τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, (α).- ευθέως, αφού παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, αν και εμμέσως διαπίστωσε κενό και, σε κάθε περίπτωση, ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών και (β).- πλαγίως, αφού στην 4708/2019 απόφαση περιέχονται ασαφείς αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή (ή όχι) των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης και, συγκεκριμένα, από την ένδικη αγωγή και από την 4708/2019 απόφαση του δικάσαντος, ως εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα οποία ο Άρειος Πάγος επισκοπεί παραδεκτώς, χάριν της εξετάσεως των λόγων αναιρέσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:

(Α).- Στην από 22.04.2014 ένδικη αγωγή, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) ισχυρίσθηκαν τα εξής:

Ότι δυνάμει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολούνται, ως υπάλληλοι, με τις ειδικότητες, που αναφέρουν, αντί μηνιαίου μισθού, στην εναγομένη ανώνυμη εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη). Ότι η εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται στον κλάδο παραγωγής σκυροδέματος και διατηρεί εργοστάσιο στην παραλία ... Αττικής, όπου (στο εργοστάσιο) οι ίδιοι (ενάγοντες) απασχολούνται, ως άνω, «χορηγούσε ανέκαθεν, ήδη κατά τον χρόνο προσλήψεως του αρχαιότερου από αυτούς», πέραν του συμφωνημένου μισθού, «χρηματική παροχή, ήτοι επί πλέον ημερομίσθια, που ενίσχυαν το νόμιμο (ήμισυ του μηνιαίου μισθού) επίδομα κανονικής αδείας».

Ότι η επίμαχη χρηματική παροχή, ως οικονομική ενίσχυση του νομίμου επιδόματος κανονικής αδείας, αποτελούσε τακτική της εναγομένης, διαμορφωνόταν, βελτιώνονταν, αυξανόταν «ανέκαθεν με συλλογικές ενοχικές συμφωνίες, που υπογράφονταν μεταξύ της διοικήσεως της εναγομένης και της μοναδικής πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργανώσεως (σωματείο εργαζομένων) και η εναγομένη την κατέβαλλε, ανελλιπώς, με τη χορήγηση της κανονικής αδείας και το αργότερο μέχρι το τέλος εκάστου έτους».

Ότι το έτος 2013, η εναγομένη μονομερώς διέκοψε την χρηματική παροχή, η οποία, εφ' όσον ρητώς είχε συμφωνηθεί, ως άνω και καταβαλλόταν ανελλιπώς, αποτελεί όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας και έχει τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής. Ζήτησαν, στη συνέχεια, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα, κατά την ατομική του σύμβαση εργασίας, το ποσό, που αναφέρεται, ως οικονομική ενίσχυση του νομίμου επιδόματος κανονικής αδείας για το έτος 2013 και με το νόμιμο τόκο, όπως διακρίνεται.

(Β).- Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην 4708/2019 απόφασή του, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα παρακάτω κρίσιμα (σελίδες 8 - 11):

«Οι εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσείοντες) εργάζονταν, κατά το επίδικο έτος, ήτοι το 2013, στην εκκαλούσα εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία διατηρεί εργοστάσιο παραγωγής σκυροδέματος στην παραλία ... Αττικής, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και δη, ο καθένας με την ειδικότητα, που αναφέρεται στην αγωγή.

Ήδη από το έτος 1975 και εντεύθεν, η εκκαλούσα εταιρία ξεκίνησε να χορηγεί στους εργαζομένους της, οικειοθελώς, επί πλέον ημερομίσθια, που ενίσχυαν το από το νόμο προβλεπόμενο επίδομα αδείας και τα οποία υπολόγιζε ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας του κάθε εργαζομένου σε αυτήν. Συγκεκριμένα, με τη μισθοδοσία, στις αρχές Αυγούστου, χορηγούσε (7) ημερομίσθια για όσους εργάζονταν σε αυτήν για χρόνο άνω του έτους και την αναλογία (7) ημερομισθίων σε όσους εργάζονταν σε αυτή για χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους.

Η χορήγηση της ως άνω χρηματικής παροχής συνεχίστηκε ανελλιπώς και καταγράφηκε στο από Οκτώβριο του 1991 «μνημόνιο» διαφόρων χορηγήσεων αργιών ανυπαίτιων κωλυμάτων, ποσοστών κ.λπ., που εφαρμόζονται στο εργοστάσιο της εκκαλούσας, που συνετάχθη κατόπιν συμφωνίας με το σωματείο των εργαζομένων αυτής, όπου η ως άνω χρηματική παροχή διαμορφώθηκε σε (6,5) ημερομίσθια για όσους εργάζονται από 0 - 3 χρόνια, (7,5) ημερομίσθια για όσους εργάζονται από 4 - 7 χρόνια, (8,5) ημερομίσθια για όσους εργάζονται από 8 - 12 χρόνια, (9,5) ημερομίσθια για όσους εργάζονται από 13 - 19 χρόνια και (10) ημερομίσθια και (3) ώρες υπερωρία ή (10,9) ημερομίσθια για όσους εργάζονται πάνω από 20 χρόνια.

Το έτος 1997, η ως άνω ισχύουσα τότε κλίμακα ενίσχυσης του επιδόματος κανονικής αδείας προσαυξήθηκε κατά ένα ημερομίσθιο, όπως προκύπτει από την από 03.04.1997 συμφωνία μεταξύ της διεύθυνσης της εκκαλούσας και του σωματείου των εργαζομένων, ενώ την επόμενη χρονιά, αυξήθηκε, περαιτέρω, κατά 1/2 ημερομίσθιο σε όλη την κλίμακα.

Σε αυτό το ύψος παρέμεινε και καταβαλλόταν μέχρι το έτος 2006, οπότε και ενισχύθηκε το επίδομα αδείας κατά 1/2 ημερομίσθιο, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 27.4.2006 συμφωνία μεταξύ της διεύθυνσης της εταιρίας και του σωματείου των εργαζομένων. Τέλος, κατά το έτος 2007, η εκκαλούσα συνήψε με το σωματείο των εργαζομένων της, την από 30.5.2007 συμφωνία, σύμφωνα με την οποία η οικονομική ενίσχυση του επιδόματος αδείας αυξήθηκε κατά 1/2 ημερομίσθιο ακόμη, διαμορφούμενη, έτσι, ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας του κάθε εργαζομένου, ως εξής:

Από 0 - 3 έτη υπηρεσίας σε (9) επί πλέον ημερομίσθια, από 4 - 7 έτη υπηρεσίας σε (10) επί πλέον ημερομίσθια, από 8 - 12 έτη υπηρεσίας σε (11) επί πλέον ημερομίσθια, από 13 - 19 έτη υπηρεσίας σε (12) επί πλέον ημερομίσθια και από 20 και άνω έτη υπηρεσίας σε (13) επί πλέον ημερομίσθια. Την παραπάνω παροχή απολάμβαναν καθ' όλο το διάστημα της εργασίας τους και οι εφεσίβλητοι, ωστόσο, το έτος 2011, η εκκαλούσα την ανακάλεσε και έπαυσε έκτοτε να την χορηγεί στα πλαίσια προγράμματος αντιμετώπισης των αρνητικών οικονομικών δεδομένων, που εμφάνισε λόγω της μείωσης του κύκλου των εργασιών της, που την οδήγησε, το έτος 2013 και στην επιβολή του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας του προσωπικού της.

Η ανωτέρω οικονομική παροχή, η οποία, όπως προεκτέθηκε, ξεκίνησε να παρέχεται οικειοθελώς, το έτος 1975, παρά το γεγονός ότι συνέχισε να καταβάλλεται, τακτικά και ομοιόμορφα, επί μεγάλο χρονικό διάστημα σε όλους τους εργαζόμενους της επιχείρησης, διατήρησε, ωστόσο, τον χαρακτήρα της, ως οικειοθελούς καθώς η εκκαλούσα είχε επιφυλάξει στην ίδια ρητώς το δικαίωμα ανάκλησής της.

Πιο συγκεκριμένα, η επιφύλαξη του δικαιώματος ανάκλησης της παραπάνω παροχής προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο των προσκομιζομένων εγγράφων ατομικών συμβάσεων εργασίας των εφεσιβλήτων, στις οποίες ρητώς προβλέπεται ότι κάθε ποσό, που καταβάλλεται από τον εργοδότη, πέραν των νομίμων αποδοχών -όπως τέτοια αποτελεί και η επίδικη- αποτελεί από χαριστική διάθεση οικειοθελή παροχή, που μπορεί να ανακληθεί ελεύθερα, όσο και από το άρθρο 13 παρ. (δ) του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας της εκκαλούσας, όπου ορίζεται πως η χορήγηση εκτάκτων αποδοχών προς κάποιο μισθωτό ή το σύνολό τους αποτελεί δικαίωμα της εταιρίας και ουδέποτε δημιουργεί υποχρέωση προς καταβολή.

Συνεπώς, δεδομένου ότι ήδη με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, που είχε συνάψει με τους εφεσίβλητους, η εκκαλούσα είχε διατηρήσει το δικαίωμα ανάκλησης και της επίδικης παροχής, δεν επιβαλλόταν αυτή (εκκαλούσα) να επαναδιατυπώνει την επιφύλαξή της σε κάθε χορήγηση της εν λόγω παροχής. Ακολούθως, το γεγονός ότι από το 1991 και εφεξής, η αναπροσαρμογή του ύψους της εν λόγω χρηματικής παροχής συμπεριλαμβανόταν στα καταρτιζόμενα πρακτικά συμφωνίας της εκκαλούσας με το σωματείο των εργαζομένων της δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα της ως άνω παροχής, ως οικειοθελούς καθώς αφ’ ενός μεν, τα ως άνω πρακτικά συντάχθηκαν, προκειμένου να είναι αποτυπωμένη η εν λόγω παροχή και το ύψος αυτής για λόγους εργασιακής ειρήνης και ασφαλούς πληροφόρησης των εργαζομένων, αφ' ετέρου δε διότι ουδέποτε περιλήφθηκε στα ως άνω πρακτικά τυχόν συμφωνία, που να ανατρέπει τον οικειοθελή χαρακτήρα της επίδικης παροχής. Σε κάθε περίπτωση, η ενσωμάτωση της εν λόγω παροχής στα ως άνω έγγραφα «μνημόνια», στα οποία καταγράφονταν οι παροχές της εκκαλούσας προς τους εργαζομένους, ουδόλως έδωσε στην ένδικη παροχή υποχρεωτική ισχύ καθώς τα ως άνω πρακτικά συμφωνίας δεν αποτελούν συλλογικές ρυθμίσεις με κανονιστική ισχύ και δεν αποτελούν μέρος των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, η οποία σε κάθε περίπτωση ουδόλως θα μπορούσε να τροποποιηθεί ή συμπληρωθεί με τα ως άνω πρακτικά συμφωνίας.

Συνεπώς, η περιεχόμενη στις έγγραφες ατομικές συμβάσεις εργασίας ρητή επιφύλαξη της εκκαλούσας να ανακαλεί ελεύθερα τις πέραν των νομίμων αποδοχών οικειοθελείς παροχές της είχε ως αποτέλεσμα ότι η ένδικη παροχή, ακόμη και μετά την μακρόχρονη και τακτική χορήγησή της, δεν απώλεσε τον χαρακτήρα της οικειοθελούς παροχής.

Κατ’ ακολουθία, η προπεριγραφόμενη επιχειρησιακή συνήθεια της εκκαλούσας δεν οδήγησε σε σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση σε συμβατική δέσμευση της εκκαλούσας για συνέχιση της καταβολής της ένδικης παροχής και, συνεπώς, παρά τη διακοπή χορήγησής της στους εφεσίβλητους, κατ' ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος, δεν γεννάται αξίωση των τελευταίων για συνέχιση της καταβολής της, βάσει των ως άνω αναφερομένων συμφωνιών της εκκαλούσας με το σωματείο των εργαζομένων της, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι τυχόν επιδίκαση παρόμοιας παροχής, που προβλέπεται από Σ.Σ.Ε. δεν αποτελεί αντικείμενο της εν λόγω αγωγής των εργαζομένων.

[...]

Επομένως, το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι η ένδικη παροχή είχε συμφωνηθεί από την εναγομένη και το σωματείο των εργαζομένων της και η καταβολή της αποτέλεσε όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, προσλαμβάνοντας μισθολογικό χαρακτήρα, κάνοντας, μετά ταύτα, δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αντί να απορρίψει αυτήν, ως ουσιαστικά αβάσιμη [...] έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, αλλά και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου και του δευτέρου λόγου της έφεσης, ως βάσιμων».

Σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις (ΙΙ) και (ΙΙΙ) νομικές σκέψεις, επί των λόγων αναιρέσεως λεκτέα τα εξής:

-Κρίνοντας ως άνω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως, με τη μη εφαρμογή τους ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 648, 653, 361, 410, 411 ΑΚ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 23 παρ.1 Συντάγματος, που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται στους λόγους αναιρέσεως, π ρ ώ τ ο από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και δ ε ύ τ ε ρ ο από το άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ.

Επίσης, δεν παραβίασε ευθέως, (i).- με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, 1 παρ.2 ν. 1082/1980, 2 και 3 α.ν. 539/1945, 3 παρ.16 ν. 4504/1966, 1 παράγραφοι 1, 2, 3 της 19040/1981 Υ.Α., 2 της από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (κύρωση με το ν. 133/1975), 1 της 95/1949 Δ.Σ. (κύρωση με το ν. 3248/1955) καθώς και (ii).- με την εφαρμογή του, τον όρο (άρθρο) 13 παρ. (δ) του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης, που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται στον τ ρ ί τ ο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ορθώς δεν εφήρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις, ενώ, παραλλήλως, διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να διακόψει, μονομερώς, το έτος 2011, την επίδικη παροχή (επί πλέον ημερομίσθια προς ενίσχυση του νομίμου επιδόματος αδείας).

Κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της 4708/2019 αποφάσεως, (1).- η επίδικη παροχή είναι οικειοθελής από χαριστική διάθεση, (2).- τον από την αρχή οικειοθελή χαρακτήρα της ουδέποτε απώλεσε, παρά την τακτική, μακροχρόνια, ομοιόμορφη και ανελλιπή καταβολή της, ήτοι από το έτος 1975, εφ’ όσον η αναιρεσίβλητη, «ρητώς στις ατομικές συμβάσεις εργασίας» των (ήδη) αναιρεσειόντων καθώς και με τον όρο - άρθρο 13 παρ. (δ) του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας, είχε επιφυλάξει στην ίδια το δικαίωμα ελεύθερης διακοπής της και (3).- η συγκεκριμένη επιχειρησιακή συνήθεια δεν οδήγησε σε σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση σε συμβατική δέσμευση της αναιρεσίβλητης για συνέχιση της καταβολής της επίδικης παροχής.

Έτσι, συνεπεία του μη μισθολογικού χαρακτήρα της επίδικης παροχής, δεν εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση, οι ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την έννοια του «μισθού» στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ακόμη, δεν δημιουργείται αντίφαση στην 4708/2019 απόφαση μεταξύ της αποφατικής κρίσεώς της (ως προς τη μη κατάρτιση δεσμευτικής σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ των μερών, αναιρεσειόντων και αναιρεσίβλητης, για την καταβολή της επίδικης παροχής) και της παραδοχής της ότι «από το έτος 1991 και εφεξής, η αναπροσαρμογή του ύψους της επίδικης παροχής συμπεριλαμβανόταν στα καταρτιζόμενα πρακτικά συμφωνίας της (ήδη) αναιρεσίβλητης με το σωματείο των εργαζομένων της», όπως είναι και οι αναιρεσείοντες.

Συγκεκριμένα, δεν δημιουργείται αντίφαση διότι αυτή η παραδοχή δεν διαφοροποιεί, κατά νόμο, την κρίση της 4708/2019 αποφάσεως, όσον αφορά τη διατήρηση της επίδικης παροχής, ως οικειοθελούς, αφού είναι διαφορετικό το ζήτημα της συμφωνίας εργοδότη και εργαζομένου για το ύψος της αναπροσαρμογής παροχής, την οποία ο εργοδότης καταβάλει οικειοθελώς και διαφορετικό το ζήτημα του χαρακτήρα της παροχής ως οικειοθελούς, οπότε η κατάργηση της ευχέρειας διακοπής της παροχής και, συνεπώς, του χαρακτήρα της, ως οικειοθελούς, πρέπει να συνάγεται με σαφήνεια από την περί τούτου τροποποιητική σύμβαση των μερών.

Πλην όμως, παραδοχή για κατάργηση της ευχέρειας διακοπής της επίδικης παροχής δεν υπάρχει και υπάρχει η αντίθετη παραδοχή ότι «ουδέποτε περιλήφθηκε στα ως άνω πρακτικά τυχόν συμφωνία, που να ανατρέπει τον οικειοθελή χαρακτήρα της επίδικης παροχής». Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι, κατά το μέρος αυτό, αβάσιμοι.

Εξ άλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην 4708/2019 απόφαση δεν στήριξε την κρίση του για τον οικειοθελή χαρακτήρα της επίδικης παροχής και τη διατήρηση αυτού του χαρακτήρα της μέχρι τη διακοπή της χορηγήσεώς της από την αναιρεσίβλητη, σε γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου [άρθρα 410, 411 ΑΚ] ώστε, κατά το μέρος αυτό, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, αφού στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Περαιτέρω, η πιο πάνω υπό στοιχείο (2) παραδοχή ότι «ρητώς με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας» όσων απασχολούνται στην αναιρεσίβλητη, όπως είναι και οι αναιρεσείοντες, η αναιρεσίβλητη είχε επιφυλάξει στην ίδια το δικαίωμα ελεύθερης διακοπής της επίδικης παροχής, αρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της 4708/2019 αποφάσεως ότι η επίδικη παροχή ουδέποτε απέκτησε συμβατικό χαρακτήρα μισθού και διατήρησε τον οικειοθελή χαρακτήρα της· δηλ. η υπό στοιχείο (2) παραδοχή στηρίζει το διατακτικό, ανεξάρτητα από το εάν αντίστοιχη ρύθμιση περιλαμβάνεται (ή όχι) στο ρυθμιστικό πεδίο του όρου 13 παρ. (δ) του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας ή από το εάν η ρύθμιση του όρου 13 παρ.(γ) του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας, στον οποίο παραπέμπει όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, αφορά τη δυνατότητα συμψηφισμού - καταλογισμού αξιώσεων στις υπέρτερες, πέραν των νομίμων, καταβαλλόμενες αποδοχές και όχι δικαίωμα διακοπής. Έτσι, ο τ ρ ί τ ο ς λόγος αναιρέσεως, κατά το ως άνω υπό στοιχείο (ii) μέρος, είναι αλυσιτελής ενώ ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το ως άνω υπό στοιχείο (i) μέρος, που πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ].

-Ο τ έ τ α ρ τ ο ς λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Τούτο διότι κατά τις ουσιαστικές παραδοχές, η επίδικη παροχή είναι οικειοθελής από χαριστική διάθεση και τον από την αρχή οικειοθελή χαρακτήρα της ουδέποτε απώλεσε, παρά την τακτική, μακροχρόνια, ομοιόμορφη και ανελλιπή, από το έτος 1975, καταβολή της, αφού η αναιρεσίβλητη «ρητώς στις ατομικές συμβάσεις εργασίας» των (ήδη) αναιρεσειόντων καθώς και με τον όρο - άρθρο 13 παρ. (δ) του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας, είχε επιφυλάξει στην ίδια το δικαίωμα ελεύθερης ανακλήσεώς της. Έτσι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις παραδοχές αυτές, αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον προβαλλόμενο ισχυρισμό, αφού δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, γεγονότα αντίθετα προς αυτά, που, κατά τα παραπάνω, τον συγκροτούν ώστε να μη στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ.

-Οι π έ μ π τ ο ς , έ κ τ ο ς και έ β δ ο μ ο ς λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμοί 1 εδ. (α) και 6 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ούτε εμμέσως τη συνδρομή κενού ή ασάφειας, (1).- κατά την ερμηνεία των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, σχετικά με την επιφύλαξη του δικαιώματος διακοπής της επίδικης παροχής καθώς και (2).- κατά την ερμηνεία των «πρακτικών συμφωνίας» της διοικήσεως - διευθύνσεως της αναιρεσίβλητης με το επιχειρησιακό σωματείο ώστε να προσφύγει στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Αντιθέτως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σαφώς και με πλήρεις αιτιολογίες, δέχθηκε ότι στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων, «ρητώς» η επίδικη παροχή χαρακτηρίζεται ως οικειοθελής από χαριστική διάθεση και «ρητώς» η αναιρεσίβλητη είχε επιφυλάξει στην ίδια το δικαίωμα ελεύθερης διακοπής της επίδικης παροχής.

Αρκεί δε, η παραδοχή αυτή, για τη στήριξη του διατακτικού της 4708/2019 αποφάσεως, ανεξάρτητα δηλ. από την περαιτέρω παραπομπή, με τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, σε ρύθμιση του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας. Επίσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σαφώς και με πλήρεις αιτιολογίες, δέχθηκε ότι στα «πρακτικά συμφωνίας» ουδέποτε περιλήφθηκε τυχόν συμφωνία, που να ανατρέπει τον οικειοθελή χαρακτήρα της επίδικης παροχής ενώ δεν υπάρχει παραδοχή ότι τα «πρακτικά συμφωνίας» έλαβαν τη μορφή Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας.

Τέλος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς δέχθηκε ότι η επιφύλαξη για το δικαίωμα της αναιρεσίβλητης ελεύθερης διακοπής της επίδικης παροχής αρκεί να υπάρχει στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων και δεν απαιτείται η επιφύλαξη αυτή να επαναδιατυπώνεται σε κάθε χορήγηση της επίδικης παροχής.

Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί, ως προς τους παραστάντες αναιρεσείοντες, η από 18.06.2019 αίτηση για αναίρεση της 4708/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο (διαδικασία εργατικών διαφορών), στο σύνολό της.

Οι παραστάντες αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, πρέπει να καταδικασθούν, κατ’ ίσο μέρος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 180 παρ.1, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δ ι α τ ά σ σ ε ι τον χωρισμό της υποθέσεως, όσον αφορά τους αναιρεσείοντες 10ο (Ε. Τ. του Α.), 25ο (Π. Κ. του Π.), 46ο (Ι. Μ. του Γ.) και 80η (Κ. Κ. του Γ., ατομικώς για τον εαυτό της και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Ά. Α. του Γ., ως κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος Γ. Α.).

Κ η ρ ύ σ σ ε ι απαράδεκτη τη συζήτηση, ως προς αυτούς τους αναιρεσείοντες.

Α π ο ρ ρ ί π τ ε ι ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την από 18.06.2019 αίτηση για αναίρεση της 4708/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε, ως εφετείο, στο σύνολό της.

Κ α τ α δ ι κ ά ζ ε ι τους παραστάντες αναιρεσείοντες, κατ' ίσο μέρος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και ταύτης

αποχωρησάσης από την Υπηρεσία,

η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ