Legislator Case Law & Legislation
1566/2018 AI generated

1566/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1566/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την από 29-7-2016 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 1969/2013 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Legislator headnote

AI generated

1566/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης με την υπ' αρ. 41945/2009 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει τη δεύτερη αγωγή και απέρριψε την πρώτη. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης, που απέρριψε τη μεν από 11-9-2007 αγωγή, κατά το μέρος που είχε γίνει πρωτοδίκως δεκτή, ως αόριστη, την δε από 25-8-2008 αγωγή ως ουσία αβάσιμη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1566 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1566/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Πασχάλη. Της αναιρεσίβλητης: Α. Ε. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μανώλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-9-2007 και 25-8-2008 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητης και αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41945/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1969/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-7-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 29-7-2016 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 1969/2013 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα η αναιρεσίβλητη με την από 11-9-2007 αγωγή της ζήτησε, μετά τη γενομένη εκ μέρους της υπαναχώρηση, να υποχρεωθεί η εναγομένη-αναιρεσείουσα να της επιστρέψει το ποσό που της προκατέβαλε βάσει της μεταξύ τους συναφθείσης συμβάσεως. Η αναιρεσείουσα, αντίθετα, με την από 25-8-2008 αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη-αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο της ως άνω συμβάσεως, την οποία θεωρούσε ως ισχύουσα, με τον αναλογούντα ΦΠΑ, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την επικαλούμενη άδικη συμπεριφορά της τελευταίας.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης με την υπ' αρ. 41945/2009 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει τη δεύτερη αγωγή και απέρριψε την πρώτη. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης, που απέρριψε τη μεν από 11-9-2007 αγωγή, κατά το μέρος που είχε γίνει πρωτοδίκως δεκτή, ως αόριστη, την δε από 25-8-2008 αγωγή ως ουσία αβάσιμη.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, που εξεδόθη πριν από την ισχύ του ν. 4335/2015, εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός τριετίας από την έκδοση της αποφάσεως, που δεν επιδόθηκε (ΟλΑΠ 10/2018).

2. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 340, 341 A.K. προκύπτει ότι ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε εκ μέρους του δανειστή δικαστική ή εξώδικη όχληση, η οποία αποτελεί μονομερή και ανακοινωτέα σε άλλον δήλωση βουλήσεως. Αν όμως για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα ή έχει ταχθεί ορισμένη προθεσμία από την καταγγελία, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας εκείνης ή όταν, αφού γίνει η καταγγελία, περάσει η προθεσμία.

Ενώ, όσον αφορά τον δανειστή, από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 351 Α.Κ. προκύπτει ότι αυτός γίνεται υπερήμερος: α) αν δεν αποδέχεται την πραγματική και προσηκόντως προσφερομένη παροχή, β) και με προσφορά του οφειλέτη μη πραγματική αν εδήλωσε ήδη ότι δεν δέχεται την παροχή και γ) αν, καίτοι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτούμενη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία δεν μπορεί ο οφειλέτης να εκπληρώσει την παροχή (ΑΠ 1876/2014).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 2251/2014, 1069/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) έχει ως αντικείμενο εργασιών μεταξύ άλλων την κατασκευή προκατασκευασμένων οικιών.

Μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου αυτής και της Α. Ε. (εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης), συνήφθη στις 29 Μαΐου του έτους 2006 σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας, η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει για λογαριασμό της δεύτερης μία προκατασκευασμένη οικία και να την τοποθετήσει σε οικόπεδο της τελευταίας, που βρίσκεται στην περιοχή της ....

Η εν λόγω οικία συμφωνήθηκε ότι θα είναι εμβαδού 67 τ.μ., θα αποτελούνταν από δύο κατασκευαστικά τμήματα, τα οποία στον χώρο της τελικής τοποθέτησης και εγκατάστασης θα ενοποιούνταν ως μία ενιαία συνεχής κατασκευή, οι δε τοιχοποιίες θα αποτελούνταν από πέντε διαδοχικά κατασκευαστικά δομικά στοιχεία, ενώ τα δάπεδα, οι οροφές και η στέγη από τέσσερα διαδοχικά κατασκευαστικά δομικά στοιχεία.

Με βάση την προσφορά που υπέβαλε η εργολάβος εταιρεία και η οποία αποτέλεσε το περιεχόμενο της σύμβασης έργου που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, η αμοιβή της θα ανερχόταν στο ποσό των 21.000,00 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, που θα βάρυνε την εργοδότρια εναγομένη. Η έναρξη των εργασιών συμφωνήθηκε να γίνει στις 31-5-2006 και η ημερομηνία ολοκλήρωσης και παράδοσης του έργου, που συμπεριελάμβανε την συναρμολόγηση της οικίας και την τοποθέτησή της στο οικόπεδο της εναγομένης, ορίστηκε η 31-7-2006.

Στις 31-5-2006 η εργοδότρια κατέβαλε μέρος της αμοιβής της εργολάβου, ποσού 18.000,00 ευρώ, όπως είχε συμφωνηθεί και το υπόλοιπο των 3.000,00 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, συμφωνήθηκε να καταβληθεί κατά την ολοκλήρωση και παράδοση του έργου. Προκειμένου να τοποθετηθεί η οικία στο οικόπεδό της η εργοδότρια ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει από οπλισμένο σκυρόδεμα βάση ανάλογων διαστάσεων, όπως της υποδείχθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εργολάβου.

Την κατασκευή της βάσης αυτής ανέθεσε η εργοδότρια, περί τις αρχές Ιουλίου 2006, στον Ι. Ο., ο οποίος ολοκλήρωσε την κατασκευή αυτής εντός του μηνός Ιουλίου του 2006 και η εργοδότρια ανέμενε την μεταφορά και τοποθέτηση της οικίας από την εργολάβο, η οποία όμως μέχρι τις 31-7-2006 δεν προέβη στην κατασκευή, μεταφορά και τοποθέτηση της οικίας στο υποδειχθέν οικόπεδο, με συνέπεια με την πάροδο της συμφωνημένης ημερομηνίας παράδοσης του έργου να περιέλθει σε υπερημερία οφειλέτη (άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ).

Βέβαια η εργολάβος ισχυρίζεται ότι η εργοδότρια περιήλθε σε υπερημερία δανειστή, διότι στις 31-7-2006 δεν είχε κατασκευάσει την απαιτούμενη για την τοποθέτηση της οικίας βάση και όταν στη συνέχεια την κατασκεύασε (χωρίς να προσδιορίζει το χρόνο κατασκευής αυτής) διαπιστώθηκε, μετά από επιτόπια μετάβαση, ότι αυτή ήταν πλημμελής, διότι δεν ήταν "ευθύγραμμη", με συνέπεια να μην είναι δυνατή η επ' αυτής τοποθέτηση και σύνδεση των δύο ξεχωριστών τμημάτων της οικίας.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εργολάβου δεν είναι βάσιμος, καθόσον ο μάρτυρας αυτής κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι "Τον Αύγουστο του 2006 ο εκπρόσωπος της εταιρείας (εργολάβου) Ν. Μ. είδε τη βάση, αλλά είχε κατασκευαστικό πρόβλημα, δεν ήταν επίπεδη στη μία γωνία". Επομένως η διαπίστωση της επικαλούμενης πλημμέλειας της βάσης, που κατασκεύασε η εργοδότρια, από την εργολάβο έγινε για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 2006, ενώ ήδη από τις 31-7-2006 η τελευταία είχε περιέλθει σε υπερημερία, όπως προαναφέρθηκε, ως προς την οφειλόμενη απ' αυτήν παροχή της εκτέλεσης του έργου, καθώς και της παράδοσής του ή τουλάχιστον της πραγματικής προσφοράς του προς την εργοδότρια, γεγονός που αποκλείει τη (μεταγενέστερη σε κάθε περίπτωση) υπερημερία της εργοδότριας ως δανείστριας.

Βέβαια ο ίδιος παραπάνω μάρτυρας (της εργολάβου) κατέθεσε ότι η οικία είχε κατασκευαστεί μέχρι τις 20-7-2006, η κατάθεσή του όμως ως προς το σημείο αυτό δεν κρίνεται αξιόπιστη, αφού δεν εξηγεί το λόγο για τον οποίο δεν προσφέρθηκε έστω το έργο μέχρι τις 31-7-2006, όπως προβλεπόταν από τη σύμβαση, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η κατάθεσή του ως προς το ζήτημα αυτό δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αντίθετα μάλιστα αναιρείται από την ένορκη βεβαίωση των Α.

Π. και Ε. Μ.... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εργοδότρια στις 30-1-2007 κοινοποίησε στην εργολάβο την από 21-1-2007 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία καλούσε την τελευταία να τοποθετήσει την κατοικία στην θέση που της είχε υποδείξει, εντός δύο ημερών από την λήψη της δήλωσης αυτής, άλλως δήλωνε ότι θα αναγκασθεί να την μεταφέρει η ίδια με δικά της έξοδα.

Στην παραπάνω εξώδικο η εργολάβος απάντησε με την από 31-1-2007 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε στην εργοδότρια στις 2-2-2007, με την οποία αρνούνταν το περιεχόμενο της εξωδίκου της τελευταίας, επισημαίνοντας ότι αδίκως και παρανόμως διαμαρτύρεται, δεδομένου ότι αυτή δεν έχει κατασκευάσει ορθά και τεχνικά άρτια την τσιμέντινη βάση στο οικόπεδό της στην ...

και ότι εξ αυτού του λόγου δεν είναι δυνατή η τοποθέτηση - συναρμολόγηση της από πολλού χρόνου έτοιμης προκατασκευασμένης κατοικίας της, γεγονός που ρητά είχε υποσχεθεί ότι θα πράξει και ότι δεν έχει προβεί στην έκδοση των απαιτουμένων αδειών για την εγκατάσταση της προκατασκευασμένης κατοικίας της και ότι δεν έχει εξοφλήσει ολοσχερώς την αμοιβή αυτής, καλώντας την σε άμεση εξόφληση αυτής.

Στη συνέχεια η εργοδότρια με την από 5-9-2007 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε στην εργολάβο στις 7-9-2007, δήλωνε ότι υπαναχωρούσε από την καταρτισθείσα σύμβαση, την οποία θεωρούσε λυθείσα και ζητούσε εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη λήψη της εξωδίκου την επιστροφή του ποσού των 21.000,00 ευρώ, το οποίο επικαλούνταν ότι κατέβαλε στην εργολάβο για την αμοιβή της.

Η εργολάβος, απαντώντας στην εν λόγω εξώδικη δήλωση, κοινοποίησε στην εργοδότρια στις 24-9-2007 την από 17-9-2007 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία επικαλούνταν ότι η υπαναχώρηση δεν είναι νόμιμη, για το λόγο ότι η καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου οφείλονταν στην τελευταία και ζητούσε την καταβολή του υπολοίπου της συμφωνημένης αμοιβής της, ποσού 3.000 ευρώ.

Από τα παραπάνω αποδειχθέντα προκύπτει ότι η εργολάβος δεν εκτέλεσε, ούτε παρέδωσε το έργο στις 31-7-2006, όπως συμφωνήθηκε με τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, ούτε, έστω, προσφέρθηκε στην παράδοση αυτού και επομένως η εργοδότρια δεν περιήλθε σε υπερημερία δανειστή, όπως προαναφέρθηκε, ώστε να οφείλει στην εργολάβο το επικαλούμενο απ' αυτήν υπόλοιπο της αμοιβής της, ποσού 3.000,00 ευρώ καθώς και τον αναλογούντα στο σύνολο της αμοιβής ΦΠΑ (19%), ποσού 3.990,00 ευρώ και επομένως η δεύτερη αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, ως ουσία αβάσιμη. Έκρινε δηλ. το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα εργολάβος, εφόσον μέχρι την ορισθείσα ημέρα της 31-7-2006 δεν προέβη στην κατασκευή, μεταφορά και τοποθέτηση της προκατασκευασμένης οικίας στο υποδειχθέν γήπεδο ή τουλάχιστον στην πραγματική προσφορά του έργου προς την αναιρεσίβλητη, κατέστη υπερήμερη οφειλέτρια.

Ωστόσο η κρίση αυτή του Εφετείου είναι νομικά ανεπέρειστη, αφού το Εφετείο δέχεται παραλλήλως ότι η αναιρεσίβλητη είχε αναλάβει με τη σύμβαση την υποχρέωση να προβεί προηγουμένως σε αναγκαία πράξη (να κατασκευάσει με τους κανόνες της τεχνικής βάση από οπλισμένο σκυρόδεμα), χωρίς την οποία η εργολάβος δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει την δική της παροχή (τοποθέτηση της προκατασκευασμένης οικίας), στην οποία υποχρέωση δεν ανταποκρίθηκε προσηκόντως μέχρι την ορισθείσα ημερομηνία, γιατί δηλ.

ο υπ' αυτής ορισθείς τεχνίτης Ι. Ο. κατασκεύασε πλημμελώς τη βάση της προκατασκευασμένης οικίας, σε τρόπο ώστε να μην είναι εφικτή η τοποθέτηση της οικίας επ' αυτής, ενόψει του ότι δεν ήταν πλήρως επίπεδη, πράγμα που διαπιστώθηκε από τον εκπρόσωπο της εργολάβου εταιρείας, η αναιρεσίβλητη, μετά την 31-7-2006.

Η καθυστερημένη δηλαδή διαπίστωση δεν αναιρεί το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη είχε ήδη περιέλθει σε υπερημερία δανειστή, πράγμα που αποκλείει τη (μεταγενέστερη) υπερημερία της αναιρεσείουσας ως προς τη δική της παροχή.

Συνεπώς το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 349 και 351 ΑΚ, των οποίων συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση αυτή από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είναι βάσιμος. 3. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μετά την παραδοχή του ανωτέρω λόγου και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 § 3 του ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1969/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2018.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ