Legislator Case Law & Legislation
1566/2017 AI generated

1566/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1566/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1566/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την μειοψηφούσα ως άνω γνώμη, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος κατά το μέρος που αφορά την ανυπαρξία συμβολής της αναιρεσίβλητης για το μετά την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, χρονικό διάστημα, δηλαδή από τον Απρίλιο του 2008, διότι αποτελεί περιεχόμενο της εκ του άρθρου 1400 § 1 εδ. β' ΑΚ προβληθείσης από τον αναιρεσείοντα ενστάσεως και συνεπώς αποτελεί πράγμα, μη ληφθέν υπόψη από το Εφετείο.

Keywords

AI generated
motor vehicle expenses extraordinary marital contribution contract for vehicle sale notional interest deduction driving whilst disqualified property brought into marriage
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1566 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1566/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Θεοδωρόπουλο που ανακάλεσε την από 8-12-2016 δήλωσή του και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιγνάτιο Κρανιδιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2011 αγωγή της Κ. Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1876/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5808/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 8-7-2015 και 5-11-2015 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε τις από 8-2-2016 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων.

Οι πληρεξούσιοι ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους, την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου μέρους και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση στην ίδια δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού οι από 8-7-2015 και 25-11-2015 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ' αριθ. 5808/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, αφού έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή της εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου και μετ' εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του πρώτου να της καταβάλει το ποσό των 26.939,45 ευρώ νομιμοτόκως, που αντιστοιχεί στην αξίωση της εκ της τεκμαρτής συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου πρώην συζύγου της κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Η ενάγουσα τέλεσε νόμιμο γάμο με τον εναγόμενο....στις 4-5-1996.... από τον οποίο απέκτησε δύο αγόρια.... ηλικίας, κατά την συζήτηση της αγωγής (28-5-2012), 16 και 13 ετών αντίστοιχα, και ο οποίος λύθηκε με την υπ' αριθ. 974/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη στις 26-11-2011, ενώ οι διάδικοι βρίσκονταν σε διάσταση από τον Απρίλιο του 2008, όταν ο εναγόμενος μετοίκησε από την συζυγική οικία.

Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους, ο εναγόμενος ουδεμία είχε περιουσία, ενώ κατά τη διάρκεια του γάμου τους απέκτησε τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία: 1) Δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Λουκίας Σακελλαρίου ο εναγόμενος προέβη στην αγορά μίας οικίας, αντί τιμήματος 58.695 ευρώ, με αποπερατωθέντα πρώτο όροφο επιφάνειας 62,42 τ.μ.

και δικαίωμα υψούν σε δεύτερο όροφο επιφάνειας 53,60 τ.μ., επί της οδού ... αρ… στο ... Μετά την αγορά του ακινήτου, ο εναγόμενος ανήγειρε σταδιακά, μέχρι και το έτος 2004, και τον δεύτερο όροφο, με κόστος που ανήλθε συνολικά στο ποσό των 35.000 ευρώ. Το ως άνω ακίνητο, αρκετά καλής κατασκευής, με αντικειμενική αξία, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής και της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, 107.852,22 ευρώ, λαμβανομένων υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας ενόψει ιδίως και της ενσκήψασας οικονομικής κρίσης, αλλά και της κατά τα ως άνω κατάστασης και θέσης του κρίνεται ότι κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο είχε πραγματική αξία 125.000 ευρώ, 2) Στις 7-1-2004 ο εναγόμενος αγόρασε ένα Ι.Χ.

αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής ... 1.781 κ.ε. αντί τιμήματος 39.948 ευρώ. Η εμπορική αξία του ως άνω αυτοκινήτου κατά το χρόνο λύσης του γάμου και άσκησης της αγωγής ανέρχεται σε 10.000 ευρώ, όπως έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη και δεν προσβάλλεται από τον εκκαλούντα. Όπως περαιτέρω προέκυψε, το έτος 1999 η μητέρα του εναγομένου του είχε δωρήσει 10.000.000 δραχμές (29.347 ευρώ), το οποίο ο τελευταίος δαπάνησε εν μέρει για την καταβολή του τιμήματος του προαναφερθέντος ακινήτου και εν μέρει για την κάλυψη των δαπανών για την ανέγερση του δευτέρου ορόφου.

Για το υπόλοιπο τίμημα ο εναγόμενος είχε λάβει στεγαστικό δάνειο (ύψους 50.800 ευρώ), εκ του οποίου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου όφειλε το ποσό των 24.774,64 ευρώ.

Συνεπώς, μετ' αφαίρεση του ποσού της δωρεάς, αλλά και του ανεξόφλητου μέρους του δανείου που τον βαρύνει (κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασης του), η επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται τελικά στο ποσό των 80.878,36 ευρώ, ήτοι 135.000 (125.000+10.000) μείον 54.121,64 (29.347+24.774,64). Περαιτέρω επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου δεν προέκυψε, σύμφωνα με τις παραδοχές της εκκαλουμένης....

Αν και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων ο εναγόμενος, κατά κύριο λόγο έφερε τα βάρη της οικογένειας, αφού διατηρούσε επιχείρηση κατασκευής φωτεινών επιγραφών, από την οποία απεκόμιζε ικανά εισοδήματα, ωστόσο, όμως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα καθ' όλη την διάρκεια της συζυγικής τους ζωής, που διήρκεσε 12 έτη, συνεισέφερε στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της με την προσωπική της φροντίδα και επιμέλεια για την λειτουργία του κοινού τους οίκου και την ανατροφή των δύο τέκνων τους, τα οποία επιμελείτο κυρίως αυτή, λαμβανομένου υπόψη και του μαθησιακού προβλήματος (δυσλεξία) που αντιμετωπίζουν αυτά, χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια, αφού ουδέποτε απασχόλησε οικιακή βοηθό ή παιδαγωγό, και με ελάχιστη βοήθεια από τον εναγόμενο, λόγω της πολυάσχολης επαγγελματικής του ζωής που δεν του επέτρεπε να συμμετέχει στη λειτουργία του κοινού οίκου και την ανατροφή των τέκνων του, παρά μόνο παρέχοντας μέρος των οικονομικών πόρων του προς ενίσχυση των οικογενειακών αναγκών.

Η ως άνω συνεισφορά της ενάγουσας, η οποία ξεπερνά το μέτρο της κοινής συνεισφοράς του άρθρου 1389 ΑΚ....αποτιμάται κατά τεκμήριο στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, εφόσον δεν αποδείχθηκε από την πλευρά του, μικρότερη συμβολή, ήτοι σε ποσό 26.959,45 ευρώ, το οποίο και αποτελεί τη συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους, χωρίς να προκύπτει άλλη περαιτέρω συμβολή της....

Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του, ναι μεν δέχθηκε την κατά το 1/3 συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου επιδικάζοντας της για το λόγο αυτό το ποσό των 60.000 ευρώ, πλην όμως, αφενός αποτίμησε εσφαλμένα την αξία του ακινήτου περιουσιακού στοιχείου του εναγομένου (170.000 ευρώ αντί 125.000 ευρώ), αφετέρου δε δεν αφαίρεσε από την τελική περιουσία του εναγομένου την γενόμενη προς αυτόν δωρεά και την ανεξόφλητη οφειλή του εκ του στεγαστικού δανείου, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου......" Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, κατ' αποδοχή της εφέσεως του εναγομένου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού προς καταβολή στην ενάγουσα του ως άνω ποσού των 26.959,45 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Υπό το πρίσμα των ως άνω παραδοχών, ερευνώνται στη συνέχεια οι κατ' ίδίαν λόγοι κάθε αναιρέσεως.

Το άρθρο 1400 Α.Κ. ορίζει: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.

Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απόκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες". Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παραχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.

Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί του 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, ούτε είναι αυτός υπόχρεος προς απόδειξη του, όπως αντιθέτως απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.

Περαιτέρω, το καθιερούμενο από την διάταξη του άρθρου 1400 εδαφ. β' ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (της περιουσίας του υπόχρεου), εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Εξάλλου, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων, τα οποία είναι δυνατόν να αποτιμηθούν. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία δεν αποκλείεται να αρχίζει με την αγωγή από μία ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν αύξηση της αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, για την περαιτέρω όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της ασκήσεως της αγωγής.

Επομένως, επί αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα που στηρίζεται στην αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων συζύγων, το ζήτημα, αν επήλθε ή όχι από της τελέσεως του γάμου αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου και πόση εκτιμάται στο χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Κατά τον ίδιο χρόνο εκτιμάται, και ότι ο υπόχρεος απέκτησε από δωρεές κλπ, καθώς και το παθητικό της περιουσίας του (δάνεια που βαρύνουν αυτή κλπ), μετά την αφαίρεση των οποίων θα εξευρεθεί η πραγματική αύξηση της περιουσίας αυτού.

Έτσι, αν η τελική περιουσία παρουσιάζει παθητικό, όπως στην περίπτωση δανεισμού του υπόχρεου συζύγου προς απόκτηση ακινήτου, η αξία του οποίου συνυπολογίζεται στην κτηθείσα κατά τη διάρκεια του γάμου του περιουσία του, αφαιρείται το ανεξόφλητο ποσόν του δανείου που υπάρχει κατά την άσκηση της αγωγής για τα αποκτήματα, αφού κατά το μέρος αυτό δεν υπάρχει αύξηση της τελικής περιουσίας του.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1400 ΑΚ, στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από τις αιτίες αυτές. Ο λόγος είναι προφανής, αφού σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου.

Λαμβανομένου δε υπόψη του σκοπού της πιο πάνω διατάξεως, ως δωρεά πρέπει να νοηθεί οποιαδήποτε απόκτηση οφέλους από χαριστική αιτία. Τέλος, κατά μεν το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατά πλειοψηφία επικρατήσασα άποψη, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο στις προεκτεθείσες ανωτέρω παραδοχές του, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1400 ΑΚ, τόσον ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και μέχρι την αμετάκλητη λύση αυτού, όσον και ως προς το ζήτημα της τεκμαρτής συμβολής της ενάγουσας σε ποσοστό 1/3 στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, εφόσον δεν αποδείχθηκε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, μικρότερη συμβολή αυτής.

Εξάλλου, ενόψει του ότι όπως προαναφέρθηκε, το ζήτημα της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου στην περίπτωση που η αγωγή στηρίζεται στην αμετάκλητη λύση του γάμου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εκτιμάται κατά το χρόνο αυτό (της αμετάκλητης λύσης) με την αναγωγή της τιμής των περιουσιακών στοιχείων στο χρόνο ασκήσεως της αγωγής, κατά το ίδιο δε διάστημα κρίνεται και το παθητικό της περιουσίας που πρέπει να αφαιρεθεί από την περιουσιακή επαύξηση, χωρίς να συνέχεται με τη συμβολή του δικαιούχου, δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι η ενάγουσα συνέβαλε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης και εκείνης με την οποία κρίθηκε ως ενεργητικό της περιουσίας του εναγομένου το υπόλοιπο οφειλόμενο του δανείου κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων.

Επόμενος, ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως του εναγομένου-αναιρεσείοντος Α. Τ., είναι αβάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως της Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο το αναιρετικό έλεγχο και στέρησε έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ουσιώδες ζήτημα της τυχόν μικρότερης συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, που αποτέλεσε περιεχόμενο της προταθείσης πρωτοβαθμίως και επαναφερθείσης με λόγο εφέσεως ενστάσεως αυτού εκ του άρθρου 1400 παρ. 1 εδαφ.

β' ΑΚ προς απόκρουση του εκ του άρθρου 1400 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα τεκμηρίου τεκμαρτής συμβολής. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε τον Απρίλιο του έτους 2008 με την μετοίκηση του εναγομένου από τη συζυγική οικία και ότι η ενάγουσα συνεισέφερε με την παροχή των προσωπικών της υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο, που υπερέβαιναν το μέτρο της εκ του άρθρου 1389 ΑΚ συνεισφοράς, στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου καθ' όλη τη διάρκεια της συζυγικής τους ζωής που διήρκεσε 12 περίπου έτη, χρονικό σημείο που ταυτίζεται με το χρόνο διακοπής της έγγαμης συμβίωσης ενόψει της παραδοχής ότι ο γάμος τελέσθηκε το έτος 1996 δεν διευκρινίζει αν αυτή (ενάγουσα) εξακολούθησε να συμβάλλει με τον ως άνω τρόπο στην επαύξηση της περιουσίας του και κατά το μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης και μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου τους χρονικό διάστημα ούτε διαλαμβάνει παραδοχές αν αυτή συνέβαλε κατ' άλλον τρόπο στην αύξηση της περιουσίας κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα (δεδομένου ότι το τεκμήριο συμβολής του 1/3 δεν καλύπτει την περιουσιακή επαύξηση και κατά την περίοδο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης).

Δεν προσδιορίζει επίσης το ποσό του ανεξόφλητου δανείου κατά το χρόνο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης έτσι ώστε στην περίπτωση μη αποδείξεως συμβολής της ενάγουσας για το μετά τη διάσπαση της συμβίωσης χρονικό διάστημα να υπολογισθεί το παθητικό της περιουσίας του εναγομένου που πρέπει να αφαιρεθεί από την τελική περιουσία.

Επομένως, κατά την άνω μειοψηφούσα άποψη, ο τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος της από 8-7-2015 αιτήσεως αναιρέσεως του Α. Τ., με τον οποίο προβάλλονται οι σχετικές αιτιάσεις, είναι βάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ" ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.

ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς του, που προέβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε νομίμως ενώπιον του, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα: α) με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλει την αιτίαση, ότι για την αποπεράτωση του δευτέρου ορόφου του ακινήτου που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα έλαβε δάνειο 50.800 ευρώ, η αποπληρωμή του οποίου γινόταν σταδιακά, ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης με την ενάγουσα επήλθε τον Ιούνιο του 2007 με οριστική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης τους, εξακολούθησαν όμως να μένουν στην ίδια οικία μέχρι τον Απρίλιο του 2008, οπότε και μετοίκησε σε άλλη οικία, ότι ήδη από τον Ιούνιο του 2007 ήταν αδύνατη η οποιαδήποτε συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του, αν και δεν απέκτησε από τότε άλλη περιουσία, πλην όμως, κατά τον Ιούνιο του 2007 το ανεξόφλητο ποσόν του άνω δανείου ανήρχετο στο ποσό των 39.331,01 ευρώ, ενώ κατά τον Απρίλιο του 2008 στο ποσό των 37.041,89 ευρώ, και κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου του (26-11-2011) το ανεξόφλητο ποσό του δανείου ανήρχετο στο ποσό των 24.774,64 ευρώ και ότι αν και η ενάγουσα δεν είχε καμιά συμβολή στο ποσό του δανείου που εξοφλήθηκε από τον Ιούνιο του 2007, ή έστω από τον Απρίλιο του 2008, το Εφετείο, αντί να αφαιρέσει από το παθητικό της κτηθείσης περιουσίας του το ποσό των 39.331,01 ευρώ, ή έστω το ποσό των 37.041,89 ευρώ, αφήρεσε το ποσό των 24.774,64 ευρώ, που ήταν ανεξόφλητο μέρος του δανείου κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, β) με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προβάλει την αιτίαση, ότι ενώ από πληθώρα αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε αποδεικνύετο ότι η άνω οικία ουδέποτε κατέστη δυνατόν να αποπερατωθεί λόγω οικονομικής κρίσης, και υπολείπονταν ακόμη να γίνουν για την αποπεράτωση της δαπάνες για την εκτέλεση εργασιών και την προσθήκη αντικειμένων συνολικής αξίας 25.000 ευρώ, εκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία δέχθηκε ότι η άνω οικία είχε αποπερατωθεί και η εμπορική της αξία ανήρχετο στο ποσό των 125.000 ευρώ, αντί να δεχθεί ότι λόγω των παραπάνω ελλείψεων η αξία της ανήρχετο σε 100.000 ευρώ, γεγονός που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού η συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του θα υπολογιζόταν σε μικρότερο ποσό.

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το ζήτημα της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου στην περίπτωση που η αγωγή στηρίζεται στην αμετάκλητη λύση του γάμου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εκτιμάται κατά το χρόνο αυτό (της αμετάκλητης λύσης) με την αναγωγή της τιμής των περιουσιακών στοιχείων στο χρόνο ασκήσεως της αγωγής, κατά το ίδιο δε διάστημα κρίνεται και το παθητικό της περιουσίας που πρέπει να αφαιρεθεί από την περιουσιακή επαύξηση, χωρίς να συνέχεται με τη συμβολή του δικαιούχου, το δε Εφετείο, με το να αφαιρέσει από την απόκτηση της περιουσίας του εναγομένου κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων το εναπομένον υπόλοιπο του ανεξόφλητου μέρους του δανείου κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, ποσού 24.774,64 ευρώ, αντιμετώπισε και απέρριψε κατ' ουσίαν τον πρώτο ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την παραδοχή ως αποδειχθέντων αντίθετων γεγονότων προς αυτά που τον συγκροτούν, ως προς το χρόνο αφαιρέσεως του παθητικού της κτηθείσης περιουσίας του, προς εξεύρεση της επαύξησης αυτής κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, πέραν του ότι ο λόγος αυτός είναι και απαράδεκτος, καθόσον, ως ο άνω ισχυρισμός, δεν συνιστά πράγμα, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά ανάγεται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου.

Κατά την μειοψηφούσα ως άνω γνώμη, ο λόγος αυτός είναι βάσιμος κατά το μέρος που αφορά την ανυπαρξία συμβολής της αναιρεσίβλητης για το μετά την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, χρονικό διάστημα, δηλαδή από τον Απρίλιο του 2008, διότι αποτελεί περιεχόμενο της εκ του άρθρου 1400 § 1 εδ. β' ΑΚ προβληθείσης από τον αναιρεσείοντα ενστάσεως και συνεπώς αποτελεί πράγμα, μη ληφθέν υπόψη από το Εφετείο.

Εξάλλου, απαράδεκτος και απορριπτέος είναι ο από την ίδια διάταξη, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, καθόσον τα επικαλούμενα σ' αυτόν πραγματικά περιστατικά, δεν αποτελούν πράγμα, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών και επίκληση από τον εναγόμενο αποδεικτικών μέσων για την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου των τελευταίων μέμφεται το δικαστήριο της ουσίας, ως προς την αξία της οικίας που απέκτησε ο εναγόμενος κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων.

Περαιτέρω, ως προς την από 5-11-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας-ενάγουσας Κ. Π., το Εφετείο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ανωτέρω παραδοχές του, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαναφερθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε το Εφετείο, ότι κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων και μέχρι την αμετάκλητη λύση αυτού, ο ενάγων απέκτησε μια οικία στο ..., εμπορικής αξίας κατά την άσκηση της αγωγής 125.000 ευρώ, καθώς και ένα αυτοκίνητο .... 1.781 κ.ε., εμπορικής αξίας κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο 10.000 ευρώ και συνολική περιουσία 135.000 ευρώ και ότι, μετά την αφαίρεση του ποσού των 29.347 ευρώ, που έλαβε από δωρεά της μητέρας του και χρησιμοποίησε για την κατασκευή της άνω οικίας, και του ποσού των 24.774,64 ευρώ που αποτελούσε το ανεξόφλητο μέρος του δανείου που έλαβε για τον ίδιο ως άνω σκοπό (κατασκευής της οικίας) κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής και αποτελεί παθητικό της άνω συνολικής περιουσίας του, η επαύξηση της τελευταίας κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων ανέρχεται στο ποσό των 80.878,36 ευρώ, επί του ποσού δε αυτού υπελόγισε την αποδειχθείσα τεκμαρτή συμβολή της ενάγουσας (1/3) στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, επιδικάζοντας κατόπιν αυτού στην τελευταία το ποσό των 26.959,45 ευρώ (80.878,36 Χ 1/3).

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα-ενάγουσα με τους πρώτο και τρίτο, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, ο πρώτος λόγος της άνω αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τις σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1β" του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι το ακίνητο που απέκτησε ο εναγόμενος κατά την διάρκεια του γάμου τους και προσμετράται στην επαύξηση της περιουσίας του κατά την αμετάκλητη λύση αυτού, αντικειμενικής αξίας 107.852,22 ευρώ, λαμβανομένων υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ενόψει ιδίως και της ενσκύψασας οικονομικής κρίσης, αλλά και της κατά τα άνω κατάστασης και θέσης του κρίνεται ότι κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο είχε πραγματική αξία 125.000 ευρώ, παραβιάζοντας έτσι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 του ΑΚ, με το να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας ενώ η εκτίμηση της εμπορικής αξίας ενός ακινήτου δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα της κοινής πείρας καθ' όσον προς απόδειξη τούτου απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις εκτιμητικής τέχνης και επιστήμης, τις οποίες δεν κατέχουν όλοι.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος γιατί η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με την χρησιμοποίηση από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την βασιμότητα του πιο πάνω πραγματικού περιστατικού, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα μεταξύ των διάδικων δικαστικά έξοδα λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178 παρ. 1 και183ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 8 Ιουλίου 2015 και 5 Νοεμβρίου 2015 αιτήσεις των Α. Τ. του Ε. και Κ. Π. του Χ. αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5808/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ