1566/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1566/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι (μόνο) υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α’ και 263Α του Π.Κ., αρμόδιος καθ’ ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, ή και υπάλληλος μη αρμόδιος, στον οποίον όμως το έγγραφο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό ως εκ της υπηρεσίας του, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1566 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1566/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου ‘ Αννας Ζαΐρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων 1. Π. Β. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημακόπουλο. 2. Ε. Μ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μιχόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6449/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Κωνσταντίνο Κυριόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Φεβρουαρίου 2015 αίτηση - δήλωση αναίρεσης, που επιδόθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 3 Μαρτίου 2015 και από 3 Μαρτίου 2015 αίτηση-δήλωση αναίρεσης, που επιδόθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 5 Μαρτίου 2015 οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 316/2015.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειουσών-κατηγορουμένων, τον Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις - δηλώσεις των Π. Β. από 27/2/2015 και Ε. Μ. από 3/3/2015 στρεφόμενες κατά της υπ’ αριθμ. 6449/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του Π.Κ., "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, περί την υπηρεσία αφού αναφαίρετα με το καθήκον του υπαλλήλου να εκδίδει ή συντάσσει έγγραφα με αληθινό περιεχόμενο απαιτείται, αντικειμενικά:
α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι (μόνο) υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α’ και 263Α του Π.Κ., αρμόδιος καθ’ ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, ή και υπάλληλος μη αρμόδιος, στον οποίον όμως το έγγραφο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό ως εκ της υπηρεσίας του, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.
γ’ του Π.Κ.. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Π.Κ., γι’ αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 του Κ.Πολ.Δ., κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοσή του δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων και όχι τα έγγραφα της εσωτερικής υπηρεσίας και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού, το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Έννομες συνέπειες υπάρχουν όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως.
Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητάς του και ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι ψευδές και στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να βεβαιώσει το ψευδές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Το βεβαιούμενο περιστατικό πρέπει να είναι αντικειμενικά ψευδές, πράγμα που συμβαίνει, όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είτε δηλαδή το αναφερόμενο (βεβαιούμενο) στο έγγραφο περιστατικό δεν είναι αληθινό, είτε δεν αναφέρεται σε αυτό αληθινό περιστατικό το οποίο έπρεπε να αναφερθεί. Ως περιστατικό νοείται το γεγονός που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν και μπορεί να αποδειχθεί, αφού εκείνο το οποίο δεν συνέβη δεν μπορεί να αποδειχθεί και ως εκ τούτου ούτε να βεβαιωθεί.
Δεν αρκεί στο έγγραφο απλώς να εκφέρονται αξιολογικές κρίσεις ή γνώμες ή εκτιμήσεις ή νομικοί συλλογισμοί ή ισχυρισμοί, έστω και αν αυτοί έχουν έννομες συνέπειες, εκτός αν υπό τον τύπο της εκφράσεως κρίσης, γνώμης, εκτίμησης ή ισχυρισμού υποκρύπτεται βεβαίωση πραγματικού περιστατικού, δηλαδή γεγονότος αναγομένου στο παρελθόν ή στο παρόν δυναμένου να αποδειχθεί.
Το περιστατικό αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, μεταβολή (αλλοίωση) ή απόσβεση ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως δημόσιας ή ιδιωτικής ή μιας καταστάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 256 του Π.Κ., υπάλληλος, που κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων ή οποιωνδήποτε εσόδων ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος, τη δημόσια, τη δημοτική ή την κοινοτική περιουσία, της οποίας η διαχείριση του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν η ελάττωση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν:
αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης συνολικά των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ, ήδη δε των 30.000 ευρώ μετά το Ν. 4055/2012, ή ββ) το αντικείμενο της πράξης έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ, ήδη δε των 120.000 ευρώ μετά το Ν. 4055/2012.
Το άρθρο αυτό προβλέπει το έγκλημα της απιστίας της σχετικής με την υπηρεσία, το οποίο, λόγω της ιδιότητας του υποκειμένου του ως υπαλλήλου μόνον κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α’ και 263Α του Π.Κ., ανάγεται σε ιδιαίτερο έγκλημα (delictum proprium) και σκοπό έχει την προστασία της χρηστής διαχείρισης του δημοσίου χρήματος και γενικά της δημόσιας κ.λπ.
περιουσίας, τουτέστιν αποτελεί ιδιαίτερο έγκλημα κατά της υπηρεσιακής χρηστότητας (Ολομ. Α.Π. 2/2009). Από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης (του άρθρου 256 του Π.Κ.), προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας περί την υπηρεσία απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν, (συντρέχοντα αθροιστικώς) ελάττωση της δημόσιας κ.λπ.
περιουσίας, η διαχείριση της οποίας είναι εμπιστευμένη στον υπάλληλο, η ελάττωση να λαμβάνει χώρα κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή κατά τη διαχείριση των φόρων, των δασμών, των τελών ή άλλων φορολογημάτων ή των οιωνδήποτε εσόδων, ελάττωση ή οποία μπορεί να γίνει με θετική πράξη ή παράλειψη από οφειλόμενη ενέργεια (άρθρο 15 Π.Κ.), υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος του υπαλλήλου (εν γνώσει, άρθρ. 27 Π.Κ.), που συνίσταται στη θέλησή του να ελαττώσει τη δημόσια κ.λπ.
περιουσία και τη γνώση του, ότι με την πράξη ή την παράλειψή του επέρχεται η ελάττωση, ως και σκοπός του να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), ανεξαρτήτως της πραγματοποιήσεώς του. Από την ίδια διάταξη, προκύπτει ακόμη, ότι από τις τρεις αναφερόμενες σ’ αυτήν δραστηριότητες του υπαλλήλου προηγείται ο προσδιορισμός, έπεται η είσπραξη και ακολουθεί η διαχείριση των εσόδων, που, αφενός εναρμονίζονται μεταξύ τους αλλά και συνδέονται κατά χρονική ακολουθία.
Έτσι, είναι προφανές, ότι ο "προσδιορισμός" και η "είσπραξη" των εσόδων αναφέρονται στην εισροή αυτών στα δημόσια ταμεία, οπότε από το χρόνο της εισροής τους αποτελούν το "δημόσιο χρήμα" και μέρος της δημόσιας περιουσίας, στην οποία ενσωματώθηκαν, η δε "διαχείρισή" τους, αναφέρεται λογικά στις διαχειριστικές πράξεις του υπαλλήλου, που λαμβάνουν χώρα μετά την εισροή των εσόδων στα δημόσια ταμεία και την ταυτόχρονη ενσωμάτωσή τους στη δημόσια περιουσία, η οποία "διαχείριση" διαρκεί εφεξής χρονικά μέχρι την εκπλήρωση του συγκεκριμένου κάθε φορά κρατικού σκοπού.
Επομένως, η κατά το άρθρο τούτο "διαχείριση των εσόδων" αναφέρεται και καταλαμβάνει αναγκαίως τις διαχειριστικές πράξεις του υπαλλήλου, που έπονται της εισροής των εσόδων, αφού η τελευταία έχει ήδη επιτευχθεί και σκοπό έχουν (τα έσοδα) την ικανοποίηση των κρατικών αναγκών με διάθεση ή δαπάνη αυτών. Έτσι λοιπόν, ενόψει του ότι ο σκοπός του Κράτους παραμένει στο διηνεκές ο ίδιος (είσπραξη των εσόδων - διάθεσή τους προς ικανοποίηση των αναγκών του) και ενόψει του ότι ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται δια μέσου διαφορετικής κατηγορίας υπαλλήλων, άλλων κατά τον προσδιορισμό, άλλων κατά την είσπραξη και άλλων κατά την διαχείριση και διάθεσή τους, πρέπει να γίνει αναγκαίως δεκτό ότι με τον όρο "διαχείριση των εσόδων", ο νόμος καταλαμβάνει και τις διαχειριστικές πράξεις των υπαλλήλων εκείνων που διενεργούνται προς ολοκλήρωση του τελικού σκοπού του Κράτους, ο οποίος είναι, όπως προεκτέθηκε, η ικανοποίηση των αναγκών του, που επιτυγχάνεται με διάθεση ή δαπάνη των εσόδων του.
Συνεπώς, ο νόμος (256 Π.Κ.) ποινικοποιεί τη συμπεριφορά των υπαλλήλων που προσδιορίζουν τα έσοδα, των υπαλλήλων που εισπράττουν αυτά και των υπαλλήλων που διαχειρίζονται τα ήδη εισπραχθέντα από το Κράτος έσοδα, προς ικανοποίηση των αναγκών του, με νόμιμες διαθέσεις και δαπάνες, όπως εκείνο επιλέγει (Ολομ.
Α.Π. 2/2009). Επομένως, ο οικονομικός χαρακτήρας του εγκλήματος του άρθρου 256 του Π.Κ. καλύπτει όλα τα πρόσωπα, που συμμετέχουν, με λιγότερες ή περισσότερες αρμοδιότητες, στη διαδικασία διαχείρισης των δημόσιων εσόδων, από την απλή αποδοχή (είσπραξη), τον προσδιορισμό των εσόδων, μέχρι τη λήψη ουσιαστικότερων αποφάσεων και πρωτοβουλιών, αφού είναι γνωστό, ότι αυτές οι διαδικασίες διεκπεραιώνονται από περισσότερους υπαλλήλους, οι ρόλοι και η συμμετοχή των οποίων δύσκολα διαφοροποιούνται.
Υποκείμενα, λοιπόν, του προβλεπόμενου από το ανωτέρω άρθρο 256 του Π.Κ. εγκλήματος, είναι και όσοι υπάλληλοι από υπηρεσιακό καθήκον συμπράττουν με οποιοδήποτε τρόπο στον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση των εσόδων. Τη δημόσια περιουσία είναι δυνατό να ελαττώνει και εκείνος ο υπάλληλος, που, ως ελεγκτής ελέγχει, εκτιμά και βεβαιώνει την είσπραξη οποιουδήποτε δημοσίου εσόδου.
Δηλαδή, τόσο εκείνοι που εκτελούν τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες της είσπραξης του δημόσιου εσόδου, όσο και αυτοί που εκτελούν και πραγματώνουν στη συνέχεια την είσπραξη του δημόσιου εσόδου, αλλά και αυτοί που ελέγχουν και βεβαιώνουν την είσπραξη του δημόσιου εσόδου, αποτελούν υποκείμενα του εγκλήματος του άρθρου 256 του ΠΚ.
Κατά την ως άνω διάταξη, ως δημόσια περιουσία νοείται κάθε περιουσιακό στοιχείο του Δημοσίου, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα και το σκοπό που επιτελεί, ενώ η ελάττωση της περιουσίας του λαμβάνει χώρα κατά την υπό του υπαλλήλου διαχείριση αυτής στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών και διακρίσεων, που αναπτύσσει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από το νόμο χρηστή συμπεριφορά από όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους, τους επιφορτισμένους με τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση, ασφαλώς είναι η ίδια, αφού και ο σκοπός του Κράτους παραμένει ο ίδιος και, έτσι, την απαίτησή του αυτή τη θωρακίζει με απειλή της ίδιας ποινής για όλους, αφού η παρανομία οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους υπαλλήλους θα καθιστούσε ανέφικτη την επιτέλεση του σκοπού του, προσέτι δε η διαφορετική ποινική μεταχείριση αυτών θα ήταν αντίθετη με την ισονομία των πολιτών, πράγμα το οποίο ο νομοθέτης ασφαλώς και δεν ηθέλησε.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α’ του Π.Κ., με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή οικονομικού ανταλλάγματος, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή κ.λπ.
και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξεως αυτής κατά την αντικειμενική της υπόσταση, μη απαιτουμένου να διαπράξει αυτή και κατά την υποκειμενική της υπόσταση και τούτο διότι κατά το άρθρο 48 του Π.Κ. το αξιόποινο του ηθικού αυτουργού είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αφού ο τελευταίος αρκεί να τελέσει την πράξη μόνον κατά την αντικειμενική της υπόσταση και όχι και κατά την υποκειμενική της υπόσταση, λόγω ελλείψεως δόλου από μέρους του, όπως όταν παραπλανήθηκε στο να τελέσει την πράξη, υποκειμενικώς δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, πράγμα που δεν συμβαίνει επί του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, αφού όπως προαναφέρθηκε για τη στοιχειοθέτησή του υποκειμενικά αρκεί και ενδεχόμενος δόλος του δράστη, συμβαίνει όμως επί του εγκλήματος της απιστίας στην υπηρεσία, όπου απαιτείται η εν γνώσει του δράστη ελάττωση της δημόσιας περιουσίας και σκοπός του δράστη να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος.
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 του Π.Κ., "όπου ο νόμος, για να είναι μία πράξη αξιόποινη, απαιτεί ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις, αν αυτές υπάρχουν μόνο στο δράστη, τότε αυτοί που είναι συμμέτοχοι κατά το άρθρο 46 παρ.1 μπορούν να τιμωρηθούν με ποινή ελαττωμένη (άρθρ. 83) αν όμως υπάρχουν μόνο σ’ αυτούς που είναι συμμέτοχοι κατά τα άρθρα 46 παρ.1 και 47, τότε οι τελευταίοι τιμωρούνται ως αυτουργοί και ο δράστης ως συνεργός.
Από τη διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. α’ του Π.Κ., η οποία δεν προβλέπει για να είναι αξιόποινη η πράξη της ηθικής αυτουργίας να έχει ο ηθικός αυτουργός ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις, ακόμη και στην περίπτωση που προκαλεί απόφαση σε αυτουργό που έχει ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις να τελέσει ένα ιδιαίτερο έγκλημα, προκύπτει με σαφήνεια ότι οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις που απαιτούνται κατά νόμο για τον αυτουργό δεν απαιτούνται και για τον ηθικό αυτουργό και κατά συνέπεια ότι στα εγκλήματα περί την υπηρεσία, όπου ο αυτουργός της αξιόποινης πράξης πρέπει να έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου, δεν απαιτείται να έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου και ο ηθικός αυτουργός για να είναι αξιόποινη η πράξη της ηθικής του αυτουργίας σε έγκλημα περί την υπηρεσία, μπορεί όμως σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 του Π.Κ.
να τιμωρηθεί με ποινή ελαττωμένη, τούτο όμως, εφόσον ο νόμος χρησιμοποιεί τη φράση "μπορούν να τιμωρηθούν με ποινή ελαττωμένη", εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας που θα σταθμίσει τις εν γένει περιστάσεις τελέσεως της ηθικής αυτουργίας και θα κρίνει ανελέγκτως αν πρέπει να επιβάλει κατά την κρίση του ποινή ελαττωμένη ή όχι στον ηθικό αυτουργό που δεν είναι υπάλληλος και προκάλεσε την απόφαση σε υπάλληλο να τελέσει έγκλημα περί την υπηρεσία.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.
Ακόμη, η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ.
και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους. Όμως, ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω έννοια και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ’ αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, (που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως), συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. 6449/2014 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την Φ093/3/ΑΣ 1856/30-4-1998 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, αποφασίστηκε η οργάνωση και λειτουργία της Μεταφραστικής Υπηρεσίας (Ε’ Γενική Διεύθυνση Διοικητικού) του Υπουργείου Εξωτερικών, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω υπηρεσία "μεταφράζει και επικυρώνει έγγραφα πολιτών και Δημοσίων Υπηρεσιών σε τριάντα τέσσερις (34) γλώσσες με δυνατότητες αύξησης ή μείωσής τους και κατανέμει τις εργασίες ως εξής: 1.
Δέκα πέντε ταμεία με αρμοδιότητα την παραλαβή εγγράφων, κατανομή τους στους μεταφραστές, σφράγιση, σύνδεση παράδοση στο κοινό και γενικά κάθε τεχνική επιμέλεια των μεταφράσεων των εγγράφων που προσκομίζονται από τους ιδιώτες. Μεταξύ 13.00 -13.30 όλα τα ταμεία καταμετρούν στις αριθμομηχανές τα ποσά που έχουν εισπραχθεί και οι ταινίες, τα μπλοκ αποδείξεων και τα χρήματα παραδίδονται στο Λογιστήριο.
Εν συνεχεία προσέρχονται οι μεταφραστές, για τους οποίους τηρούνται ατομικά βιβλία, όπου χρεώνονται και ξεχρεώνονται αντίστοιχα τα έγγραφα και παραλαμβάνουν έγγραφα προς μετάφραση και παραδίδουν τα ήδη μεταφρασμένα. ... 5. "Τμήμα Λογιστηρίου" το οποίο παραλαμβάνει καθημερινά και ελέγχει τις εισπράξεις των 15 ταμείων τις οποίες αποστέλλει συγκεντρωτικά στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος με υπάλληλο ιδιωτικής εταιρείας ασφάλειας.
Πληρώνει ανά δεκαπενθήμερο τους μεταφραστές σύμφωνα με την κίνηση των βιβλίων τους. Υποβάλλει εβδομαδιαίως το παρακρατούμενο ποσό 10% των μεταφραστικών τελών στην Τράπεζα της Ελλάδος, καταβάλλει ανά δίμηνο στην ΔΟΥ τον φόρο 20% των μεταφραστών, τον φόρο ΜΤΠΥ, επίσης φόρο 4% παγίων αγορών μηνιαίων εξόδων από τιμολόγια και πληρώνει τα τιμολόγια αγορών.... 8. "Γραφείο Προϊσταμένων" στο οποίο προωθούνται από τα ταμεία όλα τα έγγραφα που έχουν μεταφραστεί και σφραγισθεί και υπογράφονται από υπαλλήλους που έχουν δικαίωμα υπογραφής ...
ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΣ 1. Η Μεταφραστική Υπηρεσία χρησιμοποιεί ιδιώτες μεταφραστές βάσει πίνακος, οι οποίοι εργάζονται εκτός του χώρου της Μεταφραστικής Υπηρεσίας και επιλέγουν οι ίδιοι ποιες ημέρες και πόσες φορές την εβδομάδα προσέρχονται για παραλαβή εγγράφων .... . Η Μεταφραστική Υπηρεσία επικυρώνει το γνήσιο της υπογραφής του μεταφραστή τον οποίο χρησιμοποιεί η Υπηρεσία και ο οποίος είναι υπεύθυνος για την απόδοση της μετάφρασης ... . 5.
Τα μεταφραστικά τέλη που ισχύουν κατά κατηγορία εγγράφων υπογράφονται με απόφαση από τον Υπουργό Εξωτερικών". Με βάση την άνω ΥΑ, η διαδικασία αναφορικά με τις μεταφράσεις εγγράφων ιδιωτών πραγματοποιείται ως εξής: Αρχικά προσέρχεται στην έδρα της Υπηρεσίας ο ενδιαφερόμενος με τα έγγραφα που επιθυμεί να μεταφράσει κατά τις ώρες κοινού από 09.00 έως 13.00 στα ταμεία της Υπηρεσίας, συμπληρώνει σχετική αίτηση, παραδίδει τα έγγραφα προς μετάφραση στο ταμείο και πληρώνει το αντίστοιχο ποσό.
Μετά απ’ αυτό λαμβάνει τη σχετική απόδειξη λευκού χρώματος, στην οποία αναγράφεται και η ημερομηνία παραλαβής της μετάφρασης. Η απόδειξη είναι τριπλότυπη και συγκεκριμένα το λευκό στέλεχος παραλαμβάνει ο ενδιαφερόμενος, το ροζ επισυνάπτεται επί της αιτήσεως και της μεταφράσεως και το κίτρινο παραμένει στο μπλοκ αποδείξεων της Υπηρεσίας.
Στη συνέχεια η αίτηση με συνημμένα σ’ αυτή τα έγγραφα προς μετάφραση και το ροζ στέλεχος της απόδειξης, παραδίδονται το μεσημέρι, μετά το κλείσιμο των ταμείων την 13.00 ώρα, στους συνεργαζόμενους ιδιώτες μεταφραστές. Για το σκοπό αυτό τηρείται βιβλίο για κάθε μεταφραστή στο οποίο καταχωρείται το έγγραφο προς μετάφραση, βάσει του αριθμού της απόδειξης, το εισπραχθέν ποσό, η ημερομηνία παράδοσης στο μεταφραστή και η ημερομηνία που αυτός οφείλει να το παραδώσει στην Υπηρεσία, ενυπογράφως.
Ο μεταφραστής αφού ολοκληρώσει τη μετάφραση επιστρέφει τα πρωτότυπα έγγραφα (αίτηση, απόδειξη ροζ- στέλεχος και έγγραφο) μαζί με την μετάφραση στην Υπηρεσία και ξεχρεώνει από το βιβλίο του τα σχετικά έγγραφα. Η μετάφραση φέρει πάντα τον αριθμό της απόδειξης στο επάνω δεξί μέρος του εγγράφου. Αφού ξεχρεωθεί το έγγραφο από το βιβλίο του μεταφραστή, παραδίδεται υπηρεσιακώς στους υπαλλήλους των γκισέ παραλαβών.
Εκεί γίνεται η επικύρωση του γνησίου της υπογραφής του μεταφραστή με θεώρηση από τον Προϊστάμενο του ορόφου της Υπηρεσίας, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο όλων των προαναφερομένων εγγράφων. Στην συνέχεια όλο το πακέτο των εγγράφων παραμένει στην Υπηρεσία μέχρι την παράδοσή του στον ενδιαφερόμενο.
Οι τελευταίοι προσέρχονται στην Υπηρεσία και επιδεικνύουν το λευκό απόκομμα της απόδειξης για να παραλάβουν τη μετάφρασή τους, για την ταυτοποίηση δε του εγγράφου γίνεται αντιπαραβολή του αριθμού της απόδειξης του ενδιαφερομένου με το ροζ απόκομμα. Η αίτηση που καταθέτει ο ενδιαφερόμενος δύναται να διεκπεραιωθεί σε επτά με δέκα ημέρες.
Σε επείγουσες περιπτώσεις η διαδικασία έκδοσης της μετάφρασης ολοκληρώνεται σε τρεις ημέρες περίπου, με την δέουσα προσαύξηση. Στο υπ’ αριθμ. 348/13-3-2007 ΦΕΚ καθορίζονται τα μεταφραστικά τέλη και η επείγουσα διαδικασία με την σχετική προσαύξηση. Από τις εισπράξεις της Μεταφραστικής Υπηρεσίας το 10% αποτελεί Δημόσιο Έσοδο και το υπόλοιπο την αμοιβή του μεταφραστή.
Εάν γίνουν μεταφράσεις και δεν έχουν κοπεί αποδείξεις υπάρχει απώλεια δημόσιων εσόδων. Αυθημερόν επείγουσα μετάφραση μπορεί να γίνει μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις (μεταφορά σορού, λόγοι υγείας και συναφείς λόγοι), μετά από έγκριση των Προϊσταμένων των ορόφων. Η πρώτη κατηγορουμένη Π. Β. ήταν δημόσια υπάλληλος με βαθμό Γ’ του κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και υπηρετούσε από 18-11-2010 στην Μεταφραστική Υπηρεσία (Ε’ Γενική Διεύθυνση Διοικητικού) του Υπουργείου Εξωτερικών (οδός ...
Αθηνών), ως προϊσταμένη του τμήματος μεταφράσεων εγγράφων ανατολικών γλωσσών με δικαίωμα υπογραφής επικυρώσεως μεταφράσεων, αφού προηγουμένως προβεί σε έλεγχο όλων των προαναφερομένων εγγράφων. Επίσης από την 21-11-2012 της είχαν ανατεθεί προσωρινά και τα καθήκοντα του ταμία του τμήματος Αγγλικής και λοιπών γλωσσών του 2ου ορόφου.
Η δεύτερη κατηγορουμένη, Ε. Μ., ήταν ιδιώτης μεταφράστρια της Αλβανικής Γλώσσας της ανωτέρω Υπηρεσίας του ΥΠΕΞ και διατηρούσε μεταφραστικό γραφείο επί της οδού ..., παραπλεύρως του επί της οδού ... κτιρίου του Μεταφραστικού Τμήματος του Υπουργείου Εξωτερικών. Κατά τον μήνα Αύγουστο 2012, περιήλθε στην Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων (Τμήμα Ειδικών Υποθέσεων) του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, ανώνυμη τηλεφωνική καταγγελία ότι υπάλληλοι της Μεταφραστικής Υπηρεσίας του ΥΠ.ΕΞ.
συνεργάζονται με μεταφραστές παρακάμπτοντας την νόμιμη διαδικασία, με αποτέλεσμα αφ’ ενός το Ελληνικό Δημόσιο να χάνει έσοδα, αφ’ ετέρου οι εν λόγω υπάλληλοι να αμείβονται αδρά από τους μεταφραστές συνεργάτες τους. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ότι περιμετρικά του κτιρίου του Μεταφραστικού Τμήματος, υπάρχουν άτομα Αλβανικής καταγωγής κυρίως, οι οποίοι προσεγγίζουν τους ενδιαφερόμενους πολίτες και τους δηλώνουν ότι είναι σε θέση έναντι χρηματικής αμοιβής να τους χορηγήσουν τις μεταφράσεις που επιθυμούν αυθημερόν, ενώ χρειάζεται προθεσμία τουλάχιστον τριών ημερών (στις επείγουσες περιπτώσεις) έως δέκα ημερών, σύμφωνα με την νόμιμη διαδικασία, στα δε μεταφρασμένα έγγραφα, τα οποία υπογράφονται από τον μεταφραστή και τον υπάλληλο με τον οποίο συνεργάζεται, τοποθετούνται αριθμοί πρωτοκόλλων που έχουν χορηγηθεί κατά το παρελθόν σε νόμιμες μεταφράσεις, ενώ δεν κόβονται και οι σχετικές αποδείξεις για την καταβολή των χρημάτων.
Κατόπιν της καταγγελίας αυτής τέθηκε σε παρακολούθηση από την άνω αρμόδια αστυνομική αρχή το Μεταφραστικό Τμήμα του ΥΠΕΞ, οπότε στις 3-12-2012 περί ώρα 10.55’ εντοπίστηκε η δεύτερη κατηγορουμένη Ε. Μ., ιδιώτης μεταφράστρια συνεργαζόμενη με το ανωτέρω Μεταφραστικό Τμήμα του ΥΠΕΞ, η οποία προηγουμένως είχε εξέλθει του μεταφραστικού της γραφείου κρατώντας διάφορα έγγραφα και εισέλθει εντός της Μεταφραστικής Υπηρεσίας όπου είχε παραμείνει επί δεκαπεντάλεπτο περίπου, να εξέρχεται από το κτίριο της εν λόγω Υπηρεσίας κρατώντας επίσης διάφορα έγγραφα κατευθυνόμενη προς το γραφείο της, οπότε επενέβησαν οι αστυνομικοί και της ζήτησαν να τους παραδώσει τα εν λόγω έγγραφα, όπως και έγινε.
Τα έγγραφα που κατασχέθηκαν από τους αστυνομικούς είναι τα ακόλουθα: α) το υπ’ αριθμ. ... έγγραφο Αλβανικών Αρχών με συνημμένη την από 3-12-2012 μετάφραση με αριθμό ... που αφορά πιστοποιητικό γάμου του Μ. Χ., β) το υπ’ αριθμ. ... έγγραφο Αλβανικών Αρχών με συνημμένη την από 3-12- 2012 μετάφραση με αριθμό ... που αφορά πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Ο.
Λ., γ) το υπ’ αριθμ. ... έγγραφο Αλβανικών Αρχών με συνημμένη την από 3-12- 2012 μετάφραση με αριθμό ... που αφορά πιστοποιητικό γέννησης της Β. Λ., δ) το υπ’ αριθμ. ... έγγραφο Αλβανικών Αρχών με συνημμένη την από 3-12-2012 μετάφραση με αριθμό ... που αφορά πιστοποιητικό γέννησης του Β. Θ. ε) τα υπ’ αριθμ. ... έγγραφα Αλβανικών Αρχών με συνημμένες τις από 16-11-2012 μεταφράσεις με αριθμό ...
που αφορούν πιστοποιητικά γέννησης και οικογενειακής κατάστασης του Ν. Τ.. Στα έγγραφα αυτά διαπιστώνονται οι ακόλουθες παραβάσεις της προβλεπόμενης κατά το νόμο διαδικασίας, α) Σε κανένα από τα ανωτέρω έγγραφα υπήρχαν συνημμένες οι σχετικές αιτήσεις των ενδιαφερομένων για την μετάφρασή τους και τα ροζ αποκόμματα των αποδείξεων από τα οποία να προκύπτει ότι κατεβλήθησαν τα προβλεπόμενα τέλη από τους ενδιαφερόμενους.
Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι οι ενδιαφερόμενοι ουδέποτε απευθύνθηκαν στους αρμόδιους υπαλλήλους του τμήματος για να υποβάλουν την αίτησή τους και δεν κατέβαλαν τα αναλογούντα στην μετάφρασή τους ποσά , ώστε να λάβουν το σχετικό (λευκό) απόκομμα και να επισυναφθεί το ροζ απόκομμα στην αίτησή τους, η οποία, όπως αναφέρθηκε συνοδεύει το προς μετάφραση έγγραφο και στο τέλος μαζί με την μετάφραση που λαμβάνει τον αριθμό της εκάστοτε απόδειξης που κόβεται από το τριπλότυπο μπλοκ αποδείξεων να παραδοθεί από τον εκάστοτε μεταφραστή στην Υπηρεσία, όπου εκεί πλέον οι ενδιαφερόμενοι με την επίδειξη του λευκού αποκόμματος που έχουν στην κατοχή τους και κατ’ αντιπαραβολή με το ροζ απόκομμα που συνοδεύει όλα τα άνω έγγραφα, να παραλάβουν εν τέλει τα έγγραφά τους.
Εξάλλου, την ίδια ημέρα (3-12-2012), είχε προσέλθει στο Μεταφραστικό Τμήμα και η μάρτυς Ν. Ζ. για να μεταφράσει πιστοποιητικό της κόρης της και καθ’ υπόδειξη τρίτου προσώπου απευθύνθηκε στην δεύτερη κατηγορουμένη και της παρέδωσε το έγγραφό της με την υπόσχεση να το παραλάβει μέχρι την 12 ώρα της ίδιας ημέρας αντί ποσού 12 ευρώ λόγω του κατεπείγοντος, όπως αυτή (β’ κατηγορουμένη) της είπε, χωρίς να καταθέσει αίτηση ή να καταβάλει χρήματα στα γκισέ της υπηρεσίας.
β) Ο αριθμός μετάφρασης ... (ανωτ. Στοιχ. α’ ) που αφορά πιστοποιητικό γάμου του Μ. Χ., αν και είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν, την 29-11-2012, σε άτομο με στοιχεία Μ., όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή με το κίτρινο στέλεχος του μπλοκ που παραμένει στην Υπηρεσία, εν τούτοις χρησιμοποιήθηκε και στο ως άνω έγγραφο.
Ο ανωτέρω (Μ. Χ.), εξετασθείς ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε ότι πήγε ο ίδιος στις 3-12-2012 στο Υπουργείο και βρήκε την δεύτερη κατηγορουμένη (Ε. Μ.) της είπε ότι επείγεται για την μετάφραση του πιστοποιητικού γάμου του και αυτή αφού το παρέλαβε του είπε να περάσει αυθημερόν περί την 12η μεσημβρινή για να πάρει την μετάφραση.
γ) Τα υπό τα ανωτέρω στοιχεία β’ , γ’ και δ’ έγγραφα φέρουν τον ίδιο αριθμό μετάφρασης (...) αν και κατά την ημέρα εκείνη (3-12-2012) το μπλοκ αποδείξεων είχε αρχίσει από τον αριθμό ... και είχε σταματήσει στον αριθμό ..., ενώ από τον αριθμό ... και μετά δεν είχε εκδοθεί καμία απόδειξη, περαιτέρω δε αν και αφορούν τρία διαφορετικά πιστοποιητικά, τουλάχιστον δύο διαφορετικών προσώπων, φέρουν τον ίδιο αριθμό, δ) Ο αριθμός μετάφρασης ... (ανωτ.
στοιχ. ε’ ) που αφορά δύο (2) πιστοποιητικά ήτοι γέννησης και οικογενειακής κατάστασης του Ν. Τ., αν και είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν σε άλλη μετάφραση, η οποία είχε επιστραφεί στην Υπηρεσία την 15-11-2012, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή με το βιβλίο χρέωσης - αποχρέωσης που τηρεί η δεύτερη κατηγορουμένη Ε.
Μ., εν τούτοις χρησιμοποιήθηκε εκ νέου στα ανωτέρω δύο έγγραφα του Ν. Τ.. Ο τελευταίος εξεταζόμενος προανακριτικώς κατέθεσε ότι επιθυμώντας να μεταφράσει τα πιστοποιητικά γέννησης και οικογενειακής κατάστασής του, πληροφορήθηκε από Αλβανούς φίλους του ότι υπάρχει γραφείο στο ... σε στενό δρόμο δίπλα και δεξιά από το Υπουργείο που μεταφράζει τα ξένα έγγραφα, αντί χαμηλής αμοιβής (περί τα 15 ευρώ).
Έτσι στις 20-11-2012 μετέβη στο γραφείο αυτό όπου συνάντησε την β’ κατηγορουμένη (Ε. Μ.) στην οποία και παρέδωσε τα άνω έγγραφά του, τα οποία θα παραλάμβανε από την ίδια μεταφρασμένα σε χρονικό διάστημα μιας εβδομάδας περίπου, όπως του είπε, πλην όμως δεν τα είχε παραλάβει μέχρι την ημέρα σύλληψής της στις 3-12-2012 διότι δεν είχε καθόλου χρήματα για την αμοιβή της.
ε) Τέλος , όλα τα παραπάνω έγγραφα φέρουν την επίσημη σφραγίδα του Υπουργείου Εξωτερικών επικύρωσης του γνησίου της υπογραφής της μεταφράστριας (Ε. Μ.) και την υπογραφή της πρώτης κατηγορουμένης Π. Β., αν και τα έγγραφα αυτά δεν έχουν υπογράφει από την ανωτέρω μεταφράστρια (Ε. Μ.), το όνομα της οποίας είχε τεθεί στο τέλος του μεταφρασθέντος εγγράφου κάτω από το εξής κείμενο "Ακριβής μετάφραση του συνημμένου εγγράφου στην αλβανική γλώσσα ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑ Ε.
Μ.". Με βάση τα παραπάνω περιστατικά που αποδείχθηκαν, προκύπτει ότι η πρώτη κατηγορουμένη, η οποία είναι δημόσια υπάλληλος και της είχαν ανατεθεί τα καθήκοντα της Προϊσταμένης του Μεταφραστικού τμήματος του Υπουργείου Εξωτερικών και δη εγγράφων ανατολικών γλωσσών μεταξύ των οποίων και η Αλβανική, με δικαίωμα υπογραφής επικυρώσεως μεταφράσεων και αρμοδιότητα τον έλεγχο, (πριν την επικύρωση της μεταφράσεως), τυχόν ελλείψεων στα έγγραφα αυτά, όπως, ιδίως, την ύπαρξη των παραληφθεισών από την Υπηρεσία αιτήσεων των ενδιαφερομένων προσώπων για την μετάφραση και των ροζ αποκομμάτων από το τριπλότυπο μπλοκ αποδείξεων της Υπηρεσίας, όπερ αποδεικνύει την είσπραξη από την Υπηρεσία του αναλογούντος ποσού για την μετάφραση, αυτή γνωρίζοντας πολύ καλά ότι, αν και τα παραπάνω αναφερόμενα υπό στοιχεία α’ έως και ε’ έγγραφα διακινήθηκαν εκτός υπηρεσίας, ήτοι χωρίς ποτέ να παραληφθούν από την Υπηρεσία σχετικές αιτήσεις των ενδιαφερομένων και χωρίς να εισπραχθούν τα αναλογούντα για την μετάφραση ποσά, έδωσε στα μεταφρασμένα αυτά έγγραφα αριθμούς αποδείξεων που είτε ήταν όμοιοι με άλλα μεταφρασμένα έγγραφα, είτε είχαν δοθεί κατά το παρελθόν σε άλλα μεταφρασμένα έγγραφα είτε δεν είχαν δοθεί ποτέ, σύμφωνα με το μπλοκ αποδείξεων που τηρείται στην ανωτέρω υπηρεσία και τέλος θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής της μεταφράστριας Ε.
Μ., χωρίς προηγουμένως να έχει υπογράψει η μεταφράστρια, θέτοντας την επίσημη σφραγίδα της ανωτέρω Υπηρεσίας και την υπογραφή της σ’ αυτά, ενέργεια η οποία είχε ως συνέπεια να προσδίδεται στα έγγραφα αυτά το κύρος δημοσίου εγγράφου, ήτοι ότι είχαν μεταφραστεί από την ανωτέρω Υπηρεσία, ενώ τούτο ήταν ψευδές.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθούν έτι περαιτέρω τα ακόλουθα. Ο αριθμός της απόδειξης καταβολής του αναλογούντος για την μετάφραση ποσού, εντυπώνεται μεν από τον εκάστοτε μεταφραστή στο επάνω δεξιό μέρος της μετάφρασης, ωστόσο δίδεται από την Υπηρεσία της οποίας προϊστατο η α’ κατηγορουμένη ευθύς με την καταβολή του ποσού για την μετάφραση και την αποκοπή του ροζ αποκόμματος από το τριπλότυπο μπλοκ αποδείξεων, την δε ευθύνη και τον έλεγχο άμα για την τήρηση της διαδικασίας αυτής που ακολουθείτο για την είσπραξη δημοσίων εσόδων τον είχε η α’ κατηγορουμένη.
Ο ισχυρισμός ότι τα έγγραφα αυτά δεν είχαν καμιά αξία χωρίς την υπογραφή της μεταφράστριας, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού η ίδια η β’ κατηγορουμένη, αναφέρει ότι την παράλειψη αυτή θα διόρθωνε κατά τον έλεγχο εκ των υστέρων, αντιθέτως δε από τις ενέργειες αυτές αποδεικνύεται η συνεννόηση και η παράνομη συνεργασία των δύο κατηγορουμένων.
Περαιτέρω αποτέλεσμα των παραπάνω παράνομων ενεργειών της πρώτης κατηγορουμένης, ήταν ότι αυτή αν και ήταν εντεταλμένη για την είσπραξη του αναλογούντος τέλους για τις μεταφράσεις, δεν απέδωσε στο κράτος τα αναλογούντα μεταφραστικά τέλη που στην προκειμένη περίπτωση ανέρχονται στο 10% της αξίας μεταφράσεως, αφού συνεργαζόμενη με την δεύτερη κατηγορουμένη Ε.
Μ. (ιδιωτική μεταφράστρια με γραφείο παραπλεύρως του Υπουργείου), η οποία προσέγγιζε τους ενδιαφερόμενους προκειμένου να τους παρέχει τις υπηρεσίες της σε συντομότερο, των επτά με δέκα ημερών που χρειάζονταν για να μεταφραστεί ένα κείμενο, χρονικό διάστημα, έδωσε στα προαναφερθέντα μεταφρασμένα έγγραφα αριθμούς αποδείξεων που είτε ήταν όμοιοι με άλλα μεταφρασμένα έγγραφα, είτε είχαν δοθεί κατά το παρελθόν σε άλλα μεταφρασμένα έγγραφα είτε δεν είχαν δοθεί ποτέ, σύμφωνα με το μπλοκ αποδείξεων που τηρείται στην ανωτέρω υπηρεσία, έτσι ώστε να φαίνονται ότι έχουν διακινηθεί σύμφωνα με την νόμιμα τηρούμενη διαδικασία και ότι έχουν εισπραχθεί τα νόμιμα αναλογούντα για τις μεταφράσεις τέλη, χωρίς όμως ποτέ αυτά (τέλη) να έχουν αποδοθεί στην Υπηρεσία, ελαττώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα έσοδα του κράτους προς όφελος τόσο της ίδιας όσο και της συγκατηγορουμένης της Ε.
Μ.. Η τελευταία διατηρώντας ιδιωτικό μεταφραστικό γραφείο επί της οδού ... στο…, παραπλεύρως της Μεταφραστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, και ούσα επίσημη μεταφράστρια της Αλβανικής Γλώσσας συνεργαζόμενη με την εν λόγω Υπηρεσία, αφού προσέγγισε την ανωτέρω υπάλληλο (α’ κατηγορουμένη) και με πειθώ, συμβουλές, παροτρύνσεις και υποσχέσεις χρηματικών ανταλλαγμάτων την έπεισε να τελέσει τις ανωτέρω άδικες πράξεις που διέπραξε, ήτοι αυτήν της ψευδούς βεβαίωσης και της απιστίας στην υπηρεσία, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της περί συγγνωστής νομικής πλάνης ... .
Επομένως, με βάση τα περιστατικά που αποδείχθηκαν οι κατηγορούμενες πρέπει να κηρυχθούν : Α) ένοχες των πράξεων : Η πρώτη, (Π. Β.) α) της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση και β) της απιστίας στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση και η δεύτερη, (Ε.Μ.), της ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω άδικες πράξεις που τέλεσε η πρώτη και β) αθώες των πράξεων:
α) της υπεξαγωγής δημοσίων εγγράφων και της παράβασης καθήκοντος η πρώτη και β) συνακόλουθα, της ηθικής αυτουργίας στις άνω πράξεις η δεύτερη." Στη συνέχεια, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τις κατηγορούμενες και ήδη αναιρεσείουσες ενόχους, την μεν Π. Β. των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς βεβαιώσεως κατ’ εξακολούθηση και της απιστίας στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση, την δε Ε.
Μ. των αξιοποίνων πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε απιστία στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση, αφού δε αναγνώρισε σε αμφότερες τις αναιρεσείουσες την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου, επέβαλε σ’ αμφότερες ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών για κάθε πράξη και κατά συγχώνευση στην καθεμία συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, της οποίας, συνολικής ποινής φυλακίσεως, ανέστειλε την εκτέλεση για αμφότερες τις αναιρεσείουσες επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Α]
Κηρύσσει την πρώτη κατηγορουμένη ένοχη του ότι Στον ως άνω τόπο και χρόνο: 1) Ούσα υπάλληλος που στα καθήκοντά της ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, με πρόθεση βεβαίωσε σε τέτοια έγγραφα ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη τυγχάνοντας Δημόσιος Υπάλληλος, υπηρετούσα στο Μεταφραστικό Τμήμα του Υπουργείου Εξωτερικών, που εδρεύει στην οδό ...
στο ..., με αρμοδιότητα την παραλαβή αιτήσεων για μετάφραση από ενδιαφερόμενους, την είσπραξη του αναλογούντος ποσού για αυτήν (τη μετάφραση), την χρέωση εγγράφων σε συνεργαζόμενους μεταφραστές, την επικύρωση των μεταφρασμένων εγγράφων από τους τελευταίους (τους συνεργαζόμενους μεταφραστές) και τον έλεγχο τυχόν ελλείψεων στα έγγραφα αυτά, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα βεβαίωσε πλήθος μεταφρασμένων εγγράφων μεταξύ των οποίων και τα:
α) το υπ’ αριθ. ... έγγραφο Αλβανικών Αρχών με συνημμένη την από 30-11- 2012 μετάφραση με αριθμό ... β) το υπ’ αριθ. ... έγγραφο Αλβανικών Αρχών με συνημμένη μετάφραση με αριθμό ..., γ) το υπ’ αριθ. ... έγγραφο Αλβανικών Αρχών με συνημμένη μετάφραση με αριθμό ..., δ) το υπ’ αριθ. ... έγγραφο Αλβανικών Αρχών με συνημμένη μετάφραση με αριθμό ... (ίδιος αριθμός μετάφρασης στα ανωτέρω β-δ) και ε) τα υπ’ αριθ. ...
έγγραφα Αλβανικών αρχών με συνημμένες μεταφράσεις με αριθμό ..., τα οποία έφεραν επικύρωση με ημερομηνία 03/12/2012 καθώς και παλαιότερη αυτής από την κατηγορούμενη ως προς το γνήσιο της υπογραφής της μεταφράστριας και δεύτερης κατηγορούμενης Μ. Ε., χωρίς όμως να έχει υπογράψει η τελευταία (η Μ. Ε.), θέτοντας επ’ αυτών σφραγίδα της ανωτέρω υπηρεσίας, δίνοντας μάλιστα στα μεταφρασμένα αυτά έγγραφα αριθμούς αποδείξεων που είτε ήταν όμοιοι με άλλα μεταφρασμένα έγγραφα, είτε είχαν δοθεί κατά το παρελθόν σε άλλα μεταφρασμένα έγγραφα, είτε δεν είχαν δοθεί ποτέ, σύμφωνα με το μπλοκ αποδείξεων, που τηρείται στην ανωτέρω υπηρεσία.
Αποτέλεσμα της ανωτέρω παράνομης πράξης της, ήταν να επέλθει ζημία στο Δημόσιο, ως προς την αξία της μετάφρασης, αφού τα μεταφραστικά τέλη που κατέβαλε ο εκάστοτε ενδιαφερόμενος για τη μετάφραση των εγγράφων, που επιθυμούσε και εφόσον ο αριθμός απόδειξης δεν αντιστοιχούσε στο τηρούμενο μπλοκ αποδείξεων, δεν αποδίδονταν στο Δημόσιο, αλλά παρακρατούνταν από την κατηγορούμενη, και να προκύπτει προς τα έξω ότι δήθεν είχαν μεταφρασθεί επίσημα από την ανωτέρω υπηρεσία, ενώ αυτό ήταν ψευδές. 2) Η κατηγορούμενη με την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση φόρων δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων ή οποιωνδήποτε εσόδων, ελάττωσε εν γνώσει της τη δημόσια περιουσία, της οποίας η διαχείριση της ήταν εμπιστευμένη, για να ωφεληθεί η ίδια ή άλλος.
Συγκεκριμένα η κατηγορούμενη με την ιδιότητα του υπαλλήλου, υπηρετούσα στο Μεταφραστικό Τμήμα του Υπουργείου Εξωτερικών, που εδρεύει στην οδό ..., στο ..., με αρμοδιότητα την παραλαβή αιτήσεων για μετάφραση από ενδιαφερόμενους, την είσπραξη του αναλογούντος ποσού για αυτήν (τη μετάφραση), την χρέωση εγγράφων σε συνεργαζόμενους μεταφραστές, την επικύρωση των μεταφρασμένων εγγράφων από τους τελευταίους (τους συνεργαζόμενους μεταφραστές) και τον έλεγχο τυχόν ελλείψεων στα έγγραφα αυτά, δεν απέδωσε στο Κράτος τα αναλογούντα μεταφραστικά τέλη, που στη προκειμένη περίπτωση ανέρχονται στο 10% της αξίας της μετάφρασης, καθόσον συνεργαζόμενη με τη συγκατηγορούμενή της Μ.
Ε., η οποία διατηρεί ιδιωτικό μεταφραστικό γραφείο στην οδό ..., η οποία προσέγγιζε τους ενδιαφερόμενους, προκειμένου να τους παρέχει τις υπηρεσίες της και να εξυπηρετηθούν σε συντομότερο χρονικό διάστημα, λιγότερο δηλαδή από επτά με δέκα ημέρες, που χρειαζόταν, για να μεταφρασθεί ένα κείμενο, έδωσε στα μεταφρασμένα από τη συγκατηγορούμενή της αυτά έγγραφα, αριθμούς αποδείξεων που είτε ήταν όμοιοι με άλλα μεταφρασμένα έγγραφα, είτε είχαν δοθεί κατά το παρελθόν σε άλλα μεταφρασμένα έγγραφα, είτε δεν είχαν δοθεί ποτέ, σύμφωνα με το μπλοκ αποδείξεων, που τηρείται στην ανωτέρω υπηρεσία, ελαττώνοντας με αυτόν τον τρόπο τα έσοδα του κράτους, προς όφελος τόσο της ιδίας όσο και της συγκατηγορούμενής της Μ.
Ε.. Β]
Κηρύσσει τη δεύτερη κατηγορούμενη ένοχη του ότι: Η δεύτερη κατηγορούμενη Μ. Ε.: 1] Με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον και δη στη συγκατηγορούμενή της Β. Π., την απόφαση να εκτελέσει τις άδικες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση και της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση, που αυτή διέπραξε και συγκεκριμένα η κατηγορούμενη διατηρώντας ιδιωτικό μεταφραστικό γραφείο, που βρίσκεται στην οδό ... (παραπλεύρως του κτιρίου του Μεταφραστικού Τμήματος του Υπουργείου Εξωτερικών, που εδρεύει στην οδό ..., στο ...), με συμβουλές και παραινέσεις που έδωσε σ’ αυτήν (την Β.
Π.) με πειθώ και φορτικότητα και με υποσχέσεις χρηματικών ανταλλαγμάτων, την έπεισε να τελέσει τις ανωτέρω άδικες πράξεις, όπως λεπτομερώς αναφέρονται στα υπό στοιχεία [Α1], και [Α2] του παρόντος κατηγορητηρίου". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται και στο διατακτικό της, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω πλημμελημάτων της ψευδούς βεβαιώσεως κατ’ εξακολούθηση και της απιστίας στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα Π.
Β. και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε απιστία στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα Ε. Μ., παρατίθενται δε σ’ αυτή και όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των ως άνω περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ.
α’ , 263Α παρ. 1, 26 παρ. 1 εδ. α’ , 27, 46 παρ. 1 περ. α’ , 98, 242 παρ. 1 και 256 περ. α’ του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, o ισχυρισμός της Π. Β. ότι το γεγονός που βεβαιώθηκε δεν είχε συμβεί κατά το χρόνο της βεβαιώσεώς του διότι είχε βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής της μεταφράστριας χωρίς να έχει τεθεί η υπογραφή της, ανεξάρτητα από το ότι αποτελούσε άρνηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως και όχι αυτοτελή ισχυρισμό για να χρειάζεται για την απόρριψή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή απήντησε διότι όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της η ψευδής βεβαίωση αναφερόταν στο ψευδές περιστατικό ότι έγινε νομότυπα και κατά την νόμιμη διαδικασία η μετάφραση των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση εγγράφων και όχι στο περιστατικό του γνησίου της υπογραφής της μεταφράστριας, την οποία υπογραφή, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, θα έθετε εκ των υστέρων η μεταφράστρια, σε συμπαιγνία τελούσα με την υπάλληλο που βεβαίωσε ψευδώς ότι μεταφράστηκαν νομότυπα από την υπηρεσία της τα έγγραφα.
Επίσης και ο ισχυρισμός της ότι δεν συγκροτείται το πλημμέλημα της απιστίας στην υπηρεσία διότι ουδέποτε ανατέθηκε σ’ αυτήν (κατηγορούμενη Π. Β.) η διαχείριση της περιουσίας του Τμήματος Βαλκανικών Γλωσσών της Μεταφραστικής Υπηρεσίας, ανεξάρτητα από το ότι αποτελούσε και αυτός άρνηση του εγκλήματος της απιστίας στην υπηρεσία και όχι αυτοτελή ισχυρισμό για να χρειάζεται για την απόρριψή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενόψει του ότι όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως που περιέχονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της, τα οποία αλληλοσυμπληρώνονται, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι η αναιρεσείουσα Π.
Β. υπηρετούσε στο Μεταφραστικό Τμήμα του Υπουργείου Εξωτερικών, που εδρεύει στην οδό ..., στο ..., με αρμοδιότητα την παραλαβή αιτήσεων για μετάφραση από ενδιαφερόμενους, την είσπραξη του αναλογούντος ποσού για αυτήν (τη μετάφραση), την χρέωση εγγράφων σε συνεργαζόμενους μεταφραστές, την επικύρωση των μεταφρασμένων εγγράφων από τους τελευταίους (τους συνεργαζόμενους μεταφραστές) και τον έλεγχο τυχόν ελλείψεων στα έγγραφα αυτά, δηλαδή ότι είχε αρμοδιότητα να ελέγχει και να εισπράττει το ανάλογο ποσό για κάθε μετάφραση που θα επικύρωνε ότι έγινε νομότυπα από το Μεταφραστικό Τμήμα του Υπουργείου Εξωτερικών, μη δεχόμενο εντεύθεν, τον ισχυρισμό της ότι δεν έλεγχε και δεν εισέπραττε τα ανάλογα ποσά για κάθε μετάφραση που γινόταν από το Τμήμα Βαλκανικών Γλωσσών ... , λόγος αναιρέσεως της Π.
Β. περί απορρίψεως του ως άνω ισχυρισμού χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία είναι αβάσιμος. Αβάσιμος είναι και ο λόγος αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τα υποκειμενικά στοιχεία του πλημμελήματος της απιστίας στην υπηρεσία, η οποία απαιτεί υποκειμενικά για τη στοιχειοθέτησή της άμεσο δόλο του δράστη και σκοπό οφέλους του ιδίου ή άλλου, αφού με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές της που περιλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της, δέχεται ότι η αναιρεσείουσα Π.
Β. εν γνώσει της, δηλαδή με άμεσο δόλο, ελάττωσε τα έσοδα του Δημοσίου, μη ενεργώντας νομότυπα για την επικύρωση των μεταφράσεων των εγγράφων που αναφέρονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της και μη εισπράττοντας για τη μετάφρασή τους τα αντίστοιχα ποσά για λογαριασμό του Δημοσίου που έπρεπε να εισπραχθούν για να γίνει νομότυπα η μετάφρασή τους και να επικυρωθεί απ’ αυτήν ότι έγινε κατά τη νόμιμη διαδικασία από τη Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών και ότι τούτο έπραξε με σκοπό να περιποιήσει όφελος στον εαυτό της και στη συγκατηγορούμενη της μεταφράστρια Ε.
Μ.. Ακόμη, στις αιτιολογίες και στις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν υπάρχουν αντιφάσεις, ασάφειες ή λογικά κενά που να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκε ορθά ή μη ο νόμος και συγκεκριμένα οι προαναφερθείσες διατάξεις του Π.Κ.. Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τα καθήκοντα της αναιρεσείουσας Π.
Β., Προϊστάμενης στη Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται στο σκεπτικό της ότι αυτή ήταν Προϊστάμενη με δικαίωμα υπογραφής επικυρώσεων στο τμήμα μεταφράσεων εγγράφων ανατολικών γλωσσών, μεταξύ των οποίων και της Αλβανικής και ότι της είχαν ανατεθεί προσωρινά και τα καθήκοντα του ταμία του τμήματος αγγλικής και λοιπών γλωσσών του 2ου ορόφου και ότι αυτή ήταν αρμόδια για να ελέγξει αν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία μεταφράσεως και αν καταβλήθηκε το ανάλογο ποσό στο Δημόσιο για την μετάφραση από την υπηρεσία της πριν επικυρώσει τη μετάφραση ως αρμόδια υπάλληλος της Μεταφραστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών και κατά συνέπεια αυτή ήταν η αρμόδια για τον έλεγχο του αν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία μεταφράσεως και για την επικύρωση των μεταφράσεων των επίδικων εγγράφων που ήταν γραμμένα στην Αλβανική γλώσσα, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση και στο διατακτικό της, χωρίς καμμιά αντίφαση.
Επίσης, με σαφήνεια δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αριθμός των αποδείξεων καταβολής στο Δημόσιο του αναλογούντος ποσού για την μετάφραση διδόταν από την Μεταφραστική Υπηρεσία και συγκεκριμένα από την κατηγορουμένη Π. Β. ως αρμόδια υπάλληλο της Μεταφραστικής Υπηρεσίας και ότι ο αριθμός αυτός εντυπώνεται από τον μεταφραστή στο επάνω δεξιό μέρος της μεταφράσεως, στις παραδοχές δε αυτές δεν υπάρχει ούτε αντίφαση, ούτε ασάφεια.
Περαιτέρω, δεν υπάρχει καμμιά αντίφαση στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τις έννομες συνέπειες της ψευδούς βεβαιώσεως, αφού δέχεται με σαφήνεια ότι ενώ δεν είχε τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία μεταφράσεως και πριν ακόμη υπογράψει τις μεταφράσεις των επίδικων εγγράφων η μεταφράστρια, η αναιρεσείουσα Π.
Β. επικύρωσε τις μεταφράσεις, θέτοντας επ’ αυτών την επίσημη σφραγίδα της Μεταφραστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών και την υπογραφή της, με συνέπεια να προσδίδεται στις μεταφράσεις το κύρος δημοσίου εγγράφου, δηλαδή ότι είχαν μεταφρασθεί νόμιμα από την Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, ενώ τούτο ήταν ψευδές ακόμη δε και το ότι αναφέρεται πλεοναστικά στην αιτιολογία της ότι η μεταφράστρια και κατηγορουμένη Ε.
Μ., σε συνεννόηση με την συγκατηγορούμενη της Π. Β., θα έβαζε εκ των υστέρων την υπογραφή της στην ήδη επικυρωμένη μετάφραση για να φαίνεται ότι τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία για την μετάφραση που επικυρώθηκε, δεν δημιουργεί καμμιά αντίφαση που να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα του άρθρου 242 παρ. 1 του Π.Κ.
και υπό την έννοια της ελλείψεως νομίμου βάσεως αβασίμου εντεύθεν, του σχετικού λόγου αναιρέσεως. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας Π. Β. που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος τους ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως.
Εξάλλου, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία οι αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Ε. Μ., ενεργώντας με πρόθεση, ηθελημένα προκάλεσε στην συγκατηγορούμενη της και αυτουργό Π. Β. την απόφαση να τελέσει τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως και της απιστίας στην υπηρεσία (συμβουλές, παραινέσεις, παροτρύνσεις και υποσχέσεις χρηματικών ανταλλαγμάτων, που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα), καθώς και η δόλια προαίρεσή της, που απέβλεπε στο να αποκομίσει η ίδια περιουσιακό όφελος από τη μη τήρηση της νόμιμης διαδικασίας μεταφράσεως και δεν απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας η παράθεση και άλλων περαιτέρω περιστατικών που να εξειδικεύουν περισσότερο τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία προκλήθηκε η απόφαση στην αυτουργό να τελέσει τις ως άνω αξιόποινες πράξεις.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας όσον αφορά τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και της ηθικής αυτουργίας σε απιστία στην υπηρεσία διότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα μέσα και ο τρόπος που προκλήθηκε από την ηθική αυτουργό στην αυτουργό η απόφαση να τελέσει τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως και της απιστίας στην υπηρεσία, όσον αφορά την αναιρεσείουσα Π.
Β., η οποία δεν έχει έννομο συμφέρον να τον προβάλει αφού αυτή καταδικάστηκε ως αυτουργός της ψευδούς βεβαιώσεως και της απιστίας στην υπηρεσία και όχι ως ηθική αυτουργός αυτών, είναι πρωτίστως απαράδεκτος και όσον αφορά την αναιρεσείουσα Ε. Μ., η οποία έχει έννομο συμφέρον να τον προβάλει αφού καταδικάστηκε ως ηθική αυτουργός της ψευδούς βεβαιώσεως και της απιστίας στην υπηρεσία που τέλεσε η υπάλληλος Π.
Β., είναι αβάσιμος. Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας Ε. Μ. ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον ισχυρισμό της περί συγγνωστής νομικής πλάνης, ανεξάρτητα από το ότι όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο ισχυρισμός της αυτός υποβλήθηκε τελείως αόριστα και με τρόπο που δεν μπορούσε να εκτιμηθεί και να αξιολογηθεί από το δικαστήριο της ουσίας και ως εκ τούτου το τελευταίο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του, σε κάθε περίπτωση αιτιολογείται επαρκώς η απόρριψη του ισχυρισμού αυτού με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού κατά τις παραδοχές της η αναιρεσείουσα Ε.
Μ. προκάλεσε δολίως και ηθελημένα στην συγκατηγορούμενή της και δημόσια υπάλληλο την απόφαση να τελέσει τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως που τέλεσε και της απιστίας στην υπηρεσία που τέλεσε, γνωρίζοντας ότι με τις πράξεις αυτές της αυτουργού ελαττωνόταν η περιουσία του δημοσίου και με σκοπό να ωφεληθεί η ίδια και η συγκατηγορούμενή της και αυτουργός των ως άνω αξιοποίνων πράξεων και ως εκ τούτου ο περί του εναντίου λόγος της αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Ε.
Μ. είναι αβάσιμος. Επίσης αβάσιμος είναι και ο λόγος αναιρέσεως της αυτής αναιρεσείουσας Ε. Μ. ότι κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 46 παρ. 1 περ. α’ και 49 του Π.Κ. καταδικάστηκε για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση και για ηθική αυτουργία σε απιστία στην υπηρεσία χωρίς να έχει την ιδιαίτερη ιδιότητα της υπαλλήλου και έτυχε της ίδιας ποινικής μεταχείρισης ως προς την επιμέτρηση της ποινής με την υπάλληλο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1 περ.
α’ και 49 του Π.Κ., προκύπτει με σαφήνεια ότι οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις που απαιτούνται κατά νόμο για τον αυτουργό δεν απαιτούνται και για τον ηθικό αυτουργό και κατά συνέπεια ότι στα εγκλήματα περί την υπηρεσία, όπου ο αυτουργός της αξιόποινης πράξης πρέπει να έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου, δεν απαιτείται να έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου και ο ηθικός αυτουργός για να είναι αξιόποινη η πράξη της ηθικής του αυτουργίας σε έγκλημα περί την υπηρεσία και η ποινική του μεταχείριση εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας που θα σταθμίσει τις εν γένει περιστάσεις τελέσεως της ηθικής αυτουργίας και θα κρίνει ανελέγκτως αν πρέπει να επιβάλει κατά την κρίση του ποινή ελαττωμένη ή όχι στον ηθικό αυτουργό που δεν είναι υπάλληλος και προκάλεσε την απόφαση σε υπάλληλο να τελέσει έγκλημα περί την υπηρεσία.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού όλοι οι προβαλλόμενοι από τις αναιρεσείουσες λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, να επιβληθούν στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για την καθεμιά από αυτές (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.ποιν.Δ.) και να καταδικασθούν αυτές, εις ολόκληρον η καθεμιά, στην από τριακόσια (300) ευρώ μειωμένη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ. και 22 παρ.1 Ν.3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-2-2015 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως της Π. Β. του Κ. και της Ε., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 3-3-2015 και την από 3-3-2015 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως της Ε. Μ. του Π. και της Τ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 5-3-2015, για αναίρεση της 6449/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για την καθεμία από αυτές. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες, εις ολόκληρον την καθεμία, στη μειωμένη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ