Legislator Case Law & Legislation
1566/2012 AI generated

1566/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1566/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1566/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): κυκλοφορίας ..., μάρκας Renault, 1.100 κ.ε., και ένα άλλο μάρκας Volkswagen Golf 1.400 κ.ε., τα οποία είχε αγοράσει αντί τιμήματος 1.100.000 δρχ και 3.850.000 δρχ, αντιστοίχως, και επί πλέον είχε επενδύσει ποσό άνω των 3.000.000 δρχ σε αγορές Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και μηχανημάτων, ενώ, εξάλλου, η αξία της φήμης του στο χώρο της πληροφορικής, από τη διατήρηση από το έτος 1990 ατομικής επιχείρησης και από τη λειτουργία από το 1992 της εταιρίας "Χ.

Keywords

AI generated
extraordinary marital contribution gainful employment of spouse marital income splitting participation in matrimonial property surplus family allowance contribution deficit of the marital property
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1566 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1566/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χρυσώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Ε., πρώην συζύγου Β. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπλάνα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Σεπτεμβρίου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8615/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2088/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Ιουλίου 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 27 Αυγούστου 2012 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 606/18-7-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 2088/6-5-2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Mε την κρινόμενη 606/18-7-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2088/6-5-2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 261085/11556/30-1-2007 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, απορρέουσα από τη συμβολή της στα κατά την διάρκεια του μετά του εναγομένου και ήδη αναιρεσσείοντος γάμου τους αποκτήματα του τελευταίου. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 8615/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις συνεκδικασθείσες (ι) 3217/14-4-2010 και (ιι) 3148/12-4-2010 εφέσεις των διαδίκων, η 2088/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτών κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.

Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους, "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στο ... στις 18-9-1993, από τον οποίο απέκτησαν δύο-τέκνα, το Σ. και τον Ε., ηλικίας σήμερα 17 και 15 ετών. αντίστοιχα. Η συμβίωση των διαδίκων διήρκεσε μέχρι τις 28-9-2001, οπότε και διασπάστηκε οριστικά η έγγαμη σχέση τους, τελικώς δε ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθμ. 6018/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη την 1-11-2006, λόγω μη άσκησης ενδίκων μέσων κατ' αυτής εντός των οριζόμενων από το νόμο προθεσμιών από την επίδοσή της στον εναγόμενο στις 28-2-2006 (βλ.

την υπ' αριθμ. 11920Β/28-2-2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...). Ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι κατά την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα διέθετε περιουσιακά στοιχεία (αρχική περιουσία) συνολικού ποσού, κατά τους υπολογισμούς αυτού, 59.100.000 δραχμών ή 173.440,94 ευρώ και συγκεκριμένα διέθετε καταθέσεις σε τράπεζες ποσού 25.000.000 δρχ., καθώς και δύο αυτοκίνητα, ήτοι το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ..., μάρκας Renault, 1.100 κ.ε., και ένα άλλο μάρκας Volkswagen Golf 1.400 κ.ε., τα οποία είχε αγοράσει αντί τιμήματος 1.100.000 δρχ και 3.850.000 δρχ, αντιστοίχως, και επί πλέον είχε επενδύσει ποσό άνω των 3.000.000 δρχ σε αγορές Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και μηχανημάτων, ενώ, εξάλλου, η αξία της φήμης του στο χώρο της πληροφορικής, από τη διατήρηση από το έτος 1990 ατομικής επιχείρησης και από τη λειτουργία από το 1992 της εταιρίας "Χ.

Μ. και Σια Ο.Ε." (η οποία μετονομάσθηκε αργότερα σε "Δ. Τ. - Χ. Μ. και Σία Ο.Ε."), στην οποία συμμετείχε με ποσοστό 33,3%, ανερχόταν σε 30.000.000 δραχμές. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου περί αρχικής περιουσίας αποτελεί, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ένσταση, όπως, δε, ήδη αναφέρθηκε, σε τιμές του χρόνου έγερσης της αγωγής, κρίνεται αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Απαιτείται, δηλαδή, να γίνει αναγωγή σε χρηματική αξία των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Όμως, ο εναγόμενος δεν προσδιορίζει ποία ήταν η αξία της ως άνω επικαλούμενης αρχικής περιουσίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, δεδομένου ότι έπρεπε, αφού αναφέρει το κεφάλαιο της ατομικής του επιχείρησης και το κεφάλαιο της άνω ομόρρυθμης εταιρίας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου (18-9-1993), να αναγάγει αυτά σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής, ώστε να εξευρεθεί η αρχική περιουσία της ατομικής επιχείρησης του και η αρχική περιουσία από τη συμμετοχή του στην ομόρρυθμη εταιρία, υπολογιζόμενη επί του κεφαλαίου της ομόρρυθμης εταιρίας με βάση το ποσοστό συμμετοχής του (33,3%).

Επίσης, ο εναγόμενος δεν προσδιορίζει σε ποιο ποσό αντιστοιχούν οι καταθέσεις των 25.000.000 δραχμών και ποια είναι η αξία των δύο αυτοκινήτων, καθώς και της φήμης του στο χώρο της πληροφορικής κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, λόγω μη προσδιορισμού της αξίας της επικαλούμενης από τον εναγόμενο αρχικής περιουσίας κατά τον ανωτέρω χρόνο, δεν προέβη στην αφαίρεση του ανωτέρω ποσού των 59.100.000 δραχμών από την τελική περιουσία του εναγομένου και ως εκ τούτου, υπολόγισε την αύξηση της περιουσίας αυτού με βάση τα περιουσιακά στοιχεία που αυτός απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες, και συνεπώς ο πρώτος λόγος της έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο αυτός ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, πριν από την τέλεση του γάμου των διαδίκων, ο εναγόμενος διατηρούσε από το έτος 1990 ατομική επιχείρηση, με έδρα το ακίνητο, το οποίο του είχαν παραχωρήσει οι γονείς του επί της οδού ... αρ. 41, στην ..., με αντικείμενο τη σύνθεση και πώληση καλωδίων και αναλώσιμων υλικών για Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές, η οποία έπαυσε τη λειτουργία της στις 8-9-1995, ενώ από το έτος 1932 είχε ιδρύσει με τους Δ.

Τ. και το Χ. Μ. την ομόρρυθμη εταιρία "Χ. Μ. και Σια Ο.Ε.", η οποία μετονομάσθηκε αργότερα σε "Δ. Τ. - Χ. Μ. και Σία Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Τ.Μ.Ρ", με έδρα αρχικά το ανωτέρω ακίνητο ιδιοκτησίας των γονέων του επί της οδού ... αρ. 41, στην ..., και στη συνέχεια μίσθιο ακίνητο επί της οδού ... αρ. 13 στον ..., με αντικείμενο την κατασκευή και εμπορία αναλωσίμων υλικών για Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές, και με ποσοστό συμμετοχής εκάστου εταίρου 33,3%, η οποία λύθηκε στις 4-10-1997.

Μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων, συνεστήθη την 5-10-1995 από τον εναγόμενο και τους Δ. Τ. και Χ. Μ. η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Τ.Μ.Ρ. Ε.Π.Ε.", με αντικείμενο την εμπορία και αντιπροσώπευση κάθε είδους σχετικά με την πληροφορική και τα είδη γραφείου, όπως ηλεκτρονικές συσκευές, αναλώσιμα κ.ά., στην οποία ο εναγόμενος συμμετείχε με ποσοστό 50% (ΦΕΚ Α..Ε.

και Ε.Π.Ε. 5988/19-10-1995) και η οποία λύθηκε το έτος 2003, ενώ προηγουμένως στις 28-1-1999 οι ίδιοι ανωτέρω και με κεφάλαια της άνω Ε.Π.Ε. συνέστησαν την ανώνυμη εταιρία "Τ.Μ.Ρ. ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΙΔΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Τ.Μ.Ρ. SUPPLIES Α.Ε.", έχουσα το ίδιο άνω αντικείμενο δραστηριότητας με την Ε.Π.Ε. (ΦΕΚ Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 478/29-1-1999), με έδρα σήμερα τον ...

και με ποσοστό συμμετοχής του εναγομένου κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου 49,4%, δεδομένου ότι κατέχει 370.500 μετοχές επί συνόλου 750.000 μετοχών. Κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής η αξία της μετοχής της ως άνω ανώνυμης εταιρίας "Τ.Μ.Ρ. ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΙΔΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ Α.Ε." ανερχόταν σε 2,59 ευρώ και επομένως η αξία των μετοχών του εναγομένου σε 959.595 ευρώ (370.500 Χ 2.59).

Ειδικότερα, η αξία της μετοχής της άνω ανώνυμης εταιρίας εξευρίσκεται ως εξής: Α) Σύνολο ιδίων κεφαλαίων 2006: 1.620.139,80 ευρώ, Β) Μέσος όρος ιδίων κεφαλαίων της τελευταίας πενταετίας (2005-2001): 1.137.226,21 ευρώ, Γ) Μέσος όρος ολικών αποτελεσμάτων της τελευταίας πενταετίας (2005-2001): 231.730,06 ευρώ, Δ) Απόδοση ιδίων κεφαλαίων:

Μέσος όρος ολικών αποτελεσμάτων / Μέσος όρος ιδίων κεφαλαίων ήτοι 231.730,06/1.137.226,21 = 20%, Ε) Απόδοση ιδίων κεφαλαίων: 1.620.139,80 Χ 20% = 324.027,80, ΣΤ) Ίδια κεφάλαια + Απόδοση ιδίων κεφαλαίων 1.620,139,80 + 324.027,80 = 1.944.166,80 ευρώ, Ζ) Αξία ανά μετοχή: 1.944.166,80 / 750.000 (αριθμ. μετοχών) = 2,59 ευρώ. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται, ότι στα προαναφερόμενα ίδια κεφάλαια προέκυψαν, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα φύλλα ελέγχου φόρου εισοδήματος, διαφορές ποσού 503.172,08 ευρώ για τη χρήση 2004 και ποσού 341.761,07 ευρώ για τη χρήση 2005, πλην όμως ουδόλως προκύπτει αποδοχή και καταβολή των πιο πάνω ποσών, δεδομένου ότι δεν απεικονίζονται στους επόμενους ισολογισμούς της εταιρίας, ούτε και τα ίδια κεφάλαια της εταιρίας κατά τα επόμενα έτη έχουν απομειωθεί λόγω καταλογισμού φόρων παρελθουσών χρήσεων, παρά μόνο ποσό 172.364 ευρώ, κατά το έτος 2007, χωρίς όμως να προκύπτει ότι αφορά τις χρήσεις που ελήφθησαν ως άνω υπόψη για τον υπολογισμό της αξίας της μετοχής της εταιρίας.

Περαιτέρω, με το υπ' αριθμ. .../28-2-2001 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβ/φου Αθηνών Αμαλίας Θεοδωρικάκου ο εναγόμενος απέκτησε αιτία γονικής παροχής από τους γονείς του Σ. Π. και Σ. Π. ποσοστό 265/1000 και τα 165/1000 εξ αδιαιρέτου, αντιστοίχως, επί ενός οικοπέδου επί της οδού ... αρ. 41, στην .... Τα 265/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου αντιστοιχούσαν στο δικαίωμα ανέγερσης μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας στον τρίτο πάνω από ισόγειο όροφο της οικοδομής που υπήρχε ήδη στο οικόπεδο, μετά της ανηκούσης σε αυτή θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου (Σ2), επιφανείας 12,50 τ.μ., τα δε 165/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου αντιστοιχούσαν στο δικαίωμα ανέγερσης μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας του τέταρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας οικοδομής.

Ακολούθως, ο εναγόμενος προέβη στην κατασκευή οροφοδιαμερίσματος του τρίτου ορόφου, επιφανείας 84,50 τ.μ. και στην κατασκευή διαμερίσματος του τέταρτου ορόφου, επιφανείας 29,40 τ.μ. Η δαπάνη ανέγερσης των άνω διαμερισμάτων καλύφθηκε αποκλειστικά από δύο δάνεια που έλαβε ο εναγόμενος, ποσού 44.020,54 ευρώ από την τράπεζα ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ και ποσού 15.000 Ευρώ από την τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε., τα οποία αποπλήρωσε ο εναγόμενος.

Κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ο οποίος είναι και ο κρίσιμος χρόνος για την αναγωγή σε χρήμα των αποκτημάτων του άρθρου 1400 ΑΚ, η αξία των ανωτέρω ακινήτων, ενόψει της θέσεως και καταστάσεως τους ήταν η ακόλουθη α) του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου, επιφανείας 84,50 τ.μ., 250.000 ευρώ, από το οποίο όμως πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 68.900 ευρώ, που αντιστοιχεί στα 265/1000 επί του οικοπέδου 236 τ.μ., που απέκτησε ο εναγόμενος με γονική παροχή, αξίας 260.000 ευρώ (265/1000 Χ 260.000 = 68.900).

Άρα 250.000 - 68.900 = 181.100 ευρώ, β) του διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου, επιφανείας 29,40 τ.μ., 90.000 ευρώ, από το οποίο όμως πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 42.900 ευρώ, που αντιστοιχεί στα 165/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 236 τ.μ., που απέκτησε ο εναγόμενος με γονική παροχή, αξίας 260.000 ευρώ (165/1000 Χ 260.000 = 42.900). Άρα 90.000 - 42.900 = 47.100 ευρώ και γ) της υπό στοιχ. 12 θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου, επιφάνειας 12,50 τ.μ., 10.000 ευρώ.

Επομένως, η αξία της αποτελούμενης από τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία τελικής περιουσίας του εναγομένου ανήλθε σε 1.197.795 ευρώ (959.595 + 181.100 + 41.100 + 10.000), που αποτελεί και την επαύξηση. Όμως, στην κατασκευή των πιο πάνω διαμερισμάτων του τρίτου και τετάρτου ορόφου της οικοδομής επί της οδού ... αρ. 41, στην ..., η ενάγουσα δεν είχε καμία συμμετοχή.

Τα παραπάνω προκύπτουν από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου και από την πληθώρα σχετικών αποδείξεων και παραστατικών, που προσκομίζει ο τελευταίος. Άλλωστε, τα διαμερίσματα κατασκευάστηκαν με οικοδομική άδεια, που εκδόθηκε κατά το έτος 2000, όταν οι σχέσεις των διαδίκων ήσαν τεταμένες, με αποτέλεσμα, όπως αναφέρθηκε, κατά το Σεπτέμβριο 2001 να επέλθει η διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως τους.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι τα εισοδήματα του εναγομένου από την επιχειρηματική του δραστηριότητα ανήλθαν στα εξής ποσά: για το 1993 (υπολογίζοντας 3 μήνες και δώδεκα ημέρες από το έτος αυτό, δεδομένου ότι ο γάμος τελέστηκε στις 18-9-1993) σε 1.447.251 δρχ., εφόσον για ολόκληρο το έτος 1993 ανήλθαν σε 5.107.947 δρχ. (5.107.947 Χ 3,4 μην./12 μήνες = 1.447.251), για το έτος 1994 σε 4.855.928 δρχ., για το έτος 1995 σε 5.626.237 δρχ., για το έτος 1996 σε 238.867 δρχ., για το έτος 1997 σε 10.983.247 δρχ., για το έτος 1998 σε 37.756.000 δρχ., για το έτος 1999 σε 35.232.221 δρχ., για το έτος 2000 σε 16.953.320 δρχ.

και για τους εννέα περίπου μήνες του 2001, ήτοι μέχρι τις 28-9-2001 που διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση, σε 3.301.265 δρχ., δεδομένου ότι τα συνολικά εισοδήματα του εναγομένου για το έτος 2001 ανήλθαν σε 4.401.687 δρχ. (4.401.687 Χ 9 μην/12 μήνες = 3.301.265). Επομένως, τα εισοδήματα του εναγομένου κατά τα πιο πάνω έτη ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 116.394.336 δραχμών.

Εξάλλου, η ενάγουσα ασκούσε πριν από το γάμο της από το έτος 1988, αλλά και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, το επάγγελμα της λογίστριας. Συγκεκριμένα κατά την τέλεση του γάμου και μέχρι το έτος 1995 εργαζόταν ως λογίστρια στην εταιρία "Τ. -Κ. Α. Ε.", ενώ την 1-10-1996 προσελήφθη, αμειβόμενη κανονικά, ως λογίστρια στην εταιρία "Τ.Μ.Ρ.

Ε.Π.Ε.", στην οποία, κατά τα ανωτέρω, συμμετείχε ο εναγόμενος με ποσοστό 50%, όπου και παρέμεινε εργαζόμενη μέχρι την 31-5-1998, οπότε και απεχώρησε. Όμως, από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού ουδόλως αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα εργάστηκε χωρίς αμοιβή και σε άλλες εταιρίες, στις οποίες συμμετείχε ο εναγόμενος κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα ότι από το έτος 1993, παράλληλα με την εργασία της στην εταιρεία "Τ. - Κ.

Α.Ε."., είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου, χωρίς αμοιβή, την τήρηση των λογιστικών βιβλίων της εταιρείας "Δ. Τ. -Χ. Μ. και Σία Ο.Ε.", στην οποία μετείχε και ο σύζυγος της, προκειμένου να τον βοηθήσει προς εξοικονόμηση δαπανών, ότι από τις αρχές του 1994, λόγω διάλυσης της εταιρίας "Τ. -Κ. Α.Ε.", απασχολείτο στην πιο πάνω εταιρία του συζύγου της με πλήρες ωράριο, εκτελώντας καθήκοντα λογίστριας και γραμματέα, και ότι κατά το χρονικό διάστημα Ιουνίου 1997 - Δεκεμβρίου 1998, παράλληλα με την εργασία της στην "Τ.Μ.Ρ.

Ε.Π.Ε." απασχολείτο για τρία απογεύματα κάθε εβδομάδα, άμισθη με τα λογιστικά βιβλία της εταιρίας "Χ. Χ. Ε.Π.Ε.", ενώ από τις αρχές του 1999 έως τις αρχές του 2000 τηρούσε και τα λογιστικά βιβλία της εταιρίας "SMART Ε.Π.Ε.", δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο έγγραφα τις λογιστικές εργασίες των πιο πάνω εταιριών ενεργούσαν άλλοι λογιστές, όπως η εταιρία Ψ.

και Συνεργάτες, ο Α. Σ. κλπ. Τα εισοδήματα της ενάγουσας από την εργασία της ανήλθαν, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα της αρμόδιας εφορίας, στα εξής ποσά: για το έτος 1993 (υπολογίζοντας 3 μήνες κα! δώδεκα ημέρες από το έτος αυτό δεδομένου ότι ο γάμος τελέστηκε στις 18-9-1993) σε 613.765 δρχ. εφόσον για ολόκληρο το έτος 1993 ανήλθαν σε 2.166.232 δρχ. (2.166.232 Χ 3,4 μήνες /12 μήνες = 613.765) για το έτος 1994 σε 2.371.620 δρχ., για το έτος 1995 σε 2.976.040 δρχ., για το έτος 1996 σε 552.760 δρχ..

για το έτος 1997 σε 2.574,635 δρχ., για το έτος 1998 σε 3.544.126 δρχ., για το έτος 1999 σε 4.259.757 δρχ., για το έτος 2000 σε 4.503.820 δρχ., ενώ για το έτος 2001 δεν προκύπτουν εισοδήματα της ενάγουσας.

Συνεπώς, κατά τα πιο πάνω έτη τα εισοδήματα της ενάγουσας ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 21.396.523 δρχ. Ακόμη, η ενάγουσα συνεισέφερε και το ποσό των 14.242.000 δρχ., στο οποίο αποτιμάται σε χρήμα η προσωπική της εργασία στη συζυγική κατοικία, η οποία συνίστατο στην περιποίηση του εναγομένου και των δύο παιδιών, σχετικά με την καθαριότητα του συζυγικού οίκου, την παρασκευή φαγητού και την ανατροφή των παιδιών.

Ειδικότερα, η αξία της οικιακής εργασίας για το συζυγικό οίκο της ενάγουσας και του εναγομένου αποτιμάται συνολικά σε χρήμα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ως εξής: για τα έτη 1993 (υπολογίζοντας 3,4 μήνες από το έτος αυτό) έως και το έτος 1996 σε 130.000 δρχ. μηνιαίως και συνολικά σε 5.122.000 δρχ. (39,4 μήνες Χ 130.000 δρχ.) και για τα έτη 1997 έως και Σεπτέμβριο του 2001 σε 160.000 δρχ.

μηνιαίως και συνολικά σε 9.120.000 δρχ. (57 μήνες Χ 160.000 δρχ.), ήτοι σύνολο 14.242.000 δρχ. (5.122.000 + 9.120.000). Επίσης, η ενάγουσα κατά τα έτη 1994 και 1995 συνεισέφερε συνολικά το ποσό των 5.600.000 δραχμών, το οποίο αυτή ανέλαβε από τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε και πριν από το γάμο και το οποίο, στη συνέχεια, παρέδωσε στον εναγόμενο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.

Άλλη, πλην της ανωτέρω συνεισφοράς της ενάγουσας,δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, οι οικογενειακές δαπάνες του συζυγικού οίκου των διαδίκων αποτιμώνται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ως εξής: για τα έτη 1993 (υπολογίζοντας 3,4 μήνες από το έτος αυτό) έως και το έτος 1996 σε 190.000 δρχ. μηνιαίως και συνολικά σε 7.486.000 δρχ. (33,4 μήνες Χ 190.000) και για τα έτη 1997 έως και Σεπτέμβριο 2001 σε 250.000 δρχ.

μηνιαίως και συνολικά σε 14.250.000 δρχ. (57 μήνες Χ 250.000 δρχ), ήτοι για όλο το ανωτέρω διάστημα σε 21.736.000 δρχ. Στο ποσό αυτό θα προστεθεί και η αξία της οικιακής εργασίας ποσού 14.242.000 δρχ., ώστε τα τελικά έξοδα διαβίωσης ανέρχονται σε 35.978.000 δρχ. Για την κάλυψη των ανωτέρω εξόδων διαβίωσης οι διάδικοι όφειλαν να συνεισφέρουν ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνάμεις.

Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, το σύνολο των οικονομικών δυνάμεων των διαδίκων είναι 152.032.859 δρχ., ήτοι 116.394.336 δρχ. οι οικονομικές δυνάμεις του εναγομένου και 35.638.523 δρχ. οι οικονομικές δυνάμεις (εισοδήματα και προσωπική οικιακή εργασία) της ενάγουσας, ώστε οι οικονομικές δυνάμεις της ενάγουσας είναι το 23% των συνολικών οικονομικών δυνάμενων των διαδίκων (35.638.253 / 152.032.859 = 23%).

Επομένως, στις οικογενειακές δαπάνες η ενάγουσα όφειλε να συνεισφέρει το 23%, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό 77% όφειλε να συνεισφέρει ο εναγόμενος. Έτσι, για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσης ποσού 35.978.000 δρχ. η ενάγουσα όφειλε να συνεισφέρει 23%, ήτοι 8.274.940 (35.978.000 Χ 23%), πλην, όμως, συνεισέφερε πραγματικά 17.989.000 δρχ. (35.978.000 Χ 1/2), δεδομένου ότι, όπως προέκυψε, οι διάδικοι κάλυψαν τα έξοδα διαβίωσης κατά το ήμισυ έκαστος.

Μετ' αφαίρεση από την πραγματική συνεισφορά της ενάγουσας ποσού 17.989.000 δρχ. της κατ' άρθρο 1389 ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς της ποσού 8.274.940 δρχ. προκύπτει συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ποσού 9.714.060 δρχ. (17.989.000 - 8.274.940), στο οποίο θα πρέπει να προστεθεί και το ποσό των 5.600.000 δρχ. που διέθεσε αυτή ως κεφάλαιο για τις επιχειρήσεις του εναγομένου.

Άρα, η συνολική συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται σε 15.314.000 δρχ.

Συνεπώς, η ως άνω περιγραφείσα συνεισφορά της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, υπερέβαινε το μέτρο της αναγκαίας συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες και συντελούσε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, η οποία και επήλθε, όπως εξετέθη ανωτέρω. Εξάλλου, ο εναγόμενος όφειλε να συνεισφέρει στις οικογενειακές δαπάνες κατά ποσοστό 77%, ήτοι κατά το ποσό των 27.703.060 (35.978.000 Χ 77%), πλην, όμως, εισέφερε πραγματικά το ποσό των 17.989.000 δρχ., αποταμιεύοντας σε βάρος της ενάγουσας το ποσό των 9.714.060 δρχ., το οποίο διέθεσε για την αύξηση, της περιουσίας του.

Η συμβολή του εναγομένου στην αύξηση της περιουσίας του ανέρχεται στο ποσό των 98.405.336 δρχ., το οποίο προκύπτει μετ' αφαίρεση από τα εισοδήματα του, συνολικού ποσού 116.394.336 δρχ., του ποσού των 17,989.000 δρχ. που διέθεσε πραγματικά για τις οικογενειακές δαπάνες (116.394.336 - 17.989.000 = 98.405.336). Έτσι το ποσοστό συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου είναι 15.314.000/98.405.336 = 15,56%.

Αποδεικνύεται, επομένως, ότι η ενάγουσα μπορούσε να συμβάλει και πράγματι συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου και δεν οφείλεται η επαύξηση αυτή αποκλειστικά στον εναγόμενο. Κατά συνέπεια, η ένσταση του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του είναι εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, η ενάγουσα έχει συμβάλει στην περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου ποσού 959.595 ευρώ, που αφορά την αξία των μετοχών του στην ανώνυμη εταιρία "Τ.Μ.Ρ. ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΙΔΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ Α.Ε." κατά ποσοστό 15,56%, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτή δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην κατασκευή των διαμερισμάτων του τρίτου και τετάρτου ορόφου της οικοδομής επί της οδού ...

αρ. 41, στην ... . Επομένως, ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 149.312.98 ευρώ (959.595 X15,56%). Η ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας (αρθρ. 281 ΑΚ), την οποία αυτός προβάλει ως εφεσίβλητος ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, είναι παντελώς αόριστη, αφού δεν εκθέτει τα συγκροτούντα αυτή πραγματικά περιστατικά, σε κάθε δε περίπτωση, ενόψει των εκτεθέντων ως άνω περιστατικών, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή νέων ισχυρισμών στο Εφετείο, εκτός αν (1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, (2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και (3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269. Σε κάθε όμως περίπτωση ο εκκαλών προτείνει τους ισχυρισμούς του με την έφεση ή τους προσθέτους αυτής λόγους, από τους οποίους οριοθετείται το μεταβιβαστικό αυτής αποτέλεσμα και το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης (ΚΠολΔ, 522).

Ο αναιρεσείων προέβαλε πρωτοδίκως ως εναγόμενος την κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, η οποία, ως αυτοτελής, καταχρηστική και ανατρεπτική, ενέχει, από τη φύση της, κατ' αρχάς κατάφαση των θεμελιωτικών του δικαιώματος πραγματικών περιστατικών και στη συνέχεια επίκληση νέων που καταλύουν οριστικά το αντίπαλο δικαίωμα.

Την εν λόγω ένσταση απέρριψε (σιωπηρώς) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται, ούτε προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως, ότι προσέβαλε το κεφάλαιο τούτο με λόγο εφέσεως και με την έννοια αυτή δεν απετέλεσε αντικείμενο της ανοιγείσης δι' αυτής δευτεροβάθμιας δίκης. Η δικονομική αυτή παράλειψη δεν θεραπεύεται από την προβολή της εν λόγω ενστάσεως με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του, η οποία ήταν παραδεκτή με την δικονομική ιδιότητά του του εφεσιβλήτου, άποψη από την οποία προφανώς αξιολογήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση με κύρια αιτιολογία ως μη νόμιμη και επάλληλη επικουρική ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά των οποίων εναντιώνεται αντίστοιχα ο αναιρεσείων με τις διατυπούμενες κατά επικουρική σειρά με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ, οι οποίες ελέγχονται προεχόντως ως απαράδεκτες.

Και τούτο για τον λόγο ότι πρόκειται για ένσταση η οποία δεν προτάθηκε νομίμως από τον αναιρεσείοντα ως εκκαλούντα, ενώ η παραδεκτή προβολή της με την δικονομική ιδιότητα του εφεσιβλήτου στερεί από εκείνον το απαιτούμενο προς τούτο έννομο συμφέρον (ΚΠολΔ 68,78, 556 παρ.1), εφόσον η με στοιχ (ι) χαρακτηριζόμενη έφεση της αναιρεσίβλητης απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως πραγματικά περιστατικά συνιστούν άρνηση εκείνων της αγωγής με μόνη αναφορά στην εκδικητικότητα της αναιρεσίβλητης λόγω της αποφάσεώς του να διακόψει την μετ' αυτής έγγαμη συμβίωση και να δημιουργήσει νέα οικογένεια, τα οποία δεν αρκούν για να προκαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ.

Την αυτή ακριβώς δικονομική συμπεριφορά επέδειξε ο αναιρεσείων αναφορικά με την προβολή του αρνητικού του ισχυρισμού για τη συνδρομή της διαδικαστικής προϋποθέσεως της ποσοτικής ή ποιοτικής επάρκειας της θεμελιούμενης στο τεκμαιρόμενο ποσοστό του 1/3 αγωγής της αναιρεσίβλητης, με άμεση δικονομική συνέπεια αρνητικά ομοίως να αξιολογούνται, προεχόντως ως απαράδεκτες, οι προβαλλόμενες κατά επικουρική σειρά με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ, με προσήκουσα την τελευταία, η οποία σε κάθε περίπτωση αξιολογείται ως αβάσιμη, δοθέντος ότι ορθώς αξιολογήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή ως ορισμένη, περιέχουσα τα αναγκαία προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, με την μερική κατ' ουσίαν παραδοχή της.

ΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 παρ.1, 262 παρ.1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ο οποίος ιδρύεται όταν, κατά παράβαση δικονομικής διατάξεως, παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποσοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 του ΑΚ: " Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξιώσεως του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι (α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή , κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, (β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου, η οποία δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών του δικαιούχου συζύγου, όταν και κατά το μέτρο δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών , μπορεί να προκύπτει και από την χρηματική αξία ενός υποθετικού εισοδήματος, που ο δικαιούχος θα αποκόμιζε αν, αντί για τις υπηρεσίες αυτές, ασκούσε ορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα, στην οποία θα μπορούσε να επιδοθεί και την οποία θυσίασε για χάρη της οικογενείας.

Περαιτέρω, η αξίωση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή , άμεση ή έμμεση του δικαιούχου. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ.1 και 2 του ίδιου άρθρου 1400 Α.Κ.

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενες σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης αγωγής.

Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία, δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Ο χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Ο δικαιούχος σύζυγος θα πρέπει να αποδείξει την τελική περιουσία, από τι αποτελείται και ποια είναι η αξία της.

Ο εναγόμενος περαιτέρω, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση.

Κατά τις ενδιαφέρουσες τους ερευνούμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως αιτιολογίες προσβαλλομένης αποφάσεως " ο εναγόμενος με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι κατά την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα διέθετε περιουσιακά στοιχεία (αρχική περιουσία) συνολικού ποσού κατά τους υπολογισμούς αυτού, 59.100.00 δραχμών ή 173.440,94 ευρώ και συγκεκριμένα διέθετε καταθέσεις σε τράπεζες ποσού 25.000.000 δρχ., καθώς και δύο αυτοκίνητα, ήτοι το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ..., μάρκας Renault, 1.100 κ.ε., και ένα άλλο μάρκας Volkswagen Golf, 1.400 κ.ε., τα οποία είχε αγοράσει αντί τιμήματος 1.100.000 δρχ. και 3.850.000 δρχ., αντιστοίχως, και επί πλέον είχε επενδύσει ποσό άνω των 3.000.000 δρχ. σε αγορές Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και μηχανημάτων, ενώ, εξάλλου, η αξία της φήμης του στο χώρο της πληροφορικής, από τη διατήρηση από το έτος 1990 ατομικής επιχείρησης και από τη λειτουργία από το 1992 της εταιρίας "Χ.Μ.

και Σια Ο.Ε." ( η οποία μετονομάσθηκε αργότερα σε "Δ. Τ. - Χ.Μ. και Σία Ο.Ε."), στην οποία συμμετείχε με ποσοστό 33,3%, ανερχόταν σε 30.000.000 δραχμές. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου περί αρχικής περιουσίας αποτελεί, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ένσταση, όπως δε, ήδη αναφέρθηκε, σε τιμές του χρόνου έγερσης της αγωγής, κρίνεται αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Απαιτείται, δηλαδή, να γίνει αναγωγή σε χρηματική αξία των περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Όμως ο εναγόμενος δεν προσδιορίζει ποία ήταν η αξία της ως άνω επικαλούμενης αρχικής περιουσίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, δεδομένου, ότι έπρεπε, αφού αναφέρει το κεφάλαιο της ατομικής του επιχείρησης και το κεφάλαιο της άνω ομόρρυθμης εταιρίας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου (18-9-1993), να αναγάγει αυτά σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής, ώστε να εξευρεθεί η αρχική περιουσία της ατομικής επιχείρησης του και η αρχή περιουσία από τη συμμετοχή του στην ομόρρυθμη εταιρία, υπολογιζόμενη επί του κεφαλαίου της ομόρρυθμης εταιρίας με βάση το ποσοστό συμμετοχής του (33,3%).

Επίσης, ο εναγόμενος δεν προσδιορίζει σε ποιο ποσό αντιστοιχούν οι καταθέσεις των 25.000.000 δραχμών και ποια είναι η αξία των δύο αυτοκινήτων, καθώς και της φήμης του στο χώρο της πληροφορικής κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, λόγω μη προσδιορισμού της αξίας της επικαλούμενης από τον εναγόμενο αρχικής περιουσίας κατά τον ανωτέρω χρόνο, δεν προέβη στην αφαίρεση του ανωτέρω ποσού των 59.100.000 δραχμών από την τελική περιουσία του εναγομένου και, ως εκ τούτου, υπολόγισε την αύξηση της περιουσίας αυτού με βάση τα περιουσιακά στοιχεία που αυτός απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με διαφορετικές εν μέρει αιτιολογίες, και συνεπώς ο πρώτος λόγος της έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο αυτός ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος".

Σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές και την κυριαρχική και μη προσβαλλόμενη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου της εν λόγω ενστάσεως του αναιρεσείοντος και των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών ορθώς απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ως (ποσοτικώς) αόριστη, εφόσον δεν γίνεται αναγωγή της αρχικής περιουσίας του ενισταμένου αναιρεσείοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της αγωγής ή σε περίπτωση τυχόν διαφοροποιήσεως σε εκείνο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια οι διατυπούμενες κατά επικουρική σειρά με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, με προσήκουσα την τελευταία, να ελέγχονται ως αβάσιμες.

ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των σημειούμενων με στοιχ. ΙΙ της παρούσης διατάξεων (μερική) παραδοχή της απευθυνομένης κατά του αναιρεσείοντος αγωγής της αναιρεσίβλητης.

Επομένως η προβαλλόμενη με τον απομένοντα προς έρευνα τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, με τον οποίο, όπως και με τους λοιπούς, ανεπιτρέπτως παράλληλα πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχεται ως αβάσιμη.

Συνακόλουθα αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 606/18-7-2011 αίτηση για αναίρεση της 2088/6-5-2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ