Legislator Case Law & Legislation
1565/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against second defendant's liability for unjust enrichment while dismissing first defendant's appeal.

Case Number 1565/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the first defendant's appeal regarding her death but allowed the second defendant's liability for unjust enrichment to be overturned. The court found the lower court's reasoning contradictory regarding whether assets were transferred, creating a legal inconsistency that necessitated a new trial. Consequently, the case was remanded to the same court with a different judge for further examination of the unjust enrichment claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 98, 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment if the lower court's reasoning is contradictory or insufficient, particularly when it rejects a claim on one ground while accepting liability on another inconsistent basis, requiring remand for retrial.

Keywords

AI generated
unjust enrichment contradictory reasoning remand for retrial civil procedure appeal admissibility legal inconsistency judicial review

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 98, 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 176, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1565 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1565/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρίτσανο, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. χήρας Δ. Δ., κάτοικο ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ξ. ή Ξ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πούλιο, και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της από 18-10-2022 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 297/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, για την υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη.

Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Χρήστος Πούλιος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις ..., και ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής μέχρι τον ανωτέρω θάνατό της, προσκομίζει την υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου της Δ.Ε. Νέσσωνος Τεμπών Λάρισας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 279/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-10-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1α', 98, 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο ή με δήλωση στις προτάσεις να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον το δικαστήριο δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.

Για το κύρος της παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν μπορούσε να αντιταχθεί σ` αυτήν, εφόσον γίνεται πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΑΠ 434/2023, ΑΠ 1069/2023). Για την παραίτηση μόνο από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, αρκεί η ύπαρξη γενικής πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου, ενώ στην περίπτωση της παραίτησης από το δικαίωμα ο δικηγόρος του παραιτούμενου πρέπει να έχει ειδική πληρεξουσιότητα προς τούτο, σύμφωνα με το άρθρο 98 εδ.

β` του ΚΠολΔ. Η παραίτηση που γίνεται με τον προαναφερόμενο τρόπο έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται (ΑΠ 434/2023, ΑΠ 570/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, η από 18-10-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 297/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας στρέφεται (και) κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, Β. χήρας Δ. Δ., την οποία κατέθεσε ο αναφερόμενος στην αρχή της παρούσας πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, Δημήτριος Κρίτσανος, δυνάμει του με αριθμ. 6329/2023 ειδικού πληρεξουσίου της συμβ/φου Λάρισας Β.

Τ. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ή με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η πρώτη αναιρεσίβλητη. Στη συνέχεια, και πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος με δήλωσή του, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, δήλωσε ότι ο αναιρεσείων, παραιτείται του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 295 παρ.1 εδ. 1 ΚΠολΔ, και χωρίς να απαιτείται κλήτευση της πρώτης αναιρεσίβλητης, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ως μη ασκηθείσα ως προς αυτήν, και πρέπει η δίκη ως προς αυτήν να κηρυχθεί καταργημένη, ενώ δεν τίθεται ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης λόγω της ερημοδικίας της.

Σημειώνεται ότι η δήλωση του δικηγόρου Χρήστου Πούλιου, που ήταν δικηγόρος της πρώτης αναιρεσίβλητης μέχρι τον επισυμβάντα, στις ..., θάνατο αυτής, περί διακοπής της δίκης, ότι αυτή απεβίωσε, στις ..., ήτοι μετά την δημοσίευση, στις 11-07-2022, της προσβαλλόμενης απόφασης, και πριν την κατάθεση, στις 03-11-2022, στη Γραμματεία του Εφετείου Λάρισας, της αίτησης, χωρίς να προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, κατά το χρόνο κατάθεσης αυτής, είχε λάβει γνώση του θανάτου της πρώτης αναιρεσίβλητης (ΑΠ 925/2023, ΑΠ 2087/2022), δεν επιδρά στο κύρος της ανωτέρω παραίτησης, διότι δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ως επαγόμενη σχετική ακυρότητα υπέρ του έχοντος δικαίωμα να συνεχίσει τη δίκη.

ΙΙ. [1]. Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 514, 515 εδ. α', 516 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 337, 362, 382 ΑΚ, συνάγεται ότι με τη σύμβαση πώλησης ακινήτου ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα του πράγματος (ακινήτου) χωρίς νομικά ελαττώματα. Ως νομικό ελάττωμα του πράγματος νοείται κάθε επ' αυτού δικαίωμα τρίτου.

Αν το πράγμα έχει νομικό ελάττωμα ο αγοραστής δικαιούται, εκτός των άλλων, κατ' επιλογή, να ζητήσει αποζημίωση από τον πωλητή για ολική ή μερική μη εκπλήρωση της σύμβασης, και πριν ακόμη χωρήσει εκνίκηση (ΑΠ 1193/2022, ΑΠ 825/2019, ΑΠ 721/2017). Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν, κατά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης, η κυριότητα του πωληθέντος δεν ανήκε στον πωλητή αλλά σε τρίτο πρόσωπο, η τοιαύτη δε ευθύνη του πωλητή είναι αντικειμενική, ήτοι δεν εξαρτάται από υπαιτιότητά του και αναιρείται μόνο αν ο αγοραστής θετικώς γνώριζε το νομικό ελάττωμα, μη αρκούσης της υπαίτιας άγνοιας έστω και οφειλόμενης σε βαριά αμέλεια (ΑΠ 1726/2022, ΑΠ 721/2017).

Όμως ο καθιερούμενος από την ως άνω ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 ΑΚ λόγος απαλλαγής του πωλητή από την ευθύνη του για νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος (τέτοια ευθύνη του πωλητή υπάρχει ιδίως στην περίπτωση που κύριος του πράγματος δεν είναι αυτός αλλά τρίτος) αδρανεί, αν οι συμβαλλόμενοι έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, όπως και αν συμφωνήσουν ότι ο πωλητής αναλαμβάνει ευθύνη και για γεγονότα που δεν συνιστούν νομικά ελαττώματα κατά την έννοια της ΑΚ 514 ή να χαρακτηρίσουν ως νομικό ελάττωμα, για να υπάρχει αυτή η ευθύνη, πράξη ή παράλειψη του πωλητή που κατά την ΑΚ 514 δεν είναι νομικό ελάττωμα (ΑΠ 825/2019, ΑΠ 590/2017).

Έτσι, σε περίπτωση πώλησης πράγματος, που στο πωλητήριο συμβόλαιο περιέχεται ο όρος ότι το πωλούμενο μεταβιβάζεται "ελεύθερο διεκδίκησης ή δικαιώματος τρίτου", ο πωλητής υπέχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον αγοραστή για τα νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος και αν ακόμα ο τελευταίος γνώριζε αυτά (ΑΠ 385/2023, ΑΠ 162/2022). [2] Από τις διατάξεις των άρθρων 1710 επ, 1800, 1814, 1846, 1193, 1199 ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση πώλησης ακινήτου, του οποίου ο πωλητής απέκτησε την κυριότητα με κληρονομική διαδοχή, η βάσιμη αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος από τρίτο, ο οποίος επικαλείται ίδιο αυτού κληρονομικό δικαίωμα, με την άσκηση αίτησης δημοσίευσης διαθήκης του κληρονομούμενου ή αγωγής αναγνώρισης κληρονομικού δικαιώματος αυτού αποτελεί νομικό ελάττωμα, ενώ μόνη η προβολή αβάσιμων δικαιωμάτων δεν συνιστά τέτοιο ελάττωμα. [3] Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: 1.

ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2. παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3. υπαιτιότητα και 4. πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 250/2023, ΑΠ 626/2022, ΑΠ 1389/2018).

Η υπαιτιότητα με τη μορφή είτε του δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), υφίσταται όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε της αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη της προσοχής, την οποία θα όφειλε να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος από τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις.

Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας κατάστασης που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράληψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί, με την κανονική και συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1295/2022, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 96/2018).

Η ζημία ενδέχεται να οφείλεται και σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, δηλαδή, του προσώπου, το οποίο, με τη βούληση κάποιου άλλου, χαρακτηριζόμενου ως προστήσαντος, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια, ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, θεμελιώνεται κατά το άρθρο 922 του ΑΚ η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες, τις οποίες παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με βάση τα επικαλούμενα στην αγωγή περιστατικά υπαιτιότητας του τελευταίου, με τον οποίο ο προστήσας συνευθύνεται εις ολόκληρο, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 481, 486 και 926 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 747/2023, ΑΠ 61/2023, ΑΠ 838/2020). [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). [5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023).

ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, κατά την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης έχει ως εξής : Ο αναιρεσείων, με την από 30-11-2017 αγωγή του, που κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, κατά της πρώτης εναγόμενης, Β.

χήρας Δ. Δ., ήδη μη διάδικου, και κατά της δεύτερης εναγόμενης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, Ξ. ή Ξ. Δ. του Δ., αφού εξέθετε ότι με το με αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Β. χήρα Δ. Δ., πώλησε και παρέδωσε στον ενάγοντα το αναφερόμενο ακίνητο, αντί τιμήματος 60.000,00 ευρώ, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του κληρονομούμενου - αληθούς κυρίου, Κ.

Ε., με την μεταγραφείσα νόμιμα με αριθμ. ...-2006 συμβ/φική πράξη αποδοχής κληρονομίας, και ότι οι εναγόμενες από τις οποίες η δεύτερη εναγόμενη προστήθηκε από την τελευταία στη διεκπεραίωση πώλησης του ακινήτου, πριν την πώληση του ακινήτου, κατά την κατάρτιση της συμβ/φικής πράξης πώλησης, όχι μόνο έπεισαν τον ενάγοντα να προβεί στην αγορά του επίδικου ακινήτου, με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ήτοι ότι η πωλήτρια είναι κυρία αυτού και ότι είναι ελεύθερο βάρους ή διεκδίκησης ή αμφισβήτηση, και με απόκρυψη ότι το πωλούμενο ακίνητο ήδη διεκδικούσε την κυριότητα τρίτο πρόσωπο, Μ. - Μ.

Μ., ως εκ διαθήκης κληρονόμος του προαναφερθέντος κληρονομούμενου, συμπεριλαμβάνοντας η πωλήτρια στο ανωτέρω συμβόλαιο ότι το ακίνητο μεταβιβάζεται ελεύθερο από νομικό ελάττωμα, βαρών και από κάθε διεκδίκηση, με σκοπό να τον παραπλανήσουν και προσπορίσουν στην πωλήτρια παράνομο περιουσιακό όφελος, αλλά και με παράλειψή τους, αν και επιβάλλεται από την καλή πίστη και την κρατούσα αντίληψη, να απέχουν από κάθε πράξη παραπλάνησης ως προς την ύπαρξη εγγυητικής ευθύνης της πωλήτριας σε περίπτωση ήττας της, επικαλούμενος δε ο ήδη αναιρεσείων ότι στις 14-11-2013, έλαβε γνώση ότι η πωλήτρια δεν ήταν κυρία του ακινήτου, οπόταν οι εναγόμενες παραπλανούσαν τον ίδιο ότι η διαφορά της πωλήτριας με την κληρονόμο θα επιλυθεί εξωδικαστικά, με αποζημίωσή της, άλλως θα του επέστρεφαν το τίμημα αγοράς του ακινήτου, το οποίο ακίνητο ο ενάγων αναγκάστηκε, δικαστικώς, να το αποδώσει στην αληθή κυρία αυτού, Μ. - Μ.

Μ., ζήτησε, μετά περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος, κυρίως να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες είναι υπόχρεες, εις ολόκληρον, να του καταβάλουν, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφοράς των εναγόμενων για την παραπλάνησή του στην κατάρτιση της σύμβασης της πώλησης, το ποσό των 102.000,00 ευρώ, από το οποίο : 1) το ποσό των 60.000,00 ευρώ ως από τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα καταβληθέν τίμημα στην πωλήτρια, 2) το ποσό των 7.899,77 ευρώ ως καταβληθέντα απ' αυτόν έξοδα για την απόκτηση του ακινήτου, 3) το ποσό των 1.070,35 ευρώ, ως καταβληθέντα απ' αυτόν έξοδα σύνδεσης του ακινήτου με το δίκτυο αποχέτευσης και ύδρευσης ΔΕΥΑΑ, και 4) το ποσό των 35.000,00 ευρώ, ως καταβληθείσες απ' αυτόν για τις αναφερόμενες δαπάνες ανακατασκευής και επιδιόρθωσης του ακινήτου, άλλως να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες είναι υπόχρεοι να του καταβάλουν το ανωτέρω ποσό των 102.910,00 ευρώ, με βάση την ευθύνη τους από τη σύμβαση πώλησης, άλλως, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η απαίτηση του από την παραπάνω αδικοπραξία ή την παραπάνω σύμβαση πώλησης ήθελε κριθεί ως υποκύψασα στην πενταετή παραγραφή να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες είναι υπόχρεοι, εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το παραπάνω ποσό επειδή κατέστησαν, αδικαιολογήτως, πλουσιότερες, σε βάρος της περιουσίας του, με το νόμιμο τόκο.

Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία του ενάγοντος και της δεύτερης εναγόμενης και ερήμην της πρώτης εναγόμενης, ήδη μη διάδικου, η με αριθμ. 279/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η πρώτη επικουρική βάση ως προς την δεύτερη εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτής, με το αιτιολογικό ότι, κατά την αγωγή, δεν ήταν αντισυμβαλλόμενη στη σύμβαση πώλησης, έγινε 1) δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς την κύρια βάση αυτής (αδικοπραξία) ως προς την πρώτη εναγόμενη, λόγω του τεκμηρίου ομολογίας, και 2) εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή ως προς την κύρια βάση αυτής (αδικοπραξία) ως προς την δεύτερη εναγόμενη, και, αφού απορρίφθηκε επίσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένσταση αυτής περί παραγραφής, αναγνωρίσθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 67.506,83 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 60.000,00 ευρώ, ως ζημία του από το καταβληθέν τίμημα, το ποσό των 7.506,83 ευρώ ως ζημία του από καταβληθέντα έξοδα απόκτησης αυτού, και το ποσό των 3.312,89 ευρώ ως ζημία του προξενηθείσα από δαπάνες σύνδεσης του ακινήτου με το δίκτυο ύδρευσης - αποχέτευσης και ανακαίνισης του ακινήτου, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη.

Επί της από 05-12-2019 έφεσης των εναγόμενων, από τις οποίες η πρώτη ως ερήμην και η δεύτερη αντιμωλία δικασθείσα, κατά της παραπάνω εκκαλούμενης απόφασης, εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 297/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η έφεση της ερημοδικασθείσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρώτης εναγόμενης και απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη κατά την κύρια και πρώτη επικουρική βάση αυτής και ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς την δεύτερη επικουρική βάση αυτής, και έγινε δεκτή η έφεση της δεύτερης εναγόμενης ως κατ' ουσίαν βάσιμη και απορρίφθηκε ως προς την κύρια και πρώτη βάση αυτής ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ως προς την δεύτερη εναγόμενη ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-10-2022 αίτηση αναίρεσης. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι από την από 05-10-2022 επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στον αναιρεσείοντα μέχρι την κατάθεση της αίτησης, στις 03-11-2022, στη γραμματεία του Εφετείου Λάρισας, δεν παρήλθε η 30νθήμερη προθεσμία, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

"Στις 22-7-2010 η πρώτη εναγόμενη, ήδη μη διάδικος, κατήρτισε με τον ενάγοντα, ήδη αναιρεσείοντα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Λάρισας Μ. Δ. - Κ., σύμβαση πώλησης ενός ακινήτου και, συγκεκριμένα, ενός οικοπέδου έκτασης 182,36 τ.μ. το οποίο βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της Λάρισας στη συνοικία "Νέα Σμύρνη" στο υπ' αρ. ...

οικοδομικό τετράγωνο, επί της οδού ..., μετά της επί αυτού υπάρχουσας ισογείου οικίας, καθαρού εμβαδού 75 τ.μ., αποτελούμενης από δύο δωμάτια, σαλόνι, χώλ, κουζίνα και λουτρό, συντάχθηκε δε προς τούτο το υπ' αρ. ... συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 23-7-2010 στον Τόμο ... με αριθμό ... των Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας (...) και δηλώθηκε και στο τοπικό Γραφείο Κτηματογράφησης (...).

Το συμφωνημένο τίμημα καθορίστηκε στο ποσό των 60.000 ευρώ το οποίο εισέπραξε η πωλήτρια αυθημερόν. Ο νόμιμος τίτλος στον οποίο η πωλήτρια στήριζε το δικαίωμα της κυριότητάς της ήταν η εξ αδιάθετου κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 5-3-2006 αδελφού της, Κ. Ε., την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αρ. ...-2006 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής που μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας στον Τόμο ...

με αριθμό ... Η πωλήτρια - πρώτη εναγόμενη δήλωσε στον τίτλο αυτό ότι το πωλούμενο ακίνητο είναι ελεύθερο από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη, προσημείωση, κατάσχεση, δουλεία, μίσθωση, από τέλη, από κληρονομικό δικαίωμα, ρυμοτομία, διεκδίκηση, αναγκαστική διαχείριση και γενικά από κάθε νομικό ελάττωμα και κάθε άλλη φιλονικία, αμφισβήτηση και διένεξη (...).

Επίσης, στο συμβόλαιο προσαρτήθηκε, εκτός των άλλων, και το υπ' αρ. πρωτ. ...-2010 πιστοποιητικό της Β' Δ.Ο.Υ. Λάρισας, το οποίο προσκομίζεται με επίκληση από τον ενάγοντα. Σε αυτό το πιστοποιητικό αναφέρεται ότι εξοφλήθηκε ο φόρος κληρονομιάς και ότι εκκρεμεί απόφαση δημοσίευσης διαθήκης (δικάσιμος 14-5-2010) με κληρονόμο την Μ.

Μ., το τελευταίο δε έχει σημειωθεί χειρόγραφα από την αρμόδια υπάλληλο της Δ.Ο.Υ. στο κάτω μέρος της πρώτης σελίδας του πιστοποιητικού. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο ενάγων είχε νομικό συμπαραστάτη κατά το χρόνο σύνταξης του συμβολαίου, όπως βεβαιώνεται στον τίτλο (...), γεγονός που δεν το αμφισβητεί κανείς διάδικος, δηλαδή είχε ενημερωθεί για τη νομική κατάσταση του ακινήτου που αγόραζε.

Πιο συγκεκριμένα, ο αποβιώσας είχε συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη με την οποία κατέλειπε το εν λόγω ακίνητο στην Μ. - Μ. Μ. (ανεψιά του) η οποία κίνησε δύο φορές δικαστικώς τη διαδικασία της κήρυξης της διαθήκης ως κυρίας - για δύο διαφορετικές ιδιόγραφες διαθήκες -, στις δίκες δε αυτές η πρώτη εναγόμενη άσκησε κύριες παρεμβάσεις που απορρίφθηκαν (η ασκηθείσα στις 21-3-2007 κύρια παρέμβαση απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 461/22-2-2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αλλά κατόπιν άσκησης έφεσης εξαφανίστηκε η προαναφερόμενη απόφαση και η ασκηθείσα με αριθμό κατάθεσης 2572/2010 κύρια παρέμβαση απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 1781/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που μετά από άσκηση έφεσης κατέστη τελεσίδικη).

Τα όσα αντίθετα επικαλείται ο ενάγων περί άγνοιας και περί αδυναμίας του να αντιληφθεί σε ποια δίκη αναφερόταν η χειρόγραφή παραπομπή, δεν ευσταθούν, διότι ακριβώς αυτός είναι ο λόγος της παρουσίας δικηγόρου κατά την σύναψη των συμβολαίων, δηλαδή η επαρκής πληροφόρηση του μη έχοντος νομικές γνώσεις αγοραστή (όπως εν προκειμένω του - κατά δήλωσή του - ιδιωτικού υπαλλήλου γεννημένου το 1948, ήτοι 62 ετών, αγοραστή).

Κάθε δε αμφιβολία περί του εάν κατανόησε το περιεχόμενο του πιστοποιητικού αίρεται από τη στιγμή που ο ίδιος την ίδια ημέρα με τη σύνταξη του συμβολαίου (22-7-2010) υπέγραψε και μία υπεύθυνη δήλωση που εκτιμάται ελεύθερα ως εξώδικη ομολογία (352 παρ. 2 του ΚΠολΔ), στην οποία αναφέρεται επί λέξει "Έλαβα γνώση του περιεχομένου του υπ' αριθμό ...

πιστοποιητικού της Β' Δ.ΟΥ. Λάρισας και των εκκρεμών δικών που αφορούν το ακίνητο που περιγράφεται στο υπ' αριθμόν ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Λάρισας Μ. Δ. - Κ." ο δε ενάγων δεν αμφισβητεί την γνησιότητα της υπογραφής του που έχει τεθεί στο τέλος του κειμένου αυτού, παρά μόνο το περιεχόμενό του. Πλην όμως, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο δικηγόρος του ενάγοντος που παρίστατο κατά τη σύνταξη του συμβολαίου θα απέτρεπε τον πελάτη του από το να υπογράψει μία "λευκή" υπεύθυνη δήλωση.

Εξαπάτηση ή απόκρυψη της αλήθειας εκ μέρους της πωλήτριας - πρώτης εναγόμενης, ήδη μη διάδικου, και η επί αυτής στηριζόμενη ευθύνη από αδικοπραξία, επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγόμενη ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη είναι η θυγατέρα της πωλήτριας και ότι λόγω της διαμονής της στην πόλη της Λάρισας φροντίζει τις υποθέσεις της μητέρας της, η οποία διαμένει στο χωριό ...

μαζί με τον υιό της που τον φροντίζει λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αυτός αντιμετωπίζει. Στα πλαίσια αυτής της σχέσης η πωλήτρια - πρώτη εναγόμενη στην αγγελία προς πώληση που δημοσίευσε σε τοπική εφημερίδα έθεσε το τηλέφωνο της θυγατέρας της, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές να παίρνουν πληροφορίες.

Τις τελικές όμως αποφάσεις ελάμβανε πάντοτε η πρώτη εναγόμενη, όπως με σαφήνεια κατέθεσε η εξετασθείσα μάρτυρας Β. Ζ. (υπ' αρ. 438/2018 ένορκη βεβαίωση), η κατάθεση της οποίας κρίνεται πειστική καθώς είναι συγγενής των εναγόμενων. Και ναι μεν αυτή η εναγόμενη έδειξε την προς πώληση οικία στον υποψήφιο αγοραστή - ενάγοντα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Σ.

Τ. (υπ' αρ. 197/2018 ένορκη βεβαίωση), πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι τον έπεισε στο να λάβει την τελική τoυ απόφαση με πρόθεση να τον ζημιώσει. Στην τελική του απόφαση εξάλλου είχε τη συμβουλή του νομικού παραστάτη του, ο οποίος και του εξήγησε όλους τους κινδύνους. Άλλη δε συμφωνία μετά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης για μελλοντική ανάληψη ευθυνών από τις εναγόμενες, για την περίπτωση που δικαιωνόταν το τρίτο πρόσωπο, Μ.

Μ., στην εκκρεμή δίκη, δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε. Κατόπιν αυτών, αποδεικνύεται ότι ούτε η δεύτερη εναγόμενη με τη συμπεριφορά της παρέστησε ψευδή γεγονότα στον ενάγοντα ή αποσιώπησε την αλήθεια, και η επί αυτής στηριζόμενη ευθύνη από αδικοπραξία δεν αποδεικνύεται. Ακολούθως, η αγωγή κατά την κύρια βάση της είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη και για τις δύο εναγόμενες.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά αναφορικά με την δεύτερη εναγόμενη, ως προς οποία μόνο και ερεύνησε τα αποδεικτικά μέσα λόγω της παρουσίας της στο Δικαστήριο, έσφαλε και η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί κατά το κεφάλαιο που έκρινε βάσιμη την εκ αδικοπραξίας αγωγή, δεκτού γενόμενου του σχετικού λόγου έφεσης.

Περαιτέρω, ερευνητέα είναι η σωρευόμενη επικουρικά βάση της αγωγής εκ της ενδοσυμβατικής ευθύνης της πρώτης μόνο εναγόμενης, βάση την οποία δεν έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενή απόφαση, καθώς λόγω της ερημοδικίας της θεωρήθηκε ομολογημένη η αγωγή ενώ λόγω της εξαφάνισης της εκκαλουμένης στα πλαίσια του άρθρου 528 ΚΠολΔ, το παρόν Δικαστήριο - που υποκαθίσταται στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου - είναι αρμόδιο να ερευνήσει όλες τις βάσεις της αγωγής (...).

Αντίθετα, η ανωτέρω επικουρική βάση της αγωγής ερευνήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφορικά με την παριστάμενη δεύτερη εναγόμενη και για την επωφελή γι' αυτήν διάταξη της εκκαλουμένης (απορρίφθηκε λόγω έλλειψης νομιμοποίησης επειδή δεν ήταν αυτή αντισυμβαλλόμενη στην πώληση) δεν προβάλλει η εκκαλούσα παράπονο με το εφετήριο δικόγραφο και για το λόγο αυτό δεν μεταβιβάστηκε η υπόθεση - κατά το κεφάλαιο αυτό - στο παρόν Δικαστήριο....

Στη συνέχεια, αποδεικνύεται ότι το πωληθέν ακίνητο δεν ήταν ελεύθερο από νομικό ελάττωμα, αφού τρίτο πρόσωπο, η Μ. - Μ. Μ., το διεκδικούσε ως κληρονομιά της, όπως προαναφέρθηκε. Δηλαδή, καταρχήν γεννάται ευθύνη της από τις διατάξεις των άρθρων 514 επ. του ΑΚ. Το ανωτέρω νομικό ελάττωμα υπήρχε κατά το χρόνο της πώλησης (22-7-2010), αφού και τότε ήταν ακόμη εκκρεμής η ανοιγείσα δίκη για την κήρυξη της διαθήκης ως κυρίας στην οποία άσκησε παρέμβαση η πρώτη εναγόμενη, η δε συζήτηση είχε γίνει στις 14-5-2010 στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι περίπου δύο μήνες πριν την κατάρτιση του συμβολαίου μεταβίβασης, δίκη που περατώθηκε τελεσιδίκως και αμετακλήτως πολύ μεταγενέστερα από τη σύνταξη του συμβολαίου (βλ.

υπ' αρ. 2657/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και υπ' αρ. 726/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου). Αποδείχθηκε, όμως, ότι ο αγοραστής - ενάγων γνώριζε την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος και προχώρησε στη σύναψη της σύμβασης, όπως επίσης προαναφέρθηκε. Ακολούθως, η προβαλλόμενη παραδεκτά από την πρώτη εκκαλούσα, το πρώτον με το εφετήριο δικόγραφο, ένσταση του άρθρου 515 του ΑΚ, αποδεικνύεται ουσία βάσιμη και η σχετική βάση της αγωγής κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης εναγόμενης - αντισυμβαλλόμενης του ενάγοντος - πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη - δεύτερη εναγόμενη δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής και αναγνώρισε ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη - δεύτερη εναγόμενη οφείλει στον αναιρεσείοντα - ενάγοντα το ποσό των 70.819,72 ευρώ, νομιμοτόκως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής, ως αποζημίωσή του, από την σε βάρος του αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής.

Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη έκρινε : 1) Ότι ο ενάγων, γεννηθείς το έτος 1949, και έχοντας νομικό παραστάτη, στις 22-07-2020, χρόνο κατάρτισης του με αριθμ. ... συμβολαίου του συμβ/φου Λάρισας Μ. Δ., με το οποίο αγόρασε από την Β. χήρα Δ. Δ., μητέρα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, το αναφερόμενο ακίνητο, αντί του καταβληθέντος στην τελευταία τιμήματος των 60.000,00 ευρώ, γνώριζε ότι εκκρεμούσε δίκη και, ειδικότερα, έκδοση απόφασης (με δικάσιμο την 14-05-2010) για δημοσίευση ιδιόγραφης διαθήκης του κληρονομούμενου Κ.

Ε., αληθούς κυρίου του ακινήτου, δικαιοπαρόχου της ανωτέρω πωλήτριας, με τετιμημένη τρίτο πρόσωπο, την Μ. - Μ. Μ. 2) Ότι η πωλήτρια με τον παραπάνω συμβ/φικό τίτλο υποσχέθηκε ότι το πωλούμενο ακίνητο είναι ελεύθερο από κάθε βάρος, χρέος, υποθήκη, προσημείωση, κατάσχεση, δουλεία, μίσθωση, από τέλη, από κληρονομικό δικαίωμα, ρυμοτομία, διεκδίκηση, αναγκαστική διαχείριση και γενικά από κάθε νομικό ελάττωμα και κάθε άλλη φιλονικία, αμφισβήτηση και διένεξη. 3) Ότι λόγω της διαμονής της πωλήτριας στο χωριό ..., όπου φροντίζει τον υιό της, που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, προέστησε, με σχετικές οδηγίες, την δεύτερη αναιρεσίβλητη - δεύτερη εναγόμενη στην επίδειξη του προς πώληση ακινήτου στον υποψήφιο αγοραστή - ενάγοντα. 4) Ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη - δεύτερη εναγόμενη δεν αποσιώπησε την αλήθεια για την ύπαρξη της εκκρεμούς δίκης δημοσίευσης της αναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης, την οποία άσκησε η τρίτη Μ. - Μ.

Μ., με την οποία η τελευταία επικαλείτο ότι είναι αληθής κληρονόμος του ανωτέρω κληρονομούμενου, δίκη στην οποία είχε παρέμβει κυρίως η ανωτέρω πωλήτρια, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του ανωτέρω κληρονομούμενου, ούτε απέκρυψε αυτήν, προκειμένου να παραπλανήσει τον αναιρεσείοντα - ενάγοντα στην κατάρτιση της σύμβασης αγοράς, ούτε τον έπεισε να λάβει την απόφαση για κατάρτιση της σύμβασης με πρόθεση να τον ζημιώσει. 5) Ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη - δεύτερη εναγόμενη δεν επέδειξε αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος του αναιρεσείοντος - ενάγοντος (ούτε και η πωλήτρια), ο οποίος γνωρίζοντας την ύπαρξη νομικού ελαττώματος του ακινήτου, και συγκεκριμένα την ύπαρξη της εκκρεμούς δίκης δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του κληρονομούμενου υπέρ της προαναφερθείσας τρίτης, προέβη στην κατάρτιση της σύμβασης αγοράς. 6) Ότι μετά την παράδοση της νομής και τη μεταγραφή της συμβ/φικής πράξης στον αναιρεσείοντα - ενάγοντα, η ασκηθείσα κύρια παρέμβαση της πωλήτριας απορρίφθηκε, με την 1781/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την 2657/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και κατέστη αμετάκλητη με την 726/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου. 7) Ότι, μετά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης, δεν καταρτίστηκε άλλη συμφωνία για μελλοντική ανάληψη ευθυνών από την δεύτερη αναιρεσίβλητη, για την περίπτωση που δικαιωνόταν, στην εκκρεμή δίκη, η τρίτη, Μ.

Μ. [2] Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αναφορικά με το παράνομο της συμπεριφοράς και την υπαιτιότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα,: αν και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η πωλήτρια υποσχέθηκε το ακίνητο ελεύθερο από κάθε νομικό ελάττωμα και διεκδίκηση από τρίτο και ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη - δεύτερη εναγόμενη, προστηθείσα από την πωλήτρια δεν αποσιώπησε ούτε απέκρυψε την ύπαρξη της εκκρεμούς δίκης για τη δημοσίευση ιδιόγραφης διαθήκης του κληρονομούμενου, με την οποία διαθήκη κατέλειπε ο τελευταίος την κυριότητα του ακινήτου στην τρίτη Μ. - Μ.

Μ. δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση : 1) αν ο αναιρεσείων, κατά την κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, γνώριζε, με οποιονδήποτε τρόπο, ότι είναι βάσιμη η εκκρεμής δίκη, 2) αν, πριν ή κατά την κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, η δεύτερη αναιρεσίβλητη έπεισε ή καθησύχασε τον αναιρεσείοντα ή υποστήριξε στον αναιρεσείοντα ότι δεν θα ευδοκιμήσει η ανοιγείσα από την τρίτη εκκρεμής δίκη ή ότι με την αναληφθείσα με το συμβόλαιο αγοραπωλησίας από την πωλήτρια ευθύνη ότι το ακίνητο δεν έχει νομικό ελάττωμα και διεκδίκηση από τρίτο η πωλήτρια θα επέστρεφε το τίμημα ή και τα έξοδα για την απόκτηση του ακινήτου ή ότι για την περίπτωση που αποδεικνυόταν βάσιμη η εκκρεμής αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος από την προαναφερθείσα τρίτη η πωλήτρια - μητέρα της θα επέστρεφε στον αναιρεσείοντα το τίμημα ή και τα έξοδα για την απόκτηση του ακινήτου, και σε καταφατική περίπτωση περιστατικά θεμελιωτικά της υπαίτιας συμπεριφοράς της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αν δηλαδή ως προστηθείσα από την πωλήτρια, ενήργησε από δόλο ή αμέλεια και στην τελευταία περίπτωση σε τι ακριβώς συνίσταται η αμέλειά της, εξειδικεύοντας έτσι τις αόριστες αυτές έννοιες με συγκεκριμένα περιστατικά.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού και ο τέταρτος λόγος (κατ' εκτίμηση όχι από τον αρ. 1α), με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.

[3] Από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 938 ΑΚ προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ.

ΑΚ για την απόδοση στον ζημιωθέντα κάθε ωφέλειας που αποκόμισε από την αδικοπραξία εκείνος που αδικοπράγησε, είτε η ωφέλεια αυτή συνίσταται σε θετική αύξηση, είτε σε μη ελάττωση της περιουσίας του αδικοπραγήσαντος. Ειδικότερα, αν μεν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ κατά την οποία υποχρεούται σε απόδοση της ωφέλειας, εφόσον είναι πλουσιότερος κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, διότι απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, ούτε στο σκοπό του νομοθέτη ανταποκρίνεται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του άρθρου 911 αρ. 2 ΑΚ με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 παρ. 1 εδ.

β' ΑΚ που εφαρμόζεται στην περίπτωση απόδοσης ωφέλειας, που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, διότι η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια. Παρέπεται ότι διά να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή (άρθρο 937 ΑΚ) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις ως άνω από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1154/2023, ΑΠ 359/2020, ΑΠ 767/2017, ΑΠ 1439/2014, ΑΠ 1261/2013).

Έτσι δεν γεννάται τέτοια αξίωση προς απόδοση του πλουτισμού από παραγεγραμμένη απαίτηση από σύμβαση ή γενικότερα δικαιοπραξία, διότι η παραγραφή αυτής αποτελεί νόμιμο λόγο πλουτισμού (ΑΠ 1346/2002, ΑΠ 93/1996). Προϋπόθεση του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι η αμεσότητα της περιουσιακής μετακίνησης από τον δότη στον λήπτη, η οποία δεν αναιρείται με την παρεμβολή τρίτου προσώπου που συνδέεται με τον ζημιωθέντα ή τον λήπτη (ΑΠ 270/2023, ΑΠ 858/2020).

Η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, από άποψη ουσιαστικού δικαίου είναι επιβοηθητική, ασκούμενη όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν δύναται να γίνει λόγος για έλλειψη νόμιμης αιτίας. Αν η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ) υπό την αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από αδικοπραξία, τότε για την πληρότητα της πρέπει να αναφέρεται η ωφέλεια που αποκόμισε ο εναγόμενος από την αδικοπραξία, αφού την παραγραφή της σχετικής αξίωσης απόκειται στον εναγόμενο να την προτείνει κατ' ένσταση (άρθρο 277 ΑΚ), ώστε μετά την απόσβεση της κύριας αξίωσης από αδικοπραξία να ενεργοποιηθεί η από το άρθρο 938 ΑΚ επικουρική αγωγική αξίωση για το περιελθόν στον αδικοπραγήσαντα και να δημιουργηθεί η υποχρέωση του δικαστηρίου να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητά της (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018). [4] Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία, ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.

Με τις διατάξεις του άρθρου 224 εδ. β` και 236 ΚΠολΔ μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση αυτού τούτου του περιστατικού που απαιτείται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1764/2006, ΑΠ 1122/2005, ΑΠ 263/2005).

Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη) ή με το εφετήριο, τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή (ΑΠ 1189/2020, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1515/2018).

Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ο, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1071/2023, ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 115/2022).

[5] Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, προστηθείσα από την πωλήτρια μητέρα της για την κατάρτιση της σύμβασης, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία αιτείται την αναγνώριση οφειλής 102.910,00 ευρώ, που αποτελεί τη θετική του ζημία, συμποσούμενη α) από το καταβληθέν στην πωλήτρια τίμημα των 60.000,00 ευρώ, β) από τα καταβληθέντα έξοδα μεταβίβασης ύψους 7.899,77 ευρώ, για την απόκτηση του ακινήτου, γ) από τα καταβληθέντα απ' αυτόν έξοδα σύνδεσης του ακινήτου με το δίκτυο αποχέτευσης και ύδρευσης των 1.070,35 ευρώ, και δ) από τις καταβληθείσες δαπάνες ανακατασκευής και επιδιόρθωσης του ακινήτου των 35.000,00 ευρώ, θεμελιούμενη στις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, για την περίπτωση που η κύρια βάση της αγωγής από την αδικοπραξία και η πρώτη επικουρική βάση αυτής από την ενδοσυμβατική ευθύνη της πώλησης απορριπτόταν ως παραγεγραμένες, και από τις οποίες αυτή της ενδοσυμβατικής ευθύνης δεν μεταβιβάστηκε, με την έφεση της αναιρεσίβλητης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, ως προς αμφότερα τα μέρη αυτής, ότι είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι "...ενώ εκθέτει στο δικόγραφο (της αγωγής) ότι το ποσό που κατέβαλε για την αγορά του ακινήτου είναι αυτό των 60.000 ευρώ, αντιθέτως ζητεί στο αιτητικό άλλο ποσό (102.910 ευρώ, το οποίο αποτελείται όχι μόνο από το τίμημα των 60.000 ευρώ), με αποτέλεσμα να δημιουργείται ασάφεια ως προς το αίτημα (216 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επίσης, ενώ το ποσό "που κατέβαλε για την αγορά του ακινήτου" το εισέπραξε μόνο η πωλήτρια - πρώτη εναγόμενη, εντούτοις ζητεί τον "πλουτισμό" και από τις δύο εναγόμενες, προκαλώντας επιπλέον ασάφεια (216 παρ. 1 α' ΚΠολΔ)". Όμως η δεύτερη επικουρική βάση, καθό μέρος αφορά την περίπτωση απόρριψης ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη της βάσης της αγωγής για φερόμενη ενδοσυμβατική ευθύνη από τις διατάξεις της πώλησης είναι απαράδεκτη, διότι δεν ιδρύεται επειδή, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, το κεφάλαιο αυτό, κατά το οποίο νίκησε η δεύτερη εκκαλούσα - δεύτερη εναγόμενη - δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ανεξαρτήτως : 1) ότι η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα αίρεση παραγραφής (που είναι εικοσαετής και όχι πενταετής ως επικαλείται ο αναιρεσείων) της συμβατικής ευθύνης από ύπαρξη νομικού ελαττώματος δεν μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη από αδικαιολόγητο πλουτισμό και 2) ( ακόμη για την χωρίς αίρεση παραγραφής περίπτωση) ο αναιρεσείων δεν επικαλείται αμεσότητα περιουσιακής μετακίνησης από τον αναιρεσείοντα ως δότη στην δεύτερη αναιρεσίβλητη ως λήπτρια.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά κατά το αποτέλεσμα έκρινε αυτήν ως απαράδεκτη, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα απόφαση, και ο σχετικός λόγος αναίρεσης, απορρίπτεται, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ. Η δεύτερη επικουρική βάση, καθό μέρος αφορά την περίπτωση της απόρριψης της βάσης της αγωγής για φερόμενη αδικοπρακτική ευθύνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι δεν γίνεται επίκληση στο δικόγραφο της αγωγής της ωφέλειας που αποκόμισε η δεύτερη αναιρεσίβλητη - δεύτερη εναγόμενη από την αδικοπραξία, ώστε μετά την απόσβεση της κύριας αξίωσης από αδικοπραξία, λόγω παραγραφής να ενεργοποιηθεί η από το άρθρο 938 ΑΚ επικουρική αγωγική αξίωση για το περιελθόν στον αδικοπραγήσαντα και να δημιουργηθεί η υποχρέωση του δικαστηρίου να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητά της.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά έκρινε αυτήν ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, αν και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται εν μέρει με την παρούσα απόφαση, και ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ.

[6] Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο κήρυξε την (επικουρική) αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, επικαλούμενος ότι παραγνώρισε τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά και, ειδικότερα, ότι στην αγωγή διαλαμβάνεται ότι δεν συναλλάχθηκε μόνο με την πωλήτρια αλλά και με την δεύτερη αναιρεσίβλητη - δεύτερη εναγόμενη, εκθέτοντας σ' αυτήν ότι κατέβαλε το τίμημα των 60.000,00 ευρώ, στην δεύτερη εναγόμενη για λογαριασμό της πωλήτριας και προστηθείσα από αυτήν, καθώς και αιτούμενος, με την προσθήκη - αντίκρουση στο πρωτόδικο δικαστήριο και στο εφετείο (εννοείται εφετήριο), να προσκομίσουν αμφότερες αντίγραφα κίνησης των λογαριασμών που διατηρούσαν στην τράπεζα, για το διάστημα από 01-07-2010 έως 15-08-2010, προκειμένου να διαπιστωθεί σε ποιο λογαριασμό κατατέθηκε το τίμημα και αν έγινε στη συνέχεια κατάθεση σε κάποιον άλλο λογαριασμό.

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αναφέρεται σε θεμελιωτικά αδικαιολόγητου πλουτισμού περιστατικά με την προσθήκη - αντίκρουση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο εφετείο (με το εφετήριο) είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος για απαραδέκτως, κατά τον ως άνω τρόπο, προτεινόμενα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αγωγή.

Κατά τα λοιπά ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος διότι δεν αναφέρονται στην αγωγή πραγματικά περιστατικά άμεσης μετακίνησης πλουτισμού από τον ενάγοντα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη η οποία δεν αναιρείται με την επικαλούμενη στην αγωγή παρεμβολή αυτής ως συνδεόμενη με σχέση πρόστησης με την λήπτρια - πωλήτρια.

[7] Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι με αντιφατική αιτιολογία απέρριψε τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, ως αόριστη, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, με την οποία ζητούσε, σε περίπτωση απόρριψη της αγωγής λόγω παραγραφής : α) κατά τη βάση αυτής από την ενδοσυμβατική ευθύνη, και, ειδικότερα, με τις διατάξεις της πώλησης (άρθρ. 513 ΑΚ επ.) και β) κατά τη βάση αυτής από αδικοπρακτική ευθύνη της (άρθρ. 914 ΑΚ), να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη οφείλει να του καταβάλει το προαναφερθέν ποσό των 102.910,00 ευρώ, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά το οποίο η δεύτερη εναγόμενη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη, διότι δεν αναφέρει με επάρκεια και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία μπορούσαν να δικαιολογήσουν το αν μεταβιβάστηκε, με την έφεση, το κεφάλαιο για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ενώ προηγουμένως δέχθηκε ότι δεν μεταβιβάστηκε διότι είχε απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη.

IV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή των ανωτέρω γενόμενων δεκτών ως βάσιμων λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών μη εξετασθέντων λόγων αναίρεσης (από τους αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη - δεύτερη εναγόμενη, κατά την κύρια βάση της αδικοπρακτικής ευθύνης και απέρριψε την αγωγή, ως προς την παραπάνω θεμελιούμενη αδικοπρακτική ευθύνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του προκατατεθέντος απ' αυτόν παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 183, 176, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Καταργεί τη δίκη που ανοίχθηκε με την από 18-10-2022 αίτηση του Ι. Τ. του Ε. για αναίρεση της 297/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη

Αναιρεί την 297/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει την δεύτερη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπροεδρος του Αρείου Πάγου