Legislator Case Law & Legislation
1565/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company regarding child support damages due to father's death.

Case Number 1565/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the insurance company regarding the amount of child support damages awarded for the father's death. The lower court failed to examine whether the claim was transferred to the social security fund or if the minor child had standing to sue, focusing only on civil code provisions regarding parental duty. Consequently, the court found the lower court erred in dismissing the insurance company's defense and reduced the compensation amount without proper legal analysis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1485, 1486, 1489, 1493 of the Civil Code; The court must examine the transfer of a death benefit claim to the social security fund and the standing of the minor child to sue, rather than limiting the review to general parental duty provisions.

Keywords

AI generated
child support damages social security fund standing of minor child transfer of claim insurance company liability death benefit parental duty

Cited Legislation

AI generated
Articles 1485, 1486, 1489, 1493 of the Civil Code
Law 3518/2006
Articles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Articles 178, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1565 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1565/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Κ., που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-5-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: Α. 1) Β. Φ. του Ε., χας Ν. Τ., κατοίκου ….., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της 2) Ν. - Ν. Φ. - Τ. του Ν. (ήδη ενηλικωθείσα, βλ. ΑΠ 618/2021), οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και Β. 1) Δ. Τ. του Ν., 2) Ε. συζ. Δ. Τ., θυγ. Χ. Τ., 3) Χ. Τ. του Δ. και 4) Α. Τ. του Δ., κατοίκων ….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σ. Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-12-2013 και 14-4-2014 αγωγές των ήδη υπό στοιχ. Α και Β αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Αρχικά, επί της ως άνω από 11-12-2013 πρώτης αγωγής, εκδόθηκε η 20525/2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια, και αφού οι δύο ως άνω αγωγές συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9660/2015 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 449/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε μεταξύ άλλων και η ήδη αναιρεσείουσα με την από 12-2-2018 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 618/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, παραπέμποντας την υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την ήδη αναιρεσείουσα. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 15-6-2021 κλήση της αναιρεσείουσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι υπό στοιχ. Β των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1, 2 κ' 3, 568 παρ. 1 κ' 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης. Διαφορετικά, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Εν προκειμένω, από τις 2781/25-2-2022 και 2780/25-2-2022 εκθέσεις επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ. Ρ., προκύπτει, ότι, ακριβές αντίγραφο της από 15-6-2021 κλήσης, με την οποία φέρεται για συζήτηση η από 12-2-2018 αίτηση αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτη και δεύτερη των καθ' ων η κλήση: α) Β. Φ. και Ν.-Ν. Φ.-Τ., με την επιμέλεια της καλούσης ασφαλιστικής εταιρείας "...", που με την κλήση της αυτή επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης. Κατά συνέπεια, αφού οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, κατά τα προεκτιθέμενα.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι με την 618/2021 απόφαση του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης, ως προς την τέταρτη αναιρεσείουσα και ήδη καλούσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", λόγω ελλείψεως πληρεξουσιότητος του δικηγόρου της, ενώ έγινε δεκτή ως προς τους λοιπούς τρεις αναιρεσείοντες (απλούς ομοδίκους της καλούσας - τέταρτης αναιρεσείουσας) και αναιρέθηκε ως προς τους ανωτέρω η 449/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. 'Ηδη νόμιμα επαναφέρεται με την από 15-6-2021 κλήση, η από 12-2-2018 κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως από την τέταρτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία (βλ.

το με αριθμό 7451/3-10-2019 ειδικό πληρεξούσιο της συμ/φου Θεσσαλονίκης Κ. Β., προς τον εκπροσωπούντα αυτήν δικηγόρο Ι. Κ.). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών (άρθρο 861Α'ΚΠολΔ) εκδοθείσα, 449/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το Δικαστήριο αυτό, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την από 2-9-2015 έφεση των εκκαλούντων-εναγομένων Χ.

Π., Κ. Π., ασφαλιστικής εταιρείας "..." και την από 18-7-2015 έφεση της εκκαλούσας-εναγομένης και ήδη καλούσης-αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας "..." κατά της 9960/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε συνεκδικάσει και είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμες κατ` ουσίαν, τις από 11-12-2013 και από 14-4-2014 αγωγές των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των ως άνω εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων, εις ολόκληρον ευθυνομένων για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς τους, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα σ' αυτές (αγωγές).

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ ).

Ωσαύτως, έχει κατατεθεί το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 §3 ΚΠολΔ παράβολο.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚπολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Β. Φ., ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης της Ν.-Ν. Φ.-Τ. (ήδη ενηλικιωθείσης) στρεφόμενες κατά των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων με την από 11-12-2013 (αρ.κατ. 31022/2013) αγωγή, επικαλούμενη τον, εκ του επισυμβάντος, την 12-7-2013, αυτοκινητικού ατυχήματος θάνατο του Ν. Τ. συζύγου της και πατρός της ανήλικης, ζητούσε (όπως παραδεκτά μετέτρεψε κατά ένα μέρος των αιτημάτων της σε αναγνωριστικό), να αναγνωρισθούν τα επακριβώς αναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη εκάστη εξ αυτών από το θάνατο του ως άνω συγγενούς τους και επιπλέον τα αιτούμενα χρηματικά ποσά για έξοδα κηδείας τα οποία δαπάνησε η ενάγουσα σύζυγος, ατομικά και για στέρηση διατροφής της ανήλικης θυγατέρας, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στην αγωγή.

Εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 3127/2016, μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της αγωγής προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση από τον Οργανισμό Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών, από την οποία να αποδεικνύεται εάν οι ενάγουσες επιδοτήθηκαν ή δικαιούνται να λάβουν στο μέλλον ασφαλιστικές παροχές από τον ως άνω Οργανισμό αναφορικά με τα αγωγικά κονδύλια των εξόδων κηδείας και στέρησης διατροφής.

Στη συνέχεια, οι Δ. Τ., Ε. Τ., Χ. Τ. και Α. Τ., στρεφόμενοι κατά των ιδίων εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων με την από 14-4-2014, αρ. κατ.8565/2014 αγωγή τους, ζητούσαν (όπως παραδεκτά μετέτρεψαν κατά ένα μέρος των αιτημάτων τους σε αναγνωριστικά), να τους αναγνωρισθούν τα επακριβώς αναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη έκαστος εξ αυτών από το θάνατο του ως άνω υιού των δύο πρώτων και αδερφού των λοιπών δύο, αντίστοιχα.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που τελικά, συνεκδίκασε τις αγωγές αυτές εξέδωσε την με αριθμό 9660/2015 οριστική απόφασή του, με την οποία κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο για τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους που οδηγούσε δίκυκλο ποδήλατο, τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος (τράκτορος μετ' επικαθήμενου), έκανε εν μέρει δεκτές της αγωγές.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι διάδικοι άσκησαν τις αντίθετες εφέσεις τους, επί των οποίων εξεδόθη η προσβαλλόμενη με αριθμό 449/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε τύποις και ουσία τις εφέσεις και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κρίνοντας ομοίως αποκλειστικά υπαίτιο τον οδηγό του τράκτορα, επιδίκασε τα επακριβώς αναφερόμενα χρηματικά ποσά στους ενάγοντες.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Ωσαύτως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 2166/2009). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ.

β'του Κ.Πολ.Δικ. Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σε σχέση με τις συνθήκες ατυχήματος και τον θανάσιμο τραυματισμό του Ν. Τ. δέχθηκε, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 12 Ιουλίου 2013 και περί ώρα 16.30', ο συγγενής αμφοτέρων των εναγόντων των συνεκδικαζομένων αγωγών, Ν.

Τ. οδηγούσε το άνευ πινακίδων κυκλοφορίας δίκυκλο μοτοποδήλατο ιδιοκτησίας του, επί της οδού Εθνικής Αντιστάσεως στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, κινούμενος στο άκρο δεξιό τμήμα της δεξιάς λωρίδας της οδού, με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά, ήτοι προς το κέντρο της πόλης, με ταχύτητα 20-30 χιλ/ώρα. Την ίδια χρονική στιγμή ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

όχημα-τράκτορα, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, που ήταν ασφαλισμένος για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, το οποίο όχημα έφερε το με αριθμ. κυκλοφορίας ... επικαθήμενο , ιδιοκτησίας του ίδιου (πρώτου εναγομένου), που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κινείτο στην ίδια ως άνω οδό, έχοντας ομόρροπη κατεύθυνση με το ποδήλατο του συγγενούς των εναγόντων και όπισθεν αυτού, και πρόθεση να στρίψει δεξιά στη συμβολή με την Περιφερειακή Οδό και να κατευθυνθεί προς αυτή, με ταχύτητα 50-55 χιλ/ώρα.

Η οδός Εθνικής Αντιστάσεως στο ύψος της συμβολής της με την έξοδο προς την Περιφερειακή οδό είναι ευθεία και οριζόντια, διπλής κατεύθυνσης με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 18,9 μ., το δε ρεύμα κυκλοφορίας προς το κέντρο της πόλης έχει πλάτος 10,9 μ. Κατά τον παραπάνω χρόνο η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, επικρατούσε καλοκαιρία, ήταν ημέρα, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, το δε όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλ/ώρα (βλ.

την υπ' αριθμ. 2514/9/322/12-7-2013 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το με ημερομηνία πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Β τμήματος Τροχαίας Θεσσαλονίκης). Το ποδήλατο φτάνοντας στο ύψος της συμβολής της οδού Εθνικής Αντιστάσεως με την έξοδο προς την Περιφερειακή οδό συνέχισε κανονικά την κίνησή του ευθεία προς το κέντρο της πόλης, ενώ η θέση του ήταν στο δεξιό άκρο της οδού και σε απόσταση περί τα 0,80 μ έως 1 μέτρο από το πεζοδρόμιο.

Τη στιγμή εκείνη ο τράκτορας με το επικαθήμενο που κινούνταν από πίσω του και με μεγαλύτερη ταχύτητα έστριψε προς τα δεξιά για να εισέλθει στην περιφερειακή οδό με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με την εμπρόσθια δεξιά επιφάνεια του στον οπίσθιο τροχό του ποδηλάτου. Λόγω της σύγκρουσης το ποδήλατο ωθήθηκε προς τα εμπρός και ο οδηγός του έχασε τον έλεγχο και έπεσε στο οδόστρωμα.

Ο οδηγός του τράκτορα μη έχοντας αντιληφθεί τη σύγκρουση με το ποδήλατο δεν διέκοψε την πορεία του αλλά συνέχισε την κίνηση εκτελώντας δεξιά στροφή για να εισέλθει στην έξοδο προς Περιφερειακή οδό, για άλλα 15 μέτρα περίπου, παρασύροντας το πεσμένο ποδήλατο και τον αναβάτη του στην πορεία του, που είχε εισχωρήσει κάτω από το αμάξωμα, την οποία πορεία διέκοψε ειδοποιούμενος από άλλους οδηγούς που είχαν αντιληφθεί το ατύχημα και του έκαναν σήμα να σταματήσει.

Ο ποδηλάτης και το όχημά του εισχώρησαν κάτω από το φορτηγό, αποτυπώνοντας στο κάτω τμήμα αυτού διαμήκεις εκδορές, σε όλο το μήκος του, μέχρι την έξοδο τους από τους οπίσθιους τροχούς του επικαθήμενου, σε απόσταση τουλάχιστον 15 μέτρων από το αρχικό σημείο τη παράσυρσής τους. Από το σημείο της σύγκρουσης των οχημάτων, όπως αυτό αποτυπώνεται στο από 12/7/2013 (αριθμ.

Πρωτ. 2514/322) πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, φαίνεται ότι κατά το χρόνο της σύγκρουσης το ποδήλατο κινούνταν κανονικά στο δεξιό άκρο της δεξιάς λωρίδας της οδού Εθνικής Αντιστάσεως με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης, προπορευόμενο του τράκτορα μετά του επικαθήμενου, ενώ το τελευταίο ήταν σε διαδικασία ελιγμού για να εισέλθει στην έξοδο προς Περιφερειακή οδό, με αποτέλεσμα, κατά τη στροφή του να ωθήσει το ποδήλατο προς τα εμπρός και δεξιά και στη συνέχεια να το παρασύρει προς την έξοδο για Περιφερειακή Οδό.

Από την ανωτέρω σύγκρουση τραυματίστηκε θανάσιμα ο συγγενής των εναγόντων Ν. Τ., ο θάνατος του οποίου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 786/2013 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Μ. Τ., επήλθε από τις κακώσεις που υπέστη εξαιτίας του ατυχήματος, ήτοι πλήρη συντριβή των οστών του κρανίου, βαρύτατες κακώσεις και κατάγματα καθώς και εγκαύματα τριβής στο λαιμό και στο θώρακα, ρήξη καρδίας και εγκαύματα τριβής των άνω και κάτω άκρων καθώς και ανοικτό κάταγμα δεξιού άνω άκρου.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί καθόλου τον ποδηλάτη που κινείτο σύννομα στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Εθνικής Αντιστάσεως, έμπροσθεν και δεξιά αυτού, με αποτέλεσμα επιχειρώντας ελιγμό προς τα δεξιά προκειμένου να εισέλθει στην έξοδο για Περιφερειακή οδό, να συγκρουστεί με την εμπρόσθια δεξιά επιφάνεια του στον οπίσθιο τροχό του ποδηλάτου, του οποίου ο οδηγός έχασε τον έλεγχο και έπεσε στο οδόστρωμα και ακολούθως να τον παρασύρει στην πορεία του προς την έξοδο της Περιφερειακής οδού (άρθρ 12 παρ.1, 13 παρ.1 και 2, 21 παρ.1 ΚΟΚ).

Η έλλειψη προσοχής του οδηγού του τράκτορα ήταν ο αποκλειστικός παράγοντας επέλευσης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, καθώς αποδείχθηκε ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον ποδηλάτη, ο οποίος κινείτο κανονικά και σύννομα στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Εθνικής Αντιστάσεως, κατευθυνόμενος προς το κέντρο της πόλης, χωρίς να έχει αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, δεδομένων των κυκλοφοριακών συνθηκών (ιδιαίτερα αυξημένη κίνηση), των συνθηκών της οδού (προσέγγιση σε διασταύρωση με φωτεινό σηματοδότη και έξοδο προς Περιφερειακή οδό), του είδους του οχήματός του, της ηλικίας του και εμπειρίας του ως ποδηλάτη (αποδείχθηκε ότι φορούσε ειδικό κράνος, στολή ποδηλασίας και ήταν έμπειρος ποδηλάτης).

Επιπλέον το γεγονός ότι κανείς από τους λοιπούς χρήστες της οδού Εθνικής Αντιστάσεως είδε το ποδήλατο, και συγκεκριμένα η Μ. Ξ. και ο Ι. Α. που ακολουθούσαν ακριβώς πίσω από τον τράκτορα με το επικαθήμενο (ο δεύτερος εξ αυτών ακολουθούσε και βρισκόταν σε οπτική επαφή με τον τράκτορα στο ύψος του Ι.Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου μέχρι το σημείο που ο πρώτος εναγόμενος έστριψε δεξιά για την έξοδό του προς την Περιφερειακή οδό και είδε από την πίσω ρόδα του επικαθήμενου να πετάγεται το ποδήλατο και ο αναβάτης), ενώ οι άλλοι αυτόπτες μάρτυρες που αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας και κατέθεσαν προανακριτικά είδαν τον τράκτορα με το επικαθήμενο, μετά το ατύχημα, αφού το όχημα των εναγομένων, λόγω του όγκου και του ύψους του, το έκρυβε από τα αυτοκίνητα που κινούνταν πίσω από το φορτηγό, συνηγορεί στο ότι ο ποδηλάτης κινείτο στα άκρο δεξιό του οδοστρώματος, ομόρροπα και εμπρός από το φορτηγό των εναγομένων και όχι πίσω από αυτό, επιχειρώντας να το προσπεράσει από δεξιά, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.

Εάν αντίθετα ο ποδηλάτης κινείτο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, πίσω από το φορτηγό και αύξανε την ταχύτητά του προσπαθώντας να το προσπεράσει πριν το τελευταίο στρίψει δεξιά προς Περιφερειακή οδό, οι παραπάνω χρήστες της οδού Εθνικής Αντιστάσεως θα είχαν αντιληφθεί το ποδήλατο κατά το χρόνο που αυτό επιχειρούσε να προσπεράσει το φορτηγό.

Συνεπώς ο οδηγός του ρυμουλκού, λόγω του όγκου και του ύψους του οχήματός του δεν έδωσε τη δέουσα προσοχή στον ποδηλάτη που κινείτο παράλληλα και εμπρός από το όχημά του, αλλά επιχείρησε ανέλεγκτα τη δεξιά στροφή, αγνοώντας παντελώς τον ποδηλάτη τον οποίο δεν αντιλήφθηκε καθόλου, ενώ αν είχε τεταμένη την προσοχή του θα τον είχε αντιληφθεί, λαμβάνοντας υπόψη το μήκος του ποδηλάτου και τη έση του αναβάτη, αλλά και το ότι ο τράκτορας διένυσε αρκετή απόσταση με το ποδήλατο να προπορεύεται αυτού, χτυπώντας αυτόν, με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του οχήματος του, στον οπίσθιο τροχό του ποδηλάτου.

Συνακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την παραδεκτώς και νομίμως προβληθείσα εκ της διατάξεως του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητος του θανόντος στην επέλευση του ενδίκου συμβάντος (για την παραδεκτή προβολή της ενστάσεως αυτής όταν οι τρίτοι, όπως εν προκειμένω, ασκούν δικαιώματα από αδικοπραξία που τελέσθηκε σε βάρος άλλου, βλ.

ΑΠ 1501/80 ΝοΒ 29, 864, Γ.-Σ. ΑΚ υπ'άρθρο 928 αρ. 10 Α. Φλόυδα, Αστική ευθύνη εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων , β'εκδ. Παρ. 73Ε', σελ. 83), εδραζομένη στα κατά τα άνω περιστατικά και, ακολούθως, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την επέλευση του είναι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του φορτηγού, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ο τ'αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος εκάστης των εφέσεων των εναγομένων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος...".

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του τράκτορα στο ένδικο ατύχημα.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αποκλειστική υπαιτιότητα, που επέδειξε ο αναιρεσείων οδηγός του φορτηγού (τράκτορα) στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος και τον αιτιώδη σύνδεσμο της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δεν διακόπηκε με υπαιτιότητα του θανατωθέντος ποδηλάτη.

Ειδικότερα: α) αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα (καιρικές, κυκλοφοριακές συνθήκες, μη περιορισμός ορατότητας, περιγραφή του οδοστρώματος και της συμβολής των οδών στο επίδικο σημείο, ακριβής αναγραφή του συνολικού πλάτους του οδοστρώματος αλλά και καθεμιάς εκ των τριών λωρίδων κυκλοφορίας), β) προσδιορίζεται επακριβώς το σημείο που βρισκόταν ο ποδηλάτης (άκρο δεξιό τμήμα της λωρίδος οδού Εθνικής Αντιστάσεως), η κατεύθυνσή του (ανατολικά προς δυτικά, ήτοι προς το κέντρο της πόλης ), η ταχύτητά του (20-30 χιλ/ωρα), γ) περιγράφεται επακριβώς η πορεία του τράκτορα με το επικαθήμενο (ομόρροπη κατεύθυνση με ποδηλάτη και πρόθεσή του να στρίψει δεξιά στη συμβολή με την Περιφερειακή οδό), η θέση του σε σχέση με τον ποδηλάτη (όπισθεν αυτού), ταχύτητά του (50-55 χιλ/ωρα) και η λωρίδα κυκλοφορίας, που κινείτο το ζημιογόνο αυτοκίνητο στη λεωφόρο, δ) στη συνέχεια, περιγράφεται η ευθεία πορεία του ποδηλάτη (προς το κέντρο της πόλης), όταν αυτός έφθασε στο ύψος της συμβολής της οδού Εθνικής Αντιστάσεως με την έξοδο προς Περιφερειακή οδό και η κίνησή του στο ίδιο σημείο του τμήματος της οδού, ήτοι στο δεξιό άκρο και σε απόσταση 0,80 έως 1 μέτρο από το πεζοδρόμιο, ε) εκτίθεται με σαφήνεια η αιτία της σύγκρουσης, που ήταν η προς τα δεξιά στροφή του τράκτορα, που κινείτο πίσω από το ποδήλατο, αλλά με μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτό, στ) αναγράφονται τα σημεία συγκρούσεως των οχημάτων, που ήταν η έμπροσθεν δεξιά πλευρά του τράκτορα και ο οπίσθιος τροχός του ποδηλάτου, ζ) περιγράφεται η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του φορτηγού, ο οποίος μη αντιλαμβανόμενος το ποδήλατο και το ατύχημα, δεν διέκοψε την πορεία του, αλλά συνέχισε την κίνησή του προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να εισχωρήσει το ποδήλατο με τον ποδηλάτη κάτω από το φορτηγό, αποτυπώνοντας διαμήκεις εκδορές σε όλο το μήκος του, μέχρι την έξοδό τους από τους οπίσθιους τροχούς του επικαθήμενου, σε απόσταση τουλάχιστον 15 μέτρων από το αρχικό σημείο παράσυρσής τους, τέλος η) σημειώνεται ότι ο οδηγός του φορτηγού διέκοψε την πορεία του, αφού ειδοποιήθηκε από άλλους οδηγούς, που του έκαναν σήμα να σταματήσει.

Οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικότητα και ανεπάρκεια αιτιολογίας στην κρίση της περί των συνθηκών του ατυχήματος, της υπαιτιότητος του πρώτου αναιρεσείοντος και της αιτιώδους συνάφειας και για παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας. Ειδικότερα αιτιώνται, ότι αντιφάσκουν:

α) η παραδοχή ότι το όχημα του πρώτου αναιρεσείοντος κινείτο με ταχύτητα 50-55 χιλ. την ώρα, με την παραδοχή της απόστασης ακινητοποίησής του μετά τη σύγκρουση, ήτοι των 15 μέτρων, αφού κατά τα διδάγματα κοινής πείρας (απλό μαθηματικό υπολογισμό), η απόσταση των 15 μέτρων δεν αρκούσε για την ακινητοποίηση του οχήματος, 2) η παραδοχή ότι τρίτοι ειδοποίησαν τον οδηγό του φορτηγού και έτσι ακινητοποιήθηκε σε απόσταση μόλις 15 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως, με την παραδοχή της ταχύτητας των 50-55 χιλ/ώρα, που έχει δεχθεί το δικαστήριο, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (απλό μαθηματικό υπολογισμό) στην περίπτωση αυτή, θα απαιτείτο απόσταση 53 τουλάχιστον μέτρων για να ακινητοποιηθεί.

Ήτοι, συνάγεται ότι η ταχύτητα του φορτηγού ήταν ελάχιστη και όχι αυτή των 50-55 χιλ/ώρα, 3) ότι δεν δικαιολογούνται οι ταχύτητες που δέχεται το δικαστήριο για το κάθε ένα από τα εμπλεκόμενα οχήματα, με τα σημεία συγκρούσεως αυτών, τα οποία θα έπρεπε να είναι ολόκληρο το εμπρόσθιο τμήμα του φορτηγού και ολόκληρο το ποδήλατο, ενόψει και της γωνίας υπό την οποία συνεκρούσθησαν.

Επίσης, αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς οι αιτιολογίες, επειδή 1) δεν αναφέρεται η απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων πριν φθάσουν στην διασταύρωση, η απόσταση που είχε το φορτηγό από τη διασταύρωση όταν απέκτησε ή μπορούσε να αποκτήσει οπτική επαφή ο οδηγός του με το ποδήλατο, 2) δεν αναφέρεται το ακριβές σημείο της σύγκρουσης και παράσυρσης του ποδηλάτη, 3) παραλείπεται η αναφορά του συνολικού μήκους τράκτορα και επικαθήμενου, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η κίνηση του ποδηλάτου πίσω από το ύψος του τράκτορα και παράλληλα με το επικαθήμενο , ήταν επαρκής για να μην είναι ορατό σε άλλους χρήστες της οδού, ενόψει του όγκου και του μήκους οιουδήποτε τράκτορα και επικαθήμενου.

Οι παραπάνω αιτιάσεις για αντιφατικότητα αναφορικά με την ταχύτητα με την οποία κινείτο το φορτηγό (τράκτορας με επικαθήμενο) και την απόσταση στην οποία τελικώς ακινητοποιήθηκε, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, προβάλλονται απαράδεκτα, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, και, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας και όχι το αποδεικτικό πόρισμα (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚπολΔ).

Ειδικά μάλιστα, η επίκληση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και η υποτιθέμενη παραβίασή τους, δεν αφορά στην ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, αλλά, αντιθέτως στην διάγνωση των πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως.

Ανεξαρτήτως και επιπλέον αυτών, οι αποδιδόμενες αντιφάσεις, δεν αφορούν ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού σύμφωνα με το πόρισμα του δικαστηρίου, το ένδικο ατύχημα οφείλετο, "στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί καθόλου τον ποδηλάτη που κινείτο σύννομα στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Εθνικής Αντιστάσεως, έμπροσθεν και δεξιά αυτού, με αποτέλεσμα επιχειρώντας ελιγμό προς τα δεξιά προκειμένου να εισέλθει στην έξοδο για Περιφερειακή οδό, να συγκρουστεί με την εμπρόσθια δεξιά επιφάνεια του στον οπίσθιο τροχό του ποδηλάτου, του οποίου ο οδηγός έχασε τον έλεγχο και έπεσε στο οδόστρωμα και ακολούθως να τον παρασύρει στην πορεία του προς την έξοδο της Περιφερειακής οδού...Η έλλειψη προσοχής του οδηγού του τράκτορα ήταν ο αποκλειστικός παράγοντας επέλευσης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, καθώς αποδείχθηκε ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον ποδηλάτη, ο οποίος κινείτο κανονικά και σύννομα στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Εθνικής Αντιστάσεως, χωρίς να έχει αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα...

Συνεπώς ο οδηγός του ρυμουλκού, λόγω του όγκου και του ύψους του οχήματός του δεν έδωσε τη δέουσα σημασία και προσοχή στον ποδηλάτη που κινείτο παράλληλα και εμπρός από το όχημά του, αλλά επιχείρησε ανέλεγκτα τη δεξιά στροφή, αγνοώντας παντελώς τον ποδηλάτη, τον οποίο δεν αντιλήφθηκε καθόλου, ενώ αν είχε τεταμένη την προσοχή του θα τον είχε αντιληφθεί...".

Επομένως, το δικαστήριο έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον πρώτο εναγόμενο -οδηγό του τράκτορα -, επειδή αυτός δεν επέδειξε την δέουσα προσοχή και όχι γιατί είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, την οποία υπολόγισε και με βάση την απόσταση ακινητοποιήσεως, όπως αβάσιμα της αποδίδουν οι αναιρεσείοντες. Ας σημειωθεί πάντως εδώ, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, η απόσταση των 15 μέτρων, αφορά την απόσταση, στην οποία το ρυμουλκό παρέσυρε τον ποδηλάτη με το ποδήλατο, συνεχίζοντας να κινείται, όπως επακριβώς αναγράφεται ότι "...

ο οδηγός του τράκτορα, μη έχοντας αντιληφθεί τη σύγκρουση με το ποδήλατο, δεν διέκοψε την πορεία του, αλλά συνέχισε την κίνησή του, εκτελώντας δεξιά στροφή για να εισέλθει στην έξοδο προς Περιφερειακή οδό, για άλλα 15 μέτρα περίπου, παρασύροντας το πεσμένο ποδήλατο και τον αναβάτη του στην πορεία του, που είχε εισχωρήσει κάτω από το αμάξωμα..." .

Τέλος, οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες (αναγράφεται και το σημείο συγκρούσεως των οχημάτων με ρητή παραπομπή του στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, βλ. 9ο φύλλο), αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Επομένως, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του φορτηγού (τράκτορα) Χ. Π. και του ποδηλάτη και, του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο τον ως άνω οδηγό του φορτηγού, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξε ο τελευταίος για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων. Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι` αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 210/2020, ΑΠ 64/2019, ΑΠ 425/2019, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Επίσης, κατά το άρθρο 390ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε αιτήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι έγγραφες εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, με τις οποίες διατυπώνουν κατά το άρθρο 392 παρ. 3 ΚΠολΔ τις γνώσεις τους για τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφα που εκτιμώνται, ως δικαστικά τεκμήρια, ελεύθερα, από το δικαστήριο, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, χωρίς να απαιτείται η αντιδιαστολή τους από τα άλλα έγγραφα και η ειδική μνεία τους (ΑΠ 64/2019, ΑΠ1148/2019, ΑΠ1020/2014).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος το οποίο είχε ως επακόλουθο τον θάνατο του ποδηλάτη, στενού συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, είναι ο πρώτος αναιρεσείων, οδηγός του τράκτορα, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε, αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα προς απόδειξη.

Ειδικότερα, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε: α) την από 3-4-2014 τεχνική γνωμάτευση του πραγματογνώμονος τεχνικού συμβούλου Κ. Λ., αν και στο προοίμιο της, όπου γίνεται αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, αναγράφεται ότι έλαβε υπόψη της και την ως άνω τεχνική γνωμάτευση και β) την κάρτα του ταχογράφου του φορτηγού, ήτοι αποδεικτικά μέσα τα οποία θα επηρέαζαν αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού της στο θέμα της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.

Συγκεκριμένα, αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση αναφορικά με την τεχνική γνωμάτευση, ότι αγνόησε και δεν συνεκτίμησε αυτήν με άλλα αποδεικτικά μέσα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην αντίθετη περίπτωση θα κατέληγε σε διαφορετικό αποτέλεσμα, σε κρίσιμα για την πρόκληση του ατυχήματος στοιχεία, ήτοι την γωνία πρόσκρουσης, τα δύο σημεία επαφής του ποδηλάτου με τον τράκτορα που δείχνουν αντίστροφη διαφορά ταχύτητος, το σημείο σύγκρουσης, την ταχύτητα του φορτηγού και την κίνηση του ποδηλάτου στο νεκρό σημείο ορατότητας του οδηγού του φορτηγού.

Τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της τεχνικής γνωμάτευσης, τα σημεία επαφής των οχημάτων ήταν διαφορετικά, η ταχύτητα του φορτηγού ήταν κάτω από 20 χιλιόμετρα την ώρα και πάντως όχι 50-55 χιλ/ώρα , όπως αντιθέτως δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση, ότι ο οδηγός του τράκτορα δεν είχε δυνατότητα να αντιληφθεί την όλη κίνηση του ποδηλάτου, το οποίο επιχείρησε προσπέραση από δεξιά του (τράκτορα), είτε κινούμενο επί του πεζοδρομίου, είτε επί του οδοστρώματος, προτιθέμενο να συνεχίσει ευθεία την πορεία του, ενέργεια που δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει ο οδηγός του τράκτορα, ότι η σύγκρουση έγινε πριν το φορτηγό αλλάξει πορεία και ενώ κινείτο ακόμη ευθύγραμμα, οπότε ο ποδηλάτης επιχείρησε προσπέραση από δεξιά και αντιλαμβανόμενος ότι το φορτηγό θα στρίψει δεξιά, επιτάχυνε και προσπάθησε με αριστερό ελιγμό να διέλθει μπροστά από το φορτηγό, παρεμβληθείς και αποφράσσοντας με τον τρόπο την πορεία του φορτηγού με τα συνακόλουθα αποτελέσματα.

Επίσης, αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη της την κάρτα του ταχογράφου, από την οποία προκύπτει ταχύτητα κίνησης του φορτηγού πριν την πέδησή του περίπου 15 χιλ. την ώρα. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σ' αυτήν μνημονεύεται ειδικώς ότι έλαβε υπόψη της "...

τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι....γ) την από 3/4/2014 τεχνική γνωμάτευση με αριθμό 6562 του πραγματογνώμονος τεχνικού συμβούλου ασφαλιστικών εταιρειών Κ. Λ. που έγινε με επιμέλεια των εναγομένων ασφαλιστικών εταιρειών, ....απλά αντίγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε σε βάρος του εναγομένου οδηγού...".

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, την οποία συνήγαγε κατ' εκτίμηση των συνθηκών του ατυχήματος που αποδείχθηκαν, όπως αυτά αναλυτικά εκτίθενται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα, όπως και όλους τους προβληθέντες στην δίκη ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος ποδηλάτη, άλλως συνυπαιτιότητος αυτού.

Σε κάθε περίπτωση, η άποψη των αναιρεσειόντων, ότι εάν το Δικαστήριο εκτιμούσε διαφορετικά τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, θα οδηγούσε την κρίση του σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν και συγκεκριμένα στην αποδοχή των ισχυρισμών του περί αποκλειστικής υπαιτιότητος του θανόντος ποδηλάτη, άλλως της ενστάσεως συνυπαιτιότητος αυτού (ποδηλάτη) κατά 95% , οδηγεί σε έλεγχο της απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή της διάταξης του άρθρου 561 αρ. 1 ΚπολΔ.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π.

Ολομ., 10/2017, 9/2015). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 747/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον, τον υπό έρευνα λόγο αναιρέσεως, μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο θανών διένυε, κατά το χρόνο του ενδίκου συμβάντος, το τεσσαρακοστό ένατο (49ο) έτος της ηλικίας του και ήταν σύζυγος και πατέρας αντίστοιχα των εναγουσών της πρώτης αγωγής και τέκνο των δύο πρώτων εναγόντων της δεύτερης αγωγής και αδερφός των λοιπών εναγόντων της ιδίας αγωγής. 'Απαντες οι ενάγοντες διατηρούσαν ισχυρές σχέσεις στοργής και αγάπης με τον θανόντα, ο αδόκητος και αιφνίδιος θάνατος του οποίου, που επήλθε υπό τις ως άνω τραγικές περιστάσεις, προξένησε μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά αυτών, οι οποίοι περιλαμβάνονται άπαντες στην, κατά τα προαναφερθείσα έννοια, οικογένειά του, αφού δημιούργησε σ' αυτούς έντονα συναισθήματα θλίψεως και οδύνης.

Για να επέλθει μιας μορφής εξισορρόπηση από την δυσμενή αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε στους ενάγοντες και να δοθεί σ' αυτούς κάποια ευχέρεια να την ξεπεράσουν, πρέπει να τους επιδικασθεί, και δη κατά τους όρους της προμνησθείσης διατάξεως του άρθρου 932 ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση, η οποία αποσκοπεί στην ανακούφισή τους από τη λύπη, τον πόνο και τη στεναχώρια και, προεχόντως, στην παροχή προς αυτούς οικονομικών μέσων, που σε κάποιο βαθμό είναι ικανά να συντελέσουν στην άρση των ηθικών συνεπειών της προσβολής που υπέστησαν, προκειμένου να καταστεί, στο μέτρο του εφικτού, δυνατή η ηθική τους παρηγορία και η ψυχική τους ικανοποίηση.

Το Δικαστήριο δε, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, γενομένου κατά τις αρχές της ευλόγου αποζημιώσεως, δεν πρέπει ούτε να υποβαθμίζει την απαξία της πράξεως, επιδικάζοντας χαμηλό ποσό, αλλ' ούτε και με ακραίες εκτιμήσεις να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχα υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επεδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσης δια της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης, η παραβίαση της οποίας ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του ΚπολΔ.

Δηλονότι, τελικά, επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του εκ της εν προκειμένω αιτίας επιδικαζομένου ποσού, η αρχή της αναλογικότητος, ως γενική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας...Έτσι το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψιν το είδος της προσβολής, την διάρκεια και την ένταση της θλίψεως και του ψυχικού άλγους που οι προαναφερόμενοι ενάγοντες δοκίμασαν, δοκιμάζουν και θα δοκιμάζουν καθ'όλη τη διάρκεια του βίου τους, την απαιτούμενη για την καταπολέμησή του προσπάθεια ενός εκάστου εξ αυτών, το στενό συναισθηματικό σύνδεσμο και τον βαθμό συγγενείας που τους συνέδεε με τον θανόντα, την ηλικία του τελευταίου, τις συνθήκες υπό τις οποίες επισυνέβη ο θάνατός του, το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου προσώπου σε συνδυασμό με το ανυπαίτιο του θανόντος συγγενούς τους στην επέλευση του ενδίκου συμβάντος, καθώς και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, πλην αυτής των συνυποχρέων ασφαλιστικών εταιρειών, η οποία δεν συνεκτιμάται για τον ως άνω προσδιορισμό, αφού η ευθύνη τους είναι εγγυητική, κρίνει ότι το επιδικαστέο στους ενάγοντες συγγενείς του θανόντος ποσόν της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης ανέρχεται, α) για την σύζυγό του στο χρηματικό ποσό των 100.000 ευρώ, πέραν του ποσού των 44,00 ευρώ το οποίο επιφυλάχθηκε αυτή να αξιώσει από το ποινικό δικαστήριο παρισταμένη ως πολιτικώς ενάγουσα, β) για τη θυγατέρα του θανόντος Ν.-Ν.

Φ.-Τ. το ποσό των 100.000 ευρώ, γ) για καθένα από τους γονείς του θανόντος το ποσό των 50.000 ευρώ και δ) για καθένα από τ αδέρφια του θανόντος το ποσό των 30.000 ευρώ.".

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής. Επομένως, είναι βάσιμος ο τρίτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 §1, 5 §1 και 2, 20, 25 §1 (εδ. δ') του Συντάγματος, 3, 6, 8, 14 της ΕΣΔΑ και 932 του Α.Κ., επιδίκασε στους ως άνω αναιρεσίβλητους, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του στενού συγγενούς τους, τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, όμως, είναι υπέρμετρα και δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά, που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).

Τέλος, με τον τελευταίο (τέταρτο) λόγο της αναιρέσεως με την επίκληση παράβασης της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚπολΔ, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για ευθεία άλλως εκ πλαγίου με ελλιπή αιτιολογία, παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 47 παρ.3 Ν.3518/2006, παρ.5 άρθρου 10 Ν.Δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκαν με την παρ.1 του άρθρου 18 του Ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκαν με άρθρο 18 Ν. 1654/1986, με το να δεχθεί ότι η πρώτη ενάγουσα, ως ασκούσα την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της, νομιμοποιείται ενεργητικά ν' αξιώσει αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής της ως άνω ανήλικης από τον θάνατο του πατέρα της, αφού δεν κατετέθη αίτηση για χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου του αποβιώσαντος και δεν έχει ληφθεί κανένα ποσό ως σύνταξη της ανήλικης.

Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν επαναφέρθηκε με σχετικό λόγο εφέσεως η ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της πρώτης ενάγουσας ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης για αξίωση της εν λόγω αποζημιώσεως διατροφής.

Έτσι, το Εφετείο δεν ερεύνησε την μεταβίβαση ή όχι της σχετικής αξίωσης στον ασφαλιστικό φορέα του θανόντος (ΟΑΕΕ) και συνακόλουθα την αυτοδίκαιη υποκατάστασή του κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις (Ν.3518/2006 κλπ), ούτε την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της ανήλικης (δια της ασκούσης την γονική μέριμνα μητρός της) να λάβει αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής της από το θάνατο του πατέρα της.

Αντίθετα, προκύπτει ότι το εφετείο, ασχολήθηκε μόνο με τα θέματα του ΑΚ, σχετικά με την κοινή υποχρέωση των γονέων να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο και τις συνθήκες ζωής που προσδιορίζουν το μέτρο της διατροφής και τέλος με τη χρονική διάρκεια αυτής της αξιώσεως διατροφής, έχουσας χαρακτήρα αποζημιώσεως, αρχομένης από του θανάτου του υποχρέου, ήτοι με την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1485, 1486, 1489 και 1493 ΑΚ.

Διηγηματικά και μόνο, εκτίθεται στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι δεν κατετέθη αίτηση για χορήγηση σύνταξης λόγω θανάτου του αποβιώσαντος στον ΟΑΕΕ και ως εκ τούτου, τυγχάνει απορριπτέα η ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της πρώτης ενάγουσας, για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της, στη συνέχεια δε, δέχεται τους σχετικούς λόγους εφέσεων και ορίζει μηνιαίο ποσό διατροφής μικρότερο από το επιδικασθέν με την πρωτόδικη απόφαση.

Επομένως, ο σχετικός τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς την τέταρτη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "...", κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης στον καθένα από τους έξι αναιρεσίβλητους, σύζυγο θυγατέρα, γονείς και αδερφούς του θανόντος. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Οι αναιρεσίβλητοι, ως εν μέρει ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 178, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Με την υπ'αριθμ. 618/2021 απόφαση του δικαστηρίου τούτου έχει ήδη διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου και επομένως δεν θα συμπεριληφθεί διάταξη γι'αυτό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 449/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της και ως προς την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία "...".

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ