1565/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1565/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α’ του Π.Κ., όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263Α του ίδιου Κώδικα και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα και λόγω αυτής, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι’ αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1565 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1565/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Π. Γ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 216/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 περ. α’ και β’ του Π.Κ. "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι’ αυτό, τιμωρείται, α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ...".
Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του Π.Κ. υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται α) παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο, β) ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
α’ του Π.Κ., όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263Α του ίδιου Κώδικα και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα και λόγω αυτής, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι’ αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος.
Η ιδιοποίηση εκδηλώνεται τόσο με την κατακράτηση όταν υπάρχει νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση για απόδοση, όσο και με την άρνηση αποδόσεως στον ιδιοκτήτη όταν ζητηθεί το πράγμα. Χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Π.Κ., ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος.
Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου, ο οποίος ενέχει τη γνώση του δράστη ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη θέληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η με γνώση ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που δεν συμβαίνει στο πλημμέλημα της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.
Α.Π. 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 216/2015 απόφασή του, κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη συμβολαιογράφο ένοχο υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στην υπηρεσία, της αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετάνοιας του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
δ του Π.Κ. και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, στο σκεπτικό της δέχθηκε, επί λέξει, τα εξής: "Επειδή από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, από όσα ανέπτυξε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η κατηγορουμένη και ήδη εκκαλούσα Π. Γ. του Σ., υπάλληλος του πλειστηριασμού στις 17.1.2001 δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...2001 έκθεσης της εκπλειστηρίασε αναγκαστικώς το υπό στοιχεία Β2 διαμέρισμα του Β’ ορόφου υπέρ το ισόγειο πολυκατοικίας που βρίσκεται στην ενορία του ... του Δήμου Αθηναίων και στη συμβολή των οδών ...
εκτάσεως 273,10 τ.μ. ιδιοκτησίας του οφειλέτη Θ. Σ. του Δ. ο οποίος όφειλε το ποσό των 4.866.000 δραχμών με επίσπευση του Β. Κ. του Α. ο οποίος εδικαιούτο να λάβει από τον οφειλέτη το προαναφερόμενο ποσό δυνάμει του πρώτου απογράφου εκτελεστού της υπ’ αριθμ. 15633/1997 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατακυρώθηκε δε το ανωτέρω ακίνητο στην υπερθεματίστρια Μ.
Κ. του Π., ιδιωτική υπάλληλο, κάτοικο ..., η οποία κατέβαλε το ποσό των 17.515.000 δραχμών. Περαιτέρω η Α’ ΔΟΥ Αθηνών δυνάμει της υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου ...22.1.2001 αναγγελίας χρεών ανήγγειλε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, οφειλές ύψους 12385929 δραχμών (κεφάλαιο 10360437 δραχμές συν προσαυξήσεις εκπροθέσμων καταβολών 2.025.492 δραχμές), η αναγγελία δε αυτή επιδόθηκε εμπρόθεσμα στις 30.01.2001.
Η ανωτέρω συμβολαιογράφος συνέταξε πίνακα κατάταξης δανειστών με αριθμό…, στις 30.4.2002, δηλαδή μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος πλέον του ενός έτους, σύμφωνα με το οποίο η Α’ ΔΟΥ Αθηνών Ελληνικό Δημόσιο κατετάγη στη 3η θέση για ποσό 9.440.747 δραχμές ή 27.705,79 ευρώ και αφού ακολούθησαν τόσο τηλεφωνικές όσο και έγγραφες οχλήσεις της τελευταίας στην κατηγορουμένη συμβολαιογράφο (βλ.
υπ’ αριθμ. πρωτ. .../31.12.2008 έγγραφο της Α’ ΔΟΥ Αθηνών) αναγκάστηκε αυτή να κοινοποιήσει τον συνταχθέντα υπ’ αριθμ. ...30.4.2002 πίνακα κατάταξης δανειστών, στις 30.4.2002. Πλην όμως αν και η κατηγορουμένη στις 31.12.2008 οχλήθηκε από τον Προϊστάμενο της άνω Δ.Ο.Υ. για να αποδώσει το ποσό των 27.705,79 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας δεν το απέδωσε στη Δ.Ο.Υ., αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα ενσωματώνοντάς το στην περιουσία της.
Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι ο χρόνος τελέσεως της αποδιδόμενης σ’ αυτήν πράξεως είναι αυτός από 17.1.2001 έως 6.5.2002, χρόνος που όφειλε να αποδώσει το πλειστηρίασμα ή να επιδώσει τον πίνακα κατατάξεως των δανειστών στην Α’ Δ.Ο.Υ. Αθηνών απορριπτέος κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, τετελεσμένο είναι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως με την ιδιοποίηση του ξένου πράγματος, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε εξωτερική συμπεριφορά του δράστη, η οποία καταδηλώνει τον ανωτέρω σκοπό ιδιοποιήσεως και εν προκειμένω η κατηγορουμένη εκδήλωσε την πρόθεση ιδιοποιήσεως και ιδιοποιήθηκε το ποσό του πλειστηριάσματος, που περιήλθε στην κατοχή της, με την ιδιότητά της ως υπαλλήλου επί διενεργηθέντος πλειστηριασμού, ως συμβολαιογράφου, από τότε που δεν το απέδωσε (31.12.2008) μολονότι οχλήθηκε από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., γεγονός που ενισχύει τη μη συγκατάθεσή του και την κατακράτηση του ως άνω ποσού χωρίς δικαιολογημένη αιτία, ενσωματώνοντας το στην περιουσία της.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η ανωτέρω συμβολαιογράφος προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες της επιθεώρησης του έτους 2002 εντός του οποίου έπρεπε να ενεργήσει τις κατά νόμο προβλεπόμενες πράξεις, αρνήθηκε να επιθεωρηθεί από τη ορισθείσα προς τούτο από τη Διευθύνουσα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών Αντεισαγγελέα Θ.
Μ., με αποτέλεσμα να ασκηθεί σε βάρος της η από 10.8.2006 πειθαρχική αγωγή ενώπιον του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου του Πρωτοδικείου Αθηνών, με αφορμή την από 22.11.2005 αναφορά της αρμόδιας για την Επιθεώρηση Αντεισαγγελέως. Εν συνεχεία η Α’ ΔΟΥ Αθηνών δυνάμει του υπ’ αριθμ. πρωτ. ...2.2.2009 εγγράφου της απέστειλε στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους όλα τα σχετικά έγγραφα και αυτό διαβίβασε την υπόθεση με αριθμό πρωτοκόλλου .../4.2.2009 στο Ειδικό Νομικό Γραφείο Φορολογίας, ο δικαστικός αντιπρόσωπος του οποίου Λ.
Π. δυνάμει του υπ’ αριθμ. πρωτ...25.2.2010 εγγράφου του γνωστοποίησε στην Α’ Δ.Ο.Υ. Αθηνών ότι το Δημόσιο άσκησε την υπ’ αριθμ. 2922/13.3.2009 ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εκδίκαση της οποίας ορίστηκε για την 15.3.2011. Περαιτέρω η Α’ Δ.Ο.Υ. Αθηνών μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με την κατηγορουμένη, στις 24.2.2009, εξουσιοδότησε την επιμελήτρια της Δ.Ο.Υ.
Α. Σ., να παραλάβει την εντολή εξόφλησης από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων του ποσού της κατάταξης, ωστόσο η Συμβολαιογράφος παρέδωσε την από 24.2.2009 εντολή χωρίς να αναγράφεται ο αριθμός του γραμματίου παρακαταθήκης, με αποτέλεσμα επειδή υπεξέφευγε συνεχώς και δεν απαντούσε στις τηλεφωνικές κλήσεις να αναγκαστεί η Α’ Δ.Ο.Υ.
Αθηνών να της κοινοποιήσει το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...10.3.2009 έγγραφό της, στις 12.3.2009 (βλ. υπ’ αριθμ. ...2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά Μ. Σ.) περί χορήγησης εντολής από την οποία θα προκύπτει ο αριθμός γραμματίου παρακαταθήκης. Ακολούθως η κατηγορουμένη Συμβολαιογράφος αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι δεν είχε καταθέσει το ποσό της κατάταξης του Δημοσίου στο Τ.Π.Δ.
ενώ κατέβαλε: α) την 28.7.2009 και με αριθμό ... διπλότυπο είσπραξης το ποσό των 1000 ευρώ, β) την 1.9.2009 με το υπ’ αριθμ. ... διπλότυπο είσπραξης το ποσό των 1000 ευρώ και γ) την 27.10.2009 με το υπ’ αριθμ. ... διπλότυπο είσπραξης το ποσό των 2.500 ευρώ, δηλαδή κατέβαλε στη ΔΟΥ συνολικά το ποσό των 4.500 ευρώ το οποίο και πιστώθηκε στα χρέη του οφειλέτη Θ.
Σ., έναντι βεβαιωμένων. Οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης δεν κρίνονται βάσιμοι και πειστικοί καθόσον δεν ενισχύονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο κυρίως ο ισχυρισμός της περί προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει καθώς και της θέλησης της για πρόωρη συνταξιοδότηση. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορούμενη για την αξιόποινη πράξη που κατηγορείται και να της αναγνωριστεί όμως το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ του Π.Κ.
δεδομένου ότι επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης της, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεδομένου ότι έμπρακτη μετάνοια νοείται μόνο με την απόδοση των υπεξαιρεθέντων ή της ικανοποίησης του παθόντος ... . Η ένσταση παραγραφής που πρότεινε η κατηγορουμένη πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ...".
Και με το διατακτικό της, η προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, επί λέξει, του ότι: "Στην Αθήνα, στις 31-12-2008, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α Π.Κ., καθότι τυγχάνει Συμβολαιογράφος Αθηνών, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που τα κατείχε λόγω της υπαλληλικής της δραστηριότητας και ειδικότερα, ως υπάλληλος του αναγκαστικού πλειστηριασμού που επισπεύδονταν σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη Θ.
Σ. του Δ. από το δανειστή του Β. Κ. του Α. που πραγματοποιήθηκε στις 17-1-2001 με επιτευχθέν πλειστηρίασμα 17.515.000 δραχμές, το οποίο έλαβε στην κατοχή της από την καταβάλλουσα αυτό υπερθερματιστή Μ. Κ. του Π. και προέβη στη σύνταξη του αριθ. ...30-4-2002 Πίνακα Κατάταξης Δανειστών, σύμφωνα με τον οποίο η Δ.Ο.Υ. Α’ Αθηνών - Α’ Β’ Γ’ κατατάχθηκε για 9.440.747 δραχμές ή 27.705,79 ευρώ, η κατηγορουμένη παρότι στην 31-12-2008 οχλήθηκε από τον προϊστάμενο της άνω Δ.Ο.Υ.
προκειμένου να αποδώσει το άνω χρηματικό ποσό των 9.440.747 δραχμών ή 27.705,79 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η κατηγορουμένη δεν το απέδωσε στην A’ (A’ , Β’ , Γ’ ) Δ.Ο.Υ. Αθηνών, ούτε το κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα ενσωματώνοντάς το στην περιουσία της, καθότι το παρακράτησε χωρίς δικαίωμα".
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι σε αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13α, 17, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 258 περ.
α’ και β’ και 375 παρ. 1 του Π.Κ. που εφαρμόσθηκαν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού στο κατά τα ανωτέρω πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, δεν έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συγκεκριμένα των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, με σαφήνεια δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι η αναιρεσείουσα συμβολαιογράφος εκδήλωσε για πρώτη φορά πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεως του πλειστηριάσματος που κατείχε ως υπάλληλος του πλειστηριασμού για να το αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο που είχε καταταγεί στον σχετικό πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος στις 31-12-2008, όταν αυτή οχλήθηκε εγγράφως για πρώτη φορά από το Ελληνικό Δημόσιο για να αποδώσει στο τελευταίο το πλειστηρίασμα των 27.705,79 ευρώ για το οποίο το είχε κατατάξει στον πίνακα κατατάξεως δανειστών που συνέταξε και αυτή δεν το απέδωσε, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία της και ότι ο χρόνος τελέσεως του πλημμελήματος της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας στην υπηρεσία από μέρους της αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου ήταν η 31-12-2008 και δεν είχε εξαλειφθεί το αξιόποινό του με παραγραφή λόγω παρόδου οκταετίας από της τελέσεώς του και απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της περί τελέσεως από μέρους της του ως άνω πλημμελήματος από 17-1-2001 μέχρι 6-5-2002 και περί παραγραφής του αξιοποίνου του λόγω παρόδου οκταετίας από της τελέσεώς του.
Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και των άρθρων 17 και 112 επ. του Π.Κ. και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά στις αιτιολογίες της που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους και να στερούν την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως.
Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Τέλος, κατά το μέρος που με τους λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε εσφαλμένα ότι αυτή εκδήλωσε για πρώτη φορά πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεως του πλειστηριάσματος για το οποίο κατέταξε στον πίνακα δανειστών το Ελληνικό Δημόσιο στις 31-12-2008 που οχλήθηκε από το τελευταίο για να του το αποδώσει και δεν του το απέδωσε και ότι έπρεπε να δεχθεί ότι εκδήλωσε για πρώτη φορά την πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεως του πλειστηριάσματος κατά το χρονικό διάστημα από 17-1-2001 μέχρι 6-5-2002, οπότε όφειλε να αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό για το οποίο το είχε κατατάξει στον πίνακα κατατάξεως δανειστών, οι αιτιάσεις της αυτές πλήττουν απαράδεκτα την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απαράδεκτες.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-5-2015 αίτηση της Π. Γ. του Σ. περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 216/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών η υπ’ αριθμ. πρωτ. …/2015 έκθεση αναιρέσεως. Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ