Legislator Case Law & Legislation
1565/2011 AI generated

1565/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1565/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1565/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1565 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1565/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Σ. του Ν., υπαλλήλου του ΥΠΕΞ, υπηρετούσης στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο Σίδνεϋ (Αυστραλία). Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1311/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4749/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-6-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 8-9-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.

α, και επομένως κατισχύει αυτής (Ολ.ΑΠ 29/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η επίδικη απαίτηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβΛητης, που είχε προσληφθεί από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και υπηρετούσε ως κλητήρας στο Ελληνικό Προξενείο της Αυστραλίας, για προσαύξηση λόγω τέκνου του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, υπόκειται σε διετή παραγραφή, που αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη και ότι η απαίτηση αυτή κατά το μέρος που αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2001 ενόψει του ότι η αγωγή επιδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο στις 28-6-2004, έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή ενώ αυτή (η απαίτηση) που ανάγεται στο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 30-6-2002 δεν έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή.

Όμως η εν λόγω αξίωση, ενόψει του ότι, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2010481/1172/0022/10- 5-1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 387 Β'), οι εν λόγω παροχές καταβάλλονται στην αρχή κάθε διμήνου, γεννήθηκαν, οι αναφερόμενες στον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο, την 1-1-2002, οι αναφερόμενες στον Μάρτιο και Απρίλιο, την 1-3- 2002 και οι λοιπές την 1-5-2002, υπέπεσαν μέχρι την επίδοση της αγωγής στη διετή παραγραφή.

Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε κατ' ουσίαν τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος σχετικά με την ένσταση παραγραφής των απαιτήσεων της ως άνω, από 1-1-2002 έως 30-6-2002, περιόδου, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 του ν. 2362/1995, γιατί υπολόγισε την έναρξη του χρόνου της παραγραφής από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις και όχι από το χρόνο της γενέσεώς τους.

Επομένως, ο μοναδικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατά συνέπεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και μόνο κατά το πιο πάνω κεφάλαιο αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω έρευνα από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 4749/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά την αναφερόμενη στο αιτιολογικό έκταση.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 4η Οκτωβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ