Legislator Case Law & Legislation
1565/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation and civil law grounds regarding family property disputes.

Case Number 1565/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding defamation and civil liability claims. The appellants alleged unlawful interference with their client's professional office, while the appellee argued the lower court correctly identified the appellants' actions as defamatory and addressed the disputed financial claims under family law. The court rejected the appeal because the lower court's factual findings were sound, the legal arguments regarding family obligations were valid, and the additional grounds were procedurally inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59, 299 of the Civil Code; Articles 451, 361, 719 of the Civil Code; Articles 555, 566, 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is dismissed when the lower court's assessment of facts and application of law regarding defamation and family property obligations are correct, and additional appeal grounds are procedurally inadmissible.

Keywords

AI generated
defamation liability family law obligations appeal inadmissibility professional office interference civil code provisions court of appeal decision legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 57, 59, 299 of the Civil Code
Article 451 of the Civil Code
Article 361 of the Civil Code
Article 719 of the Civil Code
Articles 555, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1565 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1565/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1...., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως έχουσα την οριστική επιμέλεια της ..., 2. ... και 3...., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ναούμ Τζίφρα και Θεόδωρο Κανελλόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, κατοίκου...., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3303/2006του ίδιου Δικαστηρίου και 5361/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-11-2007 αίτησή τους και τους από 9-2-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 5-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59 και 299 ΑK προκύπτει ότι η προσβολή της προσωπικότητας προκαλείται από οποιοδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής.

Όταν δε η προσβολή είναι παράνομη όταν δηλαδή δεν επιτρέπεται από το δίκαιο, αυτός που βλάπτεται, μπορεί να ζητήσει την επιδίκαση χρηματικού ποσού για ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, οπότε το δικαστήριο επιδικάζει κατά την ελεύθερη (μη υποκειμένη σε έλεγχο από τον 'Αρειο Πάγο) κρίση του, εύλογο ποσό, λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν και αποδείχθηκαν, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται και το είδος της προσβολής, ο βαθμός του πταίσματος, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κλπ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα πιο κάτω περιστατικά αναφορικώς με τη σε βάρος του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος τέλεση αδικοπραξίας με την μορφή της διαταράξεως της οικιακής ειρήνης του στην επαγγελματική του κατοικία (δικηγορικό γραφείο) εκ μέρους των αναιρεσειόντων -εναγομένων:

Η πρώτη εναγομένη προσήλθε στο γραφείο του ενάγοντος στις 11 -7-2002 και περί ώρα 19.30' χωρίς αυτός να την έχει καλέσει, συνοδευόμενη από τους δεύτερη και τρίτο εναγόμενους (αδελφούς της), τον μάρτυρα ... και δύο ακόμη άτομα αγνώστων στοιχείων, τα οποία παρέμειναν εκτός γραφείου, προκειμένου να αξιώσει την καταβολή ολόκληρου του εισπραχθέντος ποσού που αφορούσε στις διατροφές.

Κατά τη μετάβαση των ως άνω προσώπων στο γραφείο του ενάγοντος δημιουργήθηκε έντονο επεισόδιο, όπως κατέθεσε ενόρκως ο μάρτυρας αποδείξεως Μ1 ο οποίος ήταν παρών, η δε κατάθεση του επιβεβαιώνεται τόσο από την ένορκη κατάθεση της συνεργάτιδας του ενάγοντος Μ2, προανακριτικά (13-2-2003) και ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (7-4-2005) όσο και από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ3 και Μ4, πελατών του ενάγοντος που παρευρίσκονταν στο γραφείο του κατά την άνω ημέρα και ώρα και των οποίων δεν αμφισβητείται η εκεί παρουσία.

Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι, αφού εισήλθαν στο χώρο αναμονής του γραφείου του ενάγοντος χωρίς να έχουν ραντεβού και εις επήκοον των παρευρισκομένων εκεί πελατών του, ήτοι των κυριών ... και Μ3 μετά της θυγατέρας της, καθώς και των κυρίων ...., ... και Μ4 (μετά της συζύγου του) αλλά και των συνεργατών του Μ1 και Μ2, απευθυνόμενοι προς αυτόν (ενάγοντα) άρχισαν να φωνάζουν "είσαι κλέφτης, κρατάς τα λεφτά του παιδιού και δεν τα δίνεις", "αυτός είναι ο κ.Ψ1 που καρπώθηκε τα λεφτά του παιδιού", η δε πρώτη εναγομένη φώναζε λέγοντας ότι "με κάλεσε στο γραφείο ένα βράδυ και μου την έπεσε".

Επίσης, παρακάμπτοντας τη σειρά αναμονής των πελατών προσπάθησαν, παρά τη θέληση του ενάγοντος, να εισέλθουν στον ιδιαίτερο χώρο του γραφείου του, Ο ενάγων εξήλθε από το γραφείο του ζητώντας τους να σταματήσουν να φωνάζουν και να αναμείνουν στον προθάλαμο τη σειρά τους, πλην όμως αυτοί συνεχίζοντας την ίδια συμπεριφορά δήλωσαν ότι δεν θα φύγουν αν δεν τους καταβάλει τα χρήματα.

Στη συνέχεια, η πρώτη εναγομένη κάλεσε από το κινητό τηλέφωνό της την Άμεση Δράση, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. πρωτ. 1... έγγραφο της Γενικής Αστυνομικής Δ/νσης Αττικής (Δ/νση Άμεσης Δράσης). Από το ίδιο έγγραφο αποδεικνύεται, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή, ότι την Άμεση Δράση κάλεσε λίγο αργότερα και έτερο άτομο ονόματι ....

Όταν κατέφθασε εκεί το περιπολικό με αριθμό ΕΑ...., ο ενάγων δήλωσε στους αστυνομικούς που ήλθαν στο γραφείο του ότι αρνείτο να καταβάλει στην πρώτη εναγομένη το απ'αυτήν αιτούμενο ποσό, διότι του όφειλε χρήματα από προηγούμενη συνεργασία και ότι οι εναγόμενοι παρακάμποντας τη σειρά προτεραιότητας των πελατών εισέβαλαν στο γραφείο του χωρίς να έχουν ραντεβού, απαιτούσαν προκλητικά τα χρήματα φωνάζοντας ενώπιον των πελατών του και δημιούργησαν πρόβλημα στη λειτουργία του γραφείου του.

Στην συνέχεια γίνεται δεκτό από το Εφετείο ότι με την άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους οι εναγόμενοι, εισέβαλαν απροειδοποίητα στην επαγγελματική κατοικία του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, συμπεριφέρθηκαν ανάρμοστα εντός αυτής και αρνήθηκαν ν' αποχωρήσουν και έτσι διέπραξαν εις βάρος του τελευταίου το αδίκημα της διαταράξεως της οικιακής ειρήνης.

Τέλος, το Εφετείο, σταθμίζοντας τα παραπάνω και ότι οι αναιρεσείοντες -εναγόμενοι τέλεσαν σε βάρος του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου και το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, επιδίκασε σε βάρος των αναιρεσειόντων, για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, το ποσό 2000 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες στην απόφασή του, το δε αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το παράνομο της εισόδου των εναγομένων - αναιρεσείοντων στο γραφείο του αναιρεσίβλητου, είναι απόλυτα σαφε'σ, διότι - κατά τα γενόμενα δεκτά - οι εναγόμενοι παρακάμπτοντας της σειρά προτεραιότητας των πελατών εισέβαλαν στο γραφείο του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να έχουν ραντεβού και παρά τη θέλησή του, τα δε άλλα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο αναφέρονται διηγηματικώς και ως προηγηθέντα της παρανόμου εισόδου των αναιρεσειόντων.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τη πρώτο μέρος του εκ του αριθμ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος. Επίσης, ο λόγος αυτός (πρώτος) καθό μέρος, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.8 και 10 Κ.Πολ.Δ, προσάπτει στο Εφετείο α) ότι δέχθηκε πως έγινε απόπειρα εισόδου των αναιρεσειόντων στο γραφείο του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να υπάρχει σχετικός ισχυρισμός του τελευταίου στην αγωγή και την έφσή του και β) ότι δέχθηκε αυτό το γεγονός ως αληθινό χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της αποφάσεώς του , δέχθηκε ότι οι αναιρεσέιοντες "...εισήλθουν στον χώρο αναμονής του γραφείου του ενάγοντος..." και ότι "...

παρακάμπτοντας τη σειρά προτεραιότητας πελατών εισέβαλαν στο γραφείο του...", τα γεγονότα δε αυτά διαλαμβάνονται και στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ενώ εξάλλου η σχετική αποδεικτική κρίση του Εφετείου σχηματίσθηκε από τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα. Αβάσιμος είναι, ως εκ τούτου, αυτός ο λόγος και ως προς την υπό στοιχείο δ' αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, ότι δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε πως έγινε απόπειρα εισόδου των αναιρεσειόντων στο γραφείο του αναιρεσιβλήτου , ενώ στην αγωγή αναφέρεται ότι έγινε είσοδος αυτών στο εν λόγω γραφείο.

Ο ίδιος (πρώτος) λόγος, κατά το τρίτο μέρος του εκ του αριθ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση περί εσφαλμένης κατανομής του (αντικειμενικού) βάρους αποδείξεως ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό, ότι οι αναιρεσείοντες εισήλθαν στο γραφείο του αναιρεσιβλήτου, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο εν λόγω ισχυρισμός κρίθηκε αποδεδειγμένος εξαιτίας επάρκειας των προσκομισθείσων από τον αναιρεσίβλητο αποδείξεων και όχι εξαιτίας ανεπάρκειας των αντίθετων αποδείξεων που προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσείοντες.

Το Εφετείο δέχθηκε επιπλέον και τα εξής: Μετά τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2001 ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο να αξιώσει από την πρώτη των αναιρεσειόντων ως αμοιβή και έξοδα το συνολικό ποσό των 1.041,84 ευρώ για τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση δικαστικές ενέργειές του, για τις οποίες είχε συμφωνήσει με εκείνη να λάβει τη σχετική αμοιβή του από το επιπλέον ποσό της μέλλουσας να επιδικασθεί στην ίδια διατροφής.

Σε συμμόρφωση προς την 578/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο εν διαστάσει σύζυγος της πρώτης των αναιρεσειόντων κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο (πληρεξούσιο δικηγόρο της) στις 14-6-2002, για την επιδικασθείσα διατροφή και για έξοδα, το συνολικό ποσό των 1.808,56 ευρώ, από το οποίο η πρώτη των αναιρεσειόντων εδικαιούτο να λάβει το ποσό των 1.548,26 ευρώ, το δε υπόλοιπο κάλυπτε τη δαπάνη για το δικαστικό ένσημο και τα έξοδα εκτελέσεως.

Την επόμενη ημέρα (15-6-2002) ο αναιρεσίβλητος ενημέρωσε προς τούτο τηλεφωνικώς εκείνη και την κάλεσε να παραλάβει το με βάση την άνω συμφωνία οφειλόμενο σ' αυτή ποσό, το οποίο, μετ' αφαίρεση του κατά τους υπολογισμούς αυτού οφειλομένου ποσού των 1.301,04 ευρώ για τις ανωτέρω ενέργειες, διαμορφώνετο σε 247, 22 ευρώ.

Ωστόσο, στις εν λόγω ενέργειες αντιστοιχούσε κατά τα προεκτεθέντα το ποσό των 1.041,84 εύρω, μετ' αφαίρεση του οποίου από το ποσό των 1.548,26 ευρώ απομένει υπόλοιπο εκ 506,42 ευρώ, πλην όμως από τον εσφαλμένο αυτόν υπολογισμό δεν μπορεί να συνταχθεί αλλ' ούτε και αποδεικνύεται από κάποιο άλλο στοιχείο πρόθεση του αναιρεσιβλήτου να ιδιοποιηθεί παρανόμως τη διαφορά των 259,20 ευρώ (506,42 - 247,22).

Εξάλλου, ανεξάρτητα από την ακυρότητα της ανωτέρω συμφωνίας ως προς το ανήλικο τέκνο της πρώτης συμφωνίας ως προς το ανήλικο τέκνο της πρώτης των αναιρεσειόντων, ο αναιρεσίβλητος, ενόψει του ότι το παρακρατηθέν ποσό των 1.301,04 ευρώ αφορούσε σε διαφορές διατροφής για το παρελθόν (από 22-7-2001 έως 21-5-2002), δικαιολογημένα πίστεψε ότι μπορούσε να προβεί σε συμψηφισμό του άνω ποσού.

Ως εκ τούτου, οι διαδοθέντες, κατά το προαναφερθέν επεισόδιο στο γραφείο του αναιρεσιβλήτου στις 11-7-2002, ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, περί της ιδιότητας του αναιρεσιβλήτου ως κλέφτη και περί της παρακρατήσεως από αυτόν των χρημάτων της διατροφής χωρίς δικαίωμα, ήταν ψευδείς και οι αναιρεσείοντες τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, αφού τις απαιτήσεις του για αμοιβές και έξοδα είχε αφαιρέσει ο αναιρεσίβλητος στο πλαίσιο της αναφερόμενης πιο πάνω συμφωνίας του με την πρώτη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι γνώριζαν την εν λόγω συμφωνία, η μεν πρώτη διότι η ίδια την είχε προτείνει, οι δε λοιποί λόγω της συγγενικής τους σχέσεως με εκείνη και της παρουσίας τους στις διαφορές δίκες, όπου κατέθεσαν ως μάρτυρες.

Ακολούθως, το Εφετείο, κρίναν ότι με την ανωτέρω συμπεριφορά τους οι αναιρεσείοντες τέλεσαν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και ότι έτσι προσέβαλαν την κοινωνική και επαγγελματική τιμή και υπόληψη αυτού, εμφανίζοντάς τον ως αναξιόπιστο και ανέντιμο δικηγόρο και άνθρωπο, επεδίκασε σ' αυτόν χρηματική ικανοποίηση εκ 2000 ευρω για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις εκ μέρους των αναιρεσειόντων τελεσθείσες σε βάρος του αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της διαταράξεως της οικιακής ειρήνης.

Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 361, 440, 441, 451 και 363 ΠΚ. Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου, υπαγόμενοι κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του αριθμού 19 (όχι και των αριθ.1 και 17) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμοι.

Με τον πέμπτο (υπό στοιχείο Ε) λόγο οι αναιρεσέιοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αρ. 1,8,και 19 Κ.Πολ.Δ, μέμφονται το Εφετείο α) ότι αγνόησε τον ισχυρισμό τους περί του διατροφικού χαρακτήρα των απαιτήσεως γεγονός που, σύμφωνα με το άρθρο 451 ΑΚ, καθιστούσε ανεπίτρεπτο τον συμψηφισμό των εν λόγω απαιτήσεων με την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου από αμοιβές και έξοδα και β) ότι παρεβίασε, ευθέως άλλως εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 361, 451 ΑΚ και 363 ΠΚ, αφού δέχθηκε ότι ο κρίσιμος συμψηφισμός δεν επιτρέπετο μεν από το άρθρο 451 ΑΚ, ήταν όμως δυνατός, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, στο πλαίσιο της σχετικής προς τούτο συμφωνίας μεταξύ της πρώτης των.

Ο λόγος αυτός, ως προς την πρώτη (υπό α') αιτίαση, είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανώτερω ισχυρισμό και τον απέρριψε, εκ του πράγματος, ως αλυσιτελή, κρίναν ότι με την προαναφερθείσα συμπεριφορά τους (διάδοση εν γνώσει ψευδών γεγονότων) οι αναιρεσείοντες τέλεσαν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως.

Ως προς την δεύτερη (υπό β') αιτίαση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες πραγματικές διαπιστώσεις του Εφετείου, η ως άνω απαίτηση της πρώτης των αναιρεσειόντων δεν έχει, έναντι του αναιρεσιβλήτου, διατροφικό χαρακτήρα, αλλά αντιστοιχεί στη εκ του άρθρου 719 ΑΚ απορρέουσα υποχρέωση αυτού, ως πληρεξουσίου δικηγόρου και εντολοδόχου της πρώτης, να αποδώσει στην ίδια (εντολοδότρια) οτιδήποτε απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, δηλαδή εν προκειμένω το ποσό της επιδικασθείσας διατροφής που έλαβε από τον σύζυγο της πρώτης των αναιρεσειόντων, και άρα ο επίμαχος συμψηφισμός δεν απαγορεύετο από τις διατάξεις των άρθρων 451 ΑΚ και 982 παρ. 2 γ' Κ.Πολ.Δ.

Με τους υπό στοιχεία ΣΤ) 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 λόγους καταλογίζονται αναιρετικές πλημμέλειες σε άλλη (5363/2007) απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή της δεύτερης και του τρίτου των ήδη αναιρεσειόντων κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου και κατά της οποίας οι εν λόγω ενάγοντες έχουν ασκήσει άλλη αίτηση αναιρέσεως. Σύμφωνα έτσι με τις διατάξεις των άρθρων 555 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως είναι, ως προς τους λόγους αυτούς, απαράδεκτη.

Με τον μοναδικό εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ απορρέοντα λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως με επίκληση προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά έγγραφα, ήτοι α) το έγγραφο με αριθ. πρωτ. ....της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (Υ.Π.Ε.Ε) Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής, από το οποίο προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος είχε εκδώσει στις 18-1-2002 την υπ' αριθ. ...απόδειξη παροχής υπηρεσιών για το ποσό των 176 ευρώ, σχετικώς με την αγωγή της πρώτης των αναιρεσειόντων κατά του εργοδότη της (...), β) την από 1-9-2006 μήνυση του αναιρεσιβλήτου κατά των αναιρεσείοντων και των μαρτύρων τους και γ) την 2-9-2006 αγωγή του πρώτου κατά των τελευταίων. Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε "και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", καθώς από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεώς του δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία για την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση των ειρημένων εγγράφων. Ο λόγος συνεπώς αυτός είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-11-07 αίτηση των..., ... και ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 5361/07 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, οριζόμενα σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ