Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of foreclosure action due to lack of standing and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision dismissing his foreclosure lawsuit. The appellant argued he had a right to the property proceeds as a forced auction participant or mortgage lender, but the court found his claim legally unfounded because he failed to transfer the relevant auction summary, preventing him from becoming the owner of the property share. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied substantive and procedural laws, including the Civil Code and Civil Procedure Code, without violating any statutory provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 558, 566 para. 1 of the Civil Procedure Code; Article 576 para. 2 of the Civil Procedure Code; Articles 338, 525, 904, 1257 of the Civil Code; Articles 494 para. 1, 1017 para. 2 gamma and 4, 1018 of the Civil Procedure Code; Article 17 of the Constitution; Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR. An appeal is inadmissible if filed against a judgment that did not rule against the appellant, and an appeal is unfounded if the lower court correctly applied substantive law regarding the plaintiff's lack of standing to claim proceeds from a forced auction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1565 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1565/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Χ, τον οποίο εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του Γεώργιος Ορφανίδης και Αγησίλαος Σακκάς.
Των αναιρεσιβλήτων : Ψ1) Της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Σπυρίδων Τσαντίνης, Ψ2 και Ψ3, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14.11.2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 24.05.2004 ανακοπή της πρώτης αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2578/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1428/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 03.05.2007 αίτησή του και τους από 02.03.2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 28.03.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων . Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκαν οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τις 11335β'/8-1-20087, 11451β'/1-2-2008, 11644β'/4-3-2008 και 1164- β'/4-3-2008 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., έχουν κλητευθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως για να παραστούν κατά την παρούσα συζήτηση. Επομένως, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει η συζήτηση (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 68,558 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, αφενός να απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος και αφετέρου να περιέχει έναν τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως έστω και αόριστο ή απαράδεκτο.
Εν προκειμένω, με όλους τους λόγους του κύριου και του προσθέτου αναιρετηρίου ψέγεται το Εφετείο για την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος έναντι μόνο της πρώτης - όχι και του δεύτερου - των αναιρεσιβλήτων, ενώ εξάλλου ο τρίτος από αυτούς, τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην έκκλητη δίκη, δεν υπήρξε αντίδικος του αναιρεσείοντος αλλά μόνο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, σε σχέση με την ανακοπή και την έφεσή της. Επομένως, έναντι του δευτέρου και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, τόσο ως προς τους κύριους όσο και ως προς τους προσθέτους λόγους, είναι απαράδεκτη.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1002 παρ. 1α, 1003 παρ. 1, 1004παρ.1 και 1005 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1033,1192 αρ.2, 1198,1318 αρ. 3 και 1323 ΑΚ συνάγεται ότι, επί αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου ανήκοντος κατά κυριότητα στον καθ' ου η εκτέλεση, η εκ μέρους του υπερθεματιστή καταβολή του πλειστηριάσματος στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, αφενός μεν, επιφέρει απόσβεση των τυχόν επί του ακινήτου υπαρχουσών υποθηκών και προσημειώσεων ανεξαρτήτως της κατατάξεως ή της ικανοποιήσεως των ενυποθήκων ή προσημειούχων δανειστών, αφετέρου δε, παρέχει σ'αυτόν (υπερθεματιστή) το δικαίωμα να αξιώσει από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού τη χορήγηση της περιλήψεως της σχετικής κατακυρωτικής εκθέσεως, με τη μεταγραφή της οποίας στα οικεία βιβλία, η κυριότητα επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου μεταβιβάζεται παραγώγως στον υπερθεματιστή.
Έως ότου συντελεσθεί η μεταγραφή, η κυριότητα παραμένει στον καθού η εκτέλεση και μετά την κατακύρωση, οι δε αποσβεσθείσες υποθήκες και προσημειώσεις, οι οποίες ακολούθως εξαλείφθηκαν κατόπιν αιτήσεως του υπερθεματιστή, αναβιώνουν αυτοδικαίως, μόνο αφότου ο πλειστηριασμός ακυρωθεί με δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί επί σχετικής κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής.
Οι ρυθμίσεις αυτές ισχύουν και αν τον πλειστηριασμό είχε επισπεύσει, ως ενυπόθηκος ή προσημειούχος δανειστής, ο υπερθεματιστής, ο οποίος έτσι την κυριότητα αποκτά με τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως και του οποίου η ανωτέρω εμπράγματη ασφάλεια αποσβέννυται με την εκ μέρους του καταβολή του πλειστηριάσματος και δεν αναβιώνει παρά μόνο με τη δικαστική ακύρωση του πλειστηριασμού.
Ως εκ τούτου, αν, μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος και πριν από τη μεταγραφή της σχετικής περιλήψεως, η μεταβίβαση της κυριότητας του πλειστηριασθέντος ακινήτου σ' αυτόν (υπερθεματιστή) καταστεί αδύνατη λόγω μεταγενέστερης εκποιήσεως του ακινήτου με (εκούσιο) πλειστηριασμό διενεργηθέντα στο πλαίσιο δικαστικής διανομής (άρθρα 484 και 494 παρ. 1 ΚΠολΔ), τότε δεν επέρχεται αναβίωση της εμπράγματης ασφάλειας ούτε παρέχεται στον υπερθεματιστή αξίωση λήψεως του τιμήματος εκποιήσεως που αναλογεί στο ιδανικό μερίδιο του αρχικώς καθού η εκτέλεση, αλλά δικαιούται ο υπερθεματιστής, βάσει των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να ζητήσει από εκείνον (αρχικώς καθού η εκτέλεση) την επιστροφή του καταβληθέντος πλειστηριάσματος (πρβλ.
ΑΠ 1523/2006).
Εν προκειμένω, στην απευθυνόμενη κατά των δύο πρώτων εκ των αναιρεσιβλήτων από 14-11-2004 αγωγή του αναιρεσείοντος εκτίθενται τα εξής : Δυνάμει του .../... νομίμως μεταγεγραμμένου δωρητηρίου συμβολαίου της συμβολαιαογράφου Αθηνών Σταυρούλας Κόλλια - Παπαδόγιαννη, οι αδελφοί Α και Β έγιναν συγκύριοι,κατά το 1/2 αδιαιρέτως ο καθένας, του περιγραφόμενου σ' αυτό ακινήτου.
Επί του μεριδίου του πρώτου εκ των συγκυρίων η υπάρχουσα τότε τραπεζική εταιρία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." είχε εγγράψει στις 3-4-1991, βάσει δύο διαταγών πληρωμής και για το συνολικό ποσό των 126.774.068 δραχμών, δύο προσημειώσεις, τραπείσες σε υποθήκες στις 3-3-1995, προς εξασφάλιση αντίστοιχης απαιτήσεώς της, από σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρίας "Σταύρος Πετρόχειλος Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Ηλεκτρικών Συσκευών" και του εγγυητή πρώτου των συγκυρίων (Α).
Ο τελευταίος, με τα νομίμως μεταγεγραμμένα .../... και .../... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθητάκη Ζούκα, μετεβίβασε λόγω γονικής παροχής, κατά ισομοιρία, το ανωτέρω ιδανικό του μερίδιο (1/2) στα τέκνα του, Γ και Ψ2. Ακολούθως, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων (Εθνική Τράπεζα) άσκησε κατά του μεταβιβάσαντος και των τέκνων του την από 14-7-1992 αγωγή, με την οποία, ευρισκόμενη εισέτι στο στάδιο της διεξαγωγής των αποδείξεων, ζητεί τη διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, της μεταβιβάσεως της ψιλής κυριότητας του άνω μεριδίου.
Εν συνεχεία, η Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα, με την από 24-6-1996 σύμβαση, εξεχώρισε στον αναιρεσείοντα την ως άνω εκ δραχμών 126.767.068 απαίτησή της, προς ικανοποίηση της οποίας ο τελευταίος επεύσπευσε στις 30-10-1992 αναγκαστικό πλειστηριασμό του ανήκοντος στον Γ μεριδίου (1/4), το οποίο κατακυρώθηκε στον αδελφό του, Ψ2 (δεύτερο των αναιρεσιβλήτων) έναντι πλειστηριάσματος 25.000.000 δραχμών, του αναιρεσείοντος καταταγέντος στον σχετικό πίνακα ως ενυποθήκου δανειστή, για το ποσό των 62.984,19 Ευρώ.
Στις 23-4-2003, με επίσπευση του ίδιου (αναιρεσείοντος), εκπλειστηριάσθηκε και το ανήκον στον Ψ2 υπόλοιπο 1/4 αδιαιρέτως, έναντι πλειστηριάσματος 120.000.000 δραχμών, με υπερθεματιστή τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, μετά τη σύνταξη της σχετικής εκθέσεως κατακυρώσεως και την πληρωμή του πλειστηριάσματος, κατατάχθηκε στον 26369/ 7-7-2003 πίνακα, ως ενυπόθηκος δανειστής, για το ποσό των 309.099, 58 Ευρώ.
Στις 23-7-2003, χωρίς να έχει μεταγραφεί η περίληψη της ως άνω κατακυρωτικής εκθέσεως, ολόκληρο το ακίνητο, κατόπιν σχετικής δικαστικής αποφάσεως, περί διανομής, πωλήθηκε με (εκούσιο) πλειστηριασμό σε τρίτους (Δ και Ε) οι οποίοι, αφού κατέβαλαν ολόκληρο τίμημα, μετέγραψαν στις 7-8-2003 τη σχετική περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως και έτσι έγιναν κύριοι του ακινήτου.
Εκ των δύο πρώην συγκυρίων ο Β έλαβε το 1/2 του τιμήματος και ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων έλαβε το 1/4 που αναλογεί στο εκ μέρους του κατά τον πλειστηριασμό της 30-12-2002 αποκτηθέν αντίστοιχο μερίδιο του ακινήτου. Επί του υπολοίπου 1/4, ανερχομένου στο ποσό των 465.000 ευρώ, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, με την επίκληση της άνω αγωγής διαρρήξεως, επέβαλε, κατόπιν σχετικής δικαστικής αποφάσεως, συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του τρίτου των αναιρεσιβλήτων (συμβολαιογράφου) ως τρίτου.
Κατόπιν τούτων, ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του ανωτέρω ποσού των 465.000 ευρώ, ως υπερθεματιστής στον αναγκαστικό πλειστηριασμό της 23-4-2003 και εντεύθεν ως διάδοχος του καθού η εκτέλεση (δευτέρου των αναιρεσιβλήτων),άλλως ως ενυπόθηκος δανειστής του τελευταίου, ζητεί να αναγνωρισθεί το εν λόγω δικαίωμά του.
Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη, αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, ο αναιρεσείων, ως μη μεταγράψας τη σχετική με τον αναγκαστικό πλειστηριασμό της 23-4-2003 περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως, δεν κατέστη κύριος του επιδίκου μεριδίου του ακινήτου, άρα ούτε και ειδικός διάδοχος του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, ενώ εξάλλου οι εγγεγραμμένες στο μερίδιο αυτό υποθήκες αποσβέσθηκαν με την εκ μέρους του καταβολή του πλειστηριάσματος κατά τον ανωτέρω πλειστηριασμό.
Την απόδοση του εν λόγω πλειστηριάσματος μπορεί, πάντως, να αξιώσει, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, από τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκείνες των άρθρων 338,525,904,1257 ΑΚ, 494 παρ. 1, 1017 παρ. 2 γ'και 4, 1018 ΚΠολΔ, 17 του συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου του ΕΣΔΑ.
Κατ' ακολουθίαν, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του προσθέτου αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμοι.
ΙV. Με τον τρίτο λόγο του προσθέτου αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, μέμφεται το εφετείο ότι, κατ' αποδοχή της εφέσεως της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την αγωγή του, για ολόκληρο το αξιούμενο με αυτή ποσό των 465.750 ευρώ, ενώ Πρωτοδίκως είχε επιδικασθεί μόνο το ποσό των 352.164 ευρώ, ως προς το οποίο και επλήττετο η πρωτόδικη απόφαση. Για τη μη επιδίκαση όμως του, επιπλέον των 352.164 ευρώ, ποσού από το πρωτοδικείο, ο αναιρεσείων είχε διατυπώσει ρητό λόγο στη δική του από 21-6-2006 έφεση, την οποία το Εφετείο απέρριψε, δεχθέν ότι ο τελευταίος δεν είναι δικαιούχος του αξιούμενου με την αγωγή ποσού των 465.750 ευρώ. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. V. Με τον τέταρτο λόγο του ίδιου (πρόσθετου) αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, κατά το μέρος που δέχθηκε την έφεση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων σε σχέση με την ανακοπή της. Η ανακοπή αυτή όμως δεν απευθύνετο κατά του αναιρεσείοντος και άρα ο ερευνώμενος λόγος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-5-2007 αίτηση και τους από 2-3-2008 προσθέτους λόγους του Χ περί αναιρέσεως της 1428/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ