Supreme Court dismisses appeal on will signature forgery, upholding lower court's expert evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment regarding the authenticity of a will's signature. The appellant argued that the lower court erred by accepting expert testimony proving the signature was forged while rejecting the claim that the text was genuine. The court ruled that these arguments constituted an impermissible attack on the trial court's discretionary assessment of evidence rather than a violation of common sense or legal principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(b), 569(2)(a), 577(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a lower court's evaluation of handwriting expert evidence constitutes an impermissible attack on the court's discretionary assessment of proof and cannot be sustained under the grounds of violation of common sense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1564 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1564/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Αναστασία Καραμανίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. (D.) Ο. (O.) του Β. (V.), κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ. του Κ. και της Κ., συζ. Μ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Διαμαντόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8162/2020 μη οριστική, 10125/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1034/2023 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-9-2023 αίτηση και τους από 27-2-2025 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα με αριθ. 1034/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης το οποίο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθ. 10125/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την αγωγή της και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δίκασε την υπόθεση και δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) καθόσον η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε στις 27-6-2023 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 2...-2023 χωρίς να προκύπτει από τα διαδικαστικό έγγραφα επίδοση αυτής, γεγονός που δεν επικαλούνται ούτε οι διάδικοι. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 569 § 2 εδ.α' και β' ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021, το οποίο κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 2 του ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Σύμφωνα δε με το όρθρο 281 Κ.Πολ.Δ., συζήτηση της υπόθεσης θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφοτέρους τους παράγοντες που το οριοθετούν [ΑΠ 741/2020].
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν ως προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι τελούν σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν πραγματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, αν η κρίση περιοριστεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 741/2020, ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (2-4-2025), η δε αιτούσα άσκησε πρόσθετους λόγους με το από 27-2-2025 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 27-2-2025, δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο. Από την με αριθ. ...-2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ. Ρ. την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των ως άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 27-2-2025, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει, αφού συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.
2.- Κατά το άρθρο 1721 του ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται κατά τρόπο που να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος και υπογράφεται από αυτόν. Αν λείπει κάποιο από τα παραπάνω στοιχεία η ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1718 του ΑΚ.
Επομένως, αυτός που ζητεί τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αρκεί να επικαλεσθεί την έλλειψη κάποιου από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία του κύρους της, οπότε ο εναγόμενος, ο οποίος έχει τιμηθεί με τη διαθήκη, ως μαχόμενος υπέρ του κύρους της, οφείλει να αποδείξει ότι η διαθήκη έχει εξ ολοκλήρου γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί με το ίδιο το χέρι του διαθέτη, εκτός αν συντρέχει η ειδική περίπτωση του άρθρου 1777 του ΑΚ, δηλαδή αν η ιδιόγραφη διαθήκη δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία και πέρασαν πέντε χρόνια από τη δημοσίευση της, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητά της σε δίκη ανάμεσα σε κάποιον από αυτούς που αντλούν δικαιώματα από αυτήν και κάποιον από αυτούς που βλάπτονται από την ύπαρξή της, οπότε αυτή τεκμαίρεται γνήσια και το βάρος απόδειξης της έλλειψης ενός από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία του κύρους της μετατίθεται στον ενάγοντα.
Προσβολή συγχρόνως της διαθήκης ως πλαστής δεν είναι αναγκαία, αφού αυτή είναι εξίσου άκυρη και όταν δεν είναι πλαστή, όπως συμβαίνει, όταν έχει γραφεί από τρίτο πρόσωπο καθ' υπαγόρευση του διαθέτη, οπότε, χωρίς να είναι πλαστή, είναι άκυρη. Δεν αποκλείεται όμως προβολή και τέτοιου αυτοτελούς περί πλαστότητας της ιδιόγραφης διαθήκης αγωγικού ισχυρισμού πέραν της απλής αμφισβήτησης της γνησιότητας της (ΑΠ 714/2024, ΑΠ 413/2024, ΑΠ1285/2022).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτό, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ λ ΚΠολΔ., υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικό αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 181/2024, ΑΠ 195/2017).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικό περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει "συνοπτικές "αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1293/2020).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1738/2017).
Αντίφαση στις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες -υφίσταται, όταν (εξ αιτίας αυτής) δεν προκύπτουν αναμφιβόλως από την προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η τελευταία ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διατάξεως προϋποθέσεις (ΑΠ 1131/2007) ενόψει του ότι το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 2119/2014).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή.
Για το παραδεκτό των λόγων αναίρεσης τόσο από τον αριθμό 8 όσο και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί ή αντίστοιχα το απαράδεκτο ή η ακυρότητα είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ή νομίμως με τις προτάσεις (240 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, γεγονός που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 354/2011, ΑΠ 1705/2008).
Περαιτέρω, με το εδάφιο β' του ως άνω αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αξία των αποδεικτικών μέσων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 502/2024, ΑΠ 1273/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1106/2020 ΑΠ 589/2020, 334/2019, ΑΠ 13332018).
Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν: 1) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, 2) ο κανόνας δικαίου για την ερμηνεία ή την εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, 3) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και 4) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 502/2024, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1273/2022, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 609/2020, ΑΠ 860/2018).
3.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (562 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 5-7-2019 αγωγή της κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εκθέτοντας ότι με την με αρ. ...-2016 δημόσια διαθήκη της Π. Π. που απεβίωσε στις ...-201 και δημοσιεύθηκε νόμιμα στις 8-11-2018, εγκαταστάθηκε κληρονόμος στην ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος τρίτου ορόφου που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη όπως αυτό περιγράφεται λεπτομερώς στην αγωγή, ότι εκτός από την ανωτέρω δημόσια διαθήκη, στις 12-10-2018 είχε δημοσιευθεί και η από 2-8-2018 ιδιόγραφη διαθήκη της ίδιας ως άνω διαθέτιδος, με την οποία αυτή κατέλειπε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, αρχικώς στην αδερφή της και μετά το θάνατο αυτής στην εναγομένη, η οποία φρόντιζε την ίδια και την αδερφή της τα τελευταία δύο χρόνια και επικαλούμενη ότι η μεταγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη για το λόγο ότι δεν γράφηκε ούτε υπογράφηκε από την ίδια τη διαθέτιδα, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της διαθήκης και περαιτέρω να αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα με βάση τη δημόσια διαθήκη επί του κληρονομιαίου ακινήτου και συγκεκριμένα "...επί ενός διαμερίσματος του τρίτου ορόφου της, επί της οδού .../περιοχή Αχειροποίητου, κείμενης οικοδομής, εμβαδού 97 τ.μ.
με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο φέροντος ΚΑΕΚ 190442614009/0/24 το οποίο είναι συνενωμένο εν τοις πράγμασι με ένα έτερο, εφαπτόμενο προς αυτό διαμέρισμα του ίδιου ορόφου, εμβαδού 37 τ.μ., ιδιοκτησίας της αδελφής της Μ.-Α, Πετρίδου και φέρον ΚΑΕΚ 190442614009/0/23 έτσι ώστε να αποτελούν αυτά από κοινού ένα, ενιαίο διαμέρισμα και κοινή εξώπορτα".
Υπό το ανωτέρω αίτημα η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί κληρονόμος εκ διαθήκης και κυρία του διαμερίσματος που ανήκε στην διαθέτιδα Π. Π., εμβαδού 97 τ.μ. με ΚΑΕΚ 190442614009/0/24 και όχι και του ετέρου διαμερίσματος των 37 τ.μ. με ΚΑΕΚ 190442614009/0/23 το οποίο αναφέρεται στο αιτητικό της αγωγής, μόνο προς ακριβέστερη περιγραφή του κληρονομιαίου ακινήτου.
Επομένως, ο πρώτος, εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης , με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το λόγο ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα λόγω απαραδέκτου της αγωγής εξαιτίας της μη εγγραφής της, αναγνωριστικής κληρονομικού δικαιώματος επί ακινήτου, αγωγής στο κτηματολογικό φύλλο του με ΚΑΕΚ 190442614009/0/23 διαμερίσματος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθόσον με την ένδικη αγωγή δεν ζητείται η αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος επί του ακινήτου αυτού αλλά μόνο επί του διαμερίσματος, εμβαδού 97 τ.μ.
με ΚΑΕΚ 190442614009/0/24.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Την ...-2018 απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη, σε ηλικία 97 ετών, η Π. Π. του Α., συνταξιούχος συμβολαιογράφος, κάτοικος εν ζωή Θεσσαλονίκης, η οποία ήταν άγαμη και άτεκνη. Η ανωτέρω με την υπ' αρ. ...-2016 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ.
Π. και δημοσιεύτηκε με το υπ' αρ. ...-2018 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, εγκατέστησε κληρονόμο της, σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, την αδελφή της Μ. - Α. Π. του Α., πλην ενός διαμερίσματος του τρίτου (3ου) ορόφου οικοδομής, εμβαδού 97 τ.μ., που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., με ΚΑΕΚ 190442614009/0/24, το οποίο κατέλιπε, κατά το δικαίωμα της επικαρπίας, στην ανωτέρω αδελφή της και κατά ψιλή κυριότητα στη βαφτισιμιά της, ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα.
Μετά τη σύνταξη της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης της, η θανούσα φέρεται να συνέταξε την από 2-8-2018 ιδιόγραφη διαθήκη, το περιεχόμενο της οποίας έχει, κατά λέξη, ως εξής: "σήμερα στη Θεσσαλονίκη στο σπίτι μου του 3ου ροφού στην οδο ... γράφω τη Διαθήκη μου και ορίζω κληρονόμους α) την αδερφή μου Μ. Π. στην οποία αφη όλη την περιουσία μου και επιθυμώ όπως μετά τον θανατο μας να περιέλθουν ολα στην καλή κοπέλα που με περιποιειτε Ο.
Ν. αυτή ειν Αυτή είναι η θέληση μου και θέλω να εκτελεσθεί - Θεσσαλονίκη 2/8/2018 αυτή είναι η θέληση μου και θέλω να εκτελεσθεί Η Διαθετις", ακολουθεί δε υπογραφή. Η παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκη δημοσιεύτηκε με το υπ' αρ. ...-2018 Πρακτικό Δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν αίτησης της αδελφής της θανούσας και κηρύχθηκε κυρία, έπειτα από αίτηση της εναγόμενης - εφεσίβλητης, με την υπ' αρ. ...-2019 πράξη της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης.
Στην από 4-12-2020 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε ο δικηγόρος Δημήτριος Κωνσταντάκος, δικαστικός γραφολόγος, ο οποίος διορίστηκε δυνάμει της με αρ. 8162/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αναγράφεται ως συμπέρασμα, που διατυπώνεται με βεβαιότητα, ότι η γραφή της από 2-8-2018 ιδιόγραφης διαθήκης έχει χαραχθεί από το χέρι της θανούσας, όμως δεν έχει υπογράφει από την ίδια, αλλά από έτερο πρόσωπο, κατ' ελεύθερη απομίμηση της γνήσιας υπογραφής, συμβολικού τύπου, της τελευταίας.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η θανούσα Π. Π. ήταν συνταξιούχος συμβολαιογράφος, υψηλού μορφωτικού επιπέδου και με ιδιαίτερες γνώσεις ως προς τη σύνταξη νομικών κειμένων. Παρά την προχωρημένη της ηλικία (97 ετών) διατηρούσε διαύγεια πνεύματος και διαχειριζόταν η ίδια τις υποθέσεις της (βλ. ενδεικτικά από 9-6-2018 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής μίσθωσης καταστήματος, ιδιοκτησίας της, στον Ι.
Γ., από 8-6-2018 και 6-7-2018 αποδείξεις είσπραξης μισθωμάτων, τα οποία υπογράφει η ίδια). Η θανούσα διέθετε δύο τύπους υπογραφών. Ο πρώτος τύπος υπογραφής ήταν συμβολικού τύπου, δηλαδή γραφικό μόρφωμα, που δεν περιλάμβανε γράμματα, τον οποίο χάρασσε με γρήγορη ταχύτητα, ευχέρεια και αυτοματισμό, χρησιμοποιούσε, δε, αυτόν μέχρι το έτος 2014.
Στη συνέχεια και μέχρι τον θάνατο της υιοθέτησε μια υπογραφή μικτού τύπου (συνδυασμός συμβολικού και γραμματικού), η οποία ξεκινούσε προοδευτικό με τη χάραξη του γράμματος "Π" με καλλιτεχνική μορφή και έτερων γραφικών μορφωμάτων, ενώ σταδιακά προσέθετε και άλλα γράμματα του επωνύμου της. Η υπογραφή μικτού τύπου χαράσσεται με μικρότερη ταχύτητα απ' ό,τι η προγενέστερη υπογραφή συμβολικού τύπου και γι' αυτό το λόγο η θανούσα τον προτιμούσε, από το έτος 2015 και εντεύθεν, για την υπογραφή όλων των εγγράφων (ιδιωτικών συμφωνητικών, συμβολαιογραφικών εγγράφων κλπ.), διότι, λόγω της σταδιακής εξασθένησης των σωματικών της δυνάμεων, ήταν ευκολότερος γι' αυτήν.
Από τη σύγκριση των βέβαιων υπογραφών αυτής, που τέθηκαν στη διάθεση του ανωτέρω πραγματογνώμονα, προκύπτει ότι μέχρι το έτος 2013 οι υπογραφές συμβολικού τύπου της θανούσας διακρίνονται από ευχέρεια, ευελιξία και γρήγορη ταχύτητα χάραξης. Από το έτος 2014 παρατηρείται αστάθεια ως προς τη δομή των υπογραφών της (συμβολικού τύπου) και η γραμμή χάραξης εμφανίζει σημεία γραφικής δυσχέρειας.
Στη συνέχεια η θανούσα εγκαταλείπει τον συμβολικό τύπο υπογραφής και από το έτος 2015 χρησιμοποιεί αποκλειστικά την υπογραφή μικτού τύπου, ο οποίος απαρτίζεται από γραφικά μορφώματα συνδυασμένα με γράμματα, χαράσσεται με αναχαιτισμένη ταχύτητα σε σχέση με τις προγενέστερες υπογραφές συμβολικού τύπου, με σημεία επιτάχυνσης της κίνησης και αρκετά σημεία επιβράδυνσης.
Η επιδείνωση της χαρακτικής ικανότητας της θανούσας από το έτος 2015 και έπειτα είναι απότοκη της προχωρημένης ηλικίας της και της φυσιολογικής καταβολής των δυνάμεών της, που επιφέρει επιβράδυνση των χαρακτικών κινήσεων, εντονότερη γραφική πίεση, αλλοίωση των καμπύλων χάραξης, αστάθεια στο γραφικό ίχνος, εκτροπές και γραφικό τρόμο, διακοπές στη χάραξη και επαναχαράξεις, στοιχεία που συνιστούν γραφική παθολογικότητα, που εντάσσονται στην έκπτωση της γραφικής ικανότητας της θανούσας.
Η υπογραφή που έχει τεθεί κάτω από το κείμενο της ιδιόγραφης διαθήκης μοιάζει μορφολογικά με τις υπογραφές συμβολικού τύπου που έθετε η θανούσα μέχρι το έτος 2014, πλην όμως, εμφανίζει σημαντικές διαφορές στην έκταση και στην συμμετρία των βρόγχων (γραφικών μορφωμάτων). Επίσης, στην υπό κρίση υπογραφή παρατηρούνται λείες και ομαλές γραμμές στις κυκλικές κινήσεις, ελαφριά χάραξη και συνεχείς αυξομειώσεις στην έντασή της, ενώ στις πλησιόχρονες υπογραφές της θανούσας διακρίνεται αλλοιωμένη καμπυλότητα στις γραμμές, έντονη, και χωρίς αυξομειώσεις στην ένταση της πίεσης, χάραξη της υπογραφής, φαινόμενο που αντανακλά την επιδείνωση της χαρακτικής δεινότητας της θανούσας.
Μάλιστα, δε, οι συμβολικού τύπου υπογραφές της θανούσας, που έθετε κατά το έτος 2014, όταν ήταν 93 ετών, είχαν ήδη αρχίσει να εμφανίζουν, όπως προελέχθη, αστάθεια στη δομή τους και σημεία γραφικής δυσχέρειας, τα οποία δεν παρατηρούνται στην υπογραφή που έχει τεθεί στην ιδιόγραφη διαθήκη, δηλαδή μετά την παρέλευση τεσσάρων (4) ετών, όταν πλέον η θανούσα ήταν 97 ετών.
Επιπλέον, η ταχύτητα της εν λόγω υπογραφής είναι γρήγορη, με ευέλικτες χαρακτικές κινήσεις, ομαλές αλλαγές κατεύθυνσης και γενικότερη ευχέρεια στην χάραξη, με ελαφριά γραφική πίεση, με φυσιολογικές αυξομειώσεις στην έντασή της και με καλή ποιότητα γραμμής, σε αντίθεση με τη γραφή της διαθήκης, η οποία έχει χαραχθεί με σχετική δυσχέρεια και αργή ταχύτητα, με φτωχή ποιότητα γραμμής, εμφανίζουσα συχνά ίχνη παθολογικότητας όπως αστάθεια, γραφικό τρόμο και επαναχαράξεις.
Με βάση τις ανωτέρω διαπιστώσεις ο διορισθείς δικαστικός γραφολόγος καταλήγει με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι π εν λόγω υπογραφή δεν έχει τεθεί στην ιδιόγραφη διαθήκη από την θανούσα. Η παραδοχή αυτή δεν αναιρείται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο ικανό να οδηγήσει το παρόν Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση.
Ειδικότερα, στην από 12-9-2019 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης του Δ. Σ. και Π. Τ., δικηγόρων, ειδικών δικαστικών γραφολόγων, η οποία διενεργήθηκε κατόπιν εντολής της εναγομένης - εφεσίβλητης, ως συμπέρασμα εκτίθεται ότι, η από 2-8-2018 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της Π. Π. έχει, με βεβαιότητα, γραφεί εξ ολοκλήρου, έχει χρονολογηθεί και υπογράφει με το χέρι της διαθέτιδος, διότι στη γραφή της διαθήκης εντοπίζονται αυτούσια όλα τα πολύ ιδιαίτερα γενικά γραφολογικά χαρακτηριστικά της γραφής της διαθέτιδος, όπως προκύπτουν από τα γνωστό δείγματα γραφής της, η δε υπογραφή που τέθηκε στην ιδιόγραφη διαθήκη παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες και κοινά γραφολογικά γνωρίσματα με τις γνωστές υπογραφές της διαθέτιδας, επιπλέον, δε, είναι περίπλοκης δομής, υψηλής ταχύτητας και εξαιρετικά δύσκολα αντιγράψιμη.
Ωστόσο, στην ανωτέρω γνωμάτευση, δεν αιτιολογείται η φανερή, ακόμη και σε μη ειδικούς διαφοροποίηση της υπογραφής, συμβολικού τύπου, που φέρει η διαθήκη από τις πλησιόχρονες βέβαιες υπογραφές της θανούσας δεδομένου ότι η τελευταία, από το έτος 2015, χρησιμοποιούσε αποκλειστικό, σε σωρεία εγγράφων (βλ. ενδεικτικά υπ'αρ. ...-2015 και ...-2016 πληρεξούσια του συμβολαιογράφου Μ.
Π., υπ' αρ. ...-2016 δημόσια διαθήκη του ίδιου συμβολαιογράφου, από 30-1-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής μίσθωσης και από 14-11-2016 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης εμπορικής μίσθωσης) τον μικτό τύπο υπογραφής περαιτέρω, δε, ακόμη και κατά το έτος 2014, όταν ακόμη χρησιμοποιούσε τον συμβολικό τύπο υπογραφής οι υπογραφές της παρουσίαζαν αστάθεια και δυσχέρεια στη χάραξή τους, φαινόμενο συμβατό με τη σωματική της εξασθένιση λόγω της προχωρημένης ηλικίας της, σε αντίθεση με την υπό κρίση υπογραφή που έχει χαραχθεί με ταχύτητα και ευχέρεια.
Η, δε, κήρυξη της ιδιόγραφης διαθήκης, ως κυρίας, με την υπ' αρ. ...-2019 πράξη της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, δεν αναιρεί το συμπέρασμα ότι η υπογραφή στην εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη δεν έχει τεθεί από την θανούσα, διότι η κήρυξή της ως κυρίας έγινε κατόπιν απλής πιθανολόγησης της γνησιότητας της γραφής και υπογραφής της διαθέτιδος.
Περαιτέρω, οι μάρτυρες Ζ. Σ., υπάλληλος στο συμβολαιογραφείο της θανούσας από το 1958 έως το 1978, και η Δ. Κ., στενή φίλη της, στις ανωτέρω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους κατέθεσαν ότι η θανούσα τους είχε εκμυστηρευτεί ότι ήθελε να αφήσει την περιουσία της στην εναγομένη - εφεσίβλητη, η οποία ήταν η γυναίκα που την φρόντιζε, επ' αμοιβή, από τον Νοέμβριο του έτους 2015, διότι περιποιόταν πολύ καλά και αγαπούσε την ίδια και την αδελφή της. Επίσης, κατέθεσαν ότι η θανούσα δεν συμπαθούσε καθόλου την ενάγουσα και τους γονείς της, διότι πίστευε πως είχαν βλέψεις στην περιουσία της. Ιδιαίτερα, η Ζ. Σ. κατέθεσε επί λέξει "η οικογένεια Μ. δεν ήταν ποτέ αγαπητή στην οικογένεια Π. Από τότε που ζούσε ακόμα ο πατέρας και η μητέρα της Π., δεν ήθελαν τους Μ. Γιατί αυτοί ήθελαν να αρπάξουν και πάντα είχαν στο μυαλό τους πως θα κληρονομήσουν όλη την περιουσία της οικογένειας Π.". Οι καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων περί αντιπάθειας της θανούσας προς το πρόσωπο της ενάγουσας - εκκαλούσας διαψεύδονται από το γεγονός ότι τόσο η ενάγουσα, όσο και η αδελφή της είχαν παρασταθεί στο γάμο αυτής με τον Α. Μ. στις 24-4-2010 και στην βάπτιση της κόρης τους στις 26-8-2012, πολλώ, δε, μάλλον από το ότι π θανούσα προέβη στη σύνταξη της ανωτέρω υπ' αρ. ...- 2016 δημόσιας διαθήκης της, με την οποία κατέλιπε την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος, όπου κατοικούσε, στην ενάγουσα - εφεσίβλητη.
Συνεπώς, η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη, σύμφωνα και με τα όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο I μείζονα σκέψη, είναι άκυρη, αφού δεν έχει υπογράφει από τη διαθέτιδα, αλλά από τρίτο πρόσωπο. Επομένως, το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε πως η υπογραφή στην εν λόγω ιδιόγραφη διαθήκη έχει τεθεί από την θανούσα Π. Π. και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, κατά το αίτημα αυτής να αναγνωριστεί η ακυρότητά της, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό πρέπει οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγος έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα παραπονείται για την απόρριψη της αγωγής της, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η από 5-7-2019 και με αριθμό κατάθεσης ...-2019 αγωγή, κατά το αίτημα αυτής, που αφορά στην αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας στην κληρονομιά της Π. Π., καταχωρίστηκε στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ 1904426140009, το οποίο καταλείφθηκε στην ενάγουσα με την ανωτέρω δημόσια διαθήκη, την 17-7- 2019 (βλ.
υπ' αρ. πρωτ. ...-2019 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, το οποίο προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα), δηλαδή εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την κατάθεσή της (άρ. 220 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο με την συμπροσβαλλόμενη, με την υπό κρίση έφεση, υπ' αρ. 8162/2020 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, κατά το ανωτέρω αίτημα της, με την αιτιολογία ότι δεν καταχωρίστηκε αυτή και στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ 190442614009/0/23, ιδιοκτησίας της Μ. - Α.
Π., το οποίο είχε στην πράξη άτυπα συνενωθεί με το ανωτέρω διαμέρισμα της Π. Π., έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός και ο σχετικός τρίτος λόγος έφεσης. Κατόπιν αυτών, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή κατ' ουσία, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί η αγωγή, η οποία είναι παραδεκτή και νομικά βάσιμη (άρ. 1710, 1712 ΑΚ, 68 και 70 ΚΠολΔ) και ως προς το αίτημά της για την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας, στη συνέχεια, δε, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης που δημοσιεύτηκε με το υπ' αρ. 2713/12- 10-2018 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και κηρύχθηκε κυρία με τη με αρ. ...-2019 πράξη της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και να αναγνωρισθεί το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας στην κληρονομιά της Π.
Π., που απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη την ...-2018, κατοίκου, όσο ζούσε, Θεσσαλονίκης και δη ότι της καταλείφθηκε, με την ανωτέρω δημόσια διαθήκη, η ψιλή κυριότητα, που μετά το θάνατο της επικαρπώτριας Μ. - Α. Π., που επήλθε την 22-4-2019 (βλ. από 24-4-2019 απόσπασμα της με αρ. .../2019 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της ληξιάρχου Θεσσαλονίκης) έχει ενωθεί με την επικαρπία σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, επί ενός διαμερίσματος του τρίτου (3ου) ορόφου οικοδομής, εμβαδού 97 τ.μ., που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., με ΚΑΕΚ 190442614009/0/24, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.".
Κατόπιν το Εφετείο δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη.
Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττει την απόφαση του Εφετείου για την εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό τις αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η ίδια προσκόμισε και επικαλέστηκε, ως προς το ζήτημα της γνησιότητας της υπογραφής της διαθέτιδος στην ιδιόγραφη διαθήκη και συγκεκριμένα τα με αρ. ...-2017, ...-2016, ...-2016 αποδεικτικά είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας ΑΕ, την με αρ. ...-2017 αίτηση εξαγοράς/μεταφοράς μεριδίων της θανούσας προς την ALPHA BANK και την από 18-6-2015 απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης της EUROBANK-ERGASIAS, τα οποία φέρουν βέβαιη υπογραφή συμβολικού τύπου και έλαβαν υπόψη και επισυνάπτουν στις εκθέσεις τους, τόσο ο διορισθείς από το δικαστήριο πραγματογνώμονας όσο και οι γραφολόγοι που συνέταξαν γραφολογικές εκθέσεις κατ' εντολή της εναγομένης.
Όμως όπως προκύπτει από το εισαγωγικό της ελάσσονος πρότασης και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα βέβαιων υπογραφών της διαθέτιδος, προβαίνοντας σε ειδική μνεία αυτών (σελ. 10) καθώς και την δικαστική πραγματογνωμοσύνη του διορισμένου από το δικαστήριο πραγματογνώμονα Δ.
Κ. και την γραφολογική έκθεση των γραφολόγων Δ. Σ. και Π. Τ., στις οποίες είναι συνημμένα τα ανωτέρω αναφερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το πρώτο σκέλος, για την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1718 και 1721 παρ. 1 α του ΑΚ λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, υπό τις αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ενώ δεν διέγνωσε στην ιδιόγραφη διαθήκη, τεχνικά, πλαστογραφία από την αναιρεσείουσα ή οικείο της με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι η υπογραφή δεν ήταν γνήσια η δε αιτιολογία ως προς την γνησιότητα της υπογραφής είναι ενδοιαστική.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν ερεύνησε και δεν αποφάνθηκε για την πλαστότητα της υπογραφής αλλά μόνο για την γνησιότητα αυτής ενόψει του ότι με την αγωγή δεν προβάλλονταν ισχυρισμός περί πλαστογραφίας της υπογραφής της διαθέτιδος, με αποτέλεσμα να στηρίζεται κατά τούτο ο παραπάνω λόγος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Κατά τα λοιπό το Εφετείο με τις παραδοχές του ότι από τη σύγκριση των βέβαιων υπογραφών αυτής, που τέθηκαν στη διάθεση του ανωτέρω πραγματογνώμονα, προκύπτει ότι η διαθέτης από το έτος 2014 εμφανίζει αστάθεια κατά την θέση της υπογραφής της, ως προς τη δομή των υπογραφών της (συμβολικού τύπου) και η γραμμή χάραξης εμφανίζει σημεία γραφικής δυσχέρειας ενώ από το 2015 επιδεινώνεται η χαρακτική ικανότητά της, που είναι απότοκη της προχωρημένης ηλικίας της και της φυσιολογικής καταβολής των δυνάμεών της ότι η υπογραφή που έχει τεθεί κάτω από το κείμενο της ιδιόγραφης διαθήκης μοιάζει μορφολογικά με τις υπογραφές συμβολικού τύπου που έθετε η θανούσα μέχρι το έτος 2014, πλην όμως, εμφανίζει σημαντικές διαφορές στην έκταση και στην συμμετρία των βρόγχων (γραφικών μορφωμάτων), στην καμπυλότητα που στις βεβαιωμένες υπογραφές της είναι αλλοιωμένη ενώ στην υπογραφή στην διαθήκη παρατηρούνται λείες και ομαλές καμπυλότητες,, καταλήγοντας στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η εν λόγω υπογραφή δεν έχει τεθεί στην ιδιόγραφη διαθήκη από την θανούσα, στο οποίο κατέληξε και ο δικαστικός πραγματογνώμονας με βεβαιότητα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχθηκε ως αποδεδειγμένη τη μη γνησιότητα της υπογραφής στην ιδιόγραφη διαθήκη κι επομένως κατά το πρώτο σκέλος ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Με το δεύτερο σκέλος του ανωτέρω λόγου καθώς και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο εκ του αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, υπό τις αιτιάσεις αντίστοιχα α) ότι το επιχείρημα ότι η θανούσα από το 2015 και για 4 χρόνια έθετε μικτού τύπου υπογραφή, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κρίση περί γνησιότητας της υπογραφής και ότι είναι ασύνηθες να είναι γνήσιο το κείμενο και μη γνήσια η υπογραφή της ιδιόγραφης διαθήκης και β) ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν μικτή και συμβολική υπογραφή, ότι το αξίωμα της γραφολογικής επιστήμης είναι η ατομικότητα και η μοναδικότητα του γραφολογικού χαρακτήρα ενώ το Εφετείο δέχεται αφενός ότι το κείμενο της διαθήκης είναι γνήσιο και αφετέρου ότι η υπογραφή δεν είναι γνήσια αν και ομοιάζει μορφολογικά με τις υπογραφές συμβολικού τύπου της διαθέτιδος.
Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι διότι τα ως άνω επικαλούμενα δεν συγκροτούν δίδαγμα κοινής πείρας κατά την έννοια του όρθρου 559 αρ. 1β του ΚΠολΔ και δεν χρησιμοποιούνται κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, αλλά οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ανάγονται στην εκτίμηση αποδείξεων και στα επιχειρήματα του Εφετείου προς αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων περί της γνησιότητας της υπογραφής στην επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη ενώ στην πραγματικότητα πλήττεται ανεπίτρεπτα και υπό την επίφαση του ανωτέρω λόγου (αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ) η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την όσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ισχύει), και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που η τελευταία, νόμιμα και βάσιμα, υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ.), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2023 αίτηση και τους από 27-2-2025 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της αριθμ. 1034/2023 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ