Legislator Case Law & Legislation
1564/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects argument regarding evidence evaluation by lower court.

Case Number 1564/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision, ruling that the lower court properly considered all evidence submitted. The appellant argued that a specific document proving disability-related damages was ignored, but the court found the First Instance Court had explicitly taken this document into account during its fact-finding process. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant's costs were ordered to be paid into the public treasury due to the respondent's absence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 576, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine appeals ex officio when a respondent is absent, and the lower court's evaluation of evidence submitted by parties is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
appeal dismissal procedural default evidence evaluation ex officio examination costs allocation absence of respondent appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 item e of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 49/2020
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1564 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1564/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μάγκο. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 737/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1572/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νόμιμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδει ο αναιρεσείων. Από την με αριθμ. 1411Δ'/2-2-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιά Ά. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 10-9-2019 αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή κλήση για συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο [1-4-2022] και της με αριθμό πρωτ. 7/13-1-2021 βεβαίωσης του Γραμματέα του Δ` Τμήματος του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την οποία η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναβλήθηκε από την αρχική δικάσιμο της 8-1-2021 για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμ.

πινακίου 11, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος. Η αναιρεσίβλητη όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο. Επομένως, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη, σκέψη, η συζήτηση θα προχωρήσει, παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (ΑΠ 49/2020).

Από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι, επί της από 8-3-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 522656/1292/2017) αγωγής του ενάγοντος-εκκαλούντος-αντεφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης-αντεκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, για αποκατάσταση της θετικής ζημίας, για αποζημίωση κατ` άρθρο 931 του ΑΚ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη κατά το αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του άρθρου 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, η με αριθμό 737/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ο ασφαλισμένος, για τις προς τρίτους ζημίες, στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, οδηγός του με αριθμ.

κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου V. S. του L., αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ` ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση ο ενάγων και αντέφεση η εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμ. 1572/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλόμενη), με την οποία απορρίφθηκαν κατ` ουσίαν η έφεση και η αντέφεση.

Κατά την διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Ο βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η αξίωση από την προαναφερθείσα διάταξη επιδιώκεται όταν πλέον έχει παγιωθεί - αποσαφηνιστεί η, συνεπεία του ατυχήματος, μονιμότητα της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, η επιδικαζόμενη δε για την αιτία αυτή χρηματική παροχή αποτελεί αποκατάσταση παρούσας ζημίας (ΑΠ 29/2021, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 158/2016, 361/2016).

Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθ. 1α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 255/2020).

Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 525/2021, ΑΠ 91/2019, ΑΠ 49/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά κατ` άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων που πλήττουν το κεφάλαιο της πρόσθετης αποζημίωσης του άρθρου 931 του ΑΚ, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: ".....

Αμέσως μετά το ατύχημα, ο ενάγων μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" όπου υποβλήθηκε σε όλες τις αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις και κατόπιν στο Νοσοκομείο Νίκαιας "ΑΓ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", χωρίς ωστόσο να ανευρεθούν παθολογικά ευρήματα. Τέσσερις ημέρες μετά το ατύχημα ο ενάγων επισκέφθηκε το ιδιωτικό θεραπευτήριο "Ιατρικό Π.

Φαλήρου" όπου διαγνώστηκε υπερτασική κρίση. Νοσηλεύτηκε για μία ημέρα και υποβλήθηκε σε ορθοπεδική και καρδιολογική εκτίμηση. Η καρδιολογική εκτίμηση δεν ανέδειξε κάποιο παθολογικό εύρημα, ενώ του ετέθη αυχενικό κολάρο και του επισημάνθηκε η ανάγκη πραγματοποίησης συνεδριών φυσιοθεραπείας. Στις 12-11-2015 ο ενάγων επισκέφθηκε τον ψυχίατρο, Π.

Γ., δεν διέγνωσε κάποια πάθηση, αλλά βασίστηκε σε όσα ο ενάγων του ανέφερε και του συνέστησε φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες. Στις 21-10-2016 επισκέφθηκε τον ψυχίατρο, Α. Κ., ο οποίος στην ιατρική του γνωμάτευση αποφαίνεται ότι ο ενάγων εμφανίζει συμπτώματα καταθλιπτικής διαταραχής και διαταραχής μετατραυματικού στρες.

Στις 16-1-2017 ο ενάγων εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου "Κοργιαλένειο-Μπενάκειο" και στο ψυχιατρικό τμήμα αυτού όπου διαπιστώθηκε ότι πάσχει από χρονίσασα μετατραυματική συνδρομή κατόπιν τροχαίου ατυχήματος και ότι έχει αναπτύξει δευτερογενή καταθλιπτική συνδρομή χρονίσασα και ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.

Επίσης διαπιστώνεται ότι παρουσιάζει έντονη λειτουργική έκπτωση και συχνές υποτροπές της συμπτωματολογίας του μετατραυματικού στρες και της καταθλίψεως παρά την αγωγή και του συνεστήθη να ενταχθεί σε θεραπεία συμπεριφοράς. Ο ενάγων προσκομίζει όμοιες ιατρικές γνωματεύσεις του ψυχιατρικού τμήματος του ίδιου Νοσοκομείου με ημερομηνίες 14-9-2017 και 17-10-2017 στις οποίες αναφέρεται ότι του συνεστήθη θεραπεία συμπεριφοράς στο ΕΚΚΨΥ, χωρίς ωστόσο να επικαλείται ή να προκύπτει ότι ακολούθησε τέτοια θεραπεία ...............

Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Γίνεται δεκτό ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση πρέπει να είναι μόνιμη και διαρκής. Η αναπηρία ή η παραμόρφωση έχουν σημασία εφόσον επιδρούν στο μέλλον του προσώπου.

Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής του μέλλοντος, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου εφόσον επηρεάζεται τούτο από τη ζημία την οποία υπέστη. Στην προκειμένη περίπτωση οι ψυχολογικές επιδράσεις που υπέστη ο ενάγων από το ατύχημα δεν είναι τέτοιας έκτασης ώστε να επηρεάζουν δυσμενώς την κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη, ενώ δεν αποδείχθηκε με πειστικότητα ο ισχυρισμός του ότι έχουν διαρραγεί οι σχέσεις του με την μνηστή του και τα τέκνα του, ούτε ότι ο λόγος που σταμάτησε την οικονομική του δραστηριότητα στην Βουλγαρία είναι οι ψυχολογικές επιδράσεις από το ατύχημα.

Το Δικαστήριο εν προκειμένω δεν μπορεί να συνάγει από τα προσκομιζόμενα στοιχεία ούτε δυνατότητα να έχει διαταραχθεί ο επαγγελματικός του βίος εξαιτίας του ατυχήματος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε την από 6-6-2018 έφεση του αναιρεσείοντος και την από 31-8-2018 αντέφεση της αναιρεσιβλήτου ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της 737/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε κατ' ουσίαν το αίτημα επιδίκασης χρηματικής παροχής-αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 του ΑΚ.

Ο αναιρεσείων, σχετικά με την από το άρθρο 931 του ΑΚ αγωγική του αξίωση, την οποία απέρριψε το Εφετείο ως αβάσιμη, προσάπτει, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Με τις κρίσεις του όμως αυτές, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 931του ΑΚ, διότι οι ανωτέρω παραδοχές του αρκούσαν για τη μη εφαρμογή αυτής και την απόρριψη του σχετικού αιτήματος, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω εφαρμοσθείσας από αυτό διάταξης ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Ειδικότερα, στην απόφαση, εκτός από την αναφορά των, κατά το χρόνο του ατυχήματος, προσωπικών περιστάσεων του παθόντος-αναιρεσείοντος [ηλικία (52 ετών), επαγγελματική δραστηριότητα στη Βουλγαρία, προσωπική κατάσταση (μνηστή, τέκνα)], επισημαίνεται, ότι αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" όπου υποβλήθηκε σε όλες τις αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις και κατόπιν στο Νοσοκομείο Νίκαιας "ΑΓ.

ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", χωρίς ωστόσο να ανευρεθούν παθολογικά ευρήματα, ότι τέσσερις ημέρες μετά το ατύχημα επισκέφθηκε το ιδιωτικό θεραπευτήριο "Ιατρικό Π. Φαλήρου" όπου διαγνώστηκε υπερτασική κρίση και όπου νοσηλεύτηκε για μία ημέρα και υποβλήθηκε σε ορθοπεδική και καρδιολογική εκτίμηση η οποία καρδιολογική εκτίμηση δεν ανέδειξε κάποιο παθολογικό εύρημα και του ετέθη αυχενικό κολάρο και του επισημάνθηκε η ανάγκη πραγματοποίησης συνεδριών φυσιοθεραπείας, ενώ γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο ιατρικών γνωματεύσεων οι οποίες αποφαίνονται ότι πάσχει από χρονίσασα μετατραυματική συνδρομή κατόπιν τροχαίου ατυχήματος και ότι έχει αναπτύξει δευτερογενή καταθλιπτική συνδρομή χρονίσασα και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ότι οι ψυχολογικές αυτές επιδράσεις που υπέστη από το ατύχημα δεν είναι τέτοιας έκτασης ώστε να επηρεάζουν δυσμενώς την κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη και ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ότι έχουν διαρραγεί οι σχέσεις του με την μνηστή του και τα τέκνα του, ούτε ότι ο λόγος που σταμάτησε την οικονομική του δραστηριότητα στην Βουλγαρία είναι οι εν λόγω ψυχολογικές επιδράσεις από το ατύχημα και ότι συνεπώς δεν δικαιούται να αξιώσει πρόσθετη ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 του ΑΚ.

Επιπλέον, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι σαφές, επαρκές και χωρίς αντιφάσεις, δεν ήταν δε απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας να παρατεθούν στην προσβαλλομένη πρόσθετες αιτιολογίες. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί έλλειψης αιτιολογίας ως προς την πιστοποίηση αναπηρίας του από την Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Κ.Ε.Π.Α., λόγω μετατραυματικής αγχώδους διαταραχής, είναι προεχόντως αβάσιμες και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτες, διότι αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και με την προβολή τους, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας (άρθρ. 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ).

Κατόπιν τούτου το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή πλαγίως την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με αμφότερα τα σκέλη του πρώτου λόγου της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ.

γ` του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποιά από αυτά προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 50/2020). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 εδ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και απορρίψει κατ` ουσίαν το αίτημά του πρόσθετης αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την από 5-10-2018 γνωμάτευση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Κ.Ε.Π.Α., με την οποία κρίθηκε ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του λόγω καταθλιπτικής διαταραχής και διαταραχής μετατραυματικού στρές που προκλήθηκε εξαιτίας του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, ανέρχεται σε ποσοστό 68% [Κωδ.

ICD10: Ρ43.1, Περιγραφή ICD10: Μετατραυματική αγχώδης διαταραχή, Κωδ. ΕΠΠΠΑ: 526, Περιγραφή ΕΠΠΠΑ: Νευρωσικές, συνδεόμενες με το στρες και σωματόμορφες διαταραχές, με ποσοστό: 50% και Κωδ. ICD10: Ρ33, Περιγραφή ICD10: Υποτροπιάζουσα καταθλιπτική διαταραχή, Κωδ. ΕΠΠΠΑ: 520, Περιγραφή ΕΠΠΠΑ: Συναισθηματικές διαταραχές, με ποσοστό: 35%] και την οποία αυτός προσκόμισε νόμιμα, με επίκληση, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί επιδίκασης ποσού 60.000 ευρώ, εξαιτίας της μόνιμης αναπηρίας που προξενήθηκε σ' αυτόν από το ένδικο ατύχημα, η οποία επιδρά στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη.

Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από 23-1-2019 εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι πράγματι ο τελευταίος επικαλέσθηκε και προσκόμισε το παραπάνω έγγραφο προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του αιτήματος της αγωγής του περί επιδίκασης πρόσθετης αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, από δε την προσβαλλομένη απόφαση δεν διαπιστώθηκε έλλειψη προσκομίσεως αυτού.

Όπως, όμως, προκύπτει από την τελευταία (προσβαλλομένη απόφαση), το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη "...... όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται ..... ". Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενό της καθόσον κατά τις παραδοχές της ''.......

οι ψυχολογικές επιδράσεις που υπέστη ο ενάγων από το ατύχημα δεν είναι τέτοιας έκτασης ώστε να επηρεάζουν δυσμενώς την κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη ...... '', προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο εκείνο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το ως άνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο, που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο ο ήδη αναιρεσείων, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού και καθενός εγγράφου.

Επομένως, ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι από το προαναφερόμενο έγγραφο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας του εγγράφου αυτού, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Μετά από αυτά, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε και υπέρ της αναιρεσιβλήτου δεν θα περιληφθεί διότι η τελευταία λόγω της ερημοδικίας της δεν έχει υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη (άρθρ. 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2019 [αριθμ καταθ. 8576/812/2019], αίτηση αναιρέσεως κατά της 1572/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ