1564/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό την αναγκαία για την έρευνα των αναιρετικών λόγων και παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην ένδικη, από 1-9-2018 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι την 1-3-2002 είχε προσληφθεί από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης, που ασκεί επιχείρηση εθνικών οδικών μεταφορών, για να εργασθεί ως οδηγός σε φορτηγά αυτοκίνητα τα οποία αυτή δρομολογεί.
Legislator headnote
AI generated1564/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι, κατά τη σύμβαση, θα είχε την υποχρέωση να εργάζεται πέντε ημέρες την εβδομάδα επί οκτώ ώρες την ημέρα, αντί αμοιβής η οποία καθορίσθηκε στο ποσό των 1.266,03 ευρώ. Ότι από την εναγόμενη υποχρεώθηκε να εργάζεται καθημερινά από την 22:00 ώρα εκάστης ημέρας μέχρι την 11:00 ώρα της επόμενης, ήτοι επί δεκατρείς ώρες και επί πλέον κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές.
Full text
Απόφαση 1564 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1564/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24η Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Καρούζου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: ..., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χρυσούλας Κουράση, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 337/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2754/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-5-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.
Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από την αναγκαία για την έρευνα των αναιρετικών λόγων και παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην ένδικη, από 1-9-2018 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι την 1-3-2002 είχε προσληφθεί από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης, που ασκεί επιχείρηση εθνικών οδικών μεταφορών, για να εργασθεί ως οδηγός σε φορτηγά αυτοκίνητα τα οποία αυτή δρομολογεί.
Ότι, κατά τη σύμβαση, θα είχε την υποχρέωση να εργάζεται πέντε ημέρες την εβδομάδα επί οκτώ ώρες την ημέρα, αντί αμοιβής η οποία καθορίσθηκε στο ποσό των 1.266,03 ευρώ. Ότι από την εναγόμενη υποχρεώθηκε να εργάζεται καθημερινά από την 22:00 ώρα εκάστης ημέρας μέχρι την 11:00 ώρα της επόμενης, ήτοι επί δεκατρείς ώρες και επί πλέον κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές.
Ότι παρά την υπόσχεσή της για το αντίθετο και τις κατά καιρούς οχλήσεις εκ μέρους του, η εναγόμενη απέφυγε να του καταβάλει οποιαδήποτε πρόσθετη αμοιβή για την επί πλέον των νομίμων χρονικών ορίων εργασία, μέχρις ότου την 27-12-2005, αντιδρώντας στις οχλήσεις του ενάγοντος, τον απέλυσε. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό και ύστερα από παραδεκτή μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, ο ενάγων, επικαλούμενος την εφαρμογή, προεχόντως, των διατάξεων του εργατικού δικαίου και, επικουρικώς, εκείνων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι, για την απασχόλησή του κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2002 έως 27-12-2005 (ήτοι 42 μήνες), η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει α) ως αποζημίωση παράνομης υπερωριακής εργασίας 5 ωρών ημερησίως και συνολικά (5 ώρες επί 25 εργάσιμες ημέρες το μήνα επί 42 μήνες=) 5.250 ωρών, με ωρομίσθιο (1.266,03 μισθός διά 25 ημέρες το μήνα διά 8 ώρες την ημέρα=) 6,33 ευρώ και προσαύξηση 100%, ποσό 66.465,75 ευρώ και β) ως αποζημίωση εργασίας κατά 183 Σάββατα και 183 Κυριακές, ήτοι συνολικά για 366 ημέρες καθ' υπέρβαση της συμφωνημένης πενθήμερης απασχόλησης, με ημερομίσθιο (1.266,03 μισθός διά 25 ημέρες το μήνα=) 50,64 ευρώ και προσαύξηση 75%, ποσό 32.434,92 ευρώ και εν όλω (α+β=) 98.900,67 ευρώ.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 337/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία, αφού κρίθηκε ότι αμφότερες οι βάσεις της αγωγής ήσαν επαρκώς ορισμένες, ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε απλή σχέση εργασίας (διότι, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, η σύμβαση θεωρήθηκε άκυρη επειδή ο ενάγων δεν είχε την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδηγού), ότι κάθε φορά που παρασχέθηκε εργασία την Κυριακή χορηγήθηκε αναπληρωματική ανάπαυση σε άλλη ημέρα και ότι οι αξιώσεις του έτους 2002 είχαν παραγραφεί, αναγνωρίσθηκε ότι στον ενάγοντα οφείλεται α) αμοιβή για ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία (ως 30-9-2005) και για υπερεργασία (από 1-10-2005, λόγω μεταβολής του νομοθετικού καθεστώτος), σύμφωνα με τις διατάξεις του εργατικού δικαίου που εφαρμόζονται ως προς το ζήτημα αυτό και επί απλής σχέσεως εργασίας (ολικά 5.084,40 ευρώ), β) απόδοση ωφέλειας από μη νόμιμη υπερωριακή εργασία με τις ίδιες χρονολογικές διακρίσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ολικά 58.824 ευρώ), γ) απόδοση ωφέλειας από εργασία κατά τα Σάββατα (μόνο για 13 ημέρες, έναντι των αιτουμένων 183) σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ολικά 658,32 ευρώ) και δ) προσαύξηση (μόνο) για εργασία κατά τις Κυριακές (μόνο για 46 ημέρες, έναντι των αιτουμένων 183) σύμφωνα με τις διατάξεις του εργατικού δικαίου (ολικά 611,80 ευρώ).
Συνολικά, η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή για ποσό 65.188,42 ευρώ. Ο ενάγων δεν προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση. Μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους της εναγόμενης, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 2754/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε ότι η αγωγή ήταν απαράδεκτη, ως αόριστη, επειδή δεν περιείχε με πληρότητα τα στοιχεία θεμελίωσης αυτής στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως προς τις απαιτήσεις από εργασία πέραν του νομίμου ωραρίου (ήτοι, για υπερεργασία ή υπερωρία, κατά περίπτωση) και από εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, τις οποίες μόνο με τον τρόπο αυτό ο ενάγων θα μπορούσε να αναζητήσει.
Κατόπιν, αφού εξαφανίσθηκε η τότε εκκαλούμενη απόφαση, αναγνωρίσθηκε ότι στον ενάγοντα οφείλεται μόνο η εκ του νόμου προσαύξηση, υπολογιζόμενη επί του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου αυτού α) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι την 30-9-2005 (ήτοι, υπό την ισχύ του άρθρου 4 του ν. 2874/2000), για 3 ώρες ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία (50%) και για 22 ώρες μη νόμιμη υπερωριακή εργασία (150%) την εβδομάδα, συνιστάμενη, αντιστοίχως, σε (547,2 + 547,2 + 410,4 =) 1.504,8 ευρώ και σε (12.038,4 + 12.038,4 + 9.028,8 =) 33.105,6 ευρώ και β) για το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 μέχρι 27-12-2005, οπότε απολύθηκε (ήτοι, υπό την ισχύ του άρθρου 1 του ν. 3385/2005) για 5 ώρες υπερεργασία (25%) και 20 ώρες μη νόμιμη υπερωριακή εργασία (100%) την εβδομάδα, συνιστάμενη, αντιστοίχως, σε 114 ευρώ και σε 1.824 ευρώ.
Επί πλέον, αναγνωρίσθηκε ότι οφείλεται μόνο η εκ του νόμου προσαύξηση (75%), υπολογιζόμενη επί του νομίμου ωρομισθίου αυτού, για την εργασία του κατά τις Κυριακές, συνιστάμενη στο ποσό των 611,8 ευρώ που είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως (αν κατ' ορθό υπολογισμό, όπως έκρινε το εφετείο, προέκυπτε ποσό 1.535,02 ευρώ).
Συνολικά, κατ' έφεση η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή για ποσό (1.504,8 + 33.105,6 + 114 + 1.824 + 611,8 =) 37.160,2 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής, η εναγομένη άσκησε παραδεκτά την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
2. Με το άρθρο 4 παρ.5 του ν. 2874/2000, που όρισε ότι "ο μισθωτός, σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας", μεταβλήθηκε το προϊσχύσαν καθεστώς του άρθρου 1 παρ.2 του ν. 435/1976, το οποίο προέβλεπε υπέρ του μισθωτού που παρανόμως εργάσθηκε υπερωριακά δύο αυτοτελείς αξιώσεις, τη μία προς αναζήτηση της χωρίς νόμιμη αιτία ωφέλειας του εργοδότη και την άλλη προς καταβολή της προσαύξησης 100% που λειτουργούσε ως αστική ποινή.
Υπό το νέο καθεστώς, το οποίο διατηρήθηκε μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν διαδοχικά με τα άρθρα 1 του ν. 3385/2005 και 74 παρ.10 του ν. 3863/2010 και περιόρισαν το ποσοστό της προσαύξησης, παρέχεται στον εργαζόμενο μία, ενιαία αξίωση, που χαρακτηρίζεται ως δικαίωμα αποζημίωσης για την εργασία που προσφέρθηκε παρανόμως πέραν των νομίμων χρονικών ορίων και απορρέει ευθέως εκ του νόμου.
Ως εκ τούτου, για την αναζήτηση του νομίμως προσαυξημένου ωρομίσθιου, που υπολογίζεται επί των καταβαλλόμενων αποδοχών, δεν απαιτείται επίκληση των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ακόμη και όταν πρόκειται για παροχή εργασίας με άκυρη σύμβαση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε πέραν των νομίμων χρονικών ορίων με τις διακρίσεις που ήδη αναφέρθηκαν (βλ.
παραπάνω αρ.1) και κατόπιν αυτού αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει προς αυτόν ευθέως εκ του νόμου μόνο την προσαύξηση επί του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου, την οποία υπολόγισε συνολικώς στο ποσό των 36.548,4 ευρώ. Με την κρίση αυτή, το εφετείο ορθώς δέχθηκε ότι για την αξίωση αυτή, παρά το γεγονός ότι η σύμβαση εργασίας είχε χαρακτηρισθεί άκυρη, δεν ήταν αναγκαία η με ορισμένο τρόπο επίκληση των προϋποθέσεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Θα έπρεπε, βέβαια, να έχει αναγνωρίσει ότι ο ενάγων δικαιούταν ευθέως εκ του νόμου και το ωρομίσθιο. Αυτός, όμως, δεν έχει ασκήσει αίτηση αναιρέσεως. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει το αντίθετο και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Όπως ήδη αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.1), ο ενάγων επικαλέσθηκε σύμβαση εργασίας με την εναγομένη, ο οποία, όπως από την αναγραφή της επωνυμίας της στην προμετωπίδα της αγωγής προκύπτει, ασκεί επιχείρηση οδικών μεταφορών εντός της ελληνικής επικράτειας. Επικαλέσθηκε, επίσης, το ότι η σύμβαση απέβλεπε στην παροχή της εργασίας του ως οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, ενταγμένου στην επιχείρηση της εναγομένης. Από τα στοιχεία αυτά, το δικαστήριο της ουσίας μπορούσε να συναγάγει και, πράγματι, συνήγαγε ότι ο ενάγων είχε προσληφθεί για να οδηγεί φορτηγό αυτοκίνητο δημοσίας χρήσεως, το οποίο εμπίπτει στην κατηγορία Α' του άρθρου 1 παρ.1 του β.δ. της 18-1/4-2-1938, η οποία αφορά σε αγοραία οχήματα εθνικών οδικών μεταφορών. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίσθηκε στην αγωγή ότι εργαζόταν καθημερινά επί 13 ώρες, συνεχόμενα από 22:00 της μιας ημέρας μέχρι 11:00 της επομένης. Εξ αυτού έπεται ότι ο ενάγων θεωρεί ως χρόνο εργασίας το σύνολο των ωρών αυτών και επί του χρόνου αυτού θεμελιώνει την αξίωσή του για αποζημίωση παράνομης υπερωριακής απασχόλησης. Το εφετείο, που χαρακτήρισε επαρκώς ορισμένη τη αγωγή ως προς τα ως άνω ζητήματα, ορθώς έκρινε. Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει το αντίθετο και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ή αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4. Ως προς το ζήτημα των χρονικών ορίων της απασχόλησης του ενάγοντος, το εφετείο δέχθηκε ότι, κατ' εντολή της εναγομένης, αυτός παραλάμβανε το φορτηγό αυτοκίνητο κάθε βράδυ ώρα 22:00 από συγκεκριμένο τόπο, όπου οι κεντρικές αποθήκες της ανώνυμης εταιρίας "..." που διατηρεί αλυσίδα πολυκαταστημάτων σε όλη την Ελλάδα, μετέβαινε σε διάφορες πόλεις της Πελοποννήσου για τον ανεφοδιασμό των εκεί υποκαταστημάτων της επιχείρησης και μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής, περί ώρα 11:00 της επόμενης ημέρας, επέστρεφε στη βάση του.
Και ότι κατά το χρόνο φόρτωσης και εκφόρτωσης του αυτοκινήτου σε κάθε κατάστημα, αν και ο ίδιος δεν συμμετείχε στη διαδικασία αυτή, διατηρούσε σε εγρήγορση τις σωματικές και ψυχικές του δυνάμεις προκειμένου αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της να συνεχίσει το προγραμματισμένο δρομολόγιο. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι όλες οι ώρες, που εμπίπτουν στο ως άνω χρονικό διάστημα, συνιστούν γνήσια ετοιμότητα προς εργασία και πρέπει να προσμετρηθούν ως χρόνος ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης.
Η κρίση αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη, διότι εκ των ως άνω παραδοχών ευχερώς υπονοείται ότι ο ενάγων δεν είχε την ευχέρεια να ξεκουράζεται κατά τη διάρκεια των φορτοεκφορτώσεων, οπότε και μόνο θα μπορούσε να γίνει λόγος για απλή ετοιμότητα προς εργασία, που δεν υπολογίζεται ως χρόνος απασχόλησης. Επομένως, ο τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει το αντίθετο και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5. Όπως ήδη αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.1), το εφετείο ορθώς υπολόγισε επί του νομίμου μισθού την προσαύξηση που η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για την εργασία του κατά τις Κυριακές και εξ αυτού αναγνώρισε οφειλή της εναγομένης για 611,8 ευρώ. Ο ενάγων, με την αγωγή, ζητούσε να γίνει ο σχετικός υπολογισμός επί των καταβαλλόμενων αποδοχών. Ως εκ τούτου, δεν είχε βάρος επίκλησης ούτε του νόμιμου μισθού ούτε των περιστάσεων που τον προσδιορίζουν. Το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνοντας ότι το σχετικό αίτημα της αγωγής θα έπρεπε να γίνει δεκτό σε μικρότερη έκταση, είχε την ευχέρεια να αναζητήσει οίκοθεν το ύψος του νόμιμου μισθού, αξιοποιώντας την αποδεικτική διαδικασία. Όπως και έκανε. Επομένως, ο τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η αγωγή ήταν αόριστη και ως προς το ζήτημα αυτό και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-5-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 2754/ 2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Απριλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 15η Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ