1564/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1564/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι προταθείσες ενστάσεις, ασχέτως της νομικής τους θεμελίωσης.
Full text
Απόφαση 1564 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1564/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1.Ε. χας Ι. Κ., το γένος Θ. Μ., 2.Ε. συζ. Π.-Κ. Λ. το γένος Ι. Κ., κατοίκων ... και 3.Γ. Κ. συζ. Ν. Α. το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Διαμαντόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαστεργίου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Μαρτίου 2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/ΤΜ/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1062/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Ιουλίου 2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 13 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά παραδοχή των δύο πρώτων λόγων αναίρεσης και την απόρριψη του τρίτου λόγου αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου δέχεται παρά το νόμο, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 3 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με το άρθρο 330, προκύπτει ότι στις σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση δίκες, οι οποίες χρονικά ακολουθούν τη διαγνωστική δίκη, δεν μπορούν να προταθούν ενστάσεις, οι οποίες καλύπτονται ήδη από το δεδικασμένο της δίκης αυτής.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι προταθείσες ενστάσεις, ασχέτως της νομικής τους θεμελίωσης.
Από εκείνες που δεν προτάθηκαν καλύπτονται: α) όλες οι ενστάσεις που θεμελιώνονται στο δικονομικό δίκαιο, β) όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, και γ) όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες, που στηρίζονται σε απλά πραγματικά περιστατικά, χωρίς να περιλαμβάνουν και δικαίωμα.
Όλες αυτές οι ενστάσεις, είτε αφορούν τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε αφορούν το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής, καλύπτονται από το δεδικασμένο. Αντίθετα δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο οι μη αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή οι γνήσιες ενστάσεις που στηρίζονται σε άλλο, διαφορετικό δικαίωμα, που μπορεί να ασκηθεί αυτοτελώς με κύρια αγωγή και ανεξαρτήτως της δικαιολογικής σχέσης, η οποία κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη, από την οποία απορρέει δεδικασμένο.
Οι μη προταθείσες ενστάσεις καλύπτονται από το δεδικασμένο, εφόσον ήταν δυνατό να προταθούν κατά την διάρκεια προηγούμενης δίκης, εφόσον δηλαδή υπήρχαν έκτοτε όλα τα απαιτούμενα για την θεμελίωσή της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε (ΑΠ 1397/2012). Έτσι, καλύπτεται, μεταξύ άλλων, από το δεδικασμένο της απόφασης, που δέχεται διεκδικητική της κυριότητας αγωγή, και δεν μπορεί να αποτελέσει παραδεκτό λόγο ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, η μη προταθείσα γνήσια αναβλητική ένσταση του άρθρου 1095 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή, έχει δικαίωμα να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος αν έχει έναντι του κυρίου δικαίωμα να νέμεται ή να κατέχει το πράγμα.
Το δικαίωμα αυτό, το οποίο μπορεί να βασίζεται και σε ενοχική σχέση, όπως είναι η μίσθωση δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί, διότι επιδιώκει έννομο αποτέλεσμα ασυμβίβαστο με το δεδικασμένο, δηλαδή τη διατήρηση της νομής ή κατοχής, την οποία υποχρεώθηκε τελεσιδίκως ο εναγόμενος να αποδώσει. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της ένδικης υπόθεσης προκύπτουν τα εξής:
Με τη με αριθ. 3221/230/2006 διεκδικητική αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι η πρώτη από αυτές έχει την επικαρπία και οι υπόλοιπες την ψιλή κυριότητα, κατά το 50% εξ αδιαιρέτου η καθεμιά, του περιγραφόμενου σ'αυτή ακινήτου (καταστήματος) στην πόλη της Βέροιας και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, από τους οποίους ο έκτος (αναιρεσίβλητος) ήταν μισθωτής του εν λόγω ακινήτου, να τους αποδώσουν το ακίνητο αυτό.
Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την απόφαση 52/ΤΜ/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, ως προς τους πρώτο, δεύτερο και έκτο από τους εναγομένους, οι οποίοι και υποχρεώθηκαν να αποδώσουν στις ενάγουσες το πιο πάνω ακίνητο. Η πρωτόδικη αυτή απόφαση επικυρώθηκε με την απόφαση 912/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η έφεση που άσκησαν οι τρεις προαναφερόμενοι εναγόμενοι.
Ακολούθως οι ενάγουσες επέσπευσαν αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των πιο πάνω εναγομένων, στους οποίους επέδωσαν αντίγραφο απογράφου της τελεσίδικης πρωτόδικης απόφασης, ως εκτελεστού τίτλου, με την από 17.3.2011 επιταγή για απόδοση του επίμαχου ακινήτου. Κατά της επιταγής αυτής για εκτέλεση άσκησε ο έκτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος τη με αριθ.
κατάθεσης 1184/ΤΜ/122/31.3.2011 ανακοπή του, με τον πρώτο λόγο της οποίας ζήτησε την ακύρωση της εν λόγω επιταγής, προβάλλοντας για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι, ως μισθωτής με έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, έχει απέναντι στις επισπεύδουσες την εκτέλεση ενάγουσες το δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 1095 ΑΚ, να κατέχει το επίδικο κατάστημα και να αρνηθεί την απόδοσή του.
Με την απόφαση 71/ΤΜ/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας ο λόγος αυτός της ανακοπής κρίθηκε παραδεκτός και βάσιμος και ακυρώθηκε η ανακοπτόμενη επιταγή προς εκτέλεση. Στην ίδια κρίση κατέληξε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των καθ' ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσειουσών και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δεχόμενο ότι η ένσταση του ανακόπτοντος από το άρθρο 1095 ΑΚ, που βασίζεται στο ενοχικό δικαίωμα αυτού από τη σύμβαση μίσθωσης, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης 52/ΤΜ/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, διότι το δεδικασμένο αυτό αναφέρεται στο δικαίωμα κυριότητας και δεν εκτείνεται στην έννομη σχέση από την πιο πάνω σύμβαση μίσθωσης.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την προαναφερόμενη 52/2008 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, ως προς τη γνήσια αναβλητική ένσταση του άρθρου 1095ΑΚ, που προβλήθηκε από τον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσίβλητο με τον πρώτο λόγο της ανακοπής κατά της επισπευδόμενης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η εν λόγω ένσταση, την οποία δεν προέβαλε ο ανακόπτων, ενώ μπορούσε, ως εναγόμενος, στην προηγούμενη δίκη επί της διεκδικητικής αγωγής των καθ'ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσειουσών, καλύφθηκε από το δεδικασμένο της πιο πάνω τελεσίδικης απόφασης, το οποίο δεν επιδέχεται πλέον, ούτε με την επίκληση της διάταξης του άρθρου 1095 ΑΚ, διατήρηση εκ μέρους του εναγομένου της κατοχής του επίδικου ακινήτου, την οποία υποχρεώθηκε τελεσιδίκως με την εν λόγω απόφαση επί της διεκδικητικής αγωγής να αποδώσει.
Την ύπαρξη του δεδικασμένου αυτού προέβαλαν οι καθ'ων η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσες με ένστασή τους, στη δίκη επί της ανακοπής ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, την οποία ένσταση και επανέφεραν με το δεύτερο λόγο έφεσής τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, γεγονός το οποίο και αναφέρουν οι ίδιες στο αναιρετήριο.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα, από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση 52/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, είναι βάσιμος ...
Μετά από αυτά που προεκτέθηκαν, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καθιστά περιττή την έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 1062/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, στις αναιρεσείουσες.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ