Legislator Case Law & Legislation
1564/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as the contested first-instance judgment was superseded by the appellate court's decision.

Case Number 1564/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final appellate judgment. The appellant argued that the first-instance judgment should be reviewed, but the court held that such a judgment ceases to exist once an appeal is lodged and either rejected or accepted. Consequently, the court ruled that the first-instance decision was legally absorbed into the appellate ruling and could not be the subject of a separate cassation appeal.

Legislator headnote

AI generated

Article 553 of the Code of Civil Procedure; The first-instance judgment is inadmissible for cassation if the appeal is lodged against it, as the judgment either merges into the appellate decision upon rejection or vanishes upon acceptance.

Keywords

AI generated
cassation appeal first instance judgment appellate decision merger of judgments Code of Civil Procedure inadmissible appeal superseding decision

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1564 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1564/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., κατοίκου ... για τον εαυτό της ατομικά και ως έχουσα την οριστική επιμέλεια της ανηλίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ναούμ Τζίφρα και Θεόδωρο Κανελλόπουλο

Του αναιρεσιβλήτου: ... κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3438/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5362/07 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-11-2007 αίτησή της που κατατέθηκε α) στο Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθ. κατ.( 132/2007) και β) στο Εφετείο Αθηνών με αριθ. καταθ. 1321/07) και με τους από 9-2-2009 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 5-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 553 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι αν ασκηθεί έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης, πληττούσα αυτή ως προς όλα τα κεφάλαιά της, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η Εφετειακή απόφαση είτε με αυτή απορρίφθηκε η έφεση είτε έγινε δεκτή, καθόσον στην μεν πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται στην εφετειακή, στη δε δεύτερη εξαφανίζεται. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθό μέρος στρέφεται κατά της υπ.αριθ. 3438/05 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη, διότι η απόφασή αυτή, αφενός μεν, μετά την παραδοχή της ασκηθείσας έφεσης εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, εξαφανίσθηκε κατά το μέρος αυτό, αφετέρου δε, μετά την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας, ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση.

Επειδή, το ορισμένο ή το αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία, εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστα την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα καίτοι διαλαμβάνονται σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ λόγοι αναίρεσης.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 α Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση , η έλλειψη δε ή η ανεπάρκεια ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της, με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης, προδικασίας, η οποία, ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της από 6-12-2004 αγωγής, της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι με εκείνη η ενάγουσα, ατομικά και ως ασκούσα την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου της, ισχυρίσθηκε τα εξής: Ότι είχε αναθέσει στον εναγόμενο που είναι δικηγόρος, την άσκηση αγωγής διατροφής της ίδιας και του ανηλίκου τέκνου της του οποίου ασκεί την επιμέλεια, κατά του εν διαστάσει συζύγου της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 587/2002 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε το ποσό των 146,73 ευρώ μηνιαίως στην ίδια, καθώς και το ποσό των 264,12 ευρώ μηνιαίως στο ανήλικο τέκνο της.

Ότι ο εναγόμενος επέδωσε στο σύζυγο της ενάγουσας αντίγραφο εξ' απογράφου εκτελεστού της άνω αποφάσεως με επιταγή προς πληρωμή των κάτωθι ποσών: 1) 1.173,90 ευρώ για διαφορές μεταξύ καταβληθεισών και καταβλητέων διατροφών με το νόμιμο τόκο, 2) 170 ευρώ για απόγραφο, τέλη αυτού και αντίγραφο, 3) 20,54 ευρώ για επίδοση αντιγράφου, 4) 264,12 ευρώ για υπόλοιπο επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων, αφού ήδη ο σύζυγος της είχε προκαταβάλει για έξοδα το ποσό των 146,73 ευρώ και 5) 180 ευρώ για σύνταξη επιταγής.

Ότι από τα ως άνω χρηματικά ποσά αυτή εδικαιούτο το ποσό των 1.173,90 ευρώ με τους νομίμους τόκους, καθώς και το ποσό των 264,12 ευρώ για υπόλοιπο επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων, πλέον του ποσού των 146,73 ευρώ και συνολικά το ποσό των 1.665,42 ευρώ, πλην όμως ο εναγόμενος μολονότι το εισέπραξε δεν της το απέδωσε, όπως είχε υποχρέωση από τη σύμβαση έμμισθης εντολής, αλλά το παρακράτησε με σκοπό παρανόμου ιδιοποιήσεως κατά το μεγαλύτερο μέρος του, προσφέροντας στην ίδια μόνο το ποσό των 247,22 ευρώ και συμψηφίζοντας μονομερώς το υπόλοιπο με δήθεν απαιτήσεις του από προηγούμενες δικαστικές ενέργειές του επί υποθέσεών της, για τις οποίες όμως είχε εξοφληθεί.

Ότι στις 11-7-2002 αυτή (ενάγουσα) μετέβη στο γραφείο του εναγομένου και του ζήτησε την απόδοση ολόκληρου του παραπάνω ποσού, αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε να το αποδώσει, ενώ δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να κληθεί και να επέμβει η Άμεση Δράση, επειδή δε αρνήθηκε η ενάγουσα να λάβει το ποσό των 247,22 ευρώ, δεν της παρέδιδε και τους φακέλους των υποθέσεών της, με αποτέλεσμα να μη δύναται να διεκπεραιώσει αυτές και ότι, εξ' αιτίας της κατά τα άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, υπέστη ηθική βλάβη.

Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, αφ' ενός μεν ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν η ίδια και το ανήλικο τέκνο της από υπαιτιότητα του, το ποσό των 1.665,42 ευρώ, άλλως το ίδιο ποσό κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, νομιμοτόκως από 14-6-2002 που το εισέπραξε, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής, και αφετέρου δε το ποσό των 40.000 ευρώ στην ίδια ατομικά ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Υπό το εντεύθεν περιεχόμενο η αγωγή, ως προς το αίτημα της καταβολής του ποσού των 1665, 42 ευρώ, είναι αόριστη, αφού στο δικόγραφό της δεν προσδιορίζεται διακεκριμένως ποιο μέρος από το άνω χρηματικό ποσό ζητείται για λογαριασμό της ενάγουσας και ποιο μερός για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της. Ως εκ τούτου, το Εφετείο, που - αν και με συνοπτικότερη αιτιολογία - έκρινε ομοίως και απέρριψε κατά το εν λόγω αίτημα την αγωγή ως αόριστη, δεν προέβη σε παράνομη κήρυξη απαραδέκτου ούτε σε παράνομη λήψη υπόψη μη προταθέντος από τον αναιρεσίβλητο ισχυρισμού περί αοριστίας της αγωγής.

Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ, καταλογίζονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, δεδομένου ότι η παραπάνω απορριπτική του αιτήματος αυτού της αγωγής αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, είναι αλυσιτελής ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο πλήττεται η πλαοναστικώς διατυπωμένη στην απόφαση επάλληλη αιτιολογία, κατά την οποία το ανωτέρω αίτημα είναι απορριπτέα και επειδή η ενάγουσα δεν αναφέρει στην αγωγή τον λόγο εκπροσωπήσεως στη δίκη του ανήλικου τέκνου της μόνο από την ίδια και όχι και από τον πατέρα του με τον οποίο από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνα κατά το άρθρο 1510 ΑΚ, ενόψει του ότι αντικείμενο της αγωγής είναι η αδικοπραξία που φέρεται να τέλεσε ο εναγόμενος σε βάρος του ανηλίκου και της ενάγουσας μητέρας του με την παράνομη ιδιοποίηση των επιδικασθέντων με δικαστική απόφαση χρημάτων για τη διατροφή τους.

Επειδή με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ απορρέοντα δεύτερο λόγο ψέγεται το Εφετείο ότι αγνόησε την ύπαρξη δεδικασμένου προκύπτοντος από την 537/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε εκτελεστή της οποίας ο αναιρεσίβλητος εισέπραξε από τον σύζυγο της αναιρεσείουσας, για λογαριασμό της ίδιας και του ανήλικου τέκνου της, το συνολικό ποσό διατροφής των 1665,42 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα ανεξαρτήτως της μη αναφοράς στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω περί δεδικασμένου ισχυρισμός είχε προβληθεί από αυτή ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 562 παρ. 2), δεν προσδιορίζει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο (άρθρα 321, 322, 324, 325, 330 και 331 Κ.Πολ.Δ) για τη δημιουργία από την άνω απόφαση δεδικασμένου, που να αναπτύσσει δεσμευτική ενέργεια στην κρίσιμη εφετειακή δίκη (τελεσιδικία, κριθέν ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα, ταυτότητα διαδίκων και αντικειμένων δίκης κλπ).

Επειδή με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, υπαγόμενο κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του αριθμού 19 (όχι και των αριθμών 14 και 17) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση του έχει διαλάβει αντιφατική αιτιολογία, καθόσον μετά την απόρριψη ως αορίστου του ανωτέρω εκ 1.665,42 ευρώ κονδυλίου της αγωγής, έπρεπε να απορρίψει ως αόριστο και το άλλο παρεπόμενο κονδύλιο της αγωγής για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη ατομικά η ενάγουσα - αναιρεσείουσα, ενώ το έκρινε νόμιμο και στη συνέχεια το απέρριψε ως ουσία αβάσιμο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι δεν υπάρχει αντίφαση στις ανωτέρω αιτιολογίες, αφού κάθε κονδύλιο της αγωγής έχει την αυτοτέλεια του και η απόρριψη του ενός ως αορίστου δεν συμπαρασύρει και την απόρριψη του άλλου κονδυλίου.

Επειδή ο εκ του αριθμού 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, δημιουργείται αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις και η αντίφαση εντοπίζεται στο διατακτικό της και όχι στο αιτιολογικό. Επομένως, ο τέταρτος λόγος, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπάρξεως αντιφάσεως στο αιτιολογικό της, είναι απαράδεκτος.

Με τον μοναδικό εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ απορρέοντα λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως με επίκληση προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά έγγραφα, ήτοι α) το έγγραφο με αριθ. πρωτ. ... της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (Υ.Π.Ε.Ε) Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής, από το οποίο προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος είχε εκδώσει στις 18-1-2002 την υπ' αριθ. ... απόδειξη παροχής υπηρεσιών για το ποσό των 176 ευρώ, σχετικό με την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά τον εργοδότη της (...), β) την από 1-9-2006 μήνυση του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και των μαρτύρων της και γ) την από 2-9-2006 αγωγή του πρώτου κατά της ίδιας και των μαρτύρων της. Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε "και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", καθώς και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεώς του, καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση των ειρημένων εγγράφων. Ο λόγος, συνεπώς, αυτός είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-11-207 αίτηση της... για αναίρεση των υπ' αριθ. 5362/07 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και υπ' αριθ. 3438/05 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ