Supreme Court dismisses appeal against administrative decision regarding civil servants' pension calculations based on private sector salaries.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court decision regarding the pension calculations of civil servants. The State argued that the lower court erred by using private sector salaries instead of public sector salaries for the calculation basis. The court rejected this claim, ruling that the lower court correctly applied the law and that the State's arguments lacked legal foundation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a decision on pension calculations based on private sector salaries is inadmissible if the lower court correctly applied the relevant statutory provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1563 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1563/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Κωνσταντίνας Νασοπούλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Β. Π. του Α., κατοίκου ..., 3) Φ. Λ. του Α., κατοίκου ..., 4) Ι. Π. του Π., κατοίκου ...,5) Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 6) Μ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 7) Γ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 8) Π. Σ. του Κ./νου, κατοίκου ...,9) Κ. Δ. του Χ., κατοίκου ...,10) Α. Χ. του Χ., κατοίκου ...,11) Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ... 12) Φ. Μ. του Α., κατοίκου ...,13) Ι.
Ζ. του Σ., κατοίκου ...,14) Κ. Γ. του Ν., κατοίκου ...,15) Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 16) Ο. Μ. του Ε., κατοίκου ...,17) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ...,18) Θ. Κ. του Δ., κατοίκου ... 19) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 20) Ε. Τ. του Α., κατοίκου ...,21) Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ...,22) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 23) Σ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 24) Θ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 25) Α. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 26) Ν.
Μ. του Α., κατοίκου ..., 27) Χ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 28) Α. Θ. του Ε., κατοίκου ..., 29) Π. Τ. του Π., κατοίκου ... Αττικής,30) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ...,31) Ε. Μ. του Α., κατοίκου ..., 32) Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 33) Σ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 34) Ε. Α. του Ν., κατοίκου ..., 35) Κ. Τ. του Ι., κατοίκου Μ. Α., 36) Δ. Κ. του Κ./νου, κατοίκου ... και 37) Α. Π. του Α., κατοίκου ....
Εκ των ανωτέρω οι με α/α 13η,19η,22η,36η δεν παραστάθηκαν. Όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Γεωργίας Καμπουράκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο, δήλωσε: 1) την διόρθωση της ... ληξιαρχικής πράξης γέννησης που αφορά τον με α/α 1ου των αναιρεσιβλήτων Μ. Κ. του Ε., του ληξιαρχείου Θεσσαλονίκης, με την .../16-4-2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ως προς το φύλο του τέκνου, β) το κύριο όνομα του τέκνου και γ) το επώνυμο του τέκνου, από τα εσφαλμένα:
α) άρρεν β)Μ. γ) Κ. στα ορθά: α) Θήλυ, β)Μ. και γ) Κ. και 2) την αλλαγή του επωνύμου στην με α/α 18η των αναιρεσίβλητων Θ. Κ. του Δ., σε Θ. Ζ., συζύγου Γ. Β. Ζ., σύμφωνα με την ... ληξιαρχική πράξη γάμου του ληξιαρχείου Στουτγάρδης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 452/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2813/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 14-5-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, 1) ο πρώτος αναιρεσίβλητος Μ. Κ. του Ε., διά της πληρεξουσίας δικηγόρου του, προέβη στην ακόλουθη δήλωση, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, κατά την συζήτηση της υποθέσεως: με βάση την .../16-4-2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών διορθώθηκε η με αρ. ... ληξιαρχική πράξη γέννησής του, από τα στοιχεία, α) άρρεν, β) Μ., γ) Κ., στο ορθό α) Θήλυ, α) Μ., γ) Κ., και 2) η δέκατη όγδοη αναιρεσίβλητη Θ.
Κ. του Δ., δια της ιδίας πληρεξουσίας δικηγόρου της, προέβη στην ακόλουθη δήλωση, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως: με την ... ληξιαρχική πράξη γάμου του εκπληρούντος καθήκοντα ληξιάρχου Προξένου της Ελλάδος στη Στουτγκάρδη Γερμανίας το επώνυμο της άλλαξε σε Θ. Ζ., σύζυγος Γ.
Β. Ζ.. Οι διορθώσεις-αλλαγές αυτές είναι παραδεκτές, εφ' όσον δεν δημιουργείται αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα των προαναφερομένων αναιρεσιβλήτων, οι οποίες και πρέπει να θεωρηθούν ως διάδικοι υπό τα δηλωθέντα ως άνω στοιχεία και οι οποίες στα προηγηθέντα διαδικαστικά έγγραφα (και την προσβαλλόμενη απόφαση) αναγράφονται με τα ως άνω αρχικώς αναγραφέντα ατομικά τους στοιχεία, ήτοι Μ.
Κ. του Ε. και Θ. Κ. του Δ. αντιστοίχως. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του KΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του KΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του KΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του KΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, 9/2003, 9/1992).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 536/2020, 1374/2017, 526/2016, 1622/2013, 453/2011, 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.
β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της από 14-5-2019 και με αριθ. κατάθ. 4814/442/2019 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 2813/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσιβλήτων (37 τον αριθμό), όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη, από τους παρισταμένους τριάντα τρεις (33) αναιρεσίβλητους, με αριθ. 3246Γ/12-10- 2021 έκθεση επίδοσης προς το αναιρεσείον του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ.
Π., κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου αυτών Γεωργίας Καμπουράκη, δικηγόρου Αθηνών. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι 13η, 19η, 22η, και 36η των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή οι Ι. Ζ. του Σ., Κ. Κ. του Α., Σ.
Μ. του Α. και Δ. Κ. του Κ./νου, δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι` αυτούς η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί τριάντα τρεις (33) αναιρεσίβλητοι . Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ως άνω δικηγόρος Γεωργία Καμπουράκη, που έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση και επίσπευση της συζήτησης της από 14-5-2019 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για την παρούσα δικάσιμο, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τους παραπάνω απολιπομένους 13η, 19η, 22η και 36η των αναιρεσιβλήτων, αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς την ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικά προς αυτήν πληρεξούσια.
Κατά συνέπεια ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου τους Ελληνικού Δημοσίου κλήτευση αυτών, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι ως άνω απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως κατά την παρούσα συζήτηση από το αντίδικό τους Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους λοιπούς αναιρεσιβλήτους πρέπει ο Άρειος Πάγος να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. (ΑΠ 566/2022, 1372/2019) Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ.
α του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ` αυτό. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 879/2017, 131/2015, 1113/2013).
Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ. Ειδικότερα, η ωφέλεια που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος.
Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 58/2015, 131/2015, 760/2003) ή ο νόμος, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 186/2010).
Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 131/2015, 1022/2015, 535/2014). Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφ` όσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημόσιου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 41/2017, 131/2015, 1293/2015, 1022/2015, 535/2014).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι` αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).
Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.
Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αµοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 217/2017, 933/2015, 126/2015, 885/2014, 1080/2014).
Συνακόλουθα στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται [στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού] και οι κατά τα άνω ρυθμίσεις του άρθρου 904 επόμ.
του ΑΚ προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου. Εξ άλλου, με το άρθρο 20 παρ. 1 (όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του Ν. 2956/2001) και 15 του Ν. 2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 205) ορίσθηκαν με την πρώτη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.
μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση, στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό τους, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (παρ. 1) και με τη δεύτερη ότι ο Ο.Α.Ε.Δ.
μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α` και β`).
Μάλιστα με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα` στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2190/1994 (μετέπειτα καταργηθείσα με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009) επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ και ορίσθηκε συγκεκριμένα ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.
Συνεπώς η επιδοτούμενη κατά τα άνω πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα (ΑΠ 217/2017).
Τέλος ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή σύμβασης μαθητείας, γνήσιας ή μη, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ή μαθητείας (γνήσιας ή μη) ή ως σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, 18/2006).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 917/2020, 130/2016, 1420/2013).
Τέλος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 KΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ' ' πράγματα' ' θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 8/2013,14/2004, 2/1989).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1991), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 984/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αρ. 452/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 19-2-2010 αγωγή αυτών, εδέχθη κατά το ενδιαφέρον τον υπό κρίση αναιρετικό λόγο μέρος του τα εξής ως προς την επικουρική βάση της αγωγής: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το Υπουργείο Ανάπτυξης μέσω σχετικών προγραμμάτων του ΟΑΕΔ για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (STAGΕ).
Ειδικότερα οι 1ος, 2η, 5η, 6η, 8ος, 16η, 1 7η, 18η, 22η, 33ος από 9-8-2004, η 3η, 4ος, 7η, 9η-15η, 19η, 20η, 21η, 23η- 26°, 28η-32ος, 34ος, 36, 37η από 4-8-2004, η 27η από 3-8-2004 και η 35η από 7-10-2004 εργαζόντουσαν στις διάφορες υπηρεσίες του εν λόγω Υπουργείου (Γεν.Γραμ.Εμπορίου, Βιομηχανίας, Δ/ση Προσωπικού κλπ) 5ήμερη την εβδομάδα και πλήρες ωράριο 7:30-15:00 όπως και οι μόνιμοι υπάλληλοι.
Υπήγοντο σε ιεραρχικό έλεγχο των υπηρεσιακών προϊσταμένων ακολουθούντες τον έλεγχο και τις υποδείξεις ως προς τον τρόπο, τύπο και γραπτό παροχής της εργασίας τους, που συνίστατο στην γραμματεία από υποστήριξη, έλεγχος τιμών και προϊόντων σε καταστήματα και λαϊκές αγορές. Η εργασία τους δεν διέφερε από αυτή των μονίμων υπαλλήλων ή των υπαλλήλων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Καλύπτουν δε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Υπουργείου Ανάπτυξης στον τομέα απασχόλησης τους. Οι αρχικές 8μηνες συμβάσεις των εναγόντων ανανεώθηκαν διαδοχικά και έληξαν ως ακολούθως : 1) Για τους 1°, 2η, 5η, 6η, 8°, 16η, 17η, 18η, 33° την 8-8-2008, 2) Για τους 3η, 4°, 24° την 3-8-2008, 3) Για την 7η την 25-2-2009, 4) Για την 9η την 8-8-2008, 5) Για τη 10η την 5-9-2008, 6) Για τους 11°, 20η και 21η την 15-8-2008, 7) Για τη 12η την 5-9-2008, 8) Για τη 13η την 9-9-2008, 9) Για τη 19η την 8-9-2008, 10) Για τη 15η την 5-9-2008, 11) Για την 22η την 8-2-2008, 12) Για την 23η την 21-6-2008, 13) Για την 25η την 22-8-2008, 14) Για τους 26°, 29η την 1 0-8-2008, 15) Για την 27η την 16-8-2008, 16) Για την 28η την 3-8-2008, 17) Για τον 30° την 7-8-2008, 18) Για την 31η την 10-8-2008, 19) Για τους 14η και 32° την 12-9-2008, 20) Για την 34η την 14-8-2008, 21) Για την 35η την 4-2-2009, 22)
Για την 36η την 8-9-2008, 23) Για την 37η την 8-9-2008. Οι ενάγοντες βάσει των προαναφερθέντων συνεδέοντο με το εναγόμενο, με απλή σχέση εργασίας, αφού δεν είχαν τηρηθεί για την πρόσληψη τους οι διατάξεις του Ν. 2190/1994. Δικαιούνται όμως για το διάστημα εργασίας τους αποδοχές υπαλλήλου ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ αντίστοιχα με τα τυπικά προσόντα τους, χωρίς να συνυπολογίζεται προϋπηρεσία, οικογενειακή κατάσταση και το κίνητρο παροχής καθόσον αυτό εδίδετο σε υπαλλήλους με διαφορετικό νομικό καθεστώς απορριπτομένης ως μη νόμιμης κατά τα προαναφερθέντα της αγωγικής βάσης της ίσης μεταχείρισης.
Επίσης εκ του νόμου δικαιούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας.". Ακολούθως, το Εφετείο, μετ' έρευνα των εκατέρωθεν υπό των διαδίκων υποβληθεισών ενστάσεως παραγραφής και αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, επιδίκασε τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ποσά μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως.
Με την κρίση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 επόμ. του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 22 παρ.1 α του Συντάγματος, 20 παρ.15 του Ν. 2639/1998 και 648 επόμ. του ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, εφόσον με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα με την προσβαλλομένη απόφαση δεκτά πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, οι αναιρεσίβλητοι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους στο αναιρεσείον παρείχαν στην πραγματικότητα σε αυτό εξαρτημένη εργασία διοικητικού υπαλλήλου, ακριβώς παρόμοια με εκείνη του μόνιμου υπαλληλικού προσωπικού του τελευταίου, τελώντας υπό τις δεσμευτικές για εκείνους οδηγίες του αναιρεσείοντος σχετικά με τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας τους κατά πλήρες ωράριο και καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, καθότι, παρά τον αναγραφόμενο σκοπό στα συναφθέντα μεταξύ των διαδίκων συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο υλοποίησης προγράμματος Stage, ο οποίος (σκοπός) συνίστατο στην από μέρους των εναγόντων απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, επιδιώχθηκε προεχόντως στην πραγματικότητα από τα μέρη η από αυτούς παροχή εργασίας στο αναιρεσείον, με συνέπεια τον πλουτισμό του τελευταίου από την εργασία τους αυτή, συνιστάμενο στην αμοιβή που το τελευταίο θα κατέβαλλε, αντί αυτών, σε άλλους εργαζόμενους που θα απασχολούντο από αυτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας, αφού λόγω των συνταγματικών και λοιπών νομοθετικών ρυθμίσεων δεν ήταν επιτρεπτή η κατάρτιση έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, ανεξαρτήτως της από τους αναιρεσιβλήτους κάλυψης με την εργασία τους πάγιων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος.
Είναι δε αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση το αναιρεσείον (με φορέα απασχόλησης το τότε Υπουργείο Ανάπτυξης), από οικονομικούς ή άλλους λόγους, δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλων εργαζομένων με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις θέσεις στις οποίες απασχολήθηκαν οι αναιρεσίβλητοι. Ούτε επίσης παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, ως προς τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, με βάση τις μηνιαίες αποδοχές των μονίμων και των με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλων του Δημοσίου για τις αντίστοιχες κατηγορίες ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, εφόσον, ενόψει της παραδοχής του Εφετείου ότι η μεταξύ του αναιρεσείοντος και των αναιρεσίβλήτων, για ένα έκαστο εξ αυτών σύμβαση είναι άκυρη, και το αναιρεσείον υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.
α` και 908 εδ. α` ΑΚ, στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε από την εργασία των αναιρεσιβλήτων, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλους εργαζομένους υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα αυτών, χωρίς να λαμβάνονται υπ` όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικά στην προσωπική κατάστασή τους, ορθώς έθεσε ως βάση υπολογισμού των σχετικών ως άνω επιδομάτων τις μηνιαίες αποδοχές των με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλων του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς όμως από τον αριθμό 1 εδ. α ΚΠολΔ και οι δεύτερος και τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1εδ. α' του άρθρου 559 KΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 KΠολΔ, επικαλούμενο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτό και ειδικότερα, ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι κατά την απασχόλησή τους δεν είχαν δικαίωμα υπογραφής και δεν έφεραν ευθύνη για το εκτελούμενο από αυτούς έργο, ενώ επίσης το Υπ. Ανάπτυξης δεν είχε συμμετάσχει στη διαδικασία επιλογής τους, δεν είχε θέσει σχετικά κριτήρια επιλογής, που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των υπηρεσιών του, ούτε απασχόλησε άλλους στη θέση τους μετά την αποχώρησή τους, με τους οποίους καταδείκνυε ότι αυτό, ως εργοδότης των εναγόντων, δεν ανέμενε από αυτούς, ούτε απέβλεπε στην εκ μέρους τους παροχή παραγωγικού έργου, ώστε η σύμβαση να μπορεί να χαρακτηριστεί ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον πέραν του ότι αναφέρεται σε αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, σχετικά με τον χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης, επί πλέον, οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν είχαν αυτοτέλεια, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, αφηρημένως λαμβανόμενα, δεν οδηγούν στην κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176, 183 του KΠολΔ). μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ` αριθμό 134423 οικ. της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά την από 14-5-2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις 13η, 19η, 22η και 36η των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή Ι. Ζ. του Σ., Κ. Κ. του Α., Σ. Μ. του Α. και Δ. Κ. του Κ./νου αντίστοιχα.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τις παραπάνω αναιρεσίβλητους.
Απορρίπτει την από 14-5-2019 και με αριθ. κατάθ. 4814/20-5-2019 αίτηση αναιρέσεως της υπ` αριθ. 2813/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 1743/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ