Supreme Court dismisses appeal against personal injury compensation for loss of future earnings and moral damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's final judgment regarding personal injury compensation. The appellant argued that the awarded sum for lost future earnings and moral damages was disproportionately low and violated the principle of proportionality. The court held that the lower court did not exceed its discretionary limits and that the appellant failed to prove the specific loss of future income required for such compensation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 914, 929 of the Civil Code; Article 931 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Compensation for personal injury includes lost future earnings and moral damages, subject to the appellant's burden of proof regarding the inability to work and the lower court's discretion in assessing the amount.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1563 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1563/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1941/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5557/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-1-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 21-1-2021 (αριθ. εκθ. καταθ. 437/40/2021) αίτηση για αναίρεση της 5557/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 929 εδάφ. α` ΑΚ προκύπτει ότι επί αδικοπραξίας, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του, δηλαδή η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος, κατ` άρθρ. 298 εδάφ. β` ΑΚ, λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, όπως είναι και η αποζημίωση για τη στέρηση στο μέλλον των προσδοκώμενων εισοδημάτων.
Για να δικαιούται τέτοια αποζημίωση εκείνος που προσβλήθηκε στο σώμα ή στην υγεία του πρέπει να αποδείξει ότι δεν μπόρεσε στο κρίσιμο χρονικό διάστημα να ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητα που προηγουμένως ασκούσε και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να ασκεί, αν δεν μεσολαβούσε η βλάβη του σώματος ή της υγείας του και έτσι ζημιώθηκε τουλάχιστον τα ποσά που κέρδιζε προηγουμένως από την ίδια εργασία.
Αναγκαία προϋπόθεση είναι η ζημία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το λόγο ευθύνης του εναγομένου, ενώ η διάρκεια της πιο πάνω αποζημίωσης υπολογίζεται με βάση τη διάρκεια της ανικανότητας προς άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 259/2018, ΑΠ 426/2000). Περαιτέρω, για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής κρίσης του δικαστή, ως προς την επέλευση και το ύψος της εν λόγω ζημίας (που πρέπει, όπως έχει προαναφερθεί, να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός), η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ` ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων, χωρίς να εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας, και, συνακόλουθα, η απόδειξή της είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα, συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη.
Ως εκ τούτου, η διάταξη του άρθρου 298 εδάφ. β` ΑΚ έχει μικτό χαρακτήρα, ήτοι έχει, αφενός μεν, ουσιαστικό χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα παραγωγικά στοιχεία της αξίωσης αποζημιώσεως, αφετέρου δε, δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στο δικαστή την απλή πιθανολόγηση ως προς την ύπαρξη του διαφυγόντος κέρδους (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 1410/2018).
Επομένως, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το αν συντρέχει ή όχι πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων για την ύπαρξη ή όχι διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξέλιξης των πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ` άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1932/2017, ΑΠ 1335/2017, ΑΠ 1107/2015, ΑΠ 1154/2015).
Ελέγχεται, όμως, αναιρετικά η δικαστική κρίση, ως προς την ύπαρξη ή όχι των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη γένεση της σχετικής αξίωσης, δηλαδή για τη συγκεκριμενοποίηση της αόριστης νομικής έννοιας του διαφυγόντος κέρδους, όπως η συνήθης πορεία των πραγμάτων, οι ειδικές περιστάσεις, τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη προσδοκία για το διαφυγόν κέρδος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 1410/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 525/2021, ΑΠ 91/2019, ΑΠ 49/2019).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, σχετικά προς την αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος, περί καταβολής αποζημιώσεως για την απώλεια του εισοδήματός του στο μέλλον συνεπεία βλάβης του σώματός του από το ένδικο ατύχημα, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: ".............
Ο ενάγων, μετά την ένδικη σύγκρουση, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο όχημα του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Αιγίου και εν συνεχεία στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών-Ρίο, όπου διαπιστώθηκε επιπολής τραυματισμός της κεφαλής ........ Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μετά από εξετάσεις στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών και αφού διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα της Α6 και Α7 άρθρωσης απαρεκτόπιστο (βλ.
την υπ' αριθμ. πρωτ. .../3-3-2015 γνωμάτευση του ανωτέρω νοσοκομείου) μεταφέρθηκε εκ νέου στο Γενικό Νοσοκομείο Αιγίου και νοσηλεύθηκε από 5-2-2015 έως 7-2-2015, ήτοι για δύο μόνο ημέρες, με συντηρητική αντιμετώπιση του τραυματισμού του, οπότε και εξήλθε, όπως αποδεικνύεται από το ως άνω από 7-2-2015 εξιτήριο του Γενικού Νοσοκομείου Αιγίου, στο οποίο αναγράφεται επί λέξει "έκβαση νοσηλείας ίαση" και από την υπ' αριθμ.
πρωτ. .../3-3-2015 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Αιγίου. Κατά την έξοδό του από το ανωτέρω νοσοκομείο του συνεστήθη αποχή από την εργασία του για 15 ημέρες, δηλαδή από 07-02-2015 έως 22-02-2015, λόγω μυοσκελετικών κακώσεων (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. .../7.2.2015 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Αίγιου).
Την 10-3-2015 εξετάστηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, διαπιστώθηκε να πάσχει από κάκωση ΑΜΣΣ και ανανεώθηκε η αναρρωτική του άδεια για 15 ημέρες ακόμα, αρχόμενης αυτής από την προγενέστερη ημερομηνία της 23-2-2015, οπότε είχε λήξει η πρώτη χορηγηθείσα αναρρωτική άδεια, επανεξετάσθηκε δε στο ίδιο νοσοκομείο την 30-4-2015 και ανανεώθηκε η αναρρωτική του άδεια για 20 ημέρες ακόμα, αρχόμενης αυτής από την προγενέστερη ημερομηνία της 10-4-2015 και λήγουσας την 30-4-2015.
Κατά την επανεξέταση αυτή διαπιστώθηκε ότι το κάταγμα του ενάγοντος είχε πλέον πωρωθεί (βλ. το υπ' αριθμ. πρωτ. 3608/30-4-2015 πιστοποιητικό του ανωτέρω νοσοκομείου Πατρών). Έκτοτε ο ενάγων δεν επανεξετάσθηκε στα παραπάνω δημόσια νοσοκομεία του Αιγίου και των Πατρών για τον τραυματισμό της κεφαλής και του αυχένα αλλά σε διάφορα διαγνωστικά εργαστήρια, ιδιώτες ιατρούς π.χ. "Β Διάγνωση", Σ.
Α., ιατρός ορθοπεδικός, Δ. Μ., χειρουργός ορθοπεδικός κλπ. για τα αποτελέσματα των εξετάσεων αυτών θα γίνει λόγος παρακάτω. Την 25-9-2015 δε, εξετάστηκε από ιατρούς της αρμόδιας υπηρεσίας του Ι.Κ.Α., διεύθυνση αναπηρίας και ιατρικής της εργασίας και όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. ... γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας, ο ενάγων κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 30%, για χρονικό διάστημα δύο ετών, ήτοι από 19-6- 2015 έως 30-6-2017, διότι διαπιστώθηκε "κάταγμα εξάρθρημα με πρόσθια ολίσθηση Α6 - Α7 με ήπια νευρολογική σημειολογία από το δεξιό άνω άκρο".
Ο ενάγων, ισχυρίζεται ότι πλην της παραπάνω σωματικής αναπηρίας παρουσιάζει και ψυχική αναπηρία που οφείλεται σε αγχώδεις καταστάσεις λόγω του ατυχήματος και προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκομίζει το με αριθμό πρωτ. 4314/19-5-2016 πιστοποιητικό του ως άνω Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, στο οποίο αναγράφεται ότι αυτός πάσχει από μετατραυματική διαταραχή στρες.
Τέτοια όμως αναπηρία δεν διαπιστώθηκε κατά την προηγηθείσα εξέτασή του από τους ιατρούς της αρμόδιας υπηρεσίας του Ι.Κ.Α.. Την 25- 1-2016, κατά την εξέτασή του από τον ως άνω ιατρό Δ. Μ., διαπιστώθηκε ότι η κάκωση στον αυχένα του ενάγοντα προκάλεσε σ' αυτόν βλάβη και εικόνα μετατραυματικής αυχενικής ριζίτικης νευρίτιδας Α6 - Α7 με αιμωδίες στο δεξιό άνω άκρο.
Ο ίδιος ιατρός αναφέρει ότι η βλάβη αυτή είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη και ότι εξακολουθεί να εμφανίζει αναπηρία ποσοστού 30%, που εμποδίζει αυτόν να ασχοληθεί με την εργασία του ξυλουργού και του αγρότη. Στην ίδια βεβαίωση προβαίνει και η ιδιώτης ιατρός - νευρολόγος Α. Ν., που εξέτασε τον ενάγοντα την 8-1-2016 καθώς και ο ιατρός ορθοπεδικός χειρουργός Σ.
Γ., της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής, ο οποίος εξέτασε τον ενάγοντα την 10-3-2017, ενώ στην πρόσφατη υπ' αριθμ. .../2019 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού χειρουργού Κ. Κ. του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", αφού επιβεβαιώνεται η βλάβη του ενάγοντος, ο εν λόγω ιατρός αναφέρει ότι εάν αυτός πραγματοποιήσει επέμβαση σπονδυλοδεσίας τα συμπτώματα της βλάβης θα βελτιωθούν χωρίς όμως να υπάρχει πλήρης ίαση.
Τέλος, στο ηλεκτρομυογράφημα, που ο εναγών' προσκομίζει, με ημερομηνία 7-1-2019 ο ιατρός Π. Π. βεβαιώνει ότι ο γραφικός έλεγχος έδειξε μειωμένη επιστράτευση κινητικών μονάδων στο τρικέφαλο άμφω, δικέφαλο δεξιά και κοινό εκτείνοντα στους δακτύλους δεξιά στο πλαίσιο νευρογενούς βλάβης Α6 Α7 άμφω, περισσότερο δεξιά.
Από τις προηγηθείσες δε αξονική τομογραφία και μαγνητική τομογραφία (6-11-2015) στο διαγνωστικό εργαστήριο " Β Διάγνωση", διαπιστώθηκε "πρώτου βαθμού πρόσθια ολίσθηση εμφανίζει ο Α6 επί του Α7 σπονδύλου" και "μικρή ποσότης υγρού εντοπίζεται ενδοαρθρικά και στην αύλακα το δικεφάλου βραχιονίου μυός", ενώ οστικό οίδημα παρατηρείται στο επίπεδο τη ακρωμιοκλειδικής διαρθρώσεως".
Την 11-1-2016 μετά την πραγματοποίηση μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου διαπιστώνεται ότι εντοπίζεται μικρή εστία στη λευκή ουσία του αριστερού βρεγματικού λοβού (χρόνια αιμορραγική εστία ή αποτιτάνωση), δίχως ν παρατηρούνται άλλα ευρήματα μη φυσιολογικά. Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι από το ένδικο ατύχημα ο ενάγων και παρά την πλήρη πώρωση του κατάγματος εξακολουθεί να εμφανίζει πρόσθια ολίσθηση Α6 - Α7 σπονδύλου με ήπια νευρολογική σημειολογία στο δεξιό άνω άκρο ...............
Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων μέχρι το έτος 2012 διατηρούσε ατομική επιχείρηση ξυλουργείου στην .... Από την προσκομιζόμενη από 4-7-2012 βεβαίωση διακοπής εργασιών φυσικού προσώπου επιτηδευματία της ΔΟΥ Αιγίου αποδεικνύεται ότι ο ανωτέρω διέκοψε την παραπάνω επαγγελματική του δραστηριότητα από την ως άνω ημερομηνία.
Ενώ ήδη από 1-7-2017 είχε διαγραφεί από τον ασφαλιστικό του φορέα Ο.Α.Ε.Ε. και δεν φαίνεται εγγεγραμμένος στα μητρώα κύριας ή πρόσθετης ασφάλισης αγροτών (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. .../15-5-2017 και από 12-5-2017 έγγραφα ΕΦΚΑ). Έκτοτε, ο ενάγων, παρά τη διακοπή εργασιών της επιχείρησής του εργάζεται περιστασιακά ως ξυλουργός με ημερομίσθιο 50 ευρώ πέντε ημέρες το μήνα, ενώ εργάζεται και δέκα ημέρες το μήνα ως βοηθός σε αγροτικές εργασίες σε διάφορους κτηματίες λαμβάνοντας 40 ευρώ ημερησίως, με αποτέλεσμα το μηνιαίο εισόδημα του να ανέρχεται σε 650 ευρώ (250 + 400) (βλ.
την υπ' αριθμ. .../17-5-2017 ένορκη βεβαίωση της Γ. Δ. και Ν. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αιγίου Χριστίνας Παπαβραμοπούλου). Συνεπεία δε του ένδικου ατυχήματος αυτός κατέστη ανίκανος προς άσκηση της προπεριγραφόμενης επαγγελματικής του απασχόλησης από το χρόνο αυτού (ατυχήματος) και μέχρι 8-9-2015 και συνεπώς απώλεσε εισοδήματα ανερχόμενα σε 4.550 ευρώ (7 μήνες χ 650 ευρώ μηνιαίως).
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι λόγω του ότι η αρμόδια επιτροπή του ΙΚΑ/ΚΕΠΑ/ΕΟΠΥΥ, με την ... γνωμάτευση αξιολόγησε το ποσοστό αναπηρίας του σε 30% μέχρι 30-6-2017, μετά βεβαιότητας, θα απωλέσει τα μελλοντικά ημερομίσθιά του μέχρι 10-12-2040 (65° έτος), αξιώνοντας το ποσό των 9.100 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 9-9-2015 έως 9-11-2016 και των 187.200 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 10-11-2016 έως 10-12-2040.
Ο ισχυρισμός του αυτός καθώς και τα σχετικά αιτήματα κρίνονται αβάσιμα, διότι από την παραπάνω απόφαση - γνωμάτευση του ΙΚΑ/ΚΕΠΑ/ΕΟΠΥΥ δεν αποδεικνύεται ότι το ως άνω ποσοστό της αναπηρίας του ενάγοντος, το οποίο, σημειωτέον, δεν πιστοποιείται εφ' όρου ζωής αυτού αλλά για δύο μόνο έτη, εμποδίζει αυτόν να εργάζεται ως ξυλουργός και να ασχολείται με βοηθητικές αγροτικές εργασίες.
Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε ότι ο ενάγων απώλεσε το ποσό των 4.550 ευρώ για το παραπάνω χρονικό διάστημα των επτά μηνών δεν έσφαλε, έσφαλε όμως που δεν απεφάνθη περί της αξίωσης του ενάγοντος για απώλεια εισοδημάτων κατά τα χρονικά διαστήματα από 9-9-2015 έως 9-11-2016 και 10-11-2016 έως 10-12-2040, η οποία έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, απορριπτομένου επομένως του σχετικού λόγου της έφεσης του ενάγοντος καθώς και αυτού της έφεσης της εναγομένης, κατά τον οποίο έπρεπε το συνολικό αίτημα του ενάγοντος να απορριφθεί ως αβάσιμο .......".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων-εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, κατέστη ανίκανος για την άσκηση της ως άνω επαγγελματικής του δραστηριότητας από το χρόνο του ατυχήματος [4-2-2015] έως 8-9-2015 και ότι το χρονικό αυτό διάστημα απώλεσε εισοδήματα ανερχόμενα στο ποσό των 4.550 ευρώ, επικυρώνοντας, κατά τούτο, την πρωτόδικη 1941/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ απέρριψε, ως αβάσιμο, τον ισχυρισμό του ότι, λόγω του ότι η αρμόδια επιτροπή του ΙΚΑ/ΚΕΠΑ/ΕΟΠΥΥ, με την ...
γνωμάτευση αξιολόγησε το ποσοστό αναπηρίας του σε 30% μέχρι 30-6-2017, μετά βεβαιότητας, θα απωλέσει τα μελλοντικά ημερομίσθιά του μέχρι 10-12-2040 (65° έτος), αξιώνοντας το ποσό των 9.100 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 9-9-2015 έως 9-11-2016 και των 187.200 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 10-11-2016 έως 10-12-2040. Tο Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 929 εδ.
α'και 298 εδ.β' του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (της ανικανότητας του αναιρεσείοντος για άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και της απώλειας εισοδημάτων εξαιτίας της εν λόγω ανικανότητας), οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς την αδυναμία ασκήσεως της περιστασιακής δραστηριότητάς του ως ξυλουργού και ως βοηθού σε αγροτικές εργασίες [μετά την διακοπή των εργασιών της επιχείρησής του σε προγενέστερο του ένδικου ατυχήματος χρόνο] και ότι αυτός θα απωλέσει μέχρι 8-9-2015 το ποσό των 4.550 ευρώ, το δε γεγονός ότι με την ...
γνωμάτευση της αρμόδιας επιτροπής του ΙΚΑ/ΚΕΠΑ/ΕΟΠΥΥ, αξιολογήθηκε το ποσοστό αναπηρίας του σε 30% μέχρι 30-6-2017, δεν αποδεικνύει ότι το ποσοστό αυτό της αναπηρίας, το οποίο δεν πιστοποιείται εφ' όρου ζωής αυτού αλλά για δύο μόνο έτη, τον εμποδίζει να εργάζεται ως ξυλουργός και να ασχολείται με βοηθητικές αγροτικές εργασίες.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις των άρθρων 914, 929 εδάφ.
α` και 298 του ΑΚ και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, αποδίδει τις πλημμέλειες, κατ` εκτίμηση όσων αναγράφονται στο λόγο αυτόν, ότι το Εφετείο: α] ενώ δέχεται ότι συνεπεία του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και του εξ αυτού προκληθέντος τραυματισμού του κατέστην ανάπηρος σε ποσοστό 30% και ανίκανος προς άσκηση της επαγγελματικής του απασχόλησης από το χρόνο του ατυχήματος [4-2-2015] μέχρι 8-9-2015 και συνεπώς απώλεσε εισοδήματα ανερχόμενα σε 4.550 ευρώ, απορρίπτει ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημά του για επιδίκαση αποζημίωσης προς αποκατάσταση της μέλλουσας αποθετικής ζημίας του (διαφυγόντος κέρδους) λόγω της ανικανότητάς του για εργασία από 9-9-2015 μέχρι 10-12-2040, χωρίς να δέχεται ότι μετά την 8-9-2015 εξέλιπε η σε ποσοστό 30% αναπηρία του και χωρίς να εκθέτει ότι αποκαταστάθηκε πλήρως η υγεία του και ότι κατέστην εκ του λόγου αυτού πλήρως ικανός για εργασία, αρκούμενη στην ανεπαρκή αιτιολογία ότι "δεν αποδεικνύεται ότι το ως άνω ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντος, το οποίο σημειωτέον δεν πιστοποιείται εφόρου ζωής αυτού, αλλά μόνο για δύο έτη, εμποδίζει αυτόν να εργάζεται ως ξυλουργός και να απασχολείται σε βοηθητικές αγροτικές εργασίες", β] ενώ δέχεται ότι το βεβαιούμενο από την απόφαση-γνωμάτευση του ΙΚΑ/ΚΕΠΑ/ΕΟΠΥΥ ποσοστό της αναπηρίας του (30%) για το χρονικό διάστημα από 19-6-2015 έως 30-6-2017, τον εμπόδισε να ασκήσει την επαγγελματική του απασχόληση ως τεχνίτη ξυλουργού και σε βοηθητικές αγροτικές εργασίες από 4/2015 έως 8-9-2015, δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο το ίδιο ποσοστό αναπηρίας του, βεβαιούμενο από την αρμόδια Δημόσια Αρχή (Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας ΙΚΑ/ΕΟΠΥΥ) ότι διαρκεί τουλάχιστον μέχρι 30-6-2017, δεν τον εμπόδισε να εργασθεί μέχρι 30-6-2017 αλλά μόνο μέχρι 8-9-2015, ούτε αιτιολογεί πως μπορούσε να εργασθεί ως τεχνίτης ξυλουργός και σε βοηθητικές αγροτικές εργασίες για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι 10-12-2040, χωρίς να δέχεται είτε αποκατάσταση της υγείας του, είτε μερική βελτίωση αυτής με παράλληλη μείωση του ποσοστού αναπηρίας του και γ] ενώ αξιολογεί και παραθέτει στην ελάσσονα πρόταση 1.
την από 25-1-2006 ιατρική γνωμάτευση-πραγματογνωμοσύνη του χειρουργού ορθοπεδικού ιατρού Δ. Μ., ο οποίος αιτιολογημένα καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι έχει καταστεί μόνιμα και μερικά ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 30% και ότι η αναπηρία αυτή τον καθιστά στο μέλλον ανίκανο να εργασθεί σε εργασίες, οι οποίες απαιτούν παρατεταμένη χρήση, 2.
την υπ' αριθ. πρωτ. 985/10.03.2017 ιατρική γνωμοδότηση του χειρουργού-ορθοπεδικού ιατρού Σ. Γ., στην σελ. 5 της οποίας βεβαιώνεται αιτιολογημένα ότι συνεπεία του ένδικου τραυματισμού του έχει καταστεί μόνιμα και μερικά ανάπηρος εφόρου ζωής, αφού οι πιθανότητες βελτίωσης της κατάστασης της υγείας του είναι μηδαμινές, 3.
την υπ' αριθ. πρωτ. .../19/29.01.2019 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του διευθυντή του Α' ορθοπεδικού τμήματος του Γεν. Νοσοκομείου Αθηνών Γ. Γεννηματάς, Κ. Κ., στην οποία βεβαιώνεται ότι συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού του έχει καταστεί μόνιμα ανάπηρος για την άσκηση κάθε επαγγέλματος, που απαιτεί πλήρη δραστηριότητα και καταπόνηση των άνω άκρων, άρση ακόμη και ελάχιστου βάρους, σκύψιμο και κάμψη του αυχένα με περαιτέρω διαπίστωση ότι ακόμη και αν υποβληθεί σε σπονδυλοδεσία δεν θα επέλθει πλήρης ίασή του ούτε θα επανέλθει στην προ του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα κατάσταση και 4.
την από 1-2-2016 ιατρική βεβαίωση της νευρολόγου ιατρού Α. Ν. στην οποία βεβαιώνεται ότι συνεπεία του τραυματισμού του έχει υποστεί κεντρική αδυναμία δεξιού άνω και κάτω άκρου με αδυναμία κινήσεων έκτασης, ανύψωσης και πρότασης, του δε άνω άκρου υπαισθησία με ριζίτικη κατανομή Α6-7 ρίζα δεξιά και αιμωδία αυτού, συνεπεία των οποίων αδυνατεί να συνεχίσει την προηγούμενη εργασία του ως τεχνίτης ξυλουργού και αγρότη, χωρίς να διατάξει τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, καταλήγει στο παντελώς αναιτιολόγητο συμπέρασμα, ότι δεν κατέστην ανάπηρος και ανίκανος για την άσκηση των προαναφερόμενων απασχολήσεών του ως τεχνίτη ξυλουργού και αγρότη για το από 9-9-2015 μέχρι 10-12-2040, χρονικό διάστημα, χωρίς να γίνεται η παραμικρή αναφορά σε διαφορετικού περιεχόμενου ιατρική βεβαίωση ή γνωμάτευση ή σε άλλο αντίστοιχης αποδεικτικής βαρύτητας αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να συνάγεται έστω και εμμέσως ότι επήλθε ή θα επέλθει στο μέλλον πλήρης ή μερική αποκατάσταση της υγείας και ότι είναι μετά την 9-9-2015 και θα είναι μέχρι 10-12-2040 πλήρως ικανός για εργασία.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθόσον, υπό την επίκληση των αιτιάσεων αυτών, πλήττεται η εσφαλμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη μη συνδρομή πιθανότητας για την ύπαρξη του επικαλούμενου με την αγωγή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, διαφυγόντος κέρδους του αναιρεσείοντος, ως τεχνίτη ξυλουργού και αγρότη, για το μετά την 8-9-2015 χρονικό διάστημα, η οποία είναι ακυρωτικά ανέλεγκτη, αφού η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στην ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση της εξελίξεως των πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις (που ανάγονται σε διεξοδική ανάλυση λεπτομερειών) για την, κατ` άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.
Κατά το μέρος δε, που με τον ως άνω λόγο, υποστηρίζεται ότι το Εφετείο εκτίμησε εσφαλμένως το περιεχόμενο των ως άνω επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, από το οποίο [περιεχόμενο αυτών] συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο και ότι δεν αναφέρονται στην προσβαλλομένη διαφορετικού περιεχόμενου αποδεικτικά μέσα από τα οποία να συνάγεται ότι επήλθε ή θα επέλθει στο μέλλον πλήρης ή μερική αποκατάσταση της υγείας του αναιρεσείοντος και ότι είναι, μετά την 9-9-2015 και θα είναι μέχρι 10-12-2040 πλήρως ικανός για εργασία, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, η παράλειψη του Εφετείου να αναφέρει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία κατέληξε στο σχηματισμό της κρίσεώς του δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας και δεν δημιουργεί τον από αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 306/2021, ΑΠ 518/2020, ΑΠ 894/2008).
Ως εκ τούτου το μεν δεν έγινε παραβίαση εκ πλαγίου των άρθρ. 298 εδ. β' και 929 εδ. α'του ΑΚ, ούτε στην απόφαση περιέχονται ανεπαρκείς αιτιολογίες που να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του".
Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου.
Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό -οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνέπεια αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.
Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του (ΑΠ 29/2021, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 158/2016, 361/2016).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 65/2019, ΑΠ 1361/2013).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 2/2020).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 301/2021, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 398/2020).
Τέλος, με το άρθρο 559 αριθ. 1α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 255/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, ως προς τα κεφάλαια της χρηματικής παροχής-αποζημίωσης κατ` άρθρ. 931 του ΑΚ και της επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη ο ενάγων-εκκαλών λόγω του τραυματισμού του, κατ` άρθρ. 932 του ίδιου Κώδικα: "..........
περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε, ότι η προαναφερόμενη αναπηρία του ενάγοντος, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 39 ετών, είναι μόνιμη, θα παραμείνει εφ' όρου ζωής αυτού, είναι μη αναστρέψιμη και ότι αυτή θα επιδράσει οπωσδήποτε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αρνητικά στο οικονομικό, ιδίως, αλλά και στο επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, εφ' όσον ο ενάγων υποβληθεί σε επέμβαση σπονδυλοδεσίας, που μπορεί να πραγματοποιηθεί σε νοσοκομείο της χώρας μας, θα έχει σαφή βελτίωση, με συνέπεια να μην μπορεί να καθορισθεί στον παρόντα χρόνο η αναπηρία του ενάγοντος καθώς και εάν μετά την επέμβαση που θα πραγματοποιήσει θα παραμείνει κάποιο ποσοστό αναπηρίας.
Συνεπώς, είναι απορριπτέο το αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 ΑΚ και έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, για την παραπάνω αιτία, επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 30.000 ευρώ. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης της εναγομένης και να απορριφθεί ο αντίστοιχος της έφεσης του ενάγοντος κατά τον οποίο έπρεπε να του επιδικασθεί το αιτούμενο ποσό των 200.000 ευρώ.
Εξαιτίας, περαιτέρω, του ατυχήματος και του τραυματισμού του, ο ενάγων υπέστη αναμφίβολα ηθική βλάβη και δικαιούται εκ του λόγου αυτού χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη οχήματος στην πρόκληση του ατυχήματος, το είδος του τραυματισμού του ενάγοντος, την ηλικία του (39 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), τη μικρή διάρκειας νοσηλείας του, τις συνεχείς ιατρικές εξετάσεις και ιατρικές επισκέψεις, τις επιπτώσεις στην υγεία του, τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία του, την καλή μέχρι τότε κατάσταση της υγείας του και γενικότερα την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση αυτού, μη λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής κατάστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (........), κρίνει, μετά την στάθμιση των κατά το νόμο στοιχείων, ως εύλογο το ποσό των 30.000 ευρώ (άρθρο 932 του ΑΚ), το οποίο είναι ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 §1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (.....).
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επιδίκασε για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 25.000 ευρώ έσφαλε και πρέπει ο σχετικός με αυτό το κονδύλιο λόγος της έφεσης της εναγομένης, κατά τον οποίο το παραπάνω ποσό είναι υπερβολικό να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του και να γίνει εν μέρει δεκτός ο αντίστοιχος λόγος της έφεσης του ενάγοντος, κατά τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να επιδικάσει μεγαλύτερο ποσό και δη το αιτούμενο ποσό των 200.000 ευρώ .........".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, όπως και τις προαναφερθείσες παραδοχές σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις από 5-9-2018 και 12-9-2018 εφέσεις του αναιρεσείοντος και της αναιρεσιβλήτου ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της 1941/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίζοντάς την κατά τούτο και, αφού δίκασε κατ` ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την από 20-11-2016 αγωγή για το αίτημα, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, επιδίκασης στον ενάγοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για το ως άνω ποσό των 30.000 ευρώ, ενώ απέρριψε κατ' ουσίαν το αίτημα επιδίκασης χρηματικής παροχής-αποζημίωσης κατ' άρθρο 931 του ΑΚ.
Με τις κρίσεις του, αυτές, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 931του ΑΚ, διότι οι ανωτέρω παραδοχές του αρκούσαν για τη μη εφαρμογή αυτής και την απόρριψη του σχετικού αιτήματος, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω εφαρμοσθείσας από αυτό διάταξης ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Ειδικότερα, στην απόφαση, εκτός από την αναφορά των, κατά το χρόνο του ατυχήματος, προσωπικών περιστάσεων του παθόντος-αναιρεσείοντος (ηλικία, επάγγελμα, προσωπική κατάσταση), επισημαίνεται, με αναφορά στο περιεχομένου του σχετικού εγγράφου, ότι, βάσει των μέχρι τότε ιατρικών διαγνώσεων, η κατά ποσοστό 30% πιστοποιηθείσα από την αρμόδια επιτροπή υγειονομικής κρίσης ΙΚΑ/ΚΕΠΑ/ΕΟΠΥΥ, αναπηρία του αναιρεσείοντος, ως απότοκος του είδους και της έκτασης του τραυματισμού που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, δεν αποδείχθηκε, ότι (η προαναφερόμενη αναπηρία του) είναι μόνιμη, ότι θα παραμείνει εφ' όρου ζωής αυτού, ότι είναι μη αναστρέψιμη και ότι αυτή θα επιδράσει οπωσδήποτε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αρνητικά στο οικονομικό, ιδίως, αλλά και στο επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον και ότι συνεπώς δεν δικαιούται να αξιώσει πρόσθετη ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 931 του ΑΚ.
Επιπλέον το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι σαφές, επαρκές και χωρίς αντιφάσεις, δεν ήταν δε απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας να παρατεθούν στην προσβαλλομένη πρόσθετες αιτιολογίες. Ουδεμία δε αντίφαση περιέχει η προσβαλλομένη, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της μονιμότητας ή μη της αναπηρίας του αναιρεσείοντος, όπως με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, αιτιάται αυτήν ο τελευταίος, εκ μόνου του λόγου ότι στην προσβαλλομένη γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι εφ' όσον ο ενάγων υποβληθεί σε επέμβαση σπονδυλοδεσίας, θα έχει σαφή βελτίωση, με συνέπεια να μην μπορεί να καθορισθεί στον παρόντα χρόνο η αναπηρία, καθώς και εάν μετά την επέμβαση που θα πραγματοποιήσει θα παραμείνει κάποιο ποσοστό αναπηρίας.
Επομένως, οι ως άνω αιτιάσεις είναι προεχόντως αβάσιμες και σε κάθε περίπτωση απαράδεκτες, διότι αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και με την προβολή τους, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν τούτου, με τις ανωτέρω σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, η πληττόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση, διότι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 931 του ΑΚ, την οποία το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Συνακόλουθα, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, κρίνοντας, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος λόγω ηθικής βλάβης, στο πιο πάνω ποσό, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος αναιρετικός λόγος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της διατάξεως, ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, επιδίκασε σε αυτόν, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό του, το ποσό αυτό, το οποίο, όμως, είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτού.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-1-2021 (αριθ. εκθ. καταθ. 437/40/2021) αίτηση για αναίρεση της 5557/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ