1563/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣτο σημείο αυτό, η πληρεξούσια του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.
Legislator headnote
AI generated1563/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται, κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως και όχι για την ερμηνεία διατάξεως ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1012/1995).
Full text
Απόφαση 1563 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1563/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Βαγενά και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελένης Κωνσταντινίδου και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.
Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/4/2008 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 20/11/2008 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2742/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/4/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναιρέσεως, που προσάπτει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε έφεση κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου, ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η εκδοχή του αναιρεσείοντος για την έννοια της διατάξεως που φέρεται, ότι παραβιάστηκε, ούτε το κατά την άποψη του τελευταίου πραγματικό μέρος της υποθέσεως και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει να αναφέρονται σαφώς και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή της αιτήσεως.
Τούτο δε διότι ναι μεν η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται όχι από την ορθότητα του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά από εκείνη του διατακτικού της, (άρθρο 578 του ΚΠολΔ), πλην όμως το τελευταίο συνάπτεται ουσιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τις οποίες πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΑΠ 901/2010, ΑΠ1748/2009, ΑΠ 1742/2006).
Επομένως, η έκθεση των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί, αν η αποδιδομένη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1141/2000).
Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται, κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως και όχι για την ερμηνεία διατάξεως ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1012/1995).
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Α.Π. 828/2012).
Συνακόλουθα τούτων, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώσει ρητώς ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία, ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, καθώς και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων αυτών ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 (αντίστοιχου του άρθρου 559 αρ. 1) ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ευθεία παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων), ενώ η μη παράθεση στην απόφαση του των πραγματικών εκείνων στοιχείων, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, ιδρύει το λόγο αναίρεσης, για εκ πλαγίου παραβίαση των ιδίων ουσιαστικών διατάξεων.
Για το ορισμένο όμως του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1ΚΠολΔ, όταν αφορά την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Αντικείμενο της ερμηνείας από το δικαστήριο, σύμφωνα με τους κανόνες των διατάξεων αυτών, είναι οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως στην "κανονιστική" μόνο διάστασή τους ως φορέων ενός νομικώς κρίσιμου νοήματος και όχι οι πραγματικές διαπιστώσεις του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τις οποίες η κρίση του δικαστηρίου είναι οντολογική και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 628/2012, ΑΠ 60/2010, ΑΠ 1388/2010). Τέλος, η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1742/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησής του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη 167/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αντίθετων Εφέσεων των διαδίκων, κατά της 2742/2009 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ 1, αντίστοιχου του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, υποστηρίζοντας ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση "επικαλούμενη αρχικά ως νόμιμη βάση στην κρίση της αφ' ενός το αρθ. 914 ΑΚ "περί αδικοπραξίας (υπαίτιας πρόκλησης ζημίας σε άλλον)", εν όψει και του αρθ. 330 ΑΚ, αφ' ετέρου το αρθ 922 περί της "σχέσεως προστήσεως", απολήγουσα στην παραδοχή ότι "...ο μηχανικός Ε.
Δ. και ο εργολάβος... ζημίωσαν παράνομα και υπαίτια τον ενάγοντα, ενεργούντες ως προστηθέντες του εναγόμενου...", παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δη, του άρθρου 914 ΑΚ, την επίκληση του οποίου χρησιμοποιεί μεν αορίστως και πλημμελώς δε για να βασίσει την προσβαλλόμενη ... κρίση της, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη βάση της αδικοπραξίας είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, ελλιπής και εσφαλμένη", σύμφωνα με τις περιεχόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις του σχετικά με την εγκυρότητα ή μη της προφορικής συμφωνίας του ίδιου με τον αναιρεσίβλητο την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του κατά την εκτέλεσή της, τον αιτιώδη σύνδεσμο της ενέργειας ή παράλειψής του με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, που δέχτηκε για τη στοιχειοθέτηση της αδικοπραξίας του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων στην υπό κρίση αίτησή του εκθέτει το κατά την άποψή του ιστορικό της υπόθεσης, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο έγινε δεκτή η από 20-11-2008 προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσιβλήτου, μεταξύ άλλων συνεναγομένων (ασφαλικής εταιρείας, εργολάβου Ι.
Φ.) και σε βάρος του, αναφέρει κάποιες, κατ' επιλογή, αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και αμφισβητεί το δικαίωμα αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου από αυτόν, με βάση τα εκτιθέμενα, κατά την εκδοχή του, πραγματικά περιστατικά, χωρίς όμως να διαλαμβάνονται στο δικόγραφό της, παρά μόνο αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, όλες οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία συντελέστηκαν οι φερόμενες παραβιάσεις του νόμου, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθότητας ή μη του διατακτικού της (προσβαλλόμενης απόφασης) από την άποψη της ευθείας παραβίασης των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, που αφορούν την υποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της επικαλούμενης ομολογίας του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και την Εσφαλμένη κρίση του τελευταίου ότι συνιστά απαράδεκτη, κατ' άρθρο 224ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσης της ένδικης παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του, εφόσον αυτές αυτές δεν θεμελιώνουν τις αποδιδόμενες με το αναιρετήριο πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 (αντίστοιχου του 560 αρ. 1) ΚΠολΔ, αλλά εκείνες των αρ. 12 και 14 του ίδιου άρθρου (559), οι οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων (ΑΠ. 869/2011).
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια "της παράβασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, δια του εσφαλμένου προσδιορισμού των προϋποθέσεων εφαρμογής του κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, του άρθρου 200 ΑΚ, περί ερμηνείας των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, αλλά και του άρθρου 288 ΑΚ, καθώς και του άρθρου 281 ΑΚ", υποστηρίζοντας ότι το δικάσαν Δικαστήριο της ουσίας, εφόσον διέγνωσε αμφίβολα την απόδοση ευθύνης στον ίδιο ως μηχανικό, χωρίς να θεμελιώνει την υπαιτιότητά του ή την παράβαση συμβατικών του υποχρεώσεων ή καθήκοντός του, χωρίς να εξειδικεύει την αιτιώδη συνάφεια της ενέργειας ή παράλειψής του με το επελθόν ζημιογόνο περιστατικό, χωρίς να τεκμηριώνει περιγραφικά και με βάσιμες νομικά παραδοχές τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της ενέργειας ή παράλειψής του ως παράνομης και υπαίτιας, δεν προσέφυγε στην ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 914, 173, 200, 288, 281, 300 και 334 ΑΚ, Προς αναζήτηση της αληθούς βουλήσεως και ευθύνης των συμβαλλομένων και δεν παρέθεσε τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων τούτων, ώστε προτίστως να αναζητηθεί η αληθής βούληση των συμβαλλομένων κατά το υποκειμενικό μέτρο του άρθρου 173 ΑΚ και στη συνέχεια να γίνει προσφυγή στο καθιερούμενο στο άρθρο 200 ΑΚ αντικειμενικό μέτρο της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αφού απαραίτητη συνθήκη-προϋπόθεση για την εγκαθίδρυση ευθύνης του προστηθέντος, κατά τις περί προστήσεως διατάξεις, αλλά και εκ της αδικοπραξίας είναι να ληφθούν υπόψη τα άρθρα 200, 288 και 281 ΑΚ, στην προκείμενη δε περίπτωση το δικάσαν Δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει τον επιτακτικό κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, ο οποίος είναι δεσμευτικός για τον προσδιορισμό της νομικής βαρύτητας, την οποία έχει η ερμηνευόμενη ενοχή ενώ κατά την οριοθέτηση του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 200 ΑΚ και την εξειδίκευση των νομικών εννοιών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών δεν αναζήτησε την πραγματική βούληση και τα περιστατικά στις σχέσεις προστήσεως και ενοχικές σχέσεις, που επικαλείται μεταξύ των εμπλεκομένων διαδίκων, σε συνδυασμό με τα άρθρα 288, 281, 300 και 334 ΑΚ, ούτε εφήρμοσε και δεν θεμελίωσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ περί αδικοπραξίας, διακρίνοντας αυτή τη νόμιμη βάση από εκείνη των συμβατικών διατάξεων και ερμηνευτικών κανόνων και δεν προσδιόρισε την υπαιτιότητα και ευθύνη, υπαγόμενη σε συγκεκριμένο κανόνα και προερχόμενη από συγκριμένα περιστατικά, εξειδικεύοντας και τις αντίστοιχες τούτων νομικές έννοιες.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αόριστος, καθόσον ο αναιρεσείων για το παραδεκτό και ορισμένο τούτου, δεν επικαλείται στην αίτησή του ότι το Δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ασάφειας ή αμφιβολίας στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών και παρά ταύτα παρέλειψε να προσφύγει στους άνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αλλά και διότι οι περιεχόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αφορούν την ερμηνεία διατάξεων ουσιαστικού νόμου, την εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων ή τις κατά την άποψη του αναιρεσείοντος πραγματικές διαπιστώσεις του Δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και όχι έννοια δηλώσεως βουλήσεως, ως προς την οποία και μόνο είναι νοητή η ύπαρξη κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας κατά τις ανωτέρω διατάξεις (Α.Π. 1012/1995, ΑΠ 10/2011).
Κατ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. …2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας• του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26/4/2016 αίτηση αναιρέσεως του Ε. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 167/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία, ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ