Legislator Case Law & Legislation
1563/2014 AI generated

1563/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1563/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 422/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 17.6.2009 έφεση του αναιρεσείοντος, ενώ δέχθηκε την από 18.6.2009 αντίθετη έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 2236/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 17.11.2005 αγωγή του αναιρεσείοντος, υποχρεώνοντας τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει νομιμοτόκως σ' αυτόν το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε με την παράνομη και υπαίτια από μέρους του προσβολή της προσωπικότητάς του, απέρριψε ακολούθως η εφετειακή απόφαση στο σύνολό της την αγωγή αυτή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

Legislator headnote

AI generated

1563/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με βάση τη μήνυση αυτή ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος για το αδίκημα του άρθρ. 43§§1 εδ(α) & (γ) και 3 του Κ.Ο.Κ. και μετά την προανάκριση ο ενάγων παραπέμφθηκε για να δικασθεί για την αξιόποινη αυτή πράξη στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 27.5.2003.

Keywords

AI generated
driving whilst disqualified accident insurance matter traffic violation motorcycle road accident driving aptitude test hit-and-run
AI generated
1346/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1339/2008
Επί της από 11-5-2005 αίτησης αναίρεσηςΙ.
1776/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 445/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 571/2004 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/8/2007 αίτησή του και τους από 23/7/2008 πρόσθετους λόγους.
511/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1808/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1563 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1563/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Λ. του Ο., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παναγιωτόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Νοεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2236/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 422/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Μαρτίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 6 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 422/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 17.6.2009 έφεση του αναιρεσείοντος, ενώ δέχθηκε την από 18.6.2009 αντίθετη έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 2236/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 17.11.2005 αγωγή του αναιρεσείοντος, υποχρεώνοντας τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει νομιμοτόκως σ' αυτόν το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε με την παράνομη και υπαίτια από μέρους του προσβολή της προσωπικότητάς του, απέρριψε ακολούθως η εφετειακή απόφαση στο σύνολό της την αγωγή αυτή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).

2. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Έγγραφο κατά την παραπάνω έννοια συνιστούν και οι αποφάσεις των ποινικών (ΑΠ 359/1993) ή πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993) κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους (ΑΠ 339/1996) και όχι βέβαια ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ' αυτές μαρτυρικών καταθέσεων.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 627/2003, 402/2004, 832/2009, 1627/2010).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993, 194/2005).

Σε κάθε περίπτωση για την υποστήριξη του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει να προσκομίζεται το έγγραφο που φέρεται να έχει παραμορφωθεί από το δικαστήριο της ουσίας, αλλιώς ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) εκινείτο την 27.10.2000 με το υπ' αριθ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητό του στην οδό Ηλιουπόλεως, στην Αθήνα, με κατεύθυνση από τη Δάφνη προς το Σύνταγμα. Περί ώρα 10.55, ενώ βρισκόταν σε στάση πριν από το φωτεινό σηματοδότη στη διασταύρωση των οδών Ηλιουπόλεως και Καλλιρόης, ένας μοτοσικλετιστής, που εκινείτο πίσω από το αυτοκίνητό του, επιχείρησε να τον προσπεράσει από δεξιά, περνώντας ανάμεσα από το αυτοκίνητό του και το όχημα που βρισκόταν δίπλα του, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και να προσκρούσει με τον μπροστινό τροχό του στο μπροστινό δεξιό φτερό και στην μπροστινή δεξιά θύρα του αυτοκινήτου του εναγομένου, προκαλώντας του υλικές ζημιές.

Ο εναγόμενος ακολούθησε τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, της οποίας ο αριθμός κυκλοφορίας ήταν ..., μέχρι τον επόμενο φωτεινό σηματοδότη, στη συμβολή της οδού Αθανασίου Διάκου με τη λεωφόρο Συγγρού, όμως ο μοτοσικλετιστής, παραβιάζοντας τον ερυθρό φωτεινό σηματοδότη, συνέχισε την πορεία του και έφυγε, εγκαταλείποντας τον τόπο του συμβάντος, χωρίς να αφήσει στον εναγόμενο τα στοιχεία του.

Ο εναγόμενος, έχοντας τον αριθμό της μοτοσυκλέτας, αναζήτησε τον ιδιοκτήτη της και τελικά διαπιστώθηκε ότι ο ιδιοκτήτης της ήταν ο ενάγων (αναιρεσείων). Οι διάδικοι μετά το ατύχημα συναντήθηκαν δυο φορές και ο ενάγων πράγματι διαπίστωσε ότι υπήρχε ένα βαθούλωμα στη δεξιά μπροστινή πόρτα του αυτοκινήτου, όμως ενώ αρχικά αποδέχθηκε την υπαιτιότητά του στην επέλευση του ατυχήματος, στη συνέχεια, έχοντας την προτροπή του πραγματογνώμονος, που συνεργαζόταν με την ασφαλιστική εταιρεία EUROSTAR, στην οποία ήταν ασφαλισμένη η μοτοσυκλέτα του, αρνήθηκε την εμπλοκή του στο ατύχημα.

Ο εναγόμενος, αντιλαμβανόμενος ότι ο ενάγων έχει υπαναχωρήσει από την αρχική του στάση, υπέβαλε την 20.11.2000 μήνυση, στην οποία ανέφερε το περιστατικό του ατυχήματος, ισχυριζόμενος ότι η παραπάνω μοτοσικλέτα προκάλεσε υλικές ζημίες στο αυτοκίνητό του και ότι ο οδηγός της εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος.

Με βάση τη μήνυση αυτή ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος για το αδίκημα του άρθρ. 43§§1 εδ(α) & (γ) και 3 του Κ.Ο.Κ. και μετά την προανάκριση ο ενάγων παραπέμφθηκε για να δικασθεί για την αξιόποινη αυτή πράξη στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 27.5.2003.

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο κατά την εν λόγω δικάσιμο ο εναγόμενος, εξεταζόμενος ως μάρτυρας κατηγορίας, κατέθεσε ότι στις 27.10.2000 και ενώ ήταν σταματημένος πριν από τον ερυθρό φωτεινό σηματοδότη στην προαναφερόμενη διασταύρωση των οδών Ηλιουπόλεως και Καλλιρόης, πέρασε μια μηχανή από δίπλα του και τότε ο οδηγός του διπλανού του αυτοκινήτου του επισήμανε ότι η μηχανή αυτή τον χτύπησε, βρήκε δε τον ενάγοντα μέσω του αριθμού κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας.

Τα όσα κατέθεσε ο εναγόμενος τόσο κατά τη σύνταξη της έκθεσης προφορικής μήνυσης στο Τμήμα Τροχαίας Καισαριανής όσο και στο ακροατήριο του ποινικού Δικαστηρίου ήταν αυτά που περιήλθαν στην άμεση αντίληψή του και τα οποία θεωρούσε ακράδαντα ότι ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Ο ενάγων πράγματι την ώρα εκείνη περνούσε από τον τόπο του ατυχήματος και προφανώς από εσφαλμένο χειρισμό της μοτοσικλέτας του, κατά την προσπάθειά του να διέλθει από το κενό μεταξύ των σταματημένων στον τόπο αυτό οχημάτων, χτύπησε με τον μπροστινό τροχό της μοτοσικλέτας του τη δεξιά πόρτα του εναγομένου, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει βαθούλωμα, το οποίο άλλωστε δεν αμφισβήτησε, και να μείνουν έτσι ίχνη από την τριβή του ελαστικού της μοτοσικλέτας του στη δεξιά πόρτα του αυτοκινήτου του εναγομένου.

Ο εναγόμενος δεν είχε κάποιο λόγο να εμπλέξει στο ατύχημα τον ενάγοντα, τον οποίο άλλωστε δεν γνώριζε, υπέβαλε δε τη μήνυση και κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επειδή πίστευε απόλυτα στην αλήθεια των κατατεθέντων πραγματικών περιστατικών, των οποίων είχε γνώση. Η απαλλαγή εξ άλλου του ενάγοντος δυνάμει της 70352/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, λόγω της υπάρξεως αμφιβολιών, δεν μπορεί από μόνη της να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη σε βάρος του εναγομένου για ψευδή καταμήνυση και για ψευδορκία μάρτυρα.

Ο ενάγων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι μετά την απαλλαγή του για την αποδιδόμενη σ' αυτόν παράβαση του άρθρ. 43 του Κ.Ο.Κ. υπέβαλε ο ίδιος μήνυση κατά του εναγομένου για ψευδή καταμήνυση και για ψευδορκία μάρτυρα και ότι ο τελευταίος καταδικάστηκε δυνάμει της με αριθμό 40172/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Όμως η υπόθεση αυτή, μολονότι ασκήθηκε έφεση από τον εναγόμενο, δεν κρίθηκε σε δεύτερο βαθμό, διότι υπήχθη στις διατάξεις του νόμου 3346/2005 και έπαυσε υπό όρο η ποινική δίωξη κατά του εναγομένου και τέθηκε στο αρχείο η υπόθεση. Κατά συνέπεια δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη θεμελίωση της επικαλούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου.

Ο ενάγων επιμένει ότι δεν ενεπλάκη στο ατύχημα και ότι την ώρα του φερόμενου ατυχήματος ήταν στην εργασία του, πλην όμως, ενώ συνομολογεί ότι είναι ιδιοκτήτης της παραπάνω μοτοσικλέτας, ουδόλως δικαιολογεί πως εκείνη την ώρα η μοτοσικλέτα αυτή, της οποίας τον αριθμό κυκλοφορίας συγκράτησε ο εναγόμενος, εκινείτο στο χώρο του ατυχήματος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι δεν υπήρξε ψευδής καταμήνυση του αναιρεσείοντος από τον αναιρεσίβλητο και ούτε ο αναιρεσίβλητος εν γνώσει του κατέθεσε ψευδώς σε βάρος του αναιρεσείοντος, γι' αυτό, αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός παραπονέθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που του επιδικάσθηκε λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του από τις αποδιδόμενες στον αναιρεσίβλητο ως άνω αξιόποινες πράξεις, δέχθηκε την αντίθετη έφεση του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, που είχε γίνει εν μέρει δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 70352/2003 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ με το να θεωρήσει ότι ο αναιρεσείων αθωώθηκε με την απόφαση αυτή λόγω αμφιβολιών, παρόλο που η αθώωσή του δεν οφείλεται στην ύπαρξη αμφιβολιών.

Από την παραδεκτή κατά το άρθρ. 561§1 του ΚΠολΔ επισκόπηση της απόφασης αυτής, αντίγραφο της οποίας δεν είχε προσκομισθεί κατά τη σύνταξη της εισηγητικής έκθεσης, προκύπτει ήδη ότι με την απόφαση αυτή ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος του ότι "την 27.10.2000, στην Αθήνα, οδηγώντας την υπ' αριθ. ... μοτοσικλέτα επί της οδού Ηλιουπόλεως με κατεύθυνση προς το Σύνταγμα, αν και ενεπλάκη σε οδικό ατύχημα υλικών ζημιών και δη πραγματοποιώντας ελιγμό προκειμένου να προσπεράσει το προπορευόμενο ...

ΙΧΕ όχημα του Π. Λ., που ήταν σταματημένο στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Ηλιουπόλεως προ του υπάρχοντος εκεί ερυθρού σηματοδότη, συγκρούστηκε ο εμπρόσθιος δεξιός τροχός της ως άνω μοτοσικλέτας με το δεξιό φτερό και την πόρτα του οχήματος του Π. Λ., προξενώντας σ' αυτό υλικές ζημίες, εντούτοις δεν σταμάτησε αμέσως για να δώσει τα στοιχεία της ταυτότητάς του και κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία σχετική με το όχημά του στον οδηγό του ως άνω αυτοκινήτου ούτε ειδοποίησε την πιο κοντινή Αστυνομική Αρχή, αλλά με πρόθεση παρέλειψε τη νόμιμη αυτή υποχρέωσή του και απομακρύνθηκε από τον τόπο του ατυχήματος".

Από την επισκόπηση της ίδιας ποινικής απόφασης προκύπτει περαιτέρω ότι σ' αυτή ως αιτιολογία για την αθώωση του αναιρεσείοντος διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της ότι "από την εν γένει αποδεικτική διαδικασία, τις καταθέσεις των μαρτύρων της υπερασπίσεως και της κατηγορίας ..., καθώς και από τα έγγραφα ..., σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και ειδικότερα με βάση τις υπάρχουσες ζημίες στο ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο του μηνυτή, δεν προέκυψε ότι αυτές (ζημίες) προκλήθηκαν, κατά τον αναφερόμενο στο κατηγορητήριο τόπο και χρόνο, από την ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του κατηγορουμένου, καθ' ον χρόνο αυτός προσπερνούσε το προπορευόμενο και ήδη σταματημένο στη μεσαία λωρίδα της οδού Ηλιουπόλεως προ ερυθρού σηματοδότη αυτοκίνητο του μηνυτή (βλ.

κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Π. Γ.) και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σ' αυτόν πράξης, δηλαδή της παράβασης του άρθρ. 43§1 εδ.(α) & (γ) του Κ.Ο.Κ.". Σαφώς, δηλαδή, προκύπτει από την ανάγνωση της παραπάνω ποινικής απόφασης ότι η αθώωση μ' αυτή του αναιρεσείοντος δεν οφείλεται στην ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την ενοχή του για το αποδιδόμενο σ' αυτόν αδίκημα, αλλά στο ότι ρητά το ποινικό Δικαστήριο απέκλεισε την ενοχή του, επειδή δέχθηκε ότι οι ζημίες στο αυτοκίνητο του αναιρεσιβλήτου δεν προκλήθηκαν από τη μοτοσικλέτα του αναιρεσείοντος, δηλαδή ήταν σε τέτοια θέση που δεν ήταν αντικειμενικά δυνατόν να έχουν προκληθεί από τη συγκεκριμένη μοτοσικλέτα.

Δεχόμενο, λοιπόν, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη ήδη απόφασή του ότι η αθώωση του αναιρεσείοντος στο ποινικό Δικαστήριο έγινε λόγω αμφιβολιών ως προς την ενοχή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω ποινικής απόφασης και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο προκειμένου να συνδέσει τελικά τις ζημίες στο αυτοκίνητο του αναιρεσιβλήτου με τη μοτοσικλέτα του αναιρεσείοντος και να αποκλείσει έτσι τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου για ψευδή από μέρους του καταμήνυση του αναιρεσείοντος και για ψευδορκία μάρτυρα έκρινε ότι δεν αρκεί για τη θεμελίωση τέτοιας ευθύνης του αναιρεσιβλήτου μόνη η αθώωση του αναιρεσείοντος λόγω αμφιβολιών για το αποδιδόμενο σ' αυτόν αδίκημα του άρθρ. 43§1 εδ.(α) & (γ) του Κ.Ο.Κ.

Κατ' αυτό όμως τον τρόπο η παραπάνω ποινική απόφαση συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου και αντίστοιχα η παραμόρφωση του περιεχομένου της από το Εφετείο είχε ουσιώδη επίδραση στην τελική έκβαση της δίκης.

Συνεπώς είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του πρώτου λόγου της ίδιας αίτησης, με τον οποίο αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την με αριθμό .../21.2.2007 ένορκη βεβαίωση του Η.

Τ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγελικής Μιχαλοπούλου, μολονότι την ένορκη αυτή βεβαίωση, που συντάχθηκε με επιμέλειά του, την επικαλέστηκε με τις πρωτόδικες και τις κατ' έφεση προτάσεις του και την προσκόμισε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, συνοδεύοντάς την με την από 16.2.2007 εξώδικη προς τον αντίδικό του γνωστοποίηση του χρόνου εξέτασης του ως άνω μάρτυρα, καθώς και με τη σχετική έκθεση επίδοσης της γνωστοποίησης σ' αυτόν, που επικαλέστηκε και προσκόμισε κατά τον ίδιο τρόπο.

Κατά παραδοχή έτσι του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 422/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ