Legislator Case Law & Legislation
1563/2012 AI generated

1563/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1563/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1563/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, το περιερχόμενο των οποίων εκτιμά ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), η ενάγουσα εξέθετε με την ένδικη αγωγή της, ότι είχε εμπορική συνεργασία με την εναγομένη, από την οποία αγόραζε προς μεταπώληση με κέρδος ηλεκτρικές οικιακές συσκευές.

Keywords

AI generated
objection to debt enforcement petition for bankruptcy offer to contract immediate termination for fraud insufficiently substantiated submissions waiver of wage claims
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1563 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1563/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΗΛΒΕΛ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Βασίλειος Πλιάτσικας.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "AREVA HELLAS Ανώνυμος Εταιρία Ηλεκτρολογική Βιομηχανία και συγκοινωνίες" πρώην "ΑΛΣΤΟΜ ΗΕΛΛΑΣ ΑΕ", πρώην "ΑΕG HELLAS AE" που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Βαρότσο, ο οποίος δήλωσε την αλλαγή της επωνυμίας σε "ALSTOM Grid Hellas ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, καθώς επίσης διόρισε στο ακροατήριο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Τσικρικά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από ανακοινούσα δίκη-προσεπικαλούσα σε παρέμβαση με την αγωγή της και την κύρια παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20435/2001 μη οριστική 33124/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2554/2007 μη οριστικής και 1/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2010 αίτησή της και τους από 23-3-2012 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 18-5-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου, δευτέρου τετάρτου και έκτου προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως όσον αφορά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και 2) την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως ως και των λοιπών προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίσθηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (Ολ.Α.Π. 30/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, το περιερχόμενο των οποίων εκτιμά ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), η ενάγουσα εξέθετε με την ένδικη αγωγή της, ότι είχε εμπορική συνεργασία με την εναγομένη, από την οποία αγόραζε προς μεταπώληση με κέρδος ηλεκτρικές οικιακές συσκευές.

Ότι ενώ ουδέν ποσόν ώφειλε στην εναγομένη, αυτή ενεργήσασα παρανόμως, υπαιτίως και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, εζήτησε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης και επέτυχε με ψευδείς ισχυρισμούς, ότι δήθεν είχε απαίτηση 4.200.000 δρχ. από την ενάγουσα, να εκδοθεί η υπ' αριθμ. 4024/1994 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, με την οποία η ενάγουσα κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως.

Ότι συνεπεία της άδικης συμπεριφοράς της εναγομένης υπέστη υλικές ζημίες και ηθική βλάβη. Ζητούσε δε με την αγωγή, να υποχρεωθεί η εναγομένη, να καταβάλει σε αυτήν, λόγω της ζημίας που υπέστη από την αδικοπραξία της, τα παρακάτω ποσά: α] 52.263.000 δραχμές και για την στρογγυλοποίηση 52.000.000 δραχμές [διαφυγόντα κέρδη από τη μη εκτέλεση της τριετούς σύμβασης εμπορικής συνεργασίας της με την εταιρία "Σ.

Λ. Α.Ε."], β] 28.080.000 δραχμές και για την στρογγυλοποίηση 28.000.000 δραχμές [διαφυγόντα κέρδη από τη μη εκτέλεση της τριετούς εμπορικής συνεργασίας της με την εταιρία "Σ. Κ. και Σία Ο.Ε."], γ]23.894.484 δραχμές [ζημία από μη καταβολή μισθωμάτων] και δ] 100.000.000 δραχμές [χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης] και συνολικά 203.712.148 δραχμές νομιμοτόκως κατά το αιτητικό εκάστου κονδυλίου.

Με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η ενάγουσα περιόρισε το αίτημα της αγωγής της και μετέτρεψε το υπόλοιπο από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και ειδικότερα: α]περιόρισε το ποσό των 52.000.000 δραχμών σε καταψηφιστικό για 1.000.000 δραχμές, ενώ το υπόλοιπο [51.000.000 δρχ.] μετέτρεψε σε αναγνωριστικό, β]περιόρισε το ποσό των 28.000.000 δραχμών σε καταψηφιστικό για 1.000.000 δραχμές, ενώ το υπόλοιπο [27.000.000 δρχ.] μετέτρεψε σε αναγνωριστικό, γ]περιόρισε το ποσό των 23.717.378 δραχμών σε καταψηφιστικό για 1.000.000 δραχμές, ενώ το υπόλοιπο [21.717.378 δρχ.] μετέτρεψε σε αναγνωριστικό και δ] περιόρισε το ποσό των 100.000.000 δραχμών σε καταψηφιστικό για 1.000.000 δραχμές, ενώ το υπόλοιπο [99.000.000 δρχ.] μετέτρεψε σε αναγνωριστικό.

Δηλαδή ζήτησε την επιδίκαση σ' αυτήν του ποσού των 4.000.000 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο εκάστου κονδυλίου μετέτρεψε σε αναγνωριστικό. Ο περιορισμός όμως αυτός, εκτός του κονδυλίου των 100.000.000 δραχμών [για ηθική βλάβη], έτσι όπως διατυπώθηκε χωρίς δηλαδή να διευκρινίζεται σε ποιο από τα πολλά και διάφορα επί μέρους ποσά εκάστου κονδυλίου ανάγεται ο περιορισμός ή κατά ποιο ποσό ειδικότερα περιορίζει η ενάγουσα .έκαστο των επί μέρους κονδυλίων ή έστω να καθορίσει ειδικότερα, το κλάσμα ή το εκατοστιαίο ποσοστό κατά το οποίο περιορίζει καθένα από τα επιμέρους κονδύλια, είναι γενικός και όχι αναλογικός, κατά κλάσμα ή εκατοστιαίο ποσοστό των αρχικών αιτουμένων να επιδικαστούν ποσών.

Τούτο, διότι το κάθε αγωγικό κονδύλιο αποτελεί άθροισμα διάφορων κεφαλαίων κονδυλίων.

Συνεπώς, ο προαναφερθείς περιορισμός είναι γενικός και αόριστος με αποτέλεσμα η αγωγή, ως προς τα κεφάλαια αυτά να καθίσταται απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Το Εφετείο, επομένως, το οποίο με την προσβαλλομένη οριστική απόφασή του έκρινε, ότι η αγωγή είναι αόριστη για τον ανωτέρω λόγο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 Κ.Πολ..Δ. (και όχι του αριθμού 1 όπως, προφανώς εκ παραδρομής, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα) και ο πρώτος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

Η διάταξη του άρθρου 544 αρ.6 του ΚΠολΔ ορίζει τα εξής: "Αναψηλάφηση επιτρέπεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίσθηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του.

Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση, που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτήν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι, αν η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα, επιτρέπεται αναψηλάφηση, εφόσον το ψεύδος αναγνωρίσθηκε με αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.

Αν δε η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη (π.χ. λόγω θανάτου του κατηγορουμένου ή παραγραφής του αξιοποίνου), πρέπει να γίνει, πριν από την άσκηση της αναψηλάφησης, αμετάκλητη αναγνώριση του ψεύδους με απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, η οποία ζητείται όχι παρεμπιπτόντως, αλλά με κύρια αγωγή.

Η κύρια δε αυτή αγωγή ασκείται μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως ή από τη μεταγενέστερη αδυναμία ολοκληρώσεως της ποινικής διαδικασίας (Α.Π. 1972/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι επί άλλης αγωγής της εναγούσης και ήδη αναιρεσειούσης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εξετάσθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης ως μάρτυρας της πρώτης ο Π. Δ., ο οποίος ισχυρίσθηκε, ότι πράγματι η ενάγουσα είχε τις αναφερόμενες στην αγωγή απαιτήσεις κατά της εναγομένης, προς τούτο δε ενεφάνισε στο δικαστήριο και σχετικά έγγραφα, τα οποία έφεραν την υπογραφή του υπαλλήλου της εναγομένης, Ι.

Κ. και απεδείκνυαν τόσο τους ισχυρισμούς του μάρτυρος, όσο και τους ισχυρισμούς της εναγούσης, σχετικά με το αίτημα της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης εξέδωσε την υπ'αριθ. 15325/1999 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την αγωγή. Εν όψει της ως άνω καταθέσεως και εμφανίσεως των εγγράφων από τον μάρτυρα Π.

Δ., ο αναφερθείς Ι. Κ. υπέβαλε εναντίον του μήνυση για 1) πλαστογραφία με χρήση κατ'εξακολούθηση και 2) απάτη στο δικαστήριο κατ' εξακολούθηση, το δε Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, με την υπ' αριθ. 2586/22-9-2004 απόφαση, εκήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο, δεχθέν ότι τα έγγραφα ήσαν γνήσια και δεν είχαν υποστεί νόθευση από τον κατηγορούμενο.

Παράλληλα, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης κατά της υπ' αριθμ. 15325/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, εξεδόθη από το Εφετείο Θεσ/νικης η υπ' αριθμ. 295/2001 απόφαση, η οποία εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή, δεχθέν ότι δεν αποδεικνύεται η απαίτηση της εναγούσης από τα αναφερθέντα έγγραφα, τα οποία το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα.

Ύστερα από όλα αυτά, η ενάγουσα και αναιρεσείουσα, εν όψει της αθωώσεως του μάρτυρος Π. Δ. με την υπ' αριθ. 2586/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης, άσκησε ενώπιον του Εφετείου αίτηση αναψηλαφήσεως της υπ' αριθμ. 295/2001 αποφάσεως του Εφετείου, η οποία συνεκδικάσθηκε μαζί με έφεση της εναγούσης επί άλλης υποθέσεως, εκκρεμούσης μεταξύ των ιδίων διαδίκων, το δε Εφετείο, όσον αφορά την αίτηση αναψηλαφήσεως, διέλαβε στην προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2554/2007 απόφαση τα εξής: "...

η επικαλούμενη υπ'αριθ. κατ. 4861/2006 αίτηση αναψηλάφησης αμετάκλητης υπ' αριθ. 2586/2004 απόφασης του ποινικού δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης] εκδόθηκε - δημοσιεύθηκε στις 22/9/2004 ενώ η προσβαλλομένη υπ' αρ. 295/2001 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού επιδόθηκε ..., στις 28/2/2001, και επομένως η αναψηλάφηση ασκείται απαραδέκτως, μετά την παρέλευση της κατά νόμο προθεσμίας, δηλαδή ενός έτους από τη δημοσίευση της αμετάκλητης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου [δοθέντος ότι προηγήθηκε η έκδοση και επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης].

Πέραν δε αυτού, από το προεκτεθέν περιεχόμενο αυτής προκύπτει και το απαράδεκτο του επικαλουμένου λόγου της, καθόσον δεν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία καταδικάστηκε για ψευδορκία ή ψευδομαρτυρία ο μάρτυρας Ι. Κ. στου οποίου την κατάθεση κατά τα εκτιθέμενα στηρίχθηκε το Δικαστήριο, σύμφωνα με το επικαλούμενο και προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης του, ούτε γίνεται επίκληση σχετικής απόφασης πολιτικού δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίστηκε αμετακλήτως το ψεύδος κατόπιν άσκησης κύριας αγωγής λόγω αδυναμίας άσκησης ποινικής αγωγής ή προόδου της ποινικής διαδικασίας από την αιτούσα την αναψηλάφηση, κατά του αντιδίκου της και του αναφερομένου ως ψευδομαρτυρος, ώστε να ιδρύεται ο λόγος της Κ.Πολ.Δ. 544 αρ. 6, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν".

Ακολούθως δε, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την αίτηση αναψηλαφήσεως ως απαράδεκτη. Από την ανωτέρω σκέψη και παρά την υφισταμένη ασάφεια στην πρώτη περίοδο, από το υπόλοιπο μέρος αυτής προκύπτει χωρίς κανένα ενδοιασμό, ότι το Εφετείο απέρριψε την αίτηση αναψηλαφήσεως και επειδή η αιτούσα δεν επικαλέσθηκε και δεν προσεκόμισε καμμία αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση με κατηγορούμενο τον μάρτυρα Ι.

Κ. για ψευδορκία ή ψευδή κατάθεση, ούτε σχετική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίσθηκε αμετακλήτως το ψεύδος κατόπιν ασκήσεως κυρίας αγωγής λόγω αδυναμίας ασκήσεως ποινικής αγωγής ή προόδου της ποινικής διαδικασίας από την αιτούσα την αναψηλάφηση, ώστε να ιδρύεται ο λόγος της διατάξεως του άρθρου 544 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ. και αβάσιμα υποστηρίζει το αντίθετο η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. 'Οσον αφορά την υπαιτιότητα, ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί υπαίτια συμπεριφορά με τον χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, το δε δικαστήριο προβαίνει στον ειδικότερο προσδιορισμό της υπαιτιότητας στην συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και επέφερε πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 2182/2009, Α.Π. 1013/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 920 Α.Κ., όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτού του άρθρου είναι αι) η υποστήριξη ή η διάδοση ειδήσεων, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, βι) οι διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι αναληθείς και γιι) ο υποστηρίζων ή διαδίδων τις ειδήσεις να είναι "εν γνώσει" ή να τελεί σε υπαίτια άγνοια της αναληθείας αυτών.

Απαιτείται δηλαδή να γνωρίζει ότι οι ειδήσεις είναι ψευδείς ή να μη το γνωρίζει μεν, πλην όμως εξ αμελείας του δεν κατέβαλε την απαιτουμένη προσοχή για να διακριβώσει το αναληθές της ειδήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, τόσο με την αγωγή της όσο και με την έφεση κατά της εκδοθείσης επί εκείνης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης εξέθετε, ότι είχε εμπορική συνεργασία με την εναγομένη, από την οποία αγόραζε προς μεταπώληση με κέρδος ηλεκτρικές οικιακές συσκευές.

Ότι στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής παρήγγειλε στην εναγομένη εμπορεύματα και έναντι του τιμήματος μετεβίβασε προς αυτήν και παρέδωσε στον αρμόδιο εκπρόσωπό της 4 συναλλαγματικές αποδοχής της, των 750.000 δρχ. εκάστη, με την συμφωνία, ότι εάν η εναγομένη δεν παρέδιδε τις παραγγελθείσες ηλεκτρικές οικιακές συσκευές, θα ήτο υποχρεωμένη να επιστρέψει στην ενάγουσα τις συναλλαγματικές.

Πράγματι η εναγομένη δεν παρέδωσε στην ενάγουσα τα παραγγελθέντα εμπορεύματα και εν τούτοις, αντί να επιστρέψει σε αυτήν τις 4 συναλλαγματικές, εζήτησε και εξεδόθησαν σε βάρος της εναγούσης 4 διαταγές πληρωμής, εξαπατήσασα τον αρμόδιο δικαστή, ότι δήθεν τα εν λόγω αξιόγραφα αντιπροσώπευαν αντίστοιχες απαιτήσεις.

Ακολούθως, η εναγομένη κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης αίτηση, με την οποία εζήτησε να κηρυχθεί η ενάγουσα σε κατάσταση πτωχεύσεως, ισχυρισθείσα ψευδώς εν γνώσει της και κατά παράβαση των χρηστών ηθών ότι είχε κατ' αυτής την απαίτηση από τις διαταγές πληρωμής και ότι η ενάγουσα είχε παύσει τις πληρωμές και έτσι εξαπάτησε το δικαστήριο και επέτυχε να εκδοθεί η υπ'αριθ. 4024/1994 απόφαση, με την οποία πράγματι η ενάγουσα κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, αυτό δε είχε σαν αποτέλεσμα να θιγεί η προσωπικότητα, η φήμη, η πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον της εναγούσης εταιρείας και να υποστεί τις αναφερόμενες ζημίες και ηθικήν βλάβην.

Ζητούσε δε με την αγωγή αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, τα εξής: "... Η αντιδικία των διαδίκων αφορούσε κυρίως την ύπαρξη ή μη της επίδικης απαίτησης της εναγομένης κατά της ενάγουσας εταιρίας, ποσού 3.000.000 δραχμών, προερχόμενη από τέσσερις συναλλαγματικές [4X750.000 δρχ.], με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής, καθ' όσον η μεν εναγομένη θεωρεί ότι αυτές δόθηκαν για την εξόφληση ισόποσης οφειλής της, ενώ η ενάγουσα ότι δόθηκαν στα πλαίσια της λειτουργούσης μεταξύ τους συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού και προς ταμειακή διευκόλυνση της εναγομένης, προκειμένου αυτή να δυνηθεί να της παραδώσει τις παραγγελθείσες ηλεκτρικές συσκευές, τις οποίες όμως δεν παρέδωσε, ούτε επέστρεψε τα ως άνω αξιόγραφα.

Επί των ανακοπών που άσκησε η ενάγουσα κατά των προαναφερθεισών διαταγών πληρωμής, εκδόθηκαν οι 7999/1995 και 7914/1995 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι ανακοπές, μετά δε την άσκηση εφέσεων κατ' αυτών εκδόθηκαν οι 2169/1999 και 2171/1999 μη οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού, οι οποίες απέρριψαν τις ανακοπές, επικύρωσαν τις ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής και παρέπεμψαν τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς της ενάγουσας σε ιδιαίτερη συζήτηση.

Με την 2967/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού απορρίφθηκε ο παραπεμφθείς ισχυρισμός της ενάγουσας που αφορούσε την επιταγή για την οποία εκδόθηκε η 701/1991 διαταγή πληρωμής. Αντίθετα έγινε δεκτός ο παραπεμφθείς ισχυρισμός της ενάγουσας και ακυρώθηκαν οι υπ' αριθμ. 3872/1991, 2605/1991, 3636/1991 και 2975/1991 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν με βάση τις 4 συναλλαγματικές [ποσού 750.000 εκάστη].

Οι παραπάνω αποφάσεις κατέστησαν αμετάκλητες, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης που άσκησαν οι διάδικοι, με τις 1623/2008 και 1624/2008 αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Στο μεταξύ η ενάγουσα άσκησε κατά της εναγομένης α] την υπ' αρ. καταθ. 14587/1997 αγωγή με την οποία ζητούσε να της καταβάλει το ποσό των 3.293.479 δραχμών ως αποζημίωση λόγω υπαίτιας μη εκπληρώσεως της από 20-10-1990 σύμβασης πώλησης και β] την υπ' αριθμ.

καταθ. 14621/1997 αγωγή με την οποία ζητούσε να της καταβάλει το ποσό των 1.326.933 δραχμών ως χρεωστικό κατάλοιπο του μεταξύ τους αλληλοχρέου λογαριασμού καθώς και το ποσό των 1.127.936 δρχ. ως οφειλόμενη ποιοτική έκπτωση [BONUS], ισχυρισμοί που συνέχονται με την ύπαρξη ή μη απαίτησης που απορρέει από τις προαναφερθείσες συναλλαγματικές, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής, βάσει των οποίων ζητήθηκε- η πτώχευση της ενάγουσας.

Οι αγωγές αυτές απορρίφθηκαν με τις 294/2001 και 295/2001 αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού αντίστοιχα, οι αποφάσεις δε αυτές έγιναν αμετάκλητες, μετά την απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης με τις 1003/2002 και 1266/2002 αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Παρά ταύτα η ενάγουσα με την υπ' αριθμ. καταθ. 4861/2006 αίτηση αναψηλάφησης κατά της 295/2001 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, ζήτησε την αναψηλάφηση της, για τους λόγους που ανέφερε σ' αυτή.

Η παραπάνω αίτηση αναψηλάφησης όμως απορρίφθηκε με την 2554/2007 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού ως απαράδεκτη. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη [AEG HELLAS Α.Ε.], κατά παράβαση των χρηστών ηθών και του καθήκοντος αληθείας προέβαλε αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς, γνωρίζοντας την αναλήθεια τους κατά την κατάθεση της υπ'αριθμ. 2051/ΕΙ 136/22-1-1992 αίτησης πτώχευσης της ενάγουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, καθ' όσον, όσον αφορά την ύπαρξη της επίδικης απαίτησης της κατά της ενάγουσας [ΗΛΒΕΛ ΑΒΕΕ], εύλογα η εναγομένη είχε την πεποίθηση ότι η ενάγουσα της οφείλει μεταξύ άλλων και το ποσό των 3.000.000 δραχμών, που επιδικάσθηκε σ' αυτήν με τις υπ' αριθμ. 2605/1991, 2957/2001, 3536/1991 και 3872/1991 διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προερχόμενο από τέσσερις συναλλαγματικές, ποσού 750.000 δραχμών εκάστη, αποδοχής της ενάγουσας, οι οποίες ενσωμάτωναν πραγματική απαίτηση αυτής κατά της ενάγουσας και έγιναν αποδεκτές από την ενάγουσα για την κάλυψη της οφειλής της προς την εναγομένη και όχι ως προκαταβολή, στα πλαίσια της λειτουργούσας σύμβασης αλληλοχρέου λογαριασμού, για την διευκόλυνση της, προκειμένου να δυνηθεί αυτή να της παραδώσει τα παραγγελθέντα εμπορεύματα, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα.

Η εδραία πεποίθηση αυτή δημιουργήθηκε στην εναγομένη με βάση όσα ανέφερε σ' αυτήν ο πωλητής της εναγομένης [AEG] στη Θεσσαλονίκη Ι. Κ., ο οποίος μάλιστα εξετασθείς ως μάρτυρας κατά την εκδίκαση της ως άνω αίτησης πτώχευσης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στις 17-12-1993 βεβαίωσε τα παραπάνω καταθέτοντας "...

οι συναλλαγματικές δεν πληρώθηκαν, ήταν υπόλοιπο από τιμολόγια για είδη που πουλούσε η AEG στην καθ' ης (ενάγουσα) ... . Στις 4-3-1991 πήρα τις τελευταίες συναλλαγματικές [επίδικες] έναντι υπολοίπου 3.000.000 δραχμών. Οι συναλλαγματικές δεν δόθηκαν έναντι παραγγελίας αλλά για το κλείσιμο. Τον λογαριασμό τον είχα εγώ ... .

Δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός ...". Η ενάγουσα παρά ταύτα, ενώ ισχυρίζεται ότι αυτά είναι αναληθή. Ουδέποτε κατηγόρησε τον προαναφερθέντα μάρτυρα [Ι.Κ.] για ψευδορκία για τα παραπάνω και όσα άλλα κατέθεσε σε βάρος της σχετικά με τα χρέη της προς τρίτους. Τήρησε επομένως το καθήκον της αλήθειας αναφέροντας στην αίτηση της για την ύπαρξη της παραπάνω οφειλής της ενάγουσας προς αυτήν.

Ενισχυτικό της κρίσης αυτής είναι και το γεγονός ότι επί των προαναφερθεισών δύο αγωγών της ενάγουσας κατά της εναγομένης για καταβολή σ' αυτήν αποζημίωσης, που απορρίφθηκαν με τις 294/2001 και 295/2001 αποφάσεις του Δικαστηρίου και κατέστησαν αμετάκλητες, μετά την έκδοση των 1266/2002 και 1003/2002 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, γίνεται δεκτό με την 295/2001 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού ότι οι προαναφερθείσες συναλλαγματικές [που αποδέχθηκε η ενάγουσα] δόθηκαν για την κάλυψη της οφειλής της προς την εναγομένη και δεν αφορούσαν σε προκαταβολές για παραγγελθέντα εμπορεύματα, που δεν εκτελέσθηκαν.

Το γεγονός ότι μεταγενέστερα, μετά την απόρριψη των ανακοπών που άσκησε η ενάγουσα, επί του παραπεμφθέντος ισχυρισμού, εκδόθηκε η 2980/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που κατέστη αμετάκλητη με την 1623/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, δεχθείσα αντίθετα ότι οι συναλλαγματικές αυτές αφορούσαν προκαταβολές για παραγγελθέντα εμπορεύματα, που, δεν εκτελέσθηκαν, και ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων εταιριών, περί αφέσεως χρέους για την περίπτωση μη παράδοσης των πωληθέντων εμπορευμάτων, ακυρώνοντας τις προαναφερθείσες τέσσερις [4] διαταγές πληρωμής, δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο σε βάρος της εναγομένης που να δείχνει ότι αυτή ενήργησε, όταν κατέθεσε την αίτηση πτώχευσης [22-1-1992] και κατά τη συζήτηση αυτής στις 17-12-1993 κατά παράβαση των χρηστών ηθών και του καθήκοντος αληθείας, γνωρίζοντας την αναλήθεια των όσων ανέφερε στην ως άνω αίτηση για την ύπαρξη της ως άνω απαίτησης της, αφού με βάση τα προαναφερθέντα καλόπιστα πίστευε για την υποκείμενη αιτία έκδοσης και αποδοχής των παραπάνω συναλλαγματικών, [αποδοχή από την ενάγουσα για την κάλυψη της οφειλής της], γι' αυτό και ζήτησε την έκδοση διαταγών πληρωμής ....".

Ακολούθως δε το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της εναγούσης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί κατ'ουσίαν η αγωγή. Μεν την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ερμήνευσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914 και 920 Α.Κ., επειδή ερεύνησε μόνον την περίπτωση της υπάρξεως δόλου στο πρόσωπο της εναγομένης ως προς την τέλεση από αυτήν των αδίκων πράξεων, οι οποίες της αποδίδονται, σε βάρος της εναγούσης και αγνόησε την περίπτωση της αμελείας.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και έκτος σχετικοί πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι, όσον αφορά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Επειδή, η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα.

Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ).

Ως "αιτιολογίες", όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 282/2010) .

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πέμπτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν περιέχει μείζονα πρόταση που να διαλαμβάνει τους κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν και δη των άρθρων 914 και 919 Α.Κ. είναι απαράδεκτος.

Το άρθρο 919 Α.Κ. ορίζει, ότι όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, δέχθηκε με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ότι η εναγομένη δεν ενήργησε κατά παράβαση των χρηστών ηθών και του καθήκοντος αληθείας κατά την υποβολή των αιτήσεων για την έκδοση των διαταγών πληρωμής και την κήρυξη της εναγούσης σε κατάσταση πτωχεύσεως, καθόσον δεν εγνώριζε την αναλήθεια των όσων ανέφερε στις αιτήσεις, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 919 Α.Κ.

και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. και για τον λόγο αυτόν ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει 1) να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος κατά το οποίο στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 2554/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 2) κατά παραδοχήν ως βασίμων των πρώτου, δευτέρου, τετάρτου και έκτου προσθέτων λόγων να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, την οποία φέρεται να προκάλεσε εξ αμελείας η αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-5-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2554/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Αναιρεί μερικώς, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την υπ' αριθμ. 1/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ