1563/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΔημόσιο. Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο τομέα. Εργαζόμενοι με αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας με πλήρη από το έτος 2000 έως 15-3-2004, οι οποίες στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Κρίση ότι οι ως άνω συμβάσεις έχουν τον χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, οι οποίες μπορούν να μετατραπούν σε τέτοια, δεδομένου ότι καταρτίστηκαν: α) πριν την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ β) των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001 και απαγορεύουν την μετατροπή τους και γ) των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated1563/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1563 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Δημόσιο. Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο τομέα. Εργαζόμενοι με αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας με πλήρη από το έτος 2000 έως 15-3-2004, οι οποίες στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Κρίση ότι οι ως άνω συμβάσεις έχουν τον χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, οι οποίες μπορούν να μετατραπούν σε τέτοια, δεδομένου ότι καταρτίστηκαν: α) πριν την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ β) των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001 και απαγορεύουν την μετατροπή τους και γ) των άρθρων 5 και 11 του ΠΔ 164/2004. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως.
Αριθμός 1563/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Στέργιο Κίκα, Πάρεδρο ΝΣΚ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Ν. Β., 2) Β. Γ. Μ., 3) Ν. Δ. Α., 4) Δ. Α. Σ. και 5) Χ. Γ. Σ., κατοίκων .... Δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Χρήστου Σιάμπα, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 9-2-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις προσκομιζόμενες με αριθμούς 2443-2444-2445-2446/17-9-2010, 2450-2451-2452-2453/20-9-2010 και 2457-2458/21-9-2010 εκθέσεις επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Τριπόλεως ..., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και της από 18-3-2010 κλήσεως με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου κατά την προσδιορισθείσα αρχική δικάσιμο της 7-12-2010, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους. Επομένως εφόσον αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, νομίμως έγινε η συζήτηση παρά την απουσία τους, αφού η εγγραφή στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως και δεν ήταν απαραίτητη η εκ νέου κλήτευση τους (άρθρα 576 παρ. 2, 575, 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ). Επειδή για το παραδεκτό της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως προσκομίζεται η 308/2008 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2298/2005, όπως οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 2721/1999.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων 648, 649, 669, 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή όπως ήδη αναφέρθηκε παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ , όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος ανήκει στο δικαστήριο το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 559, 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων η σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας).
Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη αφενός με το ΠΔ 81/2003 το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004 το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004.
Ανεξάρτητα από την παραπάνω Οδηγία στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος) το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920 αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης κατά την προαναφερθείσα έννοια και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001) χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστο (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος: 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001 ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ. 7/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Η Διεύθυνση Ελέγχου Συντηρήσεως Έργων (ΔΕΣΕ) Τριπόλεως της Περιφέρειας Πελοποννήσου είναι δημόσια υπηρεσία του εναγομένου, λειτουργεί από το έτος 1978 και είναι αρμόδια για την συντήρηση του μήκους χιλίων πενήντα (1.050) χιλιομέτρων Εθνικού Οδικού Δικτύου (ΕΟΔ) των Νομών Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας,Λακωνίας και Μεσσηνίας.
Η συντήρηση αυτή συνίσταται στην καθ' όλη διάρκεια του έτους επούλωση λάκκων του ασφαλτοτάπητα, οριζόντια και κάθετη σήμανση των οδών, κοπή αυτοφυούς βλαστήσεως για να μη παρεμποδίζεται η ορατότητα στις οδούς, απομάκρυνση προϊόντων κατολισθήσεων και καταπτώσεων βράχων επί των οδών, αποχιονισμό οδών κ.λ.π.
και απαιτεί, ως εκ της φύσεώς της αυτής, την συνεχή ύπαρξη και διατήρηση προσωπικού καταλλήλου προς τούτο, που θα επεμβαίνει αμέσως για την θεραπεία των εμφανιζομένων προβλημάτων. Η επιτέλεση του έργου αυτού, από του έτους 1994 τουλάχιστον και εντεύθεν, γινόταν τόσο με το μόνιμο εργατοτεχνικό προσωπικό της υπηρεσίας αυτής, όσο και με προσωπικό διαφόρων ειδικοτήτων, που προσλαμβανόταν με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.
Μάλιστα η υπηρεσία αυτή είχε διατυπώσει προς τις αρμόδιες αρχές την ανάγκη προσλήψεως μόνιμου προσωπικού για την αντιμετώπιση των αναγκών της επικαλούμενη ότι η προς τούτο ανάγκη με την πάροδο του χρόνου καθίστατο επιτακτική λόγω μειώσεως του μονίμου προσωπικού της λόγω συνταξιοδοτήσεως και εξ άλλων λόγων αποχωρήσεως.
Μεταξύ των πρoσληφθέντων για την εξυπηρέτηση του σκοπού της υπηρεσίας αυτής και για την κάλυψη των αναγκών της είναι και οι αναιρεσίβλητοι οι οποίοι προσελήφθησαν με αλλεπάλληλες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες καταρτίζονταν συμφώνως προς το άρθρο 21 του ν.2190/1994, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με τον ν.2225/1994 ρητώς χαρακτηριζόμενες ως ορισμένου χρόνου και διεπόμενες, κατά τα επίσης ρητώς συμφωνηθέντα, από τους ανωτέρω Νόμους και παρείχαν την εργασία της ειδικότητάς τους, με βάση την οποίαν προσελήφθησαν, στην περιοχή αρμοδιότητας της ΔΕΣΕ Περιφέρειας Πελοποννήσου ως εξής:
Ο πρώτος αυτών Κ. Β. του Ν. προσελήφθη ως τεχνίτης σκυροδέματος και παρείχε την εργασία του κατά τα χρονικά διαστήματα: α) από 3-1-2000 έως 31-8-2000, β) από 1-2-2001 έως 30-9-2001, γ) από 9-9-2002 έως 8-5-2003 και δ) από 16-7-2003 έως 15-3-2004. Η δεύτερη Β. Μ. του Γ. προσελήφθη και παρείχε την εργασία της κατά τα χρονικά διαστήματα: α) από 15-11-1996 έως 14-7-1997 ως εργάτρια στο ΕΟΔ αρμοδιότητα της ανωτέρω υπηρεσίας, β) από 3-1-2000 έως 31-8-2000 ως φύλακας του κεντρικού εργοταξίου της προαναφερομένης υπηρεσίας στην Τρίπολη και γ) από 16-7-2003 έως 15-3-2004 ως εργάτρια του κεντρικού εργοταξίου της αυτής ως άνω υπηρεσίας στην Τρίπολη.
Ο τρίτος τούτων Ν. Α. του Δ. προσελήφθη ως ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων της περιοχής αρμοδιότητας της ως άνω υπηρεσίας και παρείχε την εργασία του κατά τα χρονικά διαστήματα: α) από 1-2-2001 έως 30-9-2001, β) από 9-9-2002 έως 8-5-2003 και γ) 16-7-2003 έως 15- 3-2004. Ο τέταρτος Δ. Σ. του Α. προσελήφθη ως χειριστής μηχανήματος έργου και παρείχε την εργασία του κατά τα χρονικά διαστήματα:
α) από 1-8-1995 έως 31-3- 1996, β) από 15-11-1996 έως 14-7-1997, γ) από 1-12-1997 έως 31-7-1998, δ) 3-1-2000 έως 31-8-2000, ε) 9-9-2002 έως 8-5-2003 και στ) από 1-10-2003 έως 31-5-2004. Και ο τελευταίος αυτών Χ. Σ. του Γ. προσελήφθη ως οδηγός αυτοκινήτου Γ' και Ε' κατηγορίας και παρείχε την εργασία του κατά τα χρονικά διαστήματα: α) από 16-2-2001 έως 15-10-2001, β) από 9-9-2002 έως 8-5-2003 και γ) από 18-9-2003 έως 17-5-2004.
Οι εν λόγω έγγραφες συμβάσεις προσλήψεως των διαδίκων κατά τα αναφερόμενα σ' αυτές, καταρτίζονταν κάθε φορά, για ορισμένο χρόνο και προς αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή προσκαίρων αναγκών της εν λόγω υπηρεσίας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου στην περιοχή της αρμοδιότητάς της, διέπονταν από το άρθρο 21 του ν. 2190/1994, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με τον ν. 2225/1994 και ότι αυτές (ως άνω συμβάσεις) θα λύονται "αυτοδικαίως" μόλις συμπληρωθεί ο συμφωνηθείς χρόνος των οκτώ (8) μηνών παροχής της εργασίας τους, ενώ η ανανέωση, παράταση ή μετατροπή αυτών σε αορίστου χρόνου είναι άκυρη.
Έτσι μετά το πέρας του συμφωνημένου κάθε φορά χρόνου παροχής της εργασίας του, το αναιρεσείον δεν απεδέχετο την εργασία των αναιρεσιβλήτων, θεωρώντας ότι αυτοδικαίως η σύμβαση με καθένα από αυτούς είχε λήξει. Όμως υπό τα εκτεθέντα περιστατικά, αποδεικνύεται, ότι οι εν λόγω διαδοχικές προσλήψεις των ανωτέρω εργαζομένων έγιναν όχι για την κάλυψη πρόσκαιρων, απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών του αναιρεσείοντος, αλλά για την κάλυψη και εξυπηρέτηση των προαναφερομένων παγίων, συνεχών και διαρκών αναγκών αυτού προς συντήρηση του ΕΟΔ αρμοδιότητας της ΔΕΣΕ Τριπόλεως, ο τοιούτος χαρακτήρας των οποίων (αναγκών) είναι σύμφωνος προς το είδος, και τον σκοπό της υπηρεσίας αυτής του αναιρεσείοντος και εξυπηρετείται απολύτως από την ειδικότητα με βάση την οποίαν κάθε αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε.
Η κρίση αυτή ενισχύεται και εκ του γεγονότος της επανειλημμένης προσλήψεως των αναιρεσιβλήτων με την ίδια ειδικότητα κάθε φορά και επί μακρό χρονικό διάστημα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν αποτυπώνει την πραγματική φύση της εργασιακής τους σχέσης, η οποία είναι εκείνη της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, το οποίο χρειαζόταν σε σταθερή βάση τις υπηρεσίες τους.
Μετά ταύτα απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή των αναιρεσεβλήτων, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι αυτοί συνδέονται με το αναιρεσείον με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου από της αρχικής προσλήψεως τους αναγνωριζομένης δε της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων τους να υποχρεωθεί το τελευταίο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και των άρθρων 103 παρ. 2, 7, 8 του Συντάγματος, 19 παρ. 11 β' του ν. 1404/1983 και 5, 11 του ΠΔ 164/2004. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της με αριθμό 77/2007 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 4η Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ