1563/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1563/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο αποτελείται από έναν αγρό που κείται εντός της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ..., εκτός του ομώνυμου οικισμού και στη θέση .... Είναι εμβαδού 2.000 τ.μ. και συνορεύει βορειοδυτικά επί πλευρών μήκους 46,20μ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1563 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 1563/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοφιλόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 χας ΣΨ2, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφροσύνη Τσαμολιά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και με την από 17-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 204/2008 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-12-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 12-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 του ΑΚ, αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή, ενώ όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041 και 1045 του ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για μια δεκαετία, (τακτική χρησικτησία) ή ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, για μια εικοσαετία (έκτακτη χρησικτησία).
Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί να στηρίξει το αγωγικό του αίτημα σε μία ή σε περισσότερες βάσεις, τις οποίες μπορεί να προβάλλει σωρευτικά ως κύριες ή επικουρικές, αρκεί να μην αντιφάσκουν μεταξύ τους οι κύριες, να υπάγονται λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, να είναι το δικαστήριο τούτο κατά τόπο αρμόδιο, να υπάγονται στην ίδια διαδικασία και να μην επιφέρει σύγχυση η σύγχρονη εκδίκαση τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο αποτελείται από έναν αγρό που κείται εντός της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ..., εκτός του ομώνυμου οικισμού και στη θέση .... Είναι εμβαδού 2.000 τ.μ. και συνορεύει βορειοδυτικά επί πλευρών μήκους 46,20μ.
και 3,80μ. με επαρχιακό δρόμο που συνδέει την περιοχή ... με την οδό ..., νοτιοδυτικά επί πλευράς και σε τεθλασμένη γραμμή μήκους 40μ. με κοινοτική οδό που οδηγεί στην παραλία (...), νοτιοανατολικό επί πλευράς μήκους 50μ. με την ανατολική πλευρά μεγαλύτερου ακινήτου, το οποίο ανήκει στην ενάγουσα με την από 30.12.03 αγωγή και εναγομένη με την από 17.4.04 αγωγή Ψ1 χήρα Ψ2 και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Σ1 και βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους 40μ.
εν μέρει με το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου της ενάγουσας και εν μέρει με το νοτιοδυτικό τμήμα του ακινήτου του με τις παραπάνω αγωγές εναγόμενου-ενάγοντος Χ. Το επίδικο ακίνητο και έως του βορειοανατολικού ορίου του με την ιδιοκτησία του με την από 30.12.03 αγωγή εναγόμενου και με την από 17.4.04 αγωγή ενάγοντος, τυγχάνει της ίδιας ακριβώς γεωμορφολογίας με το μεγαλύτερο ακίνητο της ενάγουσας και εναγόμενης Ψ1.
Δηλαδή είναι εντελώς άγονο, δύσβατο με ογκώδεις πέτρες και βράχια, με σχοίνα και πουρνάρια και ουδέποτε καλλιεργήθηκε, έχει δε υψομετρική διαφορά από το όμορο ακίνητο του ενάγοντος-εναγόμενου Χ, το οποίο κείται χαμηλότερα και περιέχει ελαιόδενδρα, την καλλιέργεια των οποίων και τη συλλογή του ελαιοκάρπου επιμελούνταν ο ίδιος και πριν από αυτόν οι δικαιοπάροχές του, όπως στη συνέχεια εκτίθεται.
Το επίδικο ακίνητο όπως προαναφέρθηκε αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου αγρού, εμβαδού 4.220 τ.μ. κατά μεν τον φερόμενο από την ενάγουσα-εναγόμενη Ψ1 ως τίτλο κτήσεως και συγκεκριμένα το υπ' αρ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Δημητρακάκη που έχει νόμιμα μεταγραφεί, κατά δε τις εκτιμήσεις των προαναφερόμενων (με τις σχετικές ένορκες βεβαιώσεις) εκτός δίκης μαρτύρων της, Σ4 και ..., του πρώτου μόνιμου κατοίκου της περιοχής και ιδιοκτήτη όμορου ακίνητου που το έχει μάλιστα αποκτήσει από την απώτερη δικαιοπάροχο του ενάγοντος-εναγόμενου Σ5 και της δεύτερης επίσης κατοίκου της περιοχής τον περισσότερο χρόνο, 4.000 τ.
μ (τεσσάρων στρεμμάτων). Ο εν λόγω μεγαλύτερος αγρός της ενάγουσας-εναγόμενης Ψ1 συνορεύει βορειοδυτικά με τον επαρχιακό δρόμο ... και ιδιοκτησία ενάγοντος-εναγόμενου Χ, βορειοανατολικά με ιδιοκτησίες του ιδίου διαδίκου και Σ1, νοτιοα-νατολικά και ανατολικά με ιδιοκτησία Σ1 και νότια με κοινοτική οδό που οδηγεί στην παραλία ....
Ο εν λόγω αγρός, διακεκριμένο κατά τα ανωτέρω τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο, ανήκε ως μέρος ακόμη μεγαλύτερου ακινήτου στον Σ2 που απεβίωσε το έτος 1908. Το εν λόγω ακίνητο διανεμήθηκε ατύπως στη συνέχεια μεταξύ των κληρονόμων του Σ2 και συγκεκριμένα μεταξύ των τέκνων του, Σ1, Σ6, Σ3 (μητέρας της ενάγουσας-εναγόμενης Ψ1) και Σ5 (γιαγιάς εκ μητρός του ενάγοντος-εναγόμενου Χ), σε γνώση και χωρίς την αντίρρηση των υπόλοιπων τέκνων και επίσης κληρονόμων του Σ2.
Σε υλοποίηση της διανομής του εν λόγω ακινήτου, μέρος τούτου εκτάσεως 4 περίπου στρεμμάτων και όπως τούτο παραπάνω οριοθετείται, παραδόθηκε στην Σ3 από τους προαναφερόμενους συγκληρο-νόμους του Σ2, η οποία το έτος 1935 εγκαταστάθηκε στη νομή του. Έκτοτε και έως το έτος 1988 δηλαδή επί 20 και πλέον έτη η Σ3 εξουσίαζε συνεχώς το συγκεκριμένο ακίνητο και ιδίως το επίδικο εδαφικό τμήμα του, συμπεριφερόμενη ως αποκλειστική τούτου κυρία, με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει ξένη κυριότητα, ασκώντας, κατ' αποκλεισμό παντός άλλου τις προσιδιάζουσες στη φύση και τη μορφολογία του διακατοχικές πράξεις, όπως εκείνες της χρησιμοποίησής του από τρίτους για τη βόσκηση των αιγών τους (όπως συνέβη με τη μάρτυρα ...), της επίβλεψής του με συχνές επισκέψεις είτε της ιδίας είτε τρίτων για λογαριασμό της ενεργούντων ( όπως με το μάρτυρα Σ4, μόνιμο κάτοικο της περιοχής και ιδιοκτήτη όμορου ακινήτου).
Συνεπώς η Σ3) κατέστη κυρία της συγκεκριμένης εδαφικής εκτάσεως με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 974, 1045). Τις παραπάνω, επί της ίδιας εδαφικής εκτάσεως διακατοχικές πράξεις, καθώς επίσης εκείνη της προπαρασκευής της πωλήσεώς της με προφορικές και έγγραφες αγγελίες, διάνοια κυρίου, συνέχισε και η ενάγουσα-εναγόμενη Ψ1 μετά τη μεταβίβασή της σ' αυτήν από την ως άνω μητέρα της δυνάμει του υπ' αρ. ...
συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Δημητρακάκη που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ..., με έννομη συνέπεια η παραπάνω ενάγουσα να καταστεί κυρία της επίδικης εδαφικής εκτάσεως τόσον με παράγωγο τρόπο, δηλαδή δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου γονικής παροχής που μεταγράφηκε νόμιμα (ΑΚ 369, 1033), όσον και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν προσμετρήσεως, όσον αφορά τον τελευταίο νόμιμο δικαιο-παραγωγικό της κυριότητας τρόπο, του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου της.
Από την επί του επιδίκου ακινήτου νομή η ενάγουσα Ψ1 αποβλήθηκε, κατόπιν της περιφράξεώς του με συρματόπλεγμα από τον εναγόμενο Χ το φθινόπωρο του 2001. Ακολούθως το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έκανε δεκτή την ένδικη διεκδικητική αγωγή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητας ακινήτου, αφού η κτήση αυτή είναι δυνατή με αμφότερους τους ως άνω τρόπους και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο και επομένως ο σχετικός αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγο της αίτησης προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 9 ΚΠολΔ πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι ενώ "η αναιρεσίβλητη υποστήριξε με την αγωγή της κυρίως ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και επικουρικά επικαλέσθηκε τακτική χρησικτησία, "όλως επικουρικά" δε έκτακτη χρησικτησία, ήτοι επικαλέσθηκε την έκτακτη χρησικτησία μόνο για την περίπτωση που θα απορρίπτονταν η κύρια βάση της αγωγής για παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με το να δεχθεί, ταυτοχρόνως και την κύρια και την επικουρική βάση της αγωγής της - αναιρεσίβλητης -, ήτοι ότι η κυριότητα αυτής αποκτήθηκε και με παράγωγο τρόπο και με έκτακτη χρησικτησία υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., αφού αναγνώρισε στην αναιρεσίβλητη κυριότητα και από έκτακτη χρησικτησία, την οποία δεν είχε ζητήσει η αναιρεσίβλητη για την περίπτωση αναγνώρισης κυριότητας από το συμβόλαιο γονικής παροχής, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση".
Ταυτοχρόνως το Εφετείο υπέπεσε και στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περιπτ. β' του Κ.Πολ.Δ. "αφού έλαβε υπόψη τους πραγματικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, που θεμελιώ-νουν την απόκτηση της κυριότητάς της με έκτακτη χρησικτησία, ενώ η αναιρεσίβλητη είχε προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς επικουρικά, ήτοι για την περίπτωση - που δεν συντρέχει εν προκειμένω - της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής της για απόκτηση της κυριότητάς της με παράγωγο τρόπο".
Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν ως αλυσιτελείς, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου και με παράγωγο τρόπο δηλ. με το συμβόλαιο γονικής παροχής και τη μεταγραφή του, η δε παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, οι δε ως άνω λόγοι αναίρεσης πλήττουν την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι ενώ η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της είχε υποστηρίξει ότι η μεν ίδια ενέμετο το επίδικο μετά το έτος 1991 ασκώντας "τις προσήκουσες σε κυρία διακατοχικές πράξεις νομής, όπως επίβλεψη, τοπογράφηση, καθαρισμός κ.λ.π.", η δε δικαιοπάροχος και μητέρα της ενέμετο το επίδικο από το έτος 1935 μέχρι και το έτος 1991, ασκώντας "τις προσήκουσες σε κυρία διακατοχικές πράξεις νομής, όπως επίβλεψη, καθαρισμός κ.λ.π.", ήτοι ως διακατοχικές πράξεις στην αγωγή της αναιρεσίβλητης αναφέρονταν μόνον η επίβλεψη, ο καθαρισμός και η τοπογράφηση του επιδίκου, παρά ταύτα, η προσβαλλόμενη δέχθηκε ως αποδειχθείσες και άλλες διακατοχικές πράξεις, πέραν εκείνων που είχαν προβληθεί με την αγωγή, οι οποίες σημειωτέον είναι παντελώς άσχετες και διαφορετικές από τις αναφερόμενες στην αγωγή και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να προβληθούν ούτε με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα δε για μεν την δικαιοπάροχο και μητέρα της αναιρεσίβλητης δέχθηκε ότι ασκούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση και τη μορφολογία του επιδίκου "διακατοχικές πράξεις, όπως εκείνες της χρησιμοποίησής του από τρίτους για την βόσκηση των αιγών τους (όπως συνέβη με την μάρτυρα ...), της επίβλεψής του με συχνές επισκέψεις είτε της ιδίας είτε τρίτων, για λογαριασμό της ενεργούντων (όπως με τον μάρτυρα Σ4)...", για δε την ίδια την αναιρεσίβλητη δέχθηκε ότι "τις παραπάνω, επί της ίδιας εδαφικής εκτάσεως διακατοχικές πράξεις, καθώς επίσης εκείνη της προπαρασκευής της πωλήσεώς της με προφορικές και έγγραφες αγγελίες, διάνοια κυρίου, συνέχισε και η ενάγουσα-εναγομένη Ψ1 μετά την μεταβίβασή της σ' αυτήν από την ως άνω μητέρα της, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου...", ήτοι δέχθηκε διακατοχικές πράξεις, πέραν των αναφερόμενων στην αγωγή, τη χρησιμοποίηση του επιδίκου από τρίτους για την βόσκηση των αιγών τους και την προπαρασκευή της πωλήσεως του επιδίκου με προφορικές και έγγραφες αγγελίες. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συνιστούν πράγματα η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών, που βεβαιώ-θηκαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενο τους αλλά αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητού δικαστού, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου.
Ο πέμπτος επομένως λόγος της αίτησης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε την χωρίς όρκο εξέταση του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση του πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του, είναι απορριπτέος ως απαρά-δεκτος, αφού δεν είναι έγγραφο τα πρακτικά δικαστηρίου που αποτυπώνουν τις καταθέσεις των μαρτύρων και την ανώμοτη εξέταση διαδίκου.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε εν τέλει τα εξής: "Τα αυτά ειπόν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, με αιτιολογίες που συμπληρώνονται με τις προαναφερόμενες σκέψεις και παραδοχές (ΚΠολΔ 534), ορθώς τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, δεχόμενο την από 30.12.03 διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας Ψ1υ κατά το περί αποδόσεως του επιδίκου ακινήτου αίτημά της και απορρίπτοντας την από 17.4.04 αγωγή του ενάγοντος Χ.
Περαιτέρω όμως το ίδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε και το αναγνωριστικό αίτημα της από 30.12.03 αγωγής και αναγνώρισε την ενάγουσα Ψ1 κυρία όλου του μεγαλύτερου ακινήτου της και όχι αποκλειστικά του επιδίκου, την επί του οποίου κυριότητα αμφισβήτησε και μόνον ο εναγόμενος Χ, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση κατά το μέρος που αφορά τον αντίστοιχο λόγο της με τον οποίο ο εκκαλών βασίμως επισημαίνει την ανωτέρω πλημμέλεια (ΚΠολΔ 535 παρ. 1). Στη συνέχεια, αφού εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το παραπάνω κεφάλαιό της και την αντίστοιχη διάταξη, κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί εκ νέου η από 30.12.03 αγωγή κατά το αναγνωριστικό του δικαιώματος κυριότητας αίτημα, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή κατά τούτο κατά ένα μέρος, δηλαδή όσον αφορά την προπεριγραφόμενη επίδικη εδαφική έκταση των 2.000 τ.μ.".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, αφού το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων δεν αμφισβητούσε την κυριότητα της αναιρεσίβλητης επί του μείζονος ακινήτου της, αλλά του υπ' αυτού κατεχομένου εκτάσεως 2000 τ.μ.
και αφού έκανε δεκτό το σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αναγνώρισε την αναιρεσίβλητη κυρία του επιδίκου ακινήτου, έκτασης 2000 τ.μ., ενώ δεν ήταν αναγκαίο να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και ως προς το κεφάλαιο της αποδόσεως του ακινήτου, αφού κατά το μέρος τούτο η έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα απορρίφθηκε ως αβάσιμη.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος μεν ως προς το πρώτο σκέλος του ως απαράδεκτος δε ως προς το δεύτερο σκέλος του, αφού δεν αφορά ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα σε σχέση με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-12-2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της 204/2008 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ