Supreme Court dismisses appeal against lower court judgment regarding false defamation and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's judgment. The appellants argued that the lower court failed to address their claims of false defamation and omitted relevant evidence from the Special Control Service. The court rejected these arguments, finding the lower court had properly considered all submitted documents and that the appellants' claims were legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 8, 11 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the lower court has not violated substantive law, has not deprived its decision of a legal basis, and has fully and clearly examined the evidence and facts necessary for applying the relevant provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1563 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1563/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Χ1, κατοίκου.... και 2.Χ2 κατοίκου ...., οι οποίοι παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ναούμ Τζίφρα και Θεόδωρο Κανελλόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3304/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5363/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-11-2007 αίτησή τους και τους από 9-2-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 5-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή στην από 6.6.2005 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπηση αυτής προκύπτει, οι ενάγοντες εξέθεταν τα εξής: ο εναγόμενος άσκησε κατ' αυτών την από 11-7-2002 μήνυση και την από 12-10-2004 με αριθ. εκθ. καταθ. 139032/7127/14-10-2004 αγωγή, στην οποία αναφέρει ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους, ότι αυτοί την 11-7-2002 και περί ώρα 19:30, συνοδεύοντας την αδελφή τους Δ1, μετέβησαν στο γραφείο του, χωρίς ραντεβού και στον προθάλαμό του, όπου βρίσκονταν συνεργάτες και πελάτες του, άρχισαν να φωνάζουν δυνατά, να τον υβρίζουν με τις φράσεις "κλέφτη" και "υπεξαιρέτη", "αυτός είναι ο κ.
Ψ1, καρπώθηκε τα λεφτά του παιδιού", η δε Δ1 φώναζε "Μάθετε όλοι ότι ο κ. Ψ1 με κάλεσε ραντεβού στο γραφείο του και μου την έπεσε", ενώ οι άλλοι δύο επαναλάμβαναν "έτσι λύνει τις διαφορές του ο κ. Ψ1, αυτός είναι ο δικηγόρος ο κ. Ψ1", απαιτούσαν δε να τους παραδώσει ποσό 1.808,56 €. Όλα αυτά, τα διαλαμβανόμενα στη μήνυση και την αγωγή του, είναι ψευδή και η αλήθεια είναι ότι η αδελφή τους Δ1 είχε αξίωση κατά του Ξ1, εν διαστάσει συζύγου της, για διατροφή, για τη δικαστική επιδίωξη της οποίας είχε απευθυνθεί στον εναγόμενο δικηγόρο.
Επί της αγωγής που αυτός συνέταξε εξεδόθη η υπ' αριθμ. 1319/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αρχικά και η υπ' αριθμ. 587/2002 απόφαση για μετέπειτα χρονικό διάστημα. Δυνάμει της απόφασης αυτής και της επιταγής που συνέταξε ο εναγόμενος κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου, ο Ξ1 υποχρεώθηκε να καταβάλει στη Δ1, 1.173,90 €, πλέον 264,12 € για υπόλοιπο δικαστικής δαπάνης, ενώ είχε ήδη προκαταβάλει δικαστικά έξοδα ύψους 146,73 €.
Το ποσό αυτό ο τελευταίος το κατέβαλε στον εναγόμενο, πλην όμως αυτός αρνήθηκε να το αποδώσει στην Δ1 και ότι έτσι αυτή την 11-7-2002, συνοδευόμενη από τους ενάγοντες, την ανήλικη κόρη της, τον Σ1 και άλλα δύο άτομα, μετέβη μαζί της στο γραφείο του εναγομένου προκειμένου αυτός για να της καταβάλει τα χρήματα.
Τότε ο ίδιος αποκάλεσε τον δεύτερο ενάγοντα και τον Σ1 "Μπράβους" και η Δ1 κάλεσε την Άμεση Δράση. Ο εναγόμενος, με όσα ψευδώς καταμαρτύρησε σε βάρος των εναγόντων στην πιο πάνω αγωγή και τη μήνυσή του, αφ' ενός μεν διέπραξε το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησής τους, αφ' ετέρου δε προκάλεσε την καταδίωξή τους, με την ψευδή του καταμήνυση, καθόσον ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τους, επιπλέον δε αυτός (εναγόμενος) τέλεσε και ψευδορκία σε βάρος τους, επιβεβαιώνοντας ενόρκως το περιεχόμενο της ψευδούς μήνυσής του.
Με τις πιο πάνω άδικες πράξεις του, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας θεωρούν εύλογο το ποσό αυτό των 80.044 € έκαστος, από το οποίο επιφυλάσσονται για ποσό 44 των €, που θα αναζητήσουν από το ποινικό δικαστήριο που θα επιληφθεί της υπόθεσης. Ζήτησαν δε με την αγωγή να καταδικασθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 80.000 ευρώ.
Η αγωγή αυτή, αφού κρίθηκε νόμιμη, ερευνήθηκε περαιτέρω κατ' ουσίαν. Το Εφετείο, ως εκ της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, δέχθηκε τα εξής: Η αδελφή των εναγόντων Δ1 ανέθεσε στον εναγόμενο, ο οποίος είναι δικηγόρος, τον χειρισμό των υποθέσεών της που αφορούσαν στη διαφορά της με τον εν διαστάσει σύζυγό της Ξ1, ήτοι την διεξαγωγή δικών για την επιδίκαση, στην ίδια ατομικά και στο ανήλικο τέκνο της, διατροφής, καθώς και την έγερση αγωγής διαζυγίου, επίσης δε του ανέθεσε τον δικαστικό χειρισμό της διαφοράς της με τον εργοδότη της Ε1 για την είσπραξη δεδουλευμένων αποδοχών, υπερωριών, δώρων, επιδομάτων κ.λ.π.
Έτσι, ο εναγόμενος, σε εκτέλεση της δοθείσας σ' αυτόν εντολής, κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τη συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του Ε1, στη συνέχεια δε κατέθεσε και αγωγή ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Παράλληλα, επιλήφθηκε και των υποθέσεων που σχετίζονταν με την επιδίκαση διατροφής στην αδελφή των εναγόντων ατομικά και ως εκπροσώπου του ανηλίκου τέκνου της, του οποίου ασκεί την επιμέλεια. Στις 19-11-2001 εκδικάσθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η σχετική αγωγή της κατά του εν διαστάσει συζύγου της, η οποία ήταν η δεύτερη κατατεθείσα και αφορούσε σε διατροφές της διετίας 2001-2003, αφού για το προηγηθέν χρονικό διάστημα 1999-2001 είχε ασκηθεί προγενέστερη αγωγή, την οποία ομοίως είχε συντάξει και είχε παραστεί κατά την συζήτησή της ο εναγόμενος.
Επί της προγενέστερης αυτής αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1319/2000 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, το οποίο επιδίκασε στην αδελφή των εναγόντων ως μηνιαία διατροφή για την ίδια το ποσό των 30.000 δραχμών και για το ανήλικο τέκνο της το ποσό των 70.000 δραχμών, επί δε της μεταγενέστερης ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 587/2002 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία επιδικάσθηκε στην αδελφή των εναγόντων ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της το συνολικό ποσό των 410,85 ευρώ.
Για την τελευταία αυτή δίκη είχε καταβληθεί στον εναγόμενο ως αμοιβή το ποσό των 100.000 δραχμών. Ο εναγόμενος είχε προβεί επί πλέον και στις κατωτέρω δικαστικές και εξώδικες ενέργειες κατ' εντολή της αδελφής των εναγόντων: α) σύνταξη και κατάθεση αιτήσεως και σημειώματος ασφαλιστικών μέτρων κατά του εργοδότη της Ε1 και παράσταση κατά τη συζήτησή της, β) άσκηση αγωγής κατά του ιδίου ως άνω προσώπου και παράσταση κατά τη συζήτησή της, γ) κατάθεση αιτήσεως προσδιορισμού ημερομηνίας εξετάσεως μαρτύρων επί της αγωγής διαζυγίου κατά του συζύγου της μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 10348/2000 προδικαστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δ) γνωστοποίηση μαρτύρων για την ίδια υπόθεση, ε) πέντε παραστάσεις κατά την εξέταση της μάρτυρός της και στ) σύνταξη και αποστολή δύο εξώδικων στο σύζυγό της.
Σε σχέση με αμοιβή του και τα έξοδα για τις παραπάνω διεξαχθείσες δικαστικές ενέργειες, ο εναγόμενος, επικαλούμενος συμφωνία του με την αδελφή των εναγόντων Δ1 περί συμψηφισμού αυτών (εξόδων και αμοιβής) με το εκ μέρους του εισπραχθέν από τον σύζυγο της τελευταίας ποσό των επιδικασθεισών διατροφών της ιδίας και του ανηλίκου τέκνου της, ύψους 1548,26 ευρώ, την κάλεσε στο γραφείο του να λάβει το εναπομείνον, μετά τον συμψηφισμό, υπόλοιπο ποσόν των 247,22 ευρώ, το οποίο όμως αυτή δεν έλαβε κατά τις επανειλημμένες προσελεύσεις της στο γραφείο του, αρνούμενη την ύπαρξη της παραπάνω συμφωνίας, και αξιώνοντας την καταβολή του ποσού των 1.665,42 ευρώ από το συνολικά εισπραχθέν (συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων εκτελέσεως) ποσόν των 1808,56 ευρώ.
Έτσι, εξαιτίας αυτής της διαφοράς, η αδελφή των εναγόντων, συνοδευόμενη από αυτούς, τον κοινό φίλο τους Σ1 (μάρτυρα) και δύο ακόμη άτομα με άγνωστα στοιχεία, προσήλθε εκ νέου στο γραφείο του εναγομένου στις 11-7-2002 και περί ώρα 19.30', χωρίς αυτός να την έχει καλέσει, προκειμένου ν' αξιώσει την καταβολή ολόκληρου του εισπραχθέντος ποσού που αφορούσε στην ως άνω επιδικασθείσα διατροφή.
Κατά την μετάβαση των άνω προσώπων στο γραφείο του ενάγοντος, εκ των οποίων τα δύο άγνωστα άτομα παρέμειναν εκτός αυτού, δημιουργήθηκε έντονο επεισόδιο, όπως κατέθεσε ένορκα ο μάρτυρας αποδείξεως Μ1, ασκούμενος δικηγόρος στο γραφείο του εναγομένου, ο οποίος ήταν παρών, η δε κατάθεσή του επιβεβαιώνεται από την ένορκη κατάθεση της επίσης παρούσης μάρτυρος συνεργάτιδας δικηγόρου του εναγομένου, Ρ1, ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση συναφούς υποθέσεως.
Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες και η αδελφή τους Δ1 με τον Σ1 εισήλθαν στο χώρο αναμονής του γραφείου του εναγομένου, χωρίς να έχουν ραντεβού, και εις επήκοον των παρευρισκομένων εκεί πελατών του, ήτοι των κυριών ... και ... (μετά της θυγατέρας της), καθώς και των κυρίων ..., ... και ... (μετά της συζύγου του), αλλά και των συνεργατών του Μ1 και Ρ1, απευθυνόμενοι προς αυτόν άρχισαν να φωνάζουν "είσαι κλέφτης, κρατάς τα λεφτά του παιδιού και δεν τα δίνεις", "αυτός είναι ο κ.
Ψ1 που καρπώθηκε τα λεφτά του παιδιού". Επίσης η αδελφή των εναγόντων φώναζε λέγοντας ότι "με κάλεσε στο γραφείο ένα βράδυ και μου την έπεσε". Ακόμη, παρακάμπτοντας τη σειρά αναμονής των πελατών, προσπάθησαν, παρά τη θέληση του εναγομένου, να εισέλθουν στον ιδιαίτερο χώρο του γραφείου του. Ο εναγόμενος εξήλθε από το γραφείο του ζητώντας τους να σταματήσουν να φωνάζουν και να αναμείνουν στον προθάλαμο τη σειρά τους, πλην όμως αυτοί, συνεχίζοντας την ιδία συμπεριφορά, δήλωσαν ότι δεν θα φύγουν αν δεν τους καταβάλει τα χρήματα.
Στην συνέχεια, η αδελφή των εναγόντων Δ1, κάλεσε από το κινητό τηλέφωνο της την Άμεση Δράση, όπως αποδεικνύεται από το υπ' αριθμ. πρωτοκ. ... έγγραφο της Γενικής Αστυνομικής Δ/νσεως Αττικής (Δ/νση Άμεσης Δράσης). Από το ίδιο έγγραφο αποδεικνύεται ότι την Άμεση Δράση κάλεσε λίγο αργότερα και έτερο άτομο, ονόματι ....
Στην συνέχεια, όταν κατέφθασε το περιπολικό με αριθμό ΕΑ-..., ο εναγόμενος δήλωσε στους αστυνομικούς που ήλθαν στο γραφείο του ότι αρνείτο να καταβάλει στην Δ1 το απ' αυτήν αιτούμενο ποσό, διότι του όφειλε χρήματα από προηγούμενη συνεργασία και ότι οι ενάγοντες, παρακάμπτοντας τη σειρά προτεραιότητας των πελατών, εισέβαλαν στο γραφείο του χωρίς να έχουν ραντεβού, απαιτούσαν προκλητικά τα χρήματα φωνάζοντας ενώπιον των πελατών του και δημιούργησαν πρόβλημα στη λειτουργία του γραφείου του.
Οι δηλώσεις αυτές του εναγομένου στα αστυνομικά όργανα, οι οποίες δεν διαψεύσθησαν από τους ενάγοντες κατά την καταγραφή τους, επιβεβαιώνουν επίσης τη δημιουργία του επεισοδίου και την αιτία του, ευλόγως δε δεν υπέβαλε αμέσως μήνυση κατά των εναγόντων και της αδελφής τους, θέλοντας αφ' ενός να περατώσει την (εργασία του και αφ' ετέρου να συντάξει το σχετικό δικόγραφο.
Το γεγονός και μόνον ότι στο γραφείο του εναγομένου μετέβησαν από κοινού οι ενάγοντες με την αδελφή τους, τον μάρτυρα Σ1 και δύο ακόμη άτομα, συνεχίζει το Εφετείο, καταδεικνύει την πρόθεσή τους να εισπράξει η αδελφή τους ολόκληρο το καταβληθέν ποσό διατροφών στον εναγόμενο από τον σύζυγο της τελευταίας, καθώς και να προξενήσουν επεισόδιο σε βάρος του, σε περίπτωση που αυτός αρνηθεί την καταβολή του.
Ενδεικτικό της έντασης του επεισοδίου ήταν ότι κλήθηκε η Άμεσος δράση δύο φορές, και συνεπώς καταρρίπτεται ο ισχυρισμός των εναγόντων και οι επ' αυτού καταθέσεις των μαρτύρων τους, ότι δεν δημιουργήθηκε επεισόδιο, δεν ισχυρίσθηκαν τα παραπάνω εκτεθέντα συκοφαντικά για τον εναγόμενο και ότι ανέμεναν κόσμια τη σειρά τους.
Τα ίδια που αναφέρονται από τον μάρτυρά τους Σ1 στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν κρίνονται επίσης πειστικά, αφού ο αυτός, συνοδεύοντας τους ενάγοντες και την αδελφή τους, γνώριζε ότι οι τελευταίοι σκόπευαν να δημιουργήσουν επεισόδιο σε βάρος του εναγομένου, σε περίπτωση αρνήσεώς του να καταβάλει το αιτούμενο από αυτούς ποσό, αποδεχόμενος έτσι την οποιαδήποτε συνδρομή προς αυτούς.
Επί πλέον, όταν τα αστυνομικά όργανα κατά την προσέλευσή τους στο γραφείο του εναγομένου κατέγραψαν το περιστατικό, τίποτα σχετικό περί εξυβρίσεως ή απειλής δεν αναφέρθηκε σ' αυτούς από τους ενάγοντες σε βάρος του εναγομένου. Αντίθετα, ο εναγόμενος κατά την ίδια ημέρα και περί ώρα 22.50' κατέθεσε μήνυση σε βάρος των εναγόντων, καταγγέλλοντας τα ανωτέρω, με βάση δε τη μήνυση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τους για συκοφαντική δυσφήμιση και διατάραξη οικιακής ειρήνης (άρθρα 363-362 και 334 § 1 Π.Κ.), πράξεις για τις οποίες παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι, αφού αποδείχθηκε ότι στις 11 -7-2002 έλαβε χώρα στο γραφείο του εναγομένου το περιγραφόμενο στην επίμαχη μήνυση και αγωγή περιστατικό, κατά το οποίο οι ενάγοντες και η αδελφή τους Δ1 ή εισήλθαν στο ιδιαίτερο γραφείο του χωρίς τη θέληση του και ενώπιον τρίτων διέδωσαν ψευδώς ότι είναι κλέφτης και παρακρατεί χωρίς δικαίωμα τα χρήματα της διατροφής του ανηλίκου τέκνου της Δ1, ο εναγόμενος δεν περιέλαβε στα ως άνω δικόγραφα ψευδή περιστατικά, καθόσον αφορά τους ενάγοντες, αλλά και την αδελφή τους, ούτε αποδείχθηκε τέτοια πρόθεση, και κατά συνέπεια δεν τέλεσε σε βάρος τους τα αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, συκοφαντικής δυσφημίσεως και ψευδορκίας μάρτυρα, όταν βεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο της εν λόγω μηνύσεως του.
Εξάλλου, μόνη η μη αναφορά, στην από 11-7-2002 μήνυση του εναγομένου, της επικαλούμενης από αυτόν συμφωνίας με την Δ1 για την ρύθμιση των οφειλών της προς αυτόν με συμψηφισμό προς τα εισπραχθέντα ποσά διατροφής από τον εν διαστάσει σύζυγό της, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει δόλο αυτού για ψευδή καταμήνυση, αφού στην εν λόγω μήνυσή του διέλαβε περιστατικό που πράγματι έλαβε χώρα στο γραφείο του, και τα αδικήματα που διαπράχθηκαν από τους ενάγοντες και την αδελφή τους σε βάρος του.
Εκτός αυτού, η σύναψη ή μη της ως άνω συμφωνίας και το περιεχόμενό της, καθώς και η εκατέρωθεν ύπαρξη ή μη οφειλών μεταξύ του εναγομένου και της Δ1, αλυσιτελώς προβάλλονται από τους ενάγοντες, διότι δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, ούτε συνδέονται με το πρόσωπό τους αλλά με την Δ1, η οποία δεν είναι διάδικος στην δίκη αυτή.
Επί πλέον, τα ως άνω περιστατικά δεν συνδέονται με το διατυπούμενο στην ένδικη αγωγή αίτημα, αφού οι ενάγοντες ζητούν την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, την οποία ισχυρίζονται ότι υπέστησαν από την αναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου που στρέφεται κατά των ίδιων.
Άλλωστε, δεν δικαιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση για τυχόν αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου που στρέφεται κατά της αδελφής τους, αφού δεν είναι άμεσα βλαπτόμενοι. Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων περί χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν εκ της ανωτέρω σε βάρος τους αδικοπραξίας, με την μορφή της ψευδούς καταμηνύσεως, συκοφαντικής δυσφημήσεως και ψευδορκίας μάρτυρος, εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου (εναγομένου).
Από τις εκτεθείσες παραδοχές του προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τη βάση της αγωγής από αδικοπραξία τελεσθείσα σε βάρος των εναγόντων με την μορφή της ψευδούς καταμηνύσεως, συκοφαντικής δυσφημήσεως και ψευδορκίας μάρτυρος εκ μέρους του εναγομένου, την οποία (βάση) ερεύνησε στην ουσία και στην συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Στο πλαίσιο δε της εξετάσεως της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως ερεύνησε κατ' ανάγκη και τις πράξεις αυτοδικίας και της διατάραξης οικιακής ειρήνης κατά τα συγκροτούντα αυτές στοιχεία στα οποία αφορούσε η ψευδής καταμήνυση, παρόλο που αυτά δεν αναφέρονται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, τρίτος (κατά το οικείο μέρος), τέταρτος (κατά τα οικεία μέρη) και πέμπτος (κατά το οικείο μέρος) λόγος του αναιρετηρίου, υπαγόμενοι στη ρύθμιση του αριθμού 8 (όχι και του αριθμού 9) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμοι.
Επίσης, ενόψει της παραδοχής του Εφετείου, ότι οι αναιρεσείοντες "...ενώπιον τρίτων διέδωσαν ψευδώς ότι είναι κλέφτης (δηλ ο αναιρεσίβλητος) και παρακρατεί χωρίς δικαίωμα τα χρήματα της διατροφής του ανηλίκου τέκνου της Δ1..." καθίσταται σαφές ότι σ' αυτή (παραδοχή) εμπεριέχεται εκ του πράγματος η παραδοχή περί δικαιωματικής από τον ίδιο (αναιρεσίβλητο) παρακρατήσεως την εν λόγω χρημάτων, και ως εκ τούτου ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ απορρέων έκτος λόγος του αναιρετηρίου, ως προς την αιτίαση περί παραλείψεως του Εφετείου να αποφανθεί για την ύπαρξη ή μη οφειλής του αναιρεσιβλήτου προς τη Δ1, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε καμμία από τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό του πόρισμα, και τα γενόμενα δεκτά πραγματικά γεγονότα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, έτσι ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής αυτών των διατάξεων.
Κατ' ακολουθίαν, οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι (κατά τις σχετικές αιτιάσεις) είναι αβάσιμοι.
Με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθ. .... έγγραφο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠΕΕ) περιφερειακής Δ/νσης Αττικής, το οποίο είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι αναιρεσείοντες για να αποδείξουν αφενός μεν ότι ο αναιρεσίβλητος είχε εκδώσει την με αριθμό ...απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ποσού 176,00 ευρώ, που αφορούσε στις ενέργειες του (δικαστικές και εξώδικες) σχετικά με τη διαφορά μεταξύ της Δ1 και του πρώτου εργοδότη της, αφετέρου δε ότι δεν υπήρχε καμία συμφωνία του αναιρεσισβλήτου με τη Δ1 για τις αμοιβές του και επιπλέον ότι ο ίδιος είχε εξοφληθεί από την τελευταία για όλες τις ενέργειες του. Από τη διαλαμβανόμενη στην απόφασή του όμως βεβαίωση ότι κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση του άνω εγγράφου. Επομένως, ο άνω λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου είναι αβασιμός. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-07 αίτηση των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5363/07 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου οριζόμενα σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ