1563/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1563/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ.α', 287, 289, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, η δίκη διακόπτεται και με το θάνατο κάποιου από τους διαδίκους, επέρχεται δε η διακοπή από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, που μπορεί να γίνει από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη ή από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου επήλθε η διακοπή.
Full text
Απόφαση 1563 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1563/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κάπαρη-Ανώνυμη Ξενοδοχειακή, Τουριστική και Εμπορική Εταιρεία", που εδρεύει στο Ημεροβίγλι Θήρας-Κυκλάδων και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Φ1 και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Στυλιανό Σταματόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: α)Ψ1 και β) Ψ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγαπηνό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-1977 αγωγή του αρχικού αναιρεσίβλητου Ψ3 , που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/1977 μη οριστική, 230/1978 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/1979 μη οριστική, 143/1979 μη οριστική, 29/1982 μη οριστική και 58/1998 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-2-2001 αίτησή της και με τους από 16-2-2007 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 8-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 58/1998 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ.α', 287, 289, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, η δίκη διακόπτεται και με το θάνατο κάποιου από τους διαδίκους, επέρχεται δε η διακοπή από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, που μπορεί να γίνει από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη ή από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου επήλθε η διακοπή.
Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί, και χωρίς να έχει προηγηθεί η γνωστοποίηση σ'αυτόν του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενος την έλλειψη της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας τη δίκη διακοπείσα, να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία που διαγράφεται στο άρθρο 291 ΚΠολΔ, δηλαδή κοινοποιώντας δικόγραφο για επανάληψη της δίκης στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος, στην περίπτωση διακοπής συνεπεία θανάτου του διαδίκου, είναι μόνον ο καθολικός διάδοχος του αποβιώσαντος διαδίκου (κληρονόμος του), όχι όμως και ο ειδικός διάδοχος, η προς τον οποίο μεταβίβαση του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει καμία μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, και ως εκ τούτου ο τελευταίος δικαιούται, προς προστασία των εννόμων συμφερόντων του, ν' ασκήσει μόνο παρέμβαση στην κατά τα ανωτέρω συνεχιζόμενη δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αρχικά ενάγων Ψ3 άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, κατά του αρχικά εναγομένου Δ1, την από 22-2-1977 αρνητική αγωγή, σωρεύοντας στο ίδιο δικόγραφο και αγωγή περί αναγνωρίσεως της κυριότητας του στο αναφερόμενο επίδικο ακίνητο.
Η αγωγή αυτή έγινεδεκτή με τις υπ' αριθμ.281/1977 (εν μέρει οριστική) και 230/1978 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Κατά των εν λόγω αποφάσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο αρχικά εναγόμενος Δ1 άσκησε την από 23-10-1978 έφεση. Μετά την άσκηση της έφεσης και ενώ η υπόθεση ήταν εκκρεμής στο Εφετείο Αιγαίου, αποβίωσαν αμφότεροι οι αρχικοί διάδικοι και συγκεκριμένα στις 23-12-1992 αποβίωσε ο αρχικά εναγόμενος - εκκαλών Δ1, κληρονομηθείς από τη σύζυγο τουΔ2 και τα τέκνα του...
και Φ1, κατά τα νόμιμα ποσοστά της εξ αδιαθέτου διαδοχής, και στις 12-12-1994 αποβίωσε ο αρχικά ενάγων-εφεσίβλητος Ψ3 , κληρονομηθείς εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του, ήδη αναιρεσιβλήτους, Ψ1 και Ψ2. Οι αναιρεσίβλητοι, ως καθολικοί διάδοχοι (κληρονόμοι) του αρχικά ενάγοντος- εφεσίβλητου, με ενιαία δήλωση-πρόσκληση τους, η οποία έγινε με το από 5-11-1996 ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε στους κληρονόμους του αρχικά εναγομένου -εκκαλούντοςΔ2 χήρα Δ1, ....
και Φ1, αφού γνωστοποίησαν το θάνατο του καθολικού δικαιοπαρόχου τους αρχικά ενάγοντος, αφενός δήλωσαν προς αυτούς ότι συνεχίζουν τη διακοπείσα δίκη στη θέση εκείνου, και αφετέρου κάλεσαν αυτούς για επανάληψη της δίκης που είχε διακοπεί με το θάνατο του δικού τους καθολικού δικαιοπαρόχου, δηλαδή του αρχικά εναγομένου-εκκαλούντος Δ1.
Με το ίδιο ως άνω ιδιαίτερο δικόγραφο οι αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι ότι, η από τους καλούμενους κληρονόμους του αρχικά εναγομένου-εκκαλούντος, σύζυγος αυτού, Δ2 μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο, με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίου Μουσογιάννη, στην ήδη αναιρεσείουσα εταιρία με την επωνυμία " Κάπαρη-Ανώνυμη Ξενοδοχειακή, Τουριστική και Εμπορική Εταιρεία", προσκάλεσαν και την τελευταία για επανάληψη της κατά τα ανωτέρω, με τους θανάτους των αρχικών διαδίκων, διακοπείσης δίκης.
Ακολούθως, με την από 31-7-1997 κλήση των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί κάλεσαν για συζήτηση της αγωγής τόσο τους ρηθέντες κληρονόμους του αρχικά εναγομένου-εκκαλούντος, όσο και την αναιρεσείουσα εταιρεία, ως ειδική διάδοχο στο επίδικο της πρώτης τούτων (κληρονόμων), επαναφέρθηκε η υπόθεση για περαιτέρω μετ' απόδειξη συζήτηση στο Εφετείο Αιγαίου.
Η κλήση αυτή των αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της αναιρεσείουσας, ως ειδικής διαδόχου της ρηθείσης κληρονόμου του αρχικά εναγομένου, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, για τη συνέχιση της δίκης στο Εφετείο, που διακόπηκε με το θάνατο του αρχικά εναγομένου-εκκαλούντος Δ1, νομιμοποιούνταν μόνο οι διάδικοι υπέρ των οποίων επήλθε η διακοπή αυτή, δηλαδή οι προαναφερόμενοι καθολικοί διάδοχοι (κληρονόμοι) του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου-εκκαλούντος, όχι δε και η αναιρεσείουσα ειδική διάδοχος, η προς την οποία μεταβίβαση του επιδίκου, εφόσον έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας επί της αγωγής, ουδεμία μεταβολή επέφερε στην έννομη σχέση της δίκης, και συνεπώς αυτή είχε μόνο δικαίωμα να παρέμβει στη δίκη.
Συνεπώς το Εφετείο που, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, θεώρησε ότι με την παραπάνω κλήση των αναιρεσιβλήτων νομίμως επαναλήφθηκε η δίκη και ως προς την αναιρεσείουσα, ειδική διάδοχο, και ακολούθως δέχθηκε την ένδικη αγωγή και ως προς αυτήν, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης της κλήσης αυτής ως προς την αναιρεσείουσα.
Επομένως, ο σχετικός μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκε με το μοναδικό λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί ως προς την αναιρεσείουσα η προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, αφού με την παρούσα απόφαση του, ο Άρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο Αιγαίου) ότι η από 31-7-1997 κλήση των αναιρεσιβλήτων για περαιτέρω μετ' απόδειξη συζήτηση της ένδικης αγωγής του καθολικού δικαιοπαρόχου τους Ψ3, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αναιρεσείουσα δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο Αιγαίου, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, γι' αυτό και παρέλκει η παραπομπή της υπόθεσης σ' αυτό (Ολ.
ΑΠ 25/2001) και, για λόγους οικονομίας της δίκης, επιβάλλεται να απορριφθεί από το παρόν δικαστήριο η παραπάνω κλήση των αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος που στρέφεται κατά της αναιρεσείουσας. Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί ως προς την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία "Α.Ε. Κάπαρη- Ανώνυμη Ξενοδοχειακή, Τουριστική και Εμπορική Εταιρεία" την υπ' αριθμ. 58/1998 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Κηρύσσει απαράδεκτη ως προς την αναιρεσείουσα την από 31-7-1997, με αριθμό εκθ. καταθ. 100/4-8-1997, κλήση των αναιρεσιβλήτων Ψ1 και Ψ2, για περαιτέρω συζήτηση της από 22-2-1997 αρνητικής και περί αναγνωρίσεως της κυριότητας ακινήτου αγωγής του καθολικού δικαιοπαρόχου τους Ψ3.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια τριάντα (1230) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαϊου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 26 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ