Legislator Case Law & Legislation
1562/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's rejection of claims as time-barred.

Case Number 1562/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court upheld the appeal against the time-barred portion of the lower court's decision while rejecting the appeal on the valid claims. The State argued that the plaintiffs' claims for specific benefits were statute-barred for periods prior to 2005, whereas the lower court had accepted the claims for later periods. The court ruled that since the appeal did not challenge the time-barred section, the original judgment remained legally binding for that part, necessitating a procedural dismissal of the appeal regarding those specific claims.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 14 of Law 3016/2002: When an appeal fails to challenge a portion of a judgment declared time-barred, the appellate court must retain the original judgment on that portion and dismiss the appeal against it as procedurally inadmissible.

Keywords

AI generated
statute of limitations time-barred claims procedural dismissal appeal admissibility Code of Civil Procedure judgment retention legal validity

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 14 of Law 3016/2002
Art. 143 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1 and 3 of Law 3693/1957
Art. 5 para. 12 of Law 1738/1987
Art. 2 of Circular 134423/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1562 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1562/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Άννας Πρεβενά, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Σ.Δ., 2. Ε.Ζ., 3. Α.Ρ., 4. Β.Σ., 5. Ε.Σ., 6. Β.Σ., 7. Ε.Κ., 8. Α.Σ., 9. Μ.Κ., 10. Μ.Μ., 11. Ε.Κ.,12. Χ.Ρ., 13. Ν.Σ., 14. Ε.Α., 15. Δ.Ν.,16. Ν.Α., 17. Η.Κ.,18. Δ.Λ., 19. Α.Φ.,20. Δ.Β., 21. Μ.-Μ.Τ., 22. Ά.Κ., 23. Α.Α., 24. Κ.Κ., 25. Ν.Κ., 26. Δ.Σ., 27. Μ.Δ., 28. Μ.Κ., 29. Γ.Μ., 30. Ν.Π., 31. Ν.Π., 32. Α.Δ., 33. Γ.Γ., 34. Α.Π., 35. Μ.Δ., 36. Σ.Α., 37. Χ.Κ., 38. Ε.Κ., 39. Μ.Ε., 40. Α.Σ., 41.Α.Δ., 42. Ε.Ν., 43. Β.Ν., 44. Α.Ε., 45. Χ.Λ., 46. Χ.Π. και 47. Ε.Μ. κατοίκων, όλων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν η 20/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4155/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 27-9-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../16-9-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά Θ. Λ., με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ,επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου καθώς και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 1-2-2022 στο δικηγόρο Αθηνών, Παναγιώτη Σπυρίδωνος, ως αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 143 παρ.1, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο παρ.2 του άρθρου 1 του ν.4335/2015) ο οποίος, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 4155/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, είχε εκπροσωπήσει τους αναιρεσίβλητους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο αυτό.

Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.ΠολΔικ., παρά την απουσία τους, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.

Στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων) και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α') εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ.1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του v. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του v. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους... 5.... 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.

Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (Ολ.

ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του N. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της.

Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του v. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του".

Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1- 1-2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1- 1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών. (ΑΠ Ολομ. 16/2015, ΑΠ 1113/2020, 628/2020, 490/2019, 333/2018, 92/2018, 53/2017, 356/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, στην ένδικη, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν ότι είναι υπάλληλοι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου απασχολούμενοι στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας προ του έτους 2000, πλήν των τεσσάρων τελευταίων, εκ των συνολικώς 47, που προσλήφθηκαν την 26-3-2003, υπαγόμενοι ευθέως στο σύστημα του "ενιαίου μισθολογίου" μέχρι την 31-12-2003 βάσει του άρθρου 1 παρ. 1 περ.

β' του Ν. 2470/1997 και από 1.11.2004 βάσει του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3205/2003. Ότι με πλήθος υπουργικών αποφάσεων που εξεδόθησαν κατά νομοθετική εξουσιοδότηση απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν. 3016/2002, χορηγήθηκε ειδική παροχή (επίδομα) ύψους 176 ευρώ σε σημαντικό αριθμό κατηγοριών υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι κυρίως την συνταγματική αρχή της ισότητας, και επικουρικά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει την πρόσθετη μηνιαία ειδική μισθολογική παροχή, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, για τα χρονικά διαστήματα και συγκεκριμένα: 1) στους πρώτους 43 εξ αυτών το ποσό των 10.560 ευρώ στον καθένα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2006, 2) στους δε τελευταίους τέσσερεις το ποσό των 7.949,33 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 26-3-2003 έως 31-12-2006, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα που τα επιμέρους κονδύλια κατέστησαν απαιτητά, άλλως, από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο αυτό δικαστήριο, αφού απέρριψε την επικουρική, από αδικοπραξία, βάση της αγωγής, έκρινε αυτήν νόμιμη ως προς την κυρία βάση της και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι η παροχή του άρθρου 14 Ν. 3016/2002, έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών της Δημόσιας Διοίκησης και Ν.Π.Δ.Δ., χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα να έχει προσλάβει λόγω της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισής της, εξ αρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας δηλαδή γενικής προσαυξήσεως των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του Ν. 2470/1997 και του Ν. 3205/2003 και ότι κατά συνέπεια και επειδή η εξαίρεση κατηγορίας εργαζομένων, που τελούν υπό τις αυτές μισθολογικές συνθήκες από την απόληψη της παροχής αυτής, στερούμενη αιτιολογικού ερείσματος, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητώς κατονομαζομένων ως δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) για την αποκατάσταση της οποίας, πρέπει να εφαρμοστεί και για τις αναιρεσίβλητες σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει και για τις κατηγορίες των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση.

Έκρινε επίσης ότι το καταβαλλόμενο στους ενάγοντες επίδομα θαλασσίων μεταφορικών μέσων, δεν παρεμποδίζει την γέννηση της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, ως συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας αυτών και συνεπώς τυγχάνει απολύτως και καταφανώς ετεροειδές με την παροχή του άρθρου 14 Ν. 3016/2002.

Τέλος δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι εργάσθηκαν, κατά τους χρόνους που αναφέρονται στην αγωγή για τον κάθε ένα. Με βάση τις παραδοχές αυτές (αφού δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την παραδεκτώς υποβληθείσα ένσταση παραγραφής του εναγομένου για μέρος των αγωγικών αξιώσεων των εναγόντων, κρίση, που εδώ δεν ενδιαφέρει), έκρινε εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, ως προς την κύρια βάση της και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου-αναιρεσείοντος να καταβάλει στον 17ο ενάγοντα το ποσό των 3.250 ευρώ και σε κάθε ένα από τους λοιπούς ενάγοντες το ποσό των 4.224 ευρώ.

Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την έφεση του εναγομένου-αναιρεσείοντος, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενο τα ίδια με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την κύρια βάση της αγωγής, δέχθηκε δηλαδή ότι αυτή είναι νόμιμη και οι ενάγοντες δικαιούνται την παροχή των 176 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή και με βάση τα προεκτεθέντα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002, 13 του ν. 2738/1999, 24 και 28 του ν. 3205/2003, καθόσον η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο δεν ήταν νόμιμη, διότι η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται, εάν η Διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, μη συντρέχουσα στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι λάμβαναν άλλη (ανώτερη) πρόσθετη μισθολογική παροχή (επίδομα θαλάσσιων μεταφορικών μέσων).

Επί πλέον, όπως επίσης έχει εκτεθεί προηγουμένως, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της διοίκησης να επεκτείνει τη χορήγηση της ένδικης παροχής στους ενάγοντες από μόνο το λόγο ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια για παραβίαση των προαναφερθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος, που αφορούσε μόνο το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη. Και τούτο διότι, στο δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της που είχε γίνει δεκτή η αγωγή των εναγόντων από το Ειρηνοδικείο, εφόσον με την έφεση του εναγομένου- αναιρεσείοντος δεν προβλήθηκε παράπονο με λόγο έφεσης για το κεφάλαιο της πρωτόδικης που απέρριψε λόγω παραγραφής τις αξιώσεις των εναγόντων για το χρονικό διάστημα μέχρι 31-12-2004 και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της (αγωγής) κατά το μέρος αυτό, δηλαδή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή για την επιδίκαση στους εφεσιβλήτους- ενάγοντες της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν.3016/2002 για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 31-8-2006 για τον 17ο των εναγόντων Η.

Κ. και από 1-1-2005 μέχρι 31-12-2016 για τους λοιπούς, ενώ ως προς το απορριφθέν ως παραγεγραμμένο μέρος της, οι αναιρεσίβλητοι δεν άσκησαν έφεση, και κατά τα ανωτέρω η αγωγή κατά το απορριφθέν ως παραγεγραμμένο μέρος της, δεν μεταβιβάστηκε παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου (και ήδη τελεσιδίκησε). Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναιρέσεως που ευδοκίμησε, προκύπτει ότι η αγωγή, κατά το άνω μέρος της που είχε γίνει δεκτή και είχε το προεκτεθέν περιεχόμενο είναι μη νόμιμη.

Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή κατ' ουσία η έφεση κατά παραδοχή των τριών πρώτων λόγων της, που αναφέρονται στη νομική αβασιμότητα της αγωγής, να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά το ως άνω μέρος με το οποίο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως νόμιμη για τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα, και ν' απορριφθεί η αγωγή κατά τούτο ως μη νόμιμη.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2), των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4155/2014 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά το πληττόμενο μέρος.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 21-3-2012 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος αυτό.

Δέχεται αυτήν κατ' ουσία.

Εξαφανίζει την 20/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη η από 19-12-2006 αγωγή για επιδίκαση στους ενάγοντες της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν., 3016/2002 για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 31-8-2006 για τον 17ο ενάγοντα Η. Κ. και από 1-1-2005 μέχρι 31-12-2006 για όλους τους λοιπούς ενάγοντες.

Δικάζει επί της αγωγής.

Απορρίπτει αυτήν, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το Ειρηνοδικείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν στο αναιρεσείον για τη δικαστική του δαπάνη των δυο βαθμών δικαιοδοσίας το ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ και της αναιρετικής δίκης το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ