Supreme Court dismisses appeal on water debt claim due to lack of specific consumption details and failure to request state debt recognition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' decision rejecting a water consumption debt claim. The appellants argued the lower court erred in dismissing the suit as vague, but the court found the complaint lacked specific details on consumption amounts, water rates, and time periods necessary for defense and verification. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because the original claim failed to meet legal requirements for debt recognition and did not cite the necessary state debt recognition procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286 et seq., 287, 291 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may dismiss an appeal if the underlying claim is substantively baseless due to lack of specific factual details required for judicial verification and defense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1562 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1562/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Σ. χας Ν. Β., το γένος Π. Τ., 2) Π. Β. του Ν., 3) Π. Β. του Ν., 4) Α. Β. του Ν. και 5) Κ. Β. του Ν., κατοίκων ..., ως καθολικών διαδόχων του αρχικώς αναιρεσείοντος και ήδη αποβιώσαντος στις 18-7-2016 Ν. Β. του Π. (βλ. 92/2016 Πρακτικό του Δικαστηρίου αυτού), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καφύρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2009 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Ν. Β. του Π., στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι ήδη καλούντες, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1961/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5152/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αρχικώς αναιρεσείων με την από 3-10-2014 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την 1-4-2016, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 16-12-2016, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 10-5-2021 κλήση των κληρονόμων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βάρκα διάβασε την από 24-3-2016 έκθεση της Αρεοπαγίτου Αλεξάνδρας Κακκαβά, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3-10-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5152/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ.περ.α, 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης ο αναιρεσείων Ν. Β., απεβίωσε την 18-7-2016, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (6-10-2014) και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του, Σ. χήρα Ν. Β. του Π. και Κ. Τ. και από τα τεσσερα τέκνα του, ήτοι τους Π. Β., Π. Β., Α. Β. και Κ. Β., κληρονόμους του, οι οποίοι και γνωστοποίησαν το διακοπτικό του θανάτου γεγονός με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως στις 16-12-2016, οπότε επρόκειτο να συζητηθεί η αίτηση αναιρέσεως, μετά από αναβολή κατά την αρχική δικάσιμο της 1-4-2016, επελθούσης έτσι βιαίας διακοπής της δίκης.
Ο θάνατος του παραπάνω αναιρεσείοντος και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική του διαδοχή αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα (ληξιαρχική πράξη θανάτου, το πιστοποιητικό της οικογενειακής του κατάστασης και τα πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί μη αποποίησης της κληρονομίας), περιστατικά τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από το αναιρεσίβλητο (261 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την τελευταία παραπάνω δικάσιμο 16-12-2016 η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ματαιώθηκε και με την από 10-5-2021 κλήση των ως άνω καθολικών διαδόχων του αναιρεσείοντος, η αίτηση αναιρέσεως επαναφέρεται προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως.
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί της νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του αξιούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ολΑΠ 18/1998, ΑΠ 271/2007, ΑΠ 438/2002).
Η δε ποιοτική αοριστία δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ? (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 271/2007), αν το Δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων με την από 1-6-2009 με αύξ. αρ. 3751/2009 αγωγή του κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεσε τα εξής: Με το από 16 Αυγούστου 1996 συμφωνητικό μισθώσεως, εγώ ο ενάγων εκμίσθωσα στο Ελληνικό Δημόσιο, ένα οίκημα της αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής μου, αποτελούμενο από ισόγειο και Α' όροφο, που βρίσκεται στη θέση ...
του Δήμου ... και επί των οδών ... ...) και ..., συνολικής επιφάνειας 663,60 μ2, καθώς και τον περιβάλλοντα αυτό υπαίθριο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων 452,80 μ2, για τη στέγαση του Πολυδύναμου Αστυνομικού Τμήματος ..., για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, που άρχισε την 5η Νοεμβρίου 1996 και έληξε στις 4 Νοεμβρίου 1999, αντί μηνιαίου μισθώματος δραχμών (900.000) εννιακοσίων χιλιάδων, και με τους λοιπούς όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στο παραπάνω από 16/8/1996 ιδιωτικό συμφωνητικό και το οποίο μίσθιο χρησιμοποιούσε το καθ'ου έκτοτε και μέχρι 6 Φεβρουαρίου 2006 για τη συμφωνηθείσα χρήση.
Η ως άνω μίσθωση δεν παρατάθηκε κατά τη λήξη της σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία του άρθρου 9 του 19/19-11-1932 π.δ/τος "περί στεγάσεως Δημόσιων Υπηρεσιών", και ούτε υπάγεται στις προστατευόμενες μισθώσεις, και ως εκ τούτου έχει λήξει αυτοδικαίως, ήδη προ πολλού (4-11-1999), οπότε και έπρεπε να μου είχε αποδώσει το εναγόμενο τη χρήση του μισθίου, πράγμα όμως το οποίο δεν έγινε, παρά την προφορική μου εναντίωση και τις δικαιολογίες των αρμοδίων ότι ψάχνουν να βρουν ακίνητο για τη στέγαση της υπηρεσίας και δεν βρίσκουν.
Με την από 6.11.2003 αγωγή μου απευθυνόμενη προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του καθ'ου, η οποία φέρει και τυπικά το χαρακτήρα εναντίωσης κατ' άρθρο 611 Α.Κ., στη συνέχιση της μίσθωσης ή της χρήσης του μισθίου από το εναγόμενο ελληνικό δημόσιο, η οποία επιδόθηκε νόμιμα στις 20.11.2003 στο αντίδικο, όπως αυτό νόμιμα εκπροσωπείται, ζήτησα την απόδοση του πιο πάνω περιγραφόμενου μισθίου και επιφυλάχθηκα παντός εν γένει δικαιώματός μου.
Επί της αγωγής μου αυτής εκδόθηκε η υπ'αρ. 3278/2004 απόφαση του Δικαστηρίου σας που διέταξε το αντίδικο να μου αποδώσει τη χρήση του μισθίου. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, χρησιμοποιούσε το προαναφερθέν μίσθιο, παρά την εναντίωσή μου, μέχρι τις 6 Φεβρουαρίου 2006, οπότε και μου το παρέδωσε, αντί του αρχικώς συμφωνηθέντος -εν έτει 1996- μισθώματος, του ποσού των 900.000 δραχμών τότε, και κατά μετατροπή σε ευρώ 2.641,23 € κατά μήνα, το οποίο κατέβαλε κάθε μήνα ως αποζημίωση χρήσης.
Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του όρου 5 του από 16/8/1996 μεταξύ ημών μισθωτηρίου είχε συνομολογηθεί αυτολεξεί " Επίσης η δαπάνη καταναλώσεως ύδατος και ηλεκτρικού ρεύματος θα βαρύνει το Δημόσιο αν ο εκμισθωτής τοποθετήσει ιδιαίτερους μετρητές για τους μισθούμενους χώρους.". Ούτω το αντίδικο ανέλαβε την πλήρη υποχρέωση προς πληρωμή των εκάστοτε εκδιδόμενων λογαριασμών ΔΕΗ και ΕΥΔΑΠ που αφορούσαν το μίσθιο ακίνητο, της αναφερόμενης αίρεσης σχετικά με την τοποθέτηση ιδιαίτερων μετρητών μη έχουσας σημασία, δεδομένου ότι το αντίδικο είχε μισθώσει ολόκληρο το ακίνητο και δεν υπήρχε ανάγκη, ούτε λόγος τοποθέτησης ιδιαίτερων μετρητών.
Σε εκπλήρωση της ως άνω συμβατικής του υποχρέωσης το αντίδικο προέβαινε καθ' όλη τη χρονική διάρκεια της μίσθωσης στην πληρωμή μόνο των λογαριασμών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ ουδέποτε κατέβαλε το αντίτιμο του καταναλισκόμενου από αυτό ύδατος του μισθίου με αποτέλεσμα, να φέρομαι στην ΕΥΔΑΠ πως της οφείλω μέχρι την 2/3/2006, το ποσό των 30.280,00 € από κατανάλωση ύδατος για το μίσθιο ακίνητό μου.
Μόλις έλαβα γνώση της ως άνω φερόμενης ως οφειλής μου προς την ΕΥΔΑΠ, συγκείμενης αποκλειστικώς από το αντίτιμο της κατανάλωσης ύδατος μετά της δαπάνης αποχέτευσης, εισφοράς ΝΔ 1068/42 εξ 1%, παγίων και ΦΠΑ, που έγινε αποκλειστικά κατά το χρόνο διάρκειας της μίσθωσης του ακινήτου μου από το Δημόσιο, διαμαρτυρήθηκα προφορικά στα αρμόδια όργανά του, τα οποία με διαβεβαίωσαν ότι θα ρυθμίσουν την οφειλή και θα προέβαιναν σε εξόφληση του σχετικού λογαριασμού της ΕΥΔΑΠ και ως, εκ τούτου ανέμενα κι εγώ δικαίως την τακτοποίηση της ζητήματος. .Εις μάτην όμως, καθόσον το αντίδικο ουδέν έπραξε.
Κατόπιν αυτού και βλέποντας την άρνηση του καθ'ου να εκπληρώσει την αναληφθείσα από αυτό συμβατική του υποχρέωση για καταβολή των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος, απέστειλα σε αυτό, την από 17 Δεκεμβρίου 2007 εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωσή μου συγκοινοποιώντας του και το πρωτότυπο του υπ'αριθμόν ...
λογαριασμού ύδρευσης και αποχέτευσης εκδοθέντος υπό της ΕΥΔΑΠ, με την οποία, του υπενθύμιζα τον συμβατικό ρητό όρο τέσσερα (4) της μεταξύ ημών μίσθωσης, δυνάμει του οποίου όφειλε να προβεί σε εξόφληση προς την ΕΥΔΑΠ, του συγκοινοποιούμενου λογαριασμού εκ 30.280,00 €, διαμαρτυρόμουν για την παράνομη, αυθαίρετη και απαράδεκτη συμπεριφορά του για την μη τήρηση των συμπεφωνημένων, το οχλούσα προσκαλώντας το να εξοφλήσει άμεσα προς την ΕΥΔΑΠ, τον οφειλόμενο λογαριασμό ύδρευσης με αριθμό ..., άλλως και εν αρνήσει του, του δήλωνα ότι θα ενεργούσα τα νόμιμα.
Η ως άνω εξώδικη διαμαρτυρία μου πρόσκληση και δήλωσή μου μετά του προαναφερθέντος λογαριασμού ΕΥΔΑΠ, κοινοποιήθηκαν στο αντίδικο στις 27/12/2007, όπως τούτο προκύπτει από την υπ'αρ. 4201Ε/27-12-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Π.. Σε απάντηση της παραπάνω εξωδίκου μου, το αντίδικο μου απέστειλε την από 2 Φεβρουαρίου 2008 με αριθ.
Πρωτοκόλλου 605/Φ. 11787 επιστολή του, η οποία μου επιδόθηκε με συστημένη επιστολή στις 6-2-2009, με την οποία με ενημέρωνε για τις ενέργειές του σχετικά με την προήρειται εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση και δήλωσή μου, αποστέλλοντάς μου συνάμα και την από 8-3-2008 απόφαση εγκρίσεως πληρωμής δαπάνης ποσού 30.280,00 €, που εξέδωσε η Διεύθυνση Οικονομικών του αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, που ήταν η Υπηρεσία του καθ' ου που ποιείτο χρήση του μισθίου για τη στέγαση σε αυτό του Πολυδύναμου Αστυνομικού Τμήματος ....
Την ίδια ως άνω απόφαση περί εγκρίσεως πληρωμής, το αντίδικο κοινοποίησε και στην ΕΥΔΑΠ, στο αρμόδιο περιφερειακό γραφείο της επί της οδού .... Εξάλλου λόγω του μεγάλου ύψους του χρεωστικού υπολοίπου του ως άνω λογαριασμού ύδρευσης, η ΕΥΔΑΠ προέβη σε αφαίρεση του μετρητή ύδατος, με αποτέλεσμα το ακίνητό μου πλέον να μην υδρεύεται.
Φρονώντας ότι το ζήτημα της ως άνω οφειλής έχει ρυθμιστεί, κατόπιν των προφορικών και εγγράφων πλέον διαβεβαιώσεων, ανέμενα την έκδοση του λογαριασμού της ΕΥΔΑΠ, στον οποίο να εμφαίνεται η καταβολή της οφειλής που αφορά το αντίδικο και η χρέωση μόνο των οφειλών από κατανάλωση ύδατος για το μετά το χρόνο της αποχώρησης του αντιδίκου από το μίσθιο χρονικό διάστημα.
Αντ' αυτού, στις 10/3/2009 μου κοινοποιήθηκε η από 6-3-2009 γνωστοποίηση - πρόσκληση της ΕΥΔΑΠ, με την οποία με ενημέρωναν ότι υφίστανται προς αυτήν βεβαιωμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές ποσού 31.026,00 €, πλέον προσαυξήσεων από υδροληψία του μισθίου ακινήτου μου και με καλούσαν να προβώ σε εξόφληση του ως άνω ποσού, πλέον προσαυξήσεων εξ 11.162,15 € και συνολικά εκαλούμην να καταβάλω προς την ΕΥΔΑΠ το συνολικό ποσό των 42.192.15 €.
Περαιτέρω η ΕΥΔΑΠ μου απέστειλε και το από 6/5/2009 έγγραφό της με το οποίο με ειδοποιούσε ότι ακολουθεί κατάσχεση του ακινήτου μου από ληξιπρόθεσμες οφειλές υδροληψίας του ακινήτου μου επί της οδού ..., ποσού 31.026,00 €, πλέον προσαυξήσεων και με ειδοποιούσε να προβώ σε τακτοποίηση των οφειλομένων, διαφορετικά θα επεδίωκαν την είσπραξή του, αναγκαστικά κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του ΚΕΔΕ.
Προκειμένου δε εγώ να αποφύγω πρωτίστως τις δυσμενείς επιπτώσεις της επικείμενης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος μου, αλλά και δευτερευόντως για να επανατοποθετηθεί ο μετρητής ύδατος, υποχρεώθηκα να αναλάβω απέναντι στην ΕΥΔΑΠ, την εξόφληση του χρέους του αντιδίκου εκ 30.280,00 €, πλέον δικαστικών εξόδων εξ 21,20 € και 18,00 € και δαπάνης επανατοποθέτησης μετρητή εξ 116,98 €, δαπάνες που δημιουργήθηκαν από την προήρειται υπαίτια συμπεριφορά του καθ' ου.
Ούτω κατόπιν σχετικού αιτήματός μου προς την ΕΥΔΑΠ, διακανονίσαμε την είσπραξη των ανωτέρω κονδυλίων (30.280,00 + 21,20 + 18,00 + 116,98=) 30.436,18 € που βαρύνουν το Ελληνικό Δημόσιο σε 36 έντοκες δόσεις και συντάχθηκε ο από 29/5/2009 διακανονισμός δόσεων με κωδικό αριθμό ..., δυνάμει του οποίου ανέλαβα την υποχρέωση να πληρώσω τα κάτωθι χρηματικά ποσά πλέον προσαυξήσεων και χαρτοσήμου, στις παρακάτω ημερομηνίες, προς εξόφληση των οφειλομένων από το αντίδικο: 1) στις 29/5/09, το ποσό των 845,45€, 2) στις 28/6/09 το ποσό των 854,17€, 3) στις 28/7/09 το ποσό των 862,97€, 4) στις 27/8/09 το ποσό των 871,72€, 5) στις 26/9/09 το ποσό των 880,49€, 6) στις 26/10/09 το ποσό των 889,24€, 7) στις 25/11/09 το ποσό των 898,01€, 8) στις 25/12/09 το ποσό των 906,76€, 9) στις 24/1/10 το ποσό των 915,53€, 10) στις 23/2/10 το ποσό των 924,28€, 11) στις 25/3/10 το ποσό των 933,04€, 12) στις 24/4/10 το ποσό των 941,80€, 13) στις 24/5/10 το ποσό των 950,55€, 14) στις 23/6/10 το ποσό των 959,32€, 15) στις 23/7/10 το ποσό των 968,07€, 16) στις 22/8/10 το ποσό των 976,84€, 17) στις 21/9/10 το ποσό των 985,59€, 18) στις 21/10/10 το ποσό των 994,35€, 19) στις 20/11/10 το ποσό των 1.003,11€, 20) στις 20/12/10 το ποσό των 1.011,87€, 21) 19/1/11 το ποσό των 1.020,63€, 22) στις 18/2/11 το ποσό 1.029,38€, 23) 20/3/11 το ποσό των 1.038,15€, 24) στις 19/4/11 το ποσό των 1.046,90€, 25) στις 19/5/11 το ποσό των 1.055,66€, 26) στις 18/6/11 το ποσό των 1.064,42€, 27) στις 18/7/11 το ποσό των 1.073,18€, 28) στις 17/8/11 το ποσό των 1.081,94€, 29) στις 16/9/11 το ποσό των 1.090,70€, 30) στις 16/10/11 το ποσό των 1.099,46€, 31) στις 15/11/11 το ποσό των 1.108,22€, 32) στις 15/12/11 το ποσό των 1.116,98€, 33) στις 14/1/12 το ποσό των 1.125,73€, 34) στις 13/2/12 το ποσό των 1.134,49€, 35) στις 14/3/12 το ποσό των 1.143,25€ και 36) στις 13/4/12 το ποσό των 1.137,77€ και συνολικά το ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα ευρώ και δύο λεπτών (35.940,02) €.
Ήδη σε εκτέλεση του ως άνω διακανονισμού και σε εξόφληση του κατά τα ανωτέρω χρέους του αντιδίκου, κατέβαλα προς την ΕΥΔΑΠ Α.Ε. στις 29/52009 το ποσό των 845,45 €, απομενόντων προς πληρωμή υπ' εμού 35 ακόμη δόσεων. Όπως προκύπτει από το άρθρο 478 ΑΚ, υπόσχεση ελευθερώσεως είναι η σύμβαση δυνάμει της οποίας τρίτος υπόσχεται προς τον οφειλέτη να απαλλάξει αυτόν από χρέος του που υπάρχει.
Η ρύθμιση της ΑΚ 478 θέτει ερμηνευτικό κανόνα (εν αμφιβολία). Όταν λοιπόν γεννιέται αμφιβολία για το τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου και ο δανειστής δεν αποκτά άμεσο δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή (απλή υπόσχεση ελευθερώσεως). Επομένως κύρια γνωρίσματα της απλής υποσχέσεως ελευθερώσεως είναι :
α) ότι αυτή γεννά ενοχή μόνο μεταξύ του υποσχεθέντα και του οφειλέτη (υπέρ του οποίου η υπόσχεση) κατά την έννοια της ΑΚ 410 (μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου) και β) ότι ο τρίτος που υποσχέθηκε δεν υπεισέρχεται στη σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη (ΕρμΑΚ Ενοχ. υπ' άρθρο 478, Αστ. Κώδιξ Γεωργιάδης - Σταθόπουλος σελ. 653).
Η υπόσχεση του τρίτου δυνατό να αφορά τωρινό ή μελλοντικό χρέος του οφειλέτη (ΠΠρΘεσ. 3097/1972 Αρμ. 27.477). Επίσης η κατ' άρθρο 478 σύμβαση ελευθερώσεως δεν επιφέρει διάθεση του ξένου χρέους (γιατί δεν επιφέρει άμεση απαλλαγή του οφειλέτη) και κατά συνέπεια είναι υποσχετική δικαιοπραξία και επιπλέον αιτιώδης που γίνεται για οποιαδήποτε αιτία, χαριστική ή επαχθή, ακόμη δε μπορεί να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση.
Η σύμβαση ελευθερώσεως κατά κανόνα είναι άτυπη, εκτός αν η τήρηση τύπου επιβάλλεται από το αντικείμενό της (ΑΚ 367, 369) ή την αιτία της. Στην απλή υπόσχεση ελευθερώσεως (δηλαδή εκείνη στην οποία ισχύει ο ερμηνευτικός κανόνας της ΑΚ 478) εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το ειδικότερο περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών.
Έτσι από τη συμφωνία των μερών δυνατό να υποχρεώνεται ο τρίτος να εξοφλήσει ο ίδιος το χρέος, είτε να παραδώσει στον οφειλέτη το απαιτούμενο προς εξόφληση ποσό ή να απαλλάξει τον οφειλέτη από το χρέος με ορισμένο μόνο τρόπο (π.χ. μόνο με καταβολή ή συνάπτοντας με τον δανειστή την κατ' άρθρο 471 ΑΚ στερητική αναδοχή).
Τέλος δε, αν ο οφειλέτης αναγκάστηκε να εξοφλήσει το δανειστή συνεπεία απειλής κατ' αυτού αναγκαστικής εκτελέσεως, ο τρίτος υποχρεώνεται σε αποζημίωση του οφειλέτη (ΕφΘεσ 682/1976 ΝοΒ 25.763) λόγω του ότι ο οφειλέτης στην περίπτωση αυτή εξόφλησε ξένο χρέος, σύμφωνα πάντα με την εσωτερική σχέση που τον συνδέει με τον τρίτο.
Επειδή το Ελληνικό Δημόσιο μου είχε υποσχεθεί, με τη μεταξύ ημών συμφωνία [όπως αυτή αναγράφεται στο από 16/8/1996 μισθωτήριο], ότι θα πληρώνει τους λογαριασμούς κατανάλωσης ύδατος που αφορούν το μίσθιο, πράγμα το οποίο δεν τήρησε με αποτέλεσμα πέραν των ανεξόφλητων χρεώσεων για την κατανάλωση να επιβαρυνθώ συνεπεία αυτού, με προσαυξήσεις, δικαστικά έξοδα και δαπάνη επανατοποθέτησης μετρητή, όπως αναλυτικά αυτά αναφέρονται πιο πάνω.
Επειδή το αντίδικο έχει ήδη αποδεχτεί ότι οφείλει την παραπάνω κύρια οφειλή του ποσού 30.280,00 € από κατανάλωση ύδατος. Επειδή εγώ προκειμένου να αποφύγω επικείμενη κατάσχεση κατά της ακίνητης περιουσίας μου και υπέρ της ΕΥΔΑΠ Α.Ε. και εξαιτίας της υπαίτιας άρνησης του αντιδίκου να καταβάλλει τα υπ' αυτού οφειλόμενα, ανέλαβα να εξοφλήσω εξ ιδίων μου χρημάτων το χρέος του καθ'ου προς την ΕΥΔΑΠ ΑΕ, διακανονίζοντάς το με τον τρόπο που αναφέρεται παραπάνω.
Επειδή για τις παραπάνω αιτίες θα δαπανήσω το συνολικό ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα ευρώ και δύο λεπτών (35.940,02) €. Επειδή, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να υποχρεωθεί το αντίδικο με την εκδοθησομένη απόφαση να με αποζημιώσει για την βλάβη που υπέστην, ανερχόμενη αυτή στο ως άνω ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα ευρώ και δύο λεπτών (35.940,02) €, με το νόμιμο τόκο από 28.12.2007 [επόμενη ημέρα από την όχλησή μου προς αυτήν που έγινε με την από 17.12.2007 εξώδικη διαμαρτυρία μου, πρόσκληση και δήλωσή μου για καταβολή των παρ' αυτής οφειλομένων προς την ΕΥΔΑΠ Α.Ε.] άλλως από την επίδοση της παρούσας.
Επειδή η παρούσα αγωγή μου είναι νόμιμη, ουσιαστικά βάσιμη και αληθής, στηρίζεται δε στις διατάξεις των άρθρων 478, 410, 330 επόμ., 346, 298 ΑΚ., και φέρεται για συζήτηση στο αρμόδιο, υλικά και τοπικά δικαστήριο. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 35.940,02 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 28-12-07 (επομένη της οχλήσεώς του), διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής και να καταδικασθεί στη δικαστική του δαπάνη.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1961/2010 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη, νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη, απορρίπτοντας το σχετικό ισχυρισμό του εναγομένου περί αοριστίας της, υποχρέωσε δε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 35.940 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, καταδικαζομένου συγχρόνως και στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος εκ 300 ευρώ.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, εκ μέρους του εναγομένου, κατά της ως άνω αποφάσεως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (υπ' αριθμ. 5152/2011), με την οποία, κατά παραδοχή της εφέσεως και εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη. Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα είναι πράγματι αόριστη, διότι στο δικόγραφό της αναφέρεται μόνο το συνολικό ποσό των 30.280 ευρώ, από την κατανάλωση ύδατος, χωρίς να εξειδικεύεται από ποιά επιμέρους ποσά προκύπτει και ειδικότερα ποιές ήταν οι επιμέρους καταναλώσεις ύδατος κατά τα ορισμένα χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια κάθε έτους από το επίδικο διάστημα των εννέα και πλέον ετών, ποιά η τιμή μονάδος κάθε κυβικού μέτρου ύδατος σε κάθε χρονικό διάστημα και ποιό ποσό αντιστοιχεί στην καταναλωθείσα ποσότητα κάθε διαστήματος.
Τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα τόσο για την άμυνα του εναγομένου που αμφισβήτησε το ύψος της απαιτήσεως και προέβαλε την ένσταση της παραγραφής μέρους αυτής (ανεξάρτητα από τη δυνατότητα της ουσιαστικής παραδοχής της ή όχι), όσο και για τη δυνατότητα του δικαστηρίου προς διακρίβωση της διαφοράς. Η επιχειρούμενη στήριξη της αγωγής και στη βάση της αναγνωρίσεως χρέους, δεν είναι νόμιμη, αφού δεν γίνεται επίκληση στο δικόγραφο ότι ο ενάγων υπέβαλε αίτηση προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και εκδόθηκε σχετικό πρακτικό γνωμοδοτήσεως από την αρμόδια Τριμελή Επιτροπή κατά τα άρθρα 6 και 7 του Ν. 3086/2002.
Η αναφορά εξάλλου στο δικόγραφο της διατάξεως του άρθρου 478 ΑΚ, είναι χωρίς έννομη επιρροή, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα, συνδέεται με την ανάληψη της ως άνω συμβατικής υποχρεώσεως και μάλιστα για το διάστημα μετά τη λήξη της σύμβασης. Τέλος, η απλή επιβεβαίωση προϋφιστάμενης ενοχής δικονομικά δεν αποτελεί νέα βάση της αγωγής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που ισχύει υπέρ και κατά του Δημοσίου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-10-2014 και με αριθμό καταθέσεως 750/2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5152/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ