Legislator Case Law & Legislation
1562/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of labor claim citing collective agreement reference as valid contractual basis.

Case Number 1562/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance dismissal of a labor dispute. The plaintiffs argued their claim was valid because they referenced a specific collective agreement in their contract, while the lower court rejected it as vague. The court ruled that referencing a collective agreement creates a binding contractual obligation, making the claim sufficiently certain.

Legislator headnote

AI generated

Articles 361 and 362 of the Civil Code; A reference to a collective agreement in an individual employment contract confers binding force on the parties, rendering the claim certain without further specific agreement.

Keywords

AI generated
collective agreement individual contract labor dispute legal certainty civil code appeal procedure binding force

Cited Legislation

AI generated
Article 361 of the Civil Code
Article 362 of the Civil Code
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1562 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1562/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:

1) Κ. Θ. του Γ., κατοίκου Θεσσαλονίκης,

2) Ε. - Π. Α. του Γ., κατοίκου Θεσσαλονίκης,

οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης:

Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία «ISS Security Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «ISS Security S.A.» και με τη νέα επωνυμία «ESA SECURITY SOLUTIONS Ιδιωτική Επιχείρηση Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Ανώνυμος Εταιρεία» και τον νέο διακριτικό τίτλο «ESA SECURITY SOLUTIONS Α.Ε.» που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γάτσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.12.2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6102/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 17233/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16.12.2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την από 16 Δεκεμβρίου 2019 και με αριθ. κατάθ. 25105/23.12.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 17233/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 6102/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 07.06.2017 και με αριθμό κατ. 349/7.6.2017 έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, είχε δεχθεί εν μέρει την από 18.12.2014 και με αριθ.

κατάθ. 18734/2014 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά βάσιμη. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 23.12.2019, ενώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τους αναιρεσίβλητους (άρθ. 261 του ΚΠολΔ), η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν επιδόθηκε (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2.-Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11, 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η συλλογική σύµβαση εργασίας ισχύει µόνο έναντι των µελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, εκτός εάν επεκτάθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, οπότε η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά, δηλαδή πέραν από τους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύµβαση αυτή αφορά και οι οποίοι θα μπορούσαν µε τις δραστηριότητές τους να είναι µέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της.

Ενόψει τούτων, η ιδιότητα του µέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής.

Το στοιχείο όμως αυτό, ενόψει της κανονιστικής φύσεως των Σ.Σ.Ε., δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του. Τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική η ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε., που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του (ΑΠ 1561/2011).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι «για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά», καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ’ ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η «αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων».

Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007, ΑΠ 692/2014). Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την παρεχόμενη στον πρώτο εργασία την αμοιβή που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη συλλογική σύμβαση ή θέτει προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός.

Για το κύρος δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 773/2017, ΑΠ 567/2004). Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 692/2014).

Περαιτέρω, μόνον η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου συνιστά παραβίαση αυτού, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα, προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117- 118 του ίδιου Κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα µε τον νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολούμενου µε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μισθωτού, µε την οποία ζητούνται δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλες οφειλόμενες από τον εργασιακή σύμβαση αμοιβές ή προσαυξήσεις, όπως προσαυξήσεις αμοιβής νυχτερινής εργασίας, αμοιβή υπερεργασίας, υπερωριακής εργασίας κτλ., πρέπει να διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 1561/2011).

Στην περίπτωση δε που με όρο της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών η εφαρμογή των όρων συλλογικής σύμβασης εργασίας, η οποία χωρίς τον όρο αυτό της ατομικής σύμβασης, δεν θα είχε έδαφος εφαρμογής, πρέπει για το ορισμένο της ως άνω αγωγής να γίνεται μνεία στο αγωγικό δικόγραφο της συνομολόγησης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών του πιο πάνω όρου της ατομικής σύμβασης εργασίας.

3.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το ως δευτεροβάθμιο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, υπέπεσε στην κατ’ αρθρ. 560 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δέχθηκε τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, τον οποίο είχε διατυπώσει με τον πρώτο λόγο εφέσεώς της, καθόσον στην αγωγή τους αναφέρονταν ρητά τόσο οι ισχύουσες ΣΣΕ εργασίας, όσο και η εφαρμογή των ανωτέρω κλαδικών ΣΣΕ ως όρος της ατομικής τους σύμβασης εργασίας (σελ. 3 της αγωγής). Πράγματι, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, ως διαδικαστικού εγγράφου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι ενάγοντες που στηρίζουν τις αγωγικές τους αξιώσεις στην από 08.04.2009 Κλαδική ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας όλης της χώρας, αναφέρουν κατά λέξη στην τρίτη σελίδα της από 18.12.2014 αγωγής τους:

«Για το έτος 2009 ίσχυε η από 08.04.2009 εθνική κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Επιχειρήσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας και Συστημάτων Ασφαλείας όλης της χώρας (Πρ. καταθ. 23/25.5.2009 Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων). Η εφαρμογή δε της ανωτέρω κλαδικής ΣΣΕ περιλαμβάνονταν και ως όρος της ατομικής μας σύμβασης εργασίας». Η περικοπή αυτή αρκεί για να καταστήσει ορισμένη την αγωγή όσον αφορά τη δημιουργία έγκυρης μεταξύ των διαδίκων ρητής συμφωνίας, κατά την οποία οι ενάγοντες θα λαμβάνουν για την εργασία τους που παρέχουν στην εναγομένη την αμοιβή, που προβλέπεται από την ανωτέρω Κλαδική ΣΣΕ, που καταρτίστηκε μεταξύ τρίτων, έστω και αν οι διάδικοι δεν ήταν μέλη των οργανώσεων των εργοδοτών και εργαζομένων, που συμβλήθηκαν για την κατάρτισή της. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη και συνεπώς δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται περισσότερα στοιχεία, για να είναι ορισμένη η αγωγή. Αρκεί η αναφορά ότι οι διάδικοι δεσμεύτηκαν συμβατικά για την εφαρμογή συγκεκριμένης Κλαδικής ΣΣΕ.

Συνεπώς το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε ότι «οι ενάγοντες δεν στηρίζουν την αγωγή τους με σαφή και ξεκάθαρο, δηλαδή ορισμένο, τρόπο σε συμβατική δέσμευση της εναγομένης (κατ’ άρθρο 361 ΑΚ) απορρέουσα από ειδική συμφωνία των διαδίκων περί παραπομπής στους κανονιστικούς όρους της από 08.04.2009 ΕΚΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί να έχουν καταστεί περιεχόμενο των εν λόγω ατομικών συμβάσεων εργασίας […]» και απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, εσφαλμένα εκτίμησε και εφάρμοσε τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 361 ΑΚ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη.

Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου της αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου της αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 17.233/7.12.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάσαντος ως Εφετείου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ