Supreme Court partially allows appeal against tax authority, remands case for further examination on statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the State against a lower court decision regarding tax claims. The lower court incorrectly applied the statute of limitations, failing to recognize that certain periodic payments had expired. Consequently, the Court annulled the lower court's judgment on this specific point and remanded the case for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 580 of the Code of Civil Procedure; The Court may annul a lower court decision if it erroneously applies the statute of limitations, requiring remand for further examination when the legal issue needs clarification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1562 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1562/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Σοφία Τζουμερκιώτη και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2)Ά. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 3)Μ. - Ε. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 4)Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 5)Β. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., 6)Δ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 7)Σ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 8)Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ... και 9)Α. Δ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπέη, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/6/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 504/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 4281/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/11/2017 αίτησή τους και το αναίρεσείον με την από 15/11/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της από 28/11/2017 αίτησης τους, την απόρριψη της από 15/11/2017 αίτησης του αντιδίκου τους και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης α) της από 15.11.2017 και με ειδικό αριθ. κατ. 830/2017 αίτησης αναίρεσης του 2ου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των 1) Β. Κ., 2) Α. Γ. κλπ (9 συνολικά εναγόντων) και β) της από 28.11.2017 και με ειδικό αριθ. κατ. 859/2017 αντίθετης αίτησης αναίρεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ' αριθμό 4281/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (3ου Τμήματος), επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Με τις ως άνω από 15.11.2017 και 28.11.2017 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η 4281/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (3ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως των εναγόντων κατά της 504/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και διακρατήθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο ν.π.δ.δ " Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού", και έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Α) Επί των επί μέρους λόγων της από 28.11.2017 ( ειδ. αριθ. καταθ.859/2017) αίτησης αναίρεσης των 1) Β. Κ., 2) Α. Γ. κλπ (9 συνολικά εναγόντων) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α` και γ` της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α` αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β` αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.
διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 181/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του Ν. 2639/1998, "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.- Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση, στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό τους, προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (1). "Ο Ο.Α.Ε.Δ.
μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου.
Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α`). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου"(15). Kατά δε το π.δ. 164/2004, με το οποίο έγινε "η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας, όσον αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP (E.E.L. 175/10.7.1999), με την οποία επιδιώκεται αφενός μεν η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης σε σχέση με την εργασία αορίστου χρόνου και αφετέρου η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί τυχόν κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου" (άρθρο 1), ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: " Οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. 2.
Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 6 του άρθρου 11, το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται: α) Στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας. β) Στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)" (άρθρο 2). "1.
Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3.
Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ` εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη.
Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του" (άρθρο 5). "1. Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. 2.
Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς" (άρθρο 6). "1.
Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του.
Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. 3. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος τιμωρείται με φυλάκιση (άρθρο 5 Ν. 1338/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του Ν. 1440/1984).
Αν το αδίκημα διαπράχθηκε από αμέλεια, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Η ίδια παράβαση στοιχειοθετεί παράλληλα και σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα" (άρθρο 7). Ακόμη από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Σύμβαση μαθητείας, εξάλλου, είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου.
Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας.
Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της συµβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συµβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευομένου εργασίας, έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη ( ΑΠ 780/2017, ΑΠ 126/2015, 885/2014, 865/2014, 181/2014).
Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ολ.
ΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 126/2015, 885/2014, 865/2014, 181/2014). Κατά το άρθρο δε 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτου ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη".
Σε περίπτωση άκυρης (για οποιονδήποτε λόγο) σύμβασης εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που πρόσφερε, δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 780/2017, ΑΠ 126/2015, 885/2014).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 126/2015, 127/2015, 128/2015, 1073/2014).
Από όλες τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται περαιτέρω και τα εξής :1) Συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί κατά παράβαση των άρθρων 21 του ν. 2190/1994 και 3,5 και 6 του π.δ. 164/2004 είναι άκυρες και συνακόλουθα οι αγωγές με τις οποίες ζητείται ευθέως από τις συμβάσεις αυτές αμοιβή είναι μη νόμιμες. 2) Για να ισχύσει η εξαίρεση στις περιπτώσεις του άρθρου 2 του π.δ. 164/2004 και να θεωρηθούν έγκυρες οι συμβάσεις α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας και β) στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), πρέπει οι συμβάσεις αυτές να έχουν πράγματι και όχι προσχηματικά συναφθεί για την εκπλήρωση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή σκοπών. 3) Οι αμοιβές που οφείλονται στους εργασθέντες με βάση τις άκυρες αυτές συμβάσεις είναι αυτές του αδικαιολογήτου πλουτισμού και όχι ευθέως οι αμοιβές από έγκυρη σύμβαση(ΑΠ 780/2017) Κατά το άρθρο 21 του ν. 3205/2003 με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του Μέρους Α` του παρόντος νόμου μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ο.Τ.Α. που δεν υπάγεται στις διατάξεις του Μέρους αυτού, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α... Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και ισχύουν από 1.1.2004. Κατ' εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ B' 215/5.2.2004) κατά την οποία "1.
Οι διατάξεις των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 15, 16, 17, 18, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, του άρθρου 27 παρ. 2 και του άρθρου 28 του Ν. 3205/2003 (297/Α/23.12.2003) Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις επεκτείνονται και έχουν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α. 2. Η κατάταξη στα μισθολογικά κλιμάκια του Ν. 3205/2003 θα γίνει με βάση τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται κατά την αρχική πρόσληψη των υπαλλήλων αυτών ή εκείνα που απαιτήθηκαν για την τυχόν ένταξή τους σε άλλη ειδικότητα και όχι με άλλα αυξημένα πρόσθετα προσόντα που απέκτησαν κατά την περίοδο της εργασίας τους. 3.
Οι υπηρεσίες που προσφέρθηκαν σε τομείς εκτός του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., (δηλαδή οι υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα) δεν αναγνωρίζονται για τη μισθολογική εξέλιξη των παραπάνω υπαλλήλων. 4. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και το επίδομα άδειας, καθώς και η ωριαία αμοιβή για υπερωριακή εργασία, θα υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 16 αντίστοιχα".
Οι εν λόγω διατάξεις, σκοπό έχουν να επεκταθεί το θεσπιζόμενο με το ν. 3205/2003 μισθολόγιο και στο προσωπικό του δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ που δεν εμπίπτει ευθέως στις διατάξεις του, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με τους μονίμους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, όπως προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου κληρικοί κ.λπ. (βλ.
εισηγητική έκθεση του ν. 3205/2003), έχουν δηλαδή εφαρμογή στο προσωπικό που χωρίς να υπάγεται ευθέως στις διατάξεις για το βαθμολόγιο και μισθολόγιο του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, έχει με σχετική διάταξη νόμου βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία με αυτό όχι όμως και στο προσωπικό το απασχολούμενο (με άκυρη σχέση εργασίας στα εν λόγω νομικά πρόσωπα), που δεν έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με τους μονίμους υπαλλήλους, με κάποια διάταξη νόμου (ΑΠ 780/2017) Τέλος κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 21.06.2010 αγωγή ισχυρίστηκαν ότι με βάση τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, που καταρτίστηκαν με τους εναγόμενους (ΟΑΕΔ και Ελληνικό Δημόσιο) το έτος 2007, διάρκειας δεκαοχτώ (18) μηνών, που στη συνέχεια παρατάθηκαν για άλλους δεκαοχτώ (18) μήνες, προσλήφθηκαν για να ασχοληθούν σε υπηρεσίες του 2ου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, στα πλαίσια εκτέλεσης σχετικού προγράμματος (stage) του ΟΑΕΔ.
Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ούτε η σύμβαση τους ήταν μαθητείας αλλά η απασχόλησή τους, ήταν ίδια με αυτή των τακτικών υπαλλήλων και είχε τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι εργάστηκαν ο καθένας κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, στις θέσεις και με την ειδικότητα που αναφέρουν στην αγωγή, στο πολιτικό και ποινικό τμήμα του Εφετείου Αθηνών που υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου που ήταν φορέας υλοποίησης του σχετικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας.
Ότι η σχέση που τις συνέδεε με το 2ο εναγόμενο ήταν αυτής της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, γιατί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού ο δε χαρακτηρισμός των συμβάσεών τους ως "απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας" δεν ανταποκρινόταν στη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας τους, ούτε υπαγορευόταν από ειδικό λόγο, αναφερόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του.
Ότι, η φύση της εργασίας τους, τα χαρακτηριστικά της και ο σκοπός της, ήταν η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του 2ου εναγομένου, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου και καταχρηστικά ονομάστηκε σύμβαση απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και εν πάση περιπτώσει συνδεόταν με αυτό με σχέση εργασίας.
Ότι ανεξάρτητα από την εγκυρότητα ή μη της σύμβασής τους, ως σύμβασης εργασίας, συνδεόταν με το εναγόμενο με σχέση εργασίας και σύμφωνα με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης τους οφείλει τις νόμιμες μηνιαίες τακτικές αποδοχές του δικαστικού υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ-ΤΕ- ΠΕ, όπως και τα επιδόματα εορτών και αδείας.
Ζήτησαν δε, όσον αφορά το Ελληνικό Δημόσιο (αναιρεσίβλητο-αναιρεσείον), που εδώ ενδιαφέρει, α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως δεδουλευμένες αποδοχές του έτους 2009 και β) μετά τον περιορισμό το αιτήματος τους να αναγνωρισθεί ότι ο καθένας από αυτούς συνδέεται με το 2ο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση αορίστου χρόνου, άλλως με σχέση εργασίας και να τους καταβάλει τα στην οικεία θέση αναφερόμενα ποσά για διαφορές αποδοχών των ετών 2007,2008 και 2010, με βάση τη σύμβαση, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως και σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι υπήρξε απλή σχέση εργασίας, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον ωφελήθηκε το εναγόμενο, με το να αποφύγει να καταβάλει στους ενάγοντες τα ως άνω ποσά που θα κατέβαλε σ' άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσε νόμιμα στη θέση τους.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους των εναγόντων αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή, δικάζοντας, ακολούθως την αγωγή, απέρριψε αυτή κατά το αίτημά της με το οποίο οι αναιρεσείουσες ζητούσαν αμοιβές από έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλως σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, ως μη νόμιμη, ενώ έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς το επικουρικό αίτημά της με το οποίο ζητούνταν οι διαφορές μεταξύ αυτών που τους καταβλήθηκαν και όσων θα υποχρεούτο το 2ο εναγόμενο να καταβάλει σε άλλους εργαζόμενους που θα απασχολούσε με έγκυρες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, όσον αφορά τις βασικές αποδοχές και σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις που τα προβλέπουν, όσον αφορά τα αιτούμενα επιδόματα εορτών και άδειας και την εξέτασε στη συνέχεια κατ' ουσία.
Το δε Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει των από 7-3-2007, 9-2-2007, 14-5- 2007, 27-4-2007, 9-2-2007, 20-3-2007, 20-3-2007, 9-2-2007 και 22-3-2007, αντίστοιχα, συμφωνητικών συνεργασίας που καταρτίστηκαν μεταξύ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) αφενός και καθεμιάς από τις ενάγουσες αφετέρου, στο πλαίσιο του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ (stage) οι ενάγουσες απασχολήθηκαν στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, προσφέροντας τις υπηρεσίες που αναφέρονται στις συμβάσεις, ως "Φορέας Υλοποίησης" ως διοικητικοί υπάλληλοι και συγκεκριμένα στις ειδικότητες ΔΕ, προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό τους αντικείμενο, με ωράριο που δεν υπερέβαινε τις επτά ώρες ημερησίους, από Δευτέρα έως και Παρασκευή.
Η διάρκεια των συμφωνητικών ορίστηκε δε- καοκτάμηνη και συγκεκριμένα για την 1η από 7-3-2007 έως 7-9-2008, για την 2η από 1-3-2007 μέχρι 31-8-2008, για την 3η από 24-5-2007 μέχρι 24-11-2008, για τον 4° από 7-5-2007 μέχρι 7-11-2008, για την 5η από 1-3-2007 μέχρι 31-8-2008, για την 6η από 2-4-2007 μέχρι 1-10-2008, για την 7η από 2-4-2007 μέχρι 1-10-2008, για την 8η από 1-3-2007 έως 31-8-2008 και για την 9η από 11-4-2007 μέχρι 11-10-2008.
Με τη λήξη της πρώτης σύμβασης για τον καθένα ακολούθησαν νεώτερα συμφωνητικά, με τα οποία επαναπροσλήφθηκαν στον ίδιο φορέα του εναγομένου με τους ίδιους όρους και συμφωνίες για να απασχοληθούν, η 1η από 8-12-2008 μέχρι 9-6-2010, η 2η από 16-12-2008 μέχρι 16-6-2010, η 3η από 17-12-2008 μέχρι 17-6-2010, ο 4ος από 24-12- 2008 μέχρι 24-6-2010, η 5η από 1-12-2008 μέχρι 1-6-2010, η 6η από 1-12-2008 μέχρι 1-6-2010, η 7η από 1-12-2008 μέχρι 1-6-2010, η 8η από 1-12-2008 μέχρι 1-6-2010 και η 9η από 1-12-2008 έως 1-6-2010.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρά τα αναγραφόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας, ότι, δηλαδή σκοπός ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα επιδιώχθηκε η παροχή εργασίας στο εναγόμενο και μάλιστα στους παρακάτω φορείς, καθόσον όλες οι ενάγουσες απασχολούνταν όχι ως μαθητευόμενοι, αλλά με τους ίδιους όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι υπάλληλοι, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα, τελούσαν δε υπό τις ίδιες δεσμευτικές οδηγίες του εναγομένου σε σχέση με τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας τους.
Ειδικότερα οι ενάγοντες μετέβαιναν καθημερινά από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή στις υπηρεσίες του εναγομένου και παρείχαν εργασία με πλήρες ωράριο, υπό τις εντολές και οδηγίες των προϊσταμένων της εκάστοτε υπηρεσίας του εναγομένου. Η πρώτη εργάστηκε στο ποινικό τμήμα του Εφετείου Αθηνών στη διακίνηση δικογραφιών από τους γραμματείς έδρας στους προέδρους των δικαστηρίων και αντίστροφα, την συλλογή αποφάσεων κάθε εξαμήνου από τους γραμματείς της έδρας, την καταχώριση και ταξινόμησή τους σε ειδικά βιβλία για την αποστολή τους στο τυπογραφείο του Κορυδαλλού για βιβλιοδέτηση και αποστολή στο αρχείο του Εφετείου, την διατήρηση βιβλίων καταχώρησης ποινικών αποφάσεων, την εξυπηρέτηση του κοινού και την αναζήτηση αποφάσεων και επικύρωσή τους, καθώς και την διεκπεραίωση διαβιβαστικών της Εισαγγελίας προς τα σωφρονιστικά καταστήματα και την αποστολή fax.
Η δεύτερη εργάστηκε στο πολιτικό τμήμα του Εφετείου Αθηνών, προσδιορισμού πολιτικών υποθέσεων, προσδιορίζοντας πολιτικές υποθέσεις και εκτελώντας καθήκοντα ευρετηριασμού των διαδίκων. Η τρίτη ενάγουσα εργάστηκε στο τμήμα Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, εξυπηρετώντας το κοινό (πολίτες και δικηγόρους), φωτοτυπώντας τα βουλεύματα, επικυρώνοντας και διακινώντας τα στους γραμματείς και τους προέδρους στο Αρχείο και αντίστροφα, ενημερώνοντας το πρωτόκολλο και διενεργώντας διερμηνείες από τα ισπανικά και αγγλικά στα ελληνικά ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Ο τέταρτος εργάστηκε επίσης στο τμήμα Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών εκτελώντας τις αναφερόμενες παραπάνω εργασίες όπως και η 3η ενάγουσα. Η πέμπτη εργάστηκε στο τμήμα Καθαρογραφής πολιτικών αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, γράφοντας στον υπολογιστή καθημερινά δικαστικές αποφάσεις, γράφοντας το λιγότερο 24 σελίδες ημερησίως.
Οι έκτη, έβδομη, όγδοη και ένατη εργάστηκαν επίσης όπως και η 5τη στο τμήμα Καθαρογραφής πολιτικών αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των ως άνω καθηκόντων τους σε συνδυασμό με το χρόνο διάρκειας αυτών συνάγεται ότι οι ενάγοντες δεν ήταν μαθητευόμενοι, αλλά ασκούσαν καθήκοντα μονίμων υπαλλήλων, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, που είχε ανάγκη τις συγκεκριμένες υπηρεσίες τους στις προαναφερθείσες υπηρεσίες που υπάγονταν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ.
και τις σχετικές βεβαιώσεις των αρμοδίων υπηρεσιών). Όμως, ανεξάρτητα αν οι ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, οι άνω συμβάσεις τους δεν μπορούν να μετατραπούν σε έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, καθόσον κάτι τέτοιο προσκρούει στις παραπάνω διατάξεις των άρθρων του ΑΚ, του ΠΔ 164/2004 και 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν 2190/1994.
Εξάλλου, όσον αφορά την έμμεση αναγνώριση υπάρξεως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτής, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5•, 6 και 7 του ΠΔ 164/2004. Το εναγόμενο, επομένως, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων δεν έχει τη δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου και κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.
Ως εκ τούτου οι ενάγουσες παρείχαν υπηρεσίες με απλή σχέση εργασίας και το εναγόμενο ενέχεται έναντι αυτών για την ωφέλεια που αποκόμισε από την αποδοχή και αξιοποίηση της εργασίας τους με την μη πρόσληψη άλλων μισθωτών, που θα εκτελούσαν την ίδια εργασία με τους ίδιους όρους και που ισούται με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που κατέβαλε στους διοικητικούς υπαλλήλους του που υπηρετούσαν με σύμβαση αορίστου χρόνου και κατείχαν το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο χωρίς προϋπηρεσία και οικογενειακή κατάσταση, χωρίς το επίδομα που αναφέρεται ως κίνητρο παραγωγικότητας και χωρίς την ειδική παροχή των 176 ευρώ, κατά τα προαναφερθέντα, και των αποδοχών που ελάμβαναν με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας (άρθρο 904 ΑΚ).
Επομένως αυτές δικαιούνται το βασικό μισθό, επίδομα ειδικών συνθηκών και την ειδική αποζημίωση του Ειδικού Διανεμητικού Λογαριασμού, η οποία καταβαλλόταν στους τακτικούς δικαστικούς υπαλλήλους έως και τον Οκτώβριο του 2011 (βλ. το με αρ. πρωτ. 98473/5-10-2010 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Γ' Διεύθυνσης Οικονομικού - τμήματος Μισθοδοσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που προσκομίζει μετ' επικλήσεως το εναγόμενο).
Επίσης οι ενάγουσες δικαιούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας απευθείας από το νόμο, όπως προεκτέθηκε. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι ενάγοντες που ήταν του κλάδου ΔΕ έπρεπε να λάβουν: 1) Η πρώτη ενάγουσα: α) για το έτος 2008 δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 7- 9-2008 και από 3-12-2008 μέχρι 31-12-2008 για διαφορές αποδοχών το ποσό των (847 ευρώ β.
μισθό (17 ΜΚ) σύν 185 ευρώ επίδομα ειδικών συνθηκών συν 522 ευρώ πόρος διανεμητικού λογαριασμού = 1.554 ευρώ μηνιαίως - Ιανουάριο, Φεβρουάριο, τον Μάρτιο 304,42 ευρώ + 1.233,2 = 1.537,62 ευρώ Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο από 1.554 ευρώ συν Σεπτέμβριο 310,8 ευρώ, το Δεκέμβριο 1.243,2 ευρώ, συνολικά) 13.969,62 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 2007 από 555,48 ευρώ, για επίδομα αδείας 423,50 ευρώ και συνολικά 1.402,48 ευρώ και συνολικά εδικαιούτο 15.372,1 ευρώ, έλαβε το ποσό των 4.465,54 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 10.906,56 ευρώ, β) για το έτος 2009 δηλαδή από 1-1-2009 μέχρι 31-12-2009 για διαφορές αποδοχών έπρεπε να λάβει το ποσό των (847 ευρώ β.μ. + 185 ευρώ επίδομα ειδικών συνθηκών + 522 ευρώ πόρος διανεμητικού λογαριασμού = 1.554 ευρώ X 12 μήνες =) 18.648 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 847 ευρώ και για επίδομα αδείας 352,90 ευρώ και συνολικά εδικαιούτο για αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 20.271,4 ευρώ, έναντι αυτών έλαβε 5.645,55 ευρώ και συνεπώς δικαιούται διαφορά από 14.625,85 ευρώ και γ) για το έτος 2010, δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 9-6-2010 για αποδοχές εδικαιούτο το ποσό των (847 ευρώ β.μ. - 17 ΜΚ, συν 185 ευρώ επίδομα ειδικών συνθηκών συν 459,36 ευρώ πόρος διανεμητικού λογαριασμού = 1.491,36 ευρώ X 5 μήνες =) 7.456,8 ευρώ, τον Ιούνιο το ποσό των (237,16 + 51,50 + 116,92 =) 405,88 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ και για επίδομα αδείας 296,45 ευρώ και συνολικά για αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 8.582,63 ευρώ, έναντι αυτών έλαβε 2.452,57 ευρώ και συνεπώς δικαιούται τη διαφορά από 6.130,06 ευρώ.
Συνολικά η 1η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 31.662,47 ευρώ (10.906,56 + 14.625,85 + 6.130,06).
2) Η δεύτερη ενάγουσα: α) για το έτος 2008, δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 31-8-2008 και από 16-12-2008 μέχρι 31-12-2008 το ποσό των (814 ευρώ β.μ. - 17 ΜΚ συν 185 ευρώ επίδομα ειδικών συνθηκών συν 522 ευρώ πόρος διανεμητικού λογαριασμού = 1.521 ευρώ X 2 μήνες = 3.042 συν 847 β.μ + 185 + 522 = 1.554 ευρώ X 5 μήνες = 7.770 ευρώ, για το Δεκέμβριο (474,32 + 103,60 + 292,32 = 870,24 ευρώ, συνολικά γσ αποδοχές 11.682,24 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 476,44 ευρώ, για επίδομα αδείας 423,50 ευρώ και συνολικά για αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 13.005,68 ευρώ, έναντι αυτών έλαβε 4.465,53 ευρώ και απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο από 8.540,15 ευρώ, β' για το έτος 2009 δηλαδή από 1-1-2009 μέχρι 31-12-2009 το ποσό των (847 ευρώ β.μ. + 185 ευρώ επίδ.
ειδ. συν. + 522 ευρώ πόρος διανεμ. λογ.= 1.554 ευρώ X 12 μήνες = 18.648 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 847 ευρώ και για επίδομα αδείας 299,98 ευρώ και συνολικά 20.218,48 ευρώ, έναντι αυτών έλαβε 5.506,73 ευρώ και συνεπώς απομένει υπόλοιπο από 14.711,75 ευρώ και γ) για το ετος 2010 δηλαδή από 1-1-2010 μεχρι 16-6-2010 το ποσό των( 847 ευρώ β.μ. + 185 ευρώ + 459,36 ευρώ πόρος διανεμ.
λογ. = 1.491,36 ευρώ X 5 μήνες = 7.456,8 ευρώ για τον Ιούνιο το ποσό των (508,20 ευρώ β.μ. + 111 επίδ. ειδ. συνθ. + 250,56 πόρος διαν. λογ. = 869,76 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 296,45 ευρώ, για επίδομα αδείας y 296,45 ευρώ και συνολικά για αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 8.919,46 ευρώ έναντι αυτού έλαβε 2.568,26 ευρώ, συνεπώς απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο από 6.351,2 ευρώ.
Συνολικά οφείλεται στην 2ρη ενάγουσα το ποσό των 29.603,1 ευρώ.3) Η τρίτη ενάγουσα: α) για το έτος 2008, δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 24-11-2008 και από 9-12-2008 μέχρι 31-12-2008 το ποσό των (966 ευρώ β.μ. + 185 ευρώ επίδ. ειδ. συνθ. + 534 ευρώ πόρος διανεμ. λογ. = 1.685 ευρώ X 4 μήνες = 6.740 ευρώ, για Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο το ποσό των (1.005 ευρώ β.μ. +185 ευρώ + 534 ευρώ = 1.724 ευρώ X 6 μήνες = 10. 344 ευρώ, για Νοέμβριο το ποσό των (844,20 + 155,40 + 448,40 = 1.448 ευρώ, για Δεκέμβριο το ποσό των (522,60 + 96,20 + 277,68 = 896,48 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 502,50 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 942,19 ευρώ, για επίδομα αδείας 502,50 ευρώ και συνολικά για αποδοχές και επιδόματα εδικαιούτο 21.375,67 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 5.691,62 ευρώ και απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο από 15.684,05 ευρώ, β) για το έτος 2009 δηλαδή από 1-1-2009 μέχρι 31-12-2009 το ποσό των (1005 ευρώ β.μ. + 185 ευρώ + 534 ευρώ = 1.724 ευρώ X 12 μήνες = 20.688 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 502,50 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 1005 ευρώ, για επίδομα αδείας 481,56 ευρώ και συνολικά για αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 22.677,06 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 6.621,93 ευρώ και απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο από 16.055,13 ευρώ και γ) για το έτος 2010 δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 17-6-2010 το ποσό των (1005 ευρώ + 185 + 459,36 ευρώ = 1.649,36 ευρώ X 5 μήνες = 8.246,8 ευρώ, για Ιούνιο το ποσό των (643,20 + 118,40 + 273,41 = 1035,01 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 351,75 ευρώ και για επίδομα αδείας 351,75 ευρώ και συνολικά για αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 9.985,31 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 2.591,40 ευρώ και απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο από 7.393,91 ευρώ.
Συνολικά η 3τη ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 39.133,09 ευρώ. 4) Ο τέταρτος ενάγων: α) για το έτος 2008, δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 7-11-2008 και από 9-12-2008 μέχρι 31-12-2008 το ποσό των (814 + 185 + 522 = 1521 ευρώ X 4 μήνες = 6.084 ευρώ, για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο το ποσό των 847 + 185 + 522 = 1.554 ευρώ X 6 μήνες = 9.324 ευρώ, για Νοέμβριο το ποσό των (338,80 + 74 + 208,80 = 621,6 ευρώ, τον Δεκέμβριο (271,04 + 59,20 + 167,04 = 497,28 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 407 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 741,13 ευρώ, για επίδομα αδείας 423,50 ευρώ και συνολικά 18.098,51 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 5.506,72 ευρώ και απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο από 12.591,79 ευρώ, β) για το έτος 2009, δηλαδή από 1-1-2009 μέχρι 31-12-2009 το ποσό των (847 + 185 + 522 = 1.554 ευρώ X 12 μήνες = 18.648 ευρώ, για επίδομα Πάσχα, 423,50 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 847 ευρώ, για επίδομα αδείας 352,91 ευρώ, συνολικά για αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 20.271,41 ευρώ, έλαβε έναντι αυτού 5.248,49 ευρώ και απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο 15.022,92 ευρώ και γ) για το έτος 2010, δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 30-6-2010 το ποσό των (847 + 185 + 459,36 = 1.491,36 ευρώ X 5 μήνες = 7.456,8 ευρώ, για Ιούνιο το ποσό των (847 + 185 + 417,60 = 1.449,6 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για επίδομα αδείας 296,45 ευρώ και συνολικά για αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 9.626,35 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 2.707,08 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 6.919,27 ευρώ.
Συνολικά ο 4ος ενάγων δικαιούται το ποσό των 34.533,98 ευρώ, 5) Η πέμπτη ενάγουσα: α) για το έτος 2008 δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 31-8-2008 και από 1-12-2008 μέχρι 31-12-2008, το ποσό των (814 + 185 + 522 = 1.521 ευρώ X 2 μήνες = 3.042 ευρώ, από 1-3-2008 μέχρι 31-8-2008 και από 1-12-2008 μέχρι 31- 12-2008 το ποσό των (847 + 188 + 522 = 1.554 X 7 μήνες = 10.878 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για δώρο Χριστουγέννων 529,37 ευρώ, για επίδομα αδείας 423,50 ευρώ και συνολικά 15.296,37 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 4.234,17 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 11.062,2 ευρώ, β) για το έτος 2009 δηλαδή από 1-1-2009 μέχρι 31-12-2009 το ποσό των (847 + 185 + 522 = 1.554 ευρώ X 12 μήνες = 18.648 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για δώρο Χριστουγέννων 847 ευρώ και για επίδομα αδείας 317,62 ευρώ και συνολικά 20.236,12 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 5.761,24 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 14.474,88 ευρώ και γ) για το έτος 2010 δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 1-6-2010 το ποσό των (847 + 185 + 469,92 = 1.501,92 ευρώ X 5 μήνες = 7.509,60 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 296,45 ευρώ, για επίδομα αδείας 271,74 ευρώ και συνολικά για αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 8.077,79 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 2.313,75 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 5.764,04 ευρώ.
Η 5η ενάγουσα συνολικά δικαιούται το ποσό των 31.301,12 ευρώ. 6) Η έκτη ενάγουσα: α) για το έτος 2008, δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 1-10-2008 και από 1-12-2008 μέχρι 31-12-2008 το ποσό των (814 + 185 + 522 = 1.521 ευρώ X 3 μήνες = 4.563 ευρώ, από 1-4-2008 μέχρι 30-9-2008 και από 1-12-2008 μέχρι 31-12-2008 το ποσό των (847 + 185 + 522 = 1.554 ευρώ X 7 μήνες = 10.878 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων
635.25
ευρώ
και για επίδομα αδείας 423,50 ευρώ, συνολικά το ποσό των 16.923,25 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 4.349,84 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 12.573,41 ευρώ, β) για το έτος 2009 δηλαδή από 1-1-2009 μέχρι 31-12-2009 το ποσό των (847 + 185 + 522 = 1.554 ευρώ X 12 μήνες = 18.648 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 847 ευρώ και για επίδομα αδείας 352,91 ευρώ, συνολικά 20.271,41 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 5.576,13 ευρώ και απομένει υπόλοιπο 14.695,28 ευρώ και γ) για το έτος 2010, δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 1-6-2010 το ποσό των (847 + 185 + 469,92 = 1.501,92 ευρώ X 5 μήνες = 7.509,60 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 296,45 ευρώ, για επίδομα αδείας 271,74 ευρώ και συνολικά 8.077,79 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 2.313,75 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 5.764,04 ευρώ.
Η έκτη ενάγουσα δικαιούται συνολικά το ποσό των 33.032,73 ευρώ. 7) Η έβδομη ενάγουσα: α) για το έτος 2008, δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 1-10-2008 και από 1-12-2008 μέχρι 31-12-2008 το ποσό των 814 + 185 + 522 = 1.521 ευρώ X 3 μήνες = 4.563 ευρώ, από 1-4-2008 μέχρι 30-9-2008 και από 1-12-2008 μέχρι 31-12-2008 το ποσό των (847 + 185 + 522 = 1.554 ευρώ X 7 μήνες = 10.878 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για δώρο Χριστουγέννων 635,25 ευρώ, για επίδομα αδείας 423,50 ευρώ και συνολικά 12.360,25 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 4.349,84 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 8.010,41 ευρώ, β) για το έτος 2009 δηλαδή από 1-1-2008μέχρι 31-12-2009 το ποσό των (847 + 185 + 522 = 1.554 ευρώ X 12 μήνες = 18.648 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για δώρο Χριστουγέννων 847 ευρώ, για επίδομα αδείας 352,91 ευρώ και συνολικά 20.271,41 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 5.576,13 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 14.695,28 ευρώ και γ) για το έτος 2010, δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 1-6-2010 το ποσό των (847 + 185 + 469,92 = 1.501,92 ευρώ X 5 μήνες = 7.509,60 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 296,45 ευρώ, για επίδομα αδείας 271,74 ευρώ και συνολικά 8.077,79 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 2.313,75 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 5.764,04 ευρώ.
Η 7η ενάγουσα συνεπώς δικαιούται συνολικά το ποσό των 28.469,73 ευρώ., 8) Η όγδοη ενάγουσα: α) για το έτος 2008 δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 31-8-2008 και από 1-12-2008 μέχρι 31-12-2008 το ποσό των (814 + 185 + 522 = 1521 ευρώ X 2 μήνες = 3.042 ευρώ, από 1-3-2008 μέχρι 31-8-2008 και από 1-12-2008 μέχρι 31-12- 2008 το ποσό των (847 + 185 + 522 = 1.554 ευρώ X 7 μήνες = 10.878 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για δώρο Χριστουγέννων 529,37 ευρώ, για επίδομα αδείας 423,50 ευρώ, συνολικά για αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 12.254,37 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 4.349,84 ευρώ, και απομένει υπόλοιπο από 7.904,53 ευρώ, β) για το έτος 2009, δηλαδή από 1-1-2009 μέχρι 1-6-2010, το ποσό των (847 +185 +522 = 1.554 ευρώ X 12 μήνες = 18.648 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 847 ευρώ και για επίδομα αδείας 317,62 ευρώ και συνολικά για αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 20.236,12 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 5.275,36 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 14.960,76 ευρώ και γ) για το έτος 2010, δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 1-6-2010 το ποσό των (847 + 185 + 469,92 = 1.501,92 ευρώ X 5 μήνες = 7.509,6 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 296,45 ευρώ, για επίδομα αδείας 292,49 ευρώ και συνολικά το ποσό των 8.098,54 ευρώ.
Συνολικά η 8η ενάγου- σα δικαιούται το ποσό των 30.963,83 ευρώ. Και 9) η ένατη ενάγουσα: α) για το έτος 2008 δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 11-10-2008 και από 1-12-2008 μέχρι 31-12-2008 το ποσό των (814 + 185 + 522 = 1.521 ευρώ X 3 μήνες = 4.563 ευρώ, από 1-5-2008 μέχρι 30-9-2008 και από 1-12-2008 μέχρι 31- 12-2008 το ποσό των (847 + 185 + 522 = 1.554 ευρώ X 6 μήνες = 9.324 ευρώ, για Απρίλιο το ποσό των (835,12 + 185 + 522 =) 1.542 ευρώ, για Οκτώβριο το ποσό των (372,60 + 81,40 + 229,68 =) 683,68 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για δώρο Χριστουγέννων 635,25 ευρώ, για επίδομα αδείας 423,50 ευρώ και συνολικά για αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 17.595,05 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 5.020,83 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 12.574,22 ευρώ, β) για το έτος 2009 δηλαδή από 1-1-2009 μέχρι 31-12-2009 το ποσό των (847 + 185 + 522 = 1.554 ευρώ X 12 μήνες = 18.648 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,50 ευρώ, για δώρο Χριστουγέννων 847 ευρώ, για επίδομα αδείας 352,91 ευρώ και συνολικά για αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 20.271,41 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 6.038,10 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 14.233,31 ευρώ και γ) για το έτος 2010, δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 1-6- 2010 το ποσό των (847 + 185 + 469,92 = 1.501,92 ευρώ X 5 μήνες = 7.509,6 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 296,92 ευρώ, για επίδομα αδείας 271,74 ευρώ και συνολικά για αποδοχές και επιδόματα το ποσό των 8.078,26 ευρώ, έναντι αυτού έλαβε 2.313,75 ευρώ και απομένει υπόλοιπο από 5.764,51 ευρώ.
Συνολικά η 9η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 32,572,04 ευρώ..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εν τω μεταξύ απέρριψε κατ' ουσίαν το μέρος της αγωγής, που αφορούσε αξιώσεις του έτους 2007 λόγω παραγραφής αυτών, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή κατά το μέρος της που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 01.01.2008 και μετά και α) υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημοσιο να καταβάλει συνολικά στην πρώτη αναιρεσείουσα 14.625,85 ευρώ, στη δεύτερη 14.711,76 ευρώ, στην τρίτη 16.055,13 ευρώ, στον τέταρτο αναιρεσειοντα 15.022,92 ευρώ, στη πέμπτη 14.474,88 ευρώ, στην έκτη 14.695,28 ευρώ, στην έβδομη 14.698,28 ευρώ, στην όγδοη 14.960,76 ευρώ και στην ένατη 14.233,31 ευρώ με τον νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής και β) αναγνώρισε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στους εννέα (9) ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά:
στην 1η ενάγουσα 17.036,62, στην 2η 14.891,35, στην 3η ενάγουσα 23.077,96, στον 4ο 19.511,06, στην 5η 16.826,24, στην 6η ενάγουσα 18.337,45, στην 7η 13.774,45, στην 8η 16.003,07 και στην 9η 18.338,73, με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής.
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι α) εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα αυτών για καταβολή μισθολογικών διαφορών από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και β) εσφαλμένα δεν εφήρμοσε το άρθρο 20 παρ.15 Ν. 2639/1998 σύμφωνα με το οποίο οι θέσεις άσκησης θα έπρεπε να είναι συναφείς με το γνωστικό αντικείμενο του εργαζόμενου και εξέλαβε εσφαλμένα ότι στόχος των συμβάσεών τους ήταν η επαγγελματική τους κατάρτιση, "η οποία όμως δεν ήταν στόχος των ενδίκων συμβάσεων αλλά της προβλεπόμενης στις παρ. 6-10 του άρθρου 20 Ν. 2639/1998". Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος είναι αβάσιμος, διότι, εφόσον οι συμβάσεις είχαν συναφθεί μετά το 2004, δεν ήταν έγκυρες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 ν. 2190/1994 , 3, 5, 6 ΠΔ 164/2004 και 103 Συντάγματος και δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου. Επομένως, το Εφετείο ορθά εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις. Εξάλλου, ο λόγος αυτός ως προς το δεύτερο σκέλος ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και είναι συνεπώς απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες την κυρία βάση της αγωγής στήριξαν στην κατάρτιση σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι εργασιακής εμπειρίας., το δε Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε απλή σχέση εργασίας και όχι εργασιακής εμπειρίας.
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι εσφαλμένα απέρριψε το αίτημά τους για καταβολή μισθολογικών διαφορών από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, χαρακτηρίζοντάς τις συμβάσεις εργασίας (ακόμη και ορισμένης διάρκειας ) ως άκυρες, ενώ ήταν έγκυρες, διότι οι συμβάσεις σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ , δεν εμπίπτουν στα απαγορευτικά πεδία του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 ν. 2190/1994 καθώς και διότι είναι ανεφάρμοστα τα άρθρα 5 παρ. 2, 6 παρ. 2 και 2 παρ. 2 ΠΔ 164/2004. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και δη ως μη νόμιμος διότι: α) οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και το ΠΔ 64/2004 εισάγουν εξαίρεση για τις συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας, οι αναιρεσείοντες όμως ισχυρίζονται ότι στην πραγματικότητα δεν είχαν καταρτισθεί συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας, ώστε να τύχουν εφαρμογής οι ως άνω διατάξεις αλλά συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και με βάση αυτή ζητούν τα διάφορα ποσά.
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι η πρώτη τουλάχιστον σύμβαση εργασίας ήταν έγκυρη και ότι δεν επρόκειτο για διαδοχικές συμβάσεις και ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 , 6 παρ. 1 και 7 παρ. 1 ΠΔ 164/2004.
Ο λόγος αυτός είναι απαραδεκτος γιατί ενώ με την αγωγή αναφέρουν ότι έχουν καταρτίσει εγγράφως "δύο διαδοχικές συμβάσεις" (σελ. 4) , ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ότι οι συμβάσεις τους ορισμένου χρόνου και οι ανανεώσεις τους αποσκοπούν στην κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του ελληνικού Δημοσίου, ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται να καταβάλουν τις αποδοχές τους "στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου" ( σελ. 52) , εν τούτοις με το λόγο αυτό επιχειρούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, ζητώντας έννομη προστασία από δύο μη διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, την μία των οποίων θεωρούν κατά την κρίση τους έγκυρη.
Σημειώνεται πάντως ότι όσον αφορά την αναγνώριση περί υπάρξεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις για το έγκυρο αυτής, που προβλέπονται από τα άρθρα 3,5, 6 και 7 του ΠΔ 164/2004. Περαιτέρω, οι ενάγοντες μη νόμιμα ζητούν να αναγνωριστεί ότι συνδέονταν στην πραγματικότητα με τους εναγόμενους με ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού τα συμφωνητικά συνεργασίας, στο πλαίσιο προγραμμάτων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων και με τη συμμετοχή του πρώτου εναγομένου Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, βάσει των οποίων παρείχαν μέχρι το έτος 2010 τις υπηρεσίες τους στο δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ούτε όμως, εξ ορισμού και λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα τους, οι ορισμένου χρόνου συμβάσεις τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας δύνανται εκ του νόμου να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου εργασιακές σχέσεις, ακόμα και αν κριθεί ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δεύτερου εναγομένου, μη εφαρμοζόμενου εν προκειμένω του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, ούτε πριν αλλά ούτε και μετά το π.δ. 164/2004.
Ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι ενάγοντες κάλυπταν διαρκείς και πάγιες ανάγκες του δεύτερου εναγομένου, αυτό είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού οι ως άνω συμβάσεις τους, που δεν ήταν ενεργείς στις 19/7/2004, οπότε άρχισε η ισχύς του ΠΔ 164/2004, με το οποίο προστέθηκε στο ΠΔ. 81/2003 το άρθρο 8Α, καταρτίστηκαν ως ορισμένου χρόνου, λόγω της φύσης αυτών ως συμβάσεων μαθητείας και επομένως απαγορεύεται η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου (βλ.
ΑΠ 9/2018).
Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι καταρτισθείσες συμβάσεις είναι γνήσιες συμβάσεις μαθητείας με ελλιπείς αιτιολογίες , διότι ενώ δεχθηκε ότι απασχολήθηκαν στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου για να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό τους αντικείμενο, δεν αναφέρει ούτε τα γνωστικά αντικείμενα ούτε αν είναι συναφή με τις θέσεις άσκησης αλλά χρησιμοποίησε αλυσιτελή κριτήρια.
Ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και συνεπώς είναι απαράδεκτος διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρξε απλή σχέση εργασίας (σύμφωνα με το επικουρικό αίτημα της αγωγής ) και όχι σύμβαση εργασιακής εμπειρίας. Εξάλλου, αφού έκανε το αίτημα αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεχόμενο απλή σχέση εργασίας, οι αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν την αναίρεση προκειμένου να ερευνηθεί συνάφεια ή μη του αντικειμένου τους, δεδομένου ότι απόδειξη αυτού θα συνεπάγεται την απόρριψη του επικουρικού αιτήματος της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Κατ' ακολουθία αυτών, το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως μη νόμιμη, εφόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ' αυτή, οι επίδικες συμβάσεις είχαν συναφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και των άρθρων 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004, που είναι πράγματι εφαρμοστέες στον χαρακτηρισμό των συμβάσεων αυτών, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων αυτών καθώς και των διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 2 περ.
κα' του ν. 2190/1994, 20 παρ. 15 του ν. 2639/1998, 648 , 904 του ΑΚ. Περαιτέρω, με το να δεχθεί την αγωγή ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου ενόψει υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας, ως νόμιμη ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1α του Συντάγματος, 20 παρ. 15 του Ν. 2639/1998, 648 επ. και 905 επ. Α.Κ γιατί οι συμβάσεις αυτές, μπορεί κατά νόμο να υπήρξαν άκυρες, λειτούργησαν όμως στην πραγματικότητα, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς, οι ενάγοντες δικαιούνταν να λαμβάνουν, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που θα ελάμβαναν άλλοι, αντί αυτών, εργαζόμενοι, ασχολούμενοι με έγκυρη σχέση εργασίας.
Εξάλλου, το Εφετείο με το να επιδικάσει τις διαφορές αποδοχών μεταξύ αυτών που πράγματι έλαβαν στα πλαίσια των συμβάσεων που είχαν υπογράψει με το αναιρεσίβλητο οι αναιρεσείοντες κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και όχι ευθέως από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ. 164/2004 δεν παραβίασε την τελευταία αυτή διάταξη (ΑΠ 780/2017).
Τέλος, το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι δεν δικαιούνται οι αναιρεσείοντες τις αποδοχές των υπαλλήλων που υπηρετούσαν με σχέση δημοσίου δικαίου στο αναιρεσίβλητο, κατά τον ίδιο με αυτές χρόνο, αλλά μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν παραβίασε τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις αυτές.
Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθούν. 'Eνα μέλος όμως του Δικαστηρίου και δη ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης έχει τη γνώμη ότι ως προς την κύρια βάση της αγωγής οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Ειδικότερα, το μέλος αυτό έχει την ακόλουθη γνώμη:
Με την κοινοτική οδηγία 1999/70/Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο την οποία συνήψαν, στις 18-3-1999, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP (κωδ. ΕΕΔ 59.186 επ.), καταλαμβάνει και το δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθορίζονται ως βασικοί στόχοι:
α) η αποφυγή δυσμενών διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης, την προϋπηρεσία κ.λ.π. (ρήτρα 4) και β) η λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για την αποφυγή καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), με τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκειά τους, τον αριθμό των ανανεώσεων και τον, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προσδιορισμό, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. (βλ.
ΟλΑΠ 18/2006). Ειδικότερα, ως προς την παραπάνω Οδηγία πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Κατά το άρθρο 1 της Oδηγίας 1999/70, αυτή αποσκοπεί στην "υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου [...], η οποία συνήφθη [...] μεταξύ διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP)". Κατά τη ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου, σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, αφενός, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και, αφετέρου, η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση, που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Η ρήτρα 2 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Πεδίο εφαρμογής", προβλέπει στο σημείο της 1 τα εξής:"Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος." Η ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου, που τιτλοφορείται "Ορισμοί", προβλέπει τα εξής: "Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας: 1.
ως "εργαζόμενος ορισμένου χρόνου" νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος? 2.
ως "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου" νοείται ο εργαζόμενος που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου στην ίδια επιχείρηση, και απασχολείται στην ίδια ή παρόμοια εργασία/απασχόληση, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων [...]". Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης", προβλέπει στο σημείο της 1: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.".
Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει, γενικώς και απεριφράστως, οποιαδήποτε μη αντικειμενικώς δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως. Έτσι, το περιεχόμενό της είναι αρκούντως ακριβές ώστε να μπορούν να την επικαλεστούν οι ιδιώτες και να την εφαρμόσει το δικαστήριο (βλ.απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhauser Tirols, σκέψη 24, βλ.
Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 Rosa Maria Gavieiro Gavieiro, An Maria Iglesias Torres v Conselleria e Ordenacion Universitaria de la Xunta de Galiera ). Εξάλλου, η απερίφραστη απαγόρευση την οποία επιβάλλει η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου δεν απαιτεί την έκδοση άλλης πράξεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ενώ ουδόλως παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια, κατά τη μεταφορά της ως άνω διατάξεως στο εσωτερικό δίκαιο, να εξαρτήσουν από προϋποθέσεις ή να περιορίσουν την έκταση της απαγορεύσεως που επιβάλλει όσον αφορά τις συνθήκες απασχολήσεως (βλ.Απόφαση της 22.10.2010, συν.
υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 Rosa Maria Gavieiro Gavieiro, An Maria Iglesias Torres v Conselleria e Ordenacion Universitaria de la Xunta de Galiera). Yπενθυμίζεται ότι, βάσει της ρήτρας 1, στοιχείο α', της συμφωνίας-πλαισίου, ένας από τους σκοπούς της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Ομοίως, η συμφωνία-πλαίσιο, όπως διευκρινίζεται στο τρίτο εδάφιο του προοιμίου της, "αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις". Η αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70 επισημαίνει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου διά του καθορισμού ελάχιστων προδιαγραφών που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 47• διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 29, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, Lorenzo Martinez, C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 34).
Κατόπιν αυτών, σκοπός της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου είναι να εφαρμόσει την εν λόγω αρχή στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να εμποδίσει να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια σχέση εργασίας από τον εργοδότη προκειμένου να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 37- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 48• διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 30, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, Lorenzo Martinez, C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 35).
Επομένως, δεδομένων των επιδιωκόμενων από τη συμφωνία-πλαίσιο σκοπών, η ρήτρα της 4 πρέπει να νοηθεί ως έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικά (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 38- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 49- διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 31, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, Lorenzo Martinez, C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 36).
Περαιτέρω, η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης", ορίζει στο σημείο της 1: "Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ".
Η ρήτρα 8 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο Διατάξεις εφαρμογής "1. Τα κράτη μέλη ή/και οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να διατηρήσουν ή να εισαγάγουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζομένους από τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας. 2. Η παρούσα συμφωνία δεν θίγει άλλες ειδικότερες κοινοτικές διατάξεις και ιδιαίτερα τις κοινοτικές διατάξεις που αφορούν την ίση μεταχείριση και τις ίσες ευκαιρίες ανδρών και γυναικών. 3.
Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία...." Συνεπώς, από τη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαίσιο προκύπτει ότι η θέση σε εφαρμογή της συμφωνίας αυτής δεν μπορεί να αποτελεί για τα κράτη μέλη έγκυρη αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων που παρεχόταν προηγουμένως στην εσωτερική έννομη τάξη στον τομέα που καλύπτεται από την εν λόγω συμφωνία.
Η λέξη "εφαρμογή", που χρησιμοποιείται χωρίς άλλη διευκρίνιση στη ρήτρα 8, σημείο 3, της συμφωνίας-πλαίσιο, δεν μπορεί να αφορά μόνο την αρχική μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 1999/70 και, ιδίως, του παραρτήματός της που περιέχει τη συμφωνία-πλαίσιο, αλλά πρέπει να καλύπτει κάθε εθνικό μέτρο που αποσκοπεί στο να εγγυηθεί τη δυνατότητα επιτεύξεως του επιδιωκομένου από την οδηγία σκοπού, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων τα οποία, μετά την κυρίως ειπείν μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, συμπληρώνουν ή τροποποιούν τους ήδη θεσπισθέντες εθνικούς κανόνες (βλ.
ΔΕΚ 0144/2004 ΤΝΠ Νόμος).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το γράμμα της ρήτρας 2, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας αυτής ορίζεται κατά τρόπο ευρύ, με αναφορά γενικώς στους "εργαζομένους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική σε κάθε κράτος μέλος". Επιπλέον, ο ορισμός της έννοιας των "εργαζομένων ορισμένου χρόνου", κατά τη συμφωνία-πλαίσιο, όπως διατυπώνεται στη ρήτρα 3, σημείο 1, της συμφωνίας αυτής, καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να κάνει διάκριση ανάλογα με τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του εργοδότη με τον οποίο συνδέονται και ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της συμβάσεώς τους στο εσωτερικό δίκαιο [αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 56• της 13ης Μαρτίου 2014, Marquez Samohano, C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 38• της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψεις 28 και 29, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 67, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επί της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid) ].
Όσον αφορά την ερμηνεία της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, υπενθυμίζεται ότι με τη ρήτρα αυτή επιδιώκεται η επίτευξη ενός από τους σκοπούς της ως άνω συμφωνίας-πλαισίου, και συγκεκριμένα η δημιουργία ορισμένου πλαισίου για τη διαδοχική χρησιμοποίηση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία θεωρείται δυνητική πηγή καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων, προβλέποντας τη θέσπιση ορισμένων διατάξεων ελάχιστης προστασίας προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιέρχονται οι μισθωτοί σε κατάσταση αβεβαιότητας (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 63? της 23ης Απριλίου 2009, Αγγελιδάκη κ.λπ., C-378/07 έως C-380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 73? της 26ης Ιανουαρίου 2012, Kucuk, C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 25• της 13ης Μαρτίου 2014, Marquez Samohano, C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 41• της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 54, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 72, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid, βλ. Αποφ. ΔΕΕ 25-10/2018 (Υπόθ. C-331/2017).
Πράγματι, όπως τούτο προκύπτει από το δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου καθώς και από τα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, η σταθερότητα της απασχόλησης θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, ενώ μόνο σε ορισμένες περιστάσεις μπορούν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να ανταποκριθούν στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων (αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ., C-212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 62• της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 55, και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 73, βλ. Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid ).
Συνεπώς, προκειμένου να αποτραπεί η κατάχρηση των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη ενός, τουλάχιστον, πραγματικού και δεσμευτικού μέτρου εξ αυτών που απαριθμούνται σε αυτήν, εφόσον το εθνικό τους δίκαιο δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα.
Τα τρία συνολικώς μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α' έως γ', της εν λόγω ρήτρας αφορούν, αντιστοίχως, την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, τη μέγιστη συνολική διάρκεια αυτών των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και τον αριθμό των ανανεώσεών τους (βλ μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, Αγγελιδάκη κ.λπ., C-378/07 έως C-380/07, EU:C:2009:250, σκέψη 74? της 26ης Ιανουαρίου 2012, Kucuk, C-586/10, EU:C:2012:39, σκέψη 26• της 13ης Μαρτίου 2014, Marquez Samohano, C-190/13, EU:C:2014:146, σκέψη 42, της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 56, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 74, βλ.
επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid, βλ.Αποφ. ΔΕΕ 25-10/2018 (Υπόθ. C-331/2017) Συναφώς, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως, εφόσον έχουν την ευχέρεια είτε να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που απαριθμούνται στο σημείο 1, στοιχεία α' έως γ', της ρήτρας αυτής είτε, ακόμη, να αρκεστούν σε υφιστάμενα ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες συγκεκριμένων κλάδων και/ή κατηγοριών εργαζομένων (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 75, βλ.
επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).
Επομένως, η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσει στα κράτη μέλη την επίτευξη γενικού σκοπού, δηλαδή της αποτροπής τέτοιων καταχρηστικών πρακτικών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα για την επίτευξή του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα αντιβαίνουν προς τον σκοπό και δεν θα περιορίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 60, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 76, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).
Επιπλέον, όταν το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις για την περίπτωση κατά την οποία παρά ταύτα διαπιστώνονται καταχρηστικές πρακτικές, απόκειται στις εθνικές αρχές να λαμβάνουν μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά, αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά για να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που έχουν θεσπισθεί κατ' εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 77, βλ. επίσης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid ).
Καίτοι, εφόσον δεν υπάρχει σχετική ρύθμιση της Ένωσης, οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής τέτοιων κανόνων εμπίπτουν στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών δυνάμει της αρχής της διαδικαστικής αυτονομίας των κρατών αυτών, εντούτοις δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που διέπουν παρεμφερείς καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 78).
Επομένως, σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται οι δέουσες κυρώσεις και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 79, βλ. επισης Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 επι της υποθέσεως C-16/15 Maria Elena Perez Lopez κατά Servicio Madrileno de Salud (Comunidad de Madrid).
Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) να αποφαίνεται επί της ερμηνείας των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, καθόσον τούτο αποτελεί έργο αποκλειστικά του αιτούντος δικαστηρίου ή, ενδεχομένως, των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία πρέπει να εξετάζουν εάν οι διατάξεις της εφαρμοστέας εθνικής ρυθμίσεως ανταποκρίνονται στις επιταγές της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 81).
Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει εάν και κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής καθώς και η αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου συνιστούν πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή και, εν ανάγκη, την επιβολή κυρώσεων για την καταχρηστική σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Fiamingo κ.λπ., C-362/13, C-363/13 και C-407/13, EU:C:2014:2044, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ., C-22/13, C-61/13, C-63/13 και C-418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 82).
Περαιτέρω, από το άρθρο 249 παρ. 1, 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (πρώην άρθρο 189 παρ. 1, 3), προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Eπιτροπή) αποτελούν παράγωγο Kοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ενωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Έτσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο όμως τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης).
Αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους που δεν έχουν μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο, δεκτικούς απ` ευθείας εφαρμογής, δηλαδή οι διατάξεις της είναι χωρίς αιρέσεις, επιφυλάξεις, περιθώρια επιλογής και επαρκώς ακριβείς, ώστε να καθίσταται δυνατό στα εθνικά δικαστήρια να προσδιορίσουν το ακριβές περιεχόμενο του δικαιώματος, το δικαιούχο και τον υπόχρεο αυτού καθώς και τον τρόπο άσκησής του, τότε υπάρχει η δυνατότητα στους ιδιώτες να την επικαλεσθούν έναντι του κράτους.
Εξάλλου, το άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Kοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου.
Σημειώνεται ότι η υποχρέωση σύμφωνης με τo Kοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας [βλ. Δ.Ε.Κ. Case 80/86, Criminal proceeding against Κοlpinghuis Nijmegen BV(1987) ECR 3969, (1989) 2 CMLR 18, 88/1986 Ε.Δ.Κ.Α. 1988, 562, Case 14/1983, Von Colson and Kamann ν Land Nordheim Westefalen (1984) ECR 1891, (1986) 2 CMLR 430, βλ. επίσης Υποθέσεις C74/95 και 129/95 (1996) ECR I-6609, (1997) 1 CMLR 300). Εξάλλου, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ` άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998, Α.Π. 1330/2000), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Δ.Ε.Κ. 6/64 Da Costa ΕΝΕL II, 2, Δ.Ε.Κ. 34/73 Frateli Variοla S.p.A. Administratione del le Finanzie dell Italia 88, 4, Δ.Ε.Κ. 106/77 Administratione delle Finanzie dello Stato Simmenthal 413, 7, Δ.Ε.Κ. 118/75 L. Watson Α. Belmarm 549, 5, Δ.Ε.Κ. 40/69 Ρ. Bollamann Hauptdollmant Hamburg Oberelle 586, 2 ).
Εξάλλου, όταν μια Οδηγία μεταφέρεται καθυστερημένα στο εσωτερικό δίκαιο του Κράτους Μέλους και οι σχετικές προβλέψεις της οδηγίας δεν έχουν άμεση εφαρμογή, τα εθνικά δικαστήρια είναι υποχρεωμένα να ερμηνεύσουν το εσωτερικό δίκαιο, όσο είναι δυνατόν, καθ'ο χρόνο η προθεσμία της μεταφοράς έχει παρέλθει, υπό την σκοπιά της γραμματικής και τελολογικής ερμηνείας της Οδηγίας, με την πρόθεση να επιτευχθούν τα αποτελέσματα που σκοπεύει η Οδηγία, ευνοώντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων, οι οποίοι είναι περισσότερο σύμφωνοι με τον σκοπό, προκειμένου να επιτευχθεί ένα αποτέλεσμα συμβατό με τις προβλέψεις της Οδηγίας (ΔΕΚ C-212/04/47-2006).
Στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται βασικά με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Κατά την παγιωθείσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση, από τον εργοδότη, των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της ως άνω κοινοτικής οδηγίας, αφού για την εφαρμογή της αρκεί και μία μόνο σύμβαση ορισμένου χρόνου αντί περισσότερων διαδοχικών συμβάσεων όπως απαιτεί η κοινοτική οδηγία.
Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου.
Έτσι, και κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, οι εθνικές αρχές, στα πλαίσια της συνεργασίας των κρατών - μελών με την Ευρωπαϊκή Ένωση και της διασφάλισης του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, κατά τα άρθρα 10, 249 παρ. 3 της Συνθ./Ε.Κ.
και 28 του Συντάγματος, έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών, έστω και αν αυτές δεν έχουν ακόμη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, εφόσον είναι αρκούντως ακριβείς και ανεπιφύλακτες ή στα σημεία που είναι ακριβείς και ανεπιφύλακτες.
Τέλος, και κατά τις αναθεωρημένες διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που τέθηκαν σε ισχύ από 17.4.2001 α) παρέχεται η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού με ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον εκδοθεί ειδικός νόμος και οι ανάγκες κάλυψης είναι απρόβλεπτες, πρόσκαιρες και επείγουσες β) απαγορεύεται η μετατροπή από το νόμο των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου, όταν οι καλυπτόμενες ανάγκες είναι τέτοιες, όπως παραπάνω, οπότε αν δεν είναι τέτοιες οι για την κάλυψη αυτών εκδοθέντες νόμοι, ένεκα συνταγματικής επιταγής, και οι γι' αυτές προσλήψεις συνιστούν καταστρατήγηση των διατάξεων αυτών και των με βάση τις διατάξεις αυτές εκδοθέντων ειδικών νόμων γ) στην περίπτωση πρόσληψης προσωπικού για κάλυψη δήθεν απρόβλεπτων, πρόσκαιρων και επειγουσών αναγκών, πλην για κάλυψη πάγιων, μόνιμων και διαρκών αναγκών, εξ αντιδιαστολής, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές και οι κατ' επιταγή αυτών εκδοθέντες ειδικοί νόμοι, αλλά οι διατάξεις που καλύπτουν τις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου.
Επομένως, από την απαγόρευση "μετατροπής" από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ή τη διοικητική διαδικασία υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ (ΟλΑΠ 18/2006 Νόμος).
Εξάλλου, από την απόφαση του ΔΕΚ της 23-4-2009, που επελήφθη των υποθέσεων 0378/07, C379/07 και C380/07 με αντικείμενο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, τις οποίες υπέβαλε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον η δυνατότητα που προβλέπεται, στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920 σχετικά με τη μετατροπή, στον δημόσιο τομέα, των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όταν η σύμβαση καλύπτει στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, μπορεί να συμβάλλει σε τέτοια αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Αν το εν λόγω δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διάταξη έχει το αποτέλεσμα αυτό, η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου, β) ότι αφού σκοπός της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας - πλαισίου είναι να επιβληθεί στα κράτη μέλη η υποχρέωση να διασφαλίσουν, στην εσωτερική έννομη τάξη, την αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η θέσπιση της εθνικής ρύθμισης για τη μεταφορά της συμφωνίας δεν μπορεί να καταλήγει να θίγει την αποτελεσματικότητα της εν λόγω πρόληψης, όπως διασφαλιζόταν προηγουμένως από ένα "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" κατά την έννοια της εν λόγω ρήτρας 5, σημείο 1, γ) ότι, αφού η ερμηνεία του εθνικού δικαίου εναπόκειται, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 48 της απόφασης, αποκλειστικά και μόνο στα εθνικά δικαστήρια, τα εν λόγω δικαστήρια έχουν επίσης την υποχρέωση να εξακριβώνουν κατά πόσον οι παραπάνω τροποποιήσεις που επέφερε το προεδρικό διάταγμα 164/2004 στο προϊσχύον εθνικό δίκαιο, όπως είχε διαμορφωθεί με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του νόμου 2112/1920, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της προστασίας των εργαζομένων που έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για την εξακρίβωση δε αυτή οφείλουν να συγκρίνουν τον βαθμό προστασίας που παρέχει καθεμία από τις εθνικές αυτές διατάξεις, δ) ότι το ΔΕΚ έχει δεχτεί ότι μια εθνική διάταξη που θεωρεί διαδοχικές μόνον τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβεί ορισμένο χρονικό διάστημα κατώτερο ή ίσο των 20 εργασίμων ημερών πρέπει να θεωρηθεί ότι μπορεί να διακυβεύσει το αντικείμενο, τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου.
Συγκεκριμένα, ένας τόσο αυστηρός και περιοριστικός ορισμός του διαδοχικού χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας που συνάπτονται η μία κατόπιν της άλλης θα καθιστούσε δυνατή την επί πολλά έτη προσωρινή απασχόληση των εργαζομένων, αφού, στην πράξη, ο εργαζόμενος δεν θα είχε στις περισσότερες περιπτώσεις άλλη επιλογή από το να δεχθεί διακοπές της τάξης των 20 εργάσιμων ημερών στο πλαίσιο μιας αλυσίδας συμβάσεων που τον συνδέουν με τον εργοδότη του.
Το ΔΕΚ έχει δεχτεί επίσης ότι η ρύθμιση, η οποία αναγνωρίζει ως "διαδοχικές" μόνο τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβούν διαστήματα μικρότερα των τριών μηνών, δεν είναι, καθαυτή, τόσο αυστηρή και περιοριστική. Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας - πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ε) ότι κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 10, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ και της σχετικής οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή.
Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των κρατών μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος.
Από τα ανωτέρω συνάγονται τα ακόλουθα: α) ότι η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους (βλ. ανωτέρω απόφαση ΔΕΚ, ιδίως παρ.84 - 88), β) ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων. Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βοιωτικών σχέσεων που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις. Ειδικότερα, με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.
Kατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον η πρόσληψη του εργαζόμενου έγινε προσχηματικά για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος ως εργοδότη εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006 και ΑΠ 816/ 2011).
Τέλος, θα πρέπει ως προς το άρθρο 8 του Ν.2112/1920 να αναφερθούν επίσης τα ακόλουθα: Στο ισχύον δίκαιο το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 έχει υπεροχή έναντι του δικαίου των π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 . Την υπεροχή του ορίζει ρητά η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, που παραμένει σε ισχύ μετά την τροποποίησή του με τα π.δ. 180 και 164/2004, "το διάταγμα αυτό δεν θίγει ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους γενικώς ρυθμίσεις ή ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με αναπηρίες".
Επομένως, υπερισχύει η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 81/2003 όπως ισχύει σήμερα. Το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 δεν γνωρίζει εξαιρέσεις, ούτε θέτει χρονικούς ή άλλους περιορισμούς για την αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων. Για τις εργασιακές σχέσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004 η υπερίσχυση της ευνοϊκότερης ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 προκύπτει από την, ομοίου περιεχομένου προς την του άρθρου 8 παρ. 1 π.δ. 81/2003, διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 π.δ. 164/2004: "Το παρόν διάταγμα δεν θίγει ρυθμίσεις ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους εν γένει, καθώς και για τους εργαζομένους με αναπηρίες".
Υπερισχύει, επομένως, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, για όσα θέματα είναι ευνοϊκότερη των ρυθμίσεων του π.δ. 164/2004, που θεσπίζουν εξαιρέσεις και θέτουν χρονικές και άλλες προϋποθέσεις για την προστασία των εργαζομένων. Οι δύο επιφυλάξεις υπέρ των ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους ρυθμίσεων βρίσκονται σε αρμονία και με την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης που καθιερώνει το άρθρο 137 παρ. 5 Συνθ.Ε.Ε. ("οι διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου (κοινοτικών Οδηγιών) δεν εμποδίζουν την εκ μέρους των κρατών - μελών διατήρηση ή θέσπιση αυστηρότερων προστατευτικών μέτρων τα οποία συμβιβάζονται με την παρούσα Συνθήκη") και επιβεβαιώνει το άρθρο 8 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70.
Στο βαθμό, τέλος, που τα π.δ. 81/2003, 164/2004 και 180/2004 χειροτερεύουν - υποβαθμίζουν την προστασία που παρέχει στους εργαζομένους η Οδηγία 1999/70 παραβιάζεται η απαγόρευση χειροτέρευσης, που περιέχεται στο άρθρο 8 παρ. 3 της Οδηγίας. Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της είναι μη νόμιμη, κατά τα εκτεθέντα ειδικότερα παραπάνω.
Με όσα δέχθηκε το Εφετείο, ως προς την απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση ως μη νόμιμης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1, 3 και 8 του ν.2112/1920, ως ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου προς την Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ, και 20 του ν. 2639/1998. Kαι τούτο, γιατί, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, ως προς την ορθή ερμηνεία της Οδηγίας και των εθνικών διατάξεων:
α) η διαμόρφωση στο εσωτερικό δίκαιο όρων που καθορίζουν ποσοτικούς περιορισμούς στον ορισμό της διαδοχικότητας των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι αντίθετη με τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας, υπό την έννοια ότι έτσι καθίσταται δυνατή η καταστρατήγηση της προστασίας που το άρθρο 5 θέλει να παράσχει στους εργαζόμενους, β) τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών γ) ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων.
Ειδικότερα, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός έννομων σχέσεων και καταστάσεων αποτελεί κατ` εξοχήν έργο των δικαστηρίων, αποτελεί δηλαδή ένα από τα βασικά στοιχεία της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Τούτο μάλιστα ισχύει, όπως εκτέθηκε, ακόμα και στις περιπτώσεις που ορισμένος νομικός χαρακτηρισμός γίνεται βάσει νόμου.
Χωρίς το στοιχείο αυτό, δηλαδή το ελεύθερο νομικό χαρακτηρισμό συμβατικών σχέσεων, καταστάσεων, παροχών κ.λπ., τα δικαστήρια δεν μπορούν να επιτελέσουν την ανατεθειμένη σ` αυτά από το Σύνταγμα λειτουργία (άρθρο 87 παρ. 2 Σ.), κατοχυρώνοντας παράλληλα και τη λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών (βλ. 3/2001 απόφαση Α.Ε.Δ., βλ.
σχετικά με την αναγνώριση της ελευθερίας των δικαστηρίων να προβαίνουν στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, αγνοώντας μάλιστα το νομικό χαρακτηρισμό που επιβάλλει ο νομοθέτης (Α.Π. 6/2001, 403, ΟλΑΠ 18/2006, Α.Π. 141/2000). Κατά λογική συνέπεια, αντίθετη στο πνεύμα της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας είναι και η θέση στο εσωτερικό δίκαιο περιορισμών όχι μόνο ποσοτικού, αλλά και ποιοτικού χαρακτήρα για τον αποκλεισμό βιοτικών σχέσεων, που υποκρύπτουν εργασιακές συμβάσεις.
Με την Κοινοτική Οδηγία, ο Κοινοτικός Νομοθέτης είχε την πρόθεση να θέσει φραγμούς σε κάθε περίπτωση που ο εργοδότης εκμεταλλευόμενος την ασθενέστερη θέση του εργαζόμενου κατά την διαπραγμάτευση των όρων εργασίας του δημιουργεί περιβάλλον καταστρατήγησης των υποχρεώσεων που επιβάλει μια σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, δ) Στην ελληνική έννομη τάξη, ανεξάρτητα από το χρόνο ενσωμάτωσης της ως άνω οδηγίας, στις 2.4.2003 με το Π.Δ. 81/2003 και ως προς το δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, δηλαδή μετά την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 1 της οδηγίας, στις 10-7-2001 και την παράταση της προθεσμίας για ένα ακόμη έτος, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, δια της προσχηματικής επιλογής της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπίζεται με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, ως "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο", που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα (βλ.
ΟλΑΠ 18/2006, ΔΕΚ C-378/2007 ). Επομένως, από την απαγόρευση "μετατροπής" από το νόμο των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, που δεν είναι "μετατροπή" αλλά ορθός χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ε) Υφίσταται η υποχρέωση σύμφωνης με τo Kοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας (του εθνικού δικαίου), που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας.
Περαιτέρω, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, κατά τη νομολογία του ΔΕΚ, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων το, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο ΕΚ και της σχετικής Οδηγίας προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μίας Οδηγίας, τα κράτη μέλη αποδέκτες της οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η οδηγία αυτή (απόφαση της 8ης Μαΐου 2003, C-14/02, ATRAL, Συλλογή 2003, σ.
I - 4431, σκέψη 58]. Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή αν η επίμαχη διάταξη του εθνικού δικαίου, η οποία θεσπίστηκε μετά την έναρξη της ισχύος της σχετικής οδηγίας, έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, όλες οι αρχές των Κρατών Μελών έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότατα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ακόμη και όταν οι αρχές αυτές προβαίνουν σε αναθεώρηση του Συντάγματος (ΔΕΚ C - 378/2007, Νόμος).
Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο εθνικός νομοθέτης δεν έχει την εξουσία να μεταβάλει ούτε να παρερμηνεύει τις διατάξεις της Οδηγίας, διότι τότε παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου κατ` άρθρο 28 παρ. 1 Σ., βάσει του οποίου η Ελλάδα προσχώρησε στις ευρωπαϊκές κοινότητες από 1.1.1981 δυνάμει της από 28.5. 1979 συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος στην Ε.Ο.Κ., που κυρώθηκε με το ν. 945/1979 (ΟλΑΠ. 23/1998, ΑΠ 1330/2000 ), ακόμη και του Συντάγματος κατά τα άρθρα 2, 10 (πρώην 5) της Ενοποιημένης Απόδοσης της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
ζ) Οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια πάντως που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας - πλαισίου και καλούνται επομένως να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλείουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η) Οπως εκτέθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζονται για όλους τους εργαζόμενους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν εργάζονται στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και καθιερώνουν "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" του εθνικού μας δικαίου, για την πρόληψη και αποφυγή καταχρήσεων, κατά την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου, που συνήψαν στις 18.3.1999 οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICH και CEEP, για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω οδηγία, παρέχουν προστασία στους εργαζομένους από τις καταχρήσεις του είδους που προαναφέρθηκαν, με το να καθιερώνουν την αρχή ότι ο χαρακτηρισμός που έδωσαν στη σύμβαση οι συμβαλλόμενοι δεν είναι δεσμευτικός αλλά ο ορθός χαρακτηρισμός της σύμβασης εργασίας, ως σύμβασης ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δίδεται από το δικαστήριο από τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης.
Μάλιστα, η προστασία αυτή είναι πληρέστερη εκείνης της ανωτέρω Κοινοτικής Οδηγίας, αφού κατά την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου, έχει παγιωθεί η ερμηνεία ότι, μπορεί η σύμβαση να θεωρηθεί αόριστου χρόνου, έστω και αν μία μόνο σύμβαση που προσχηματικά ονομάσθηκε ορισμένου χρόνου, καταρτίσθηκε.
Εμπόδιο για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος (που προστέθηκε με την αναθεώρηση του 2001), αφού αυτές απαγορεύουν τη μετατροπή συμβάσεων προσωπικού που προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ή έργου για την κάλυψη πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, όχι όμως και την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, ως αόριστης χρονικής διάρκειας, όταν με αυτήν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεδομένου μάλιστα ότι κατά το Σύνταγμα (άρθρο 103 παρ. 3 και 8 εδ.
β') προβλέπονται περιπτώσεις πρόσληψης προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ` ορθό νομικό, χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου μετά την ως άνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών και θα προσέβαλε την λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών και θα ματαίωνε τον σκοπό της Οδηγίας, η οποία -σημειωτέο -ως κοινοτικό δίκαιο υπερέχει του εθνικού δικαίου και αποσκοπεί στην αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Περαιτέρω, ενόψει της ισχύος του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 ως ισοδυνάμου νομοθετικού μέτρου, τούτο έχει εφαρμογή τόσο ως προς τους εργαζόμενους που οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 Σ και συνεχίσθηκαν και μετά την 18.04.2001, όσο και ως προς αυτούς που οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που είχαν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος.
Eνόψει των όσων εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω, το Εφετείο Αθηνών έπρεπε να δεχθεί την αγωγή νόμιμη ως προς την κύρια βάση, εφαρμόζοντας τις διατάξεις της παραπάνω αναφερομένης Οδηγίας και το άρθρο 8 ν. 2112/1920, ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, αναγνωρίζοντας, ως αποτελούσες ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που έχουν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος.
Ως εκ τούτου, στη προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της μειοψηφίας, η παραπάνω Οδηγία και το άρθρο 8 ν. 2112/1920 έχουν εφαρμογή και στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν και μετά την 18.04.2001 και αφορούν τους αναιρεσείoντες, που απασχολήθηκαν κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες της περιόδου ετών 2007 μέχρι Ιούνιο του 2010, δηλαδή μετά την ισχύ του του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και υπό την ισχύ του ΠΔ 164/2004, του οποίου πάντως οι διατάξεις είναι ανίσχυρες των διατάξεων της ως άνω Οδηγίας στο βαθμό, που χειροτερεύουν την προστασία την παρεχόμενη από την Οδηγία, η οποία ως κοινοτικό Δίκαιο υπερέχει του Εθνικού Δικαίου.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω, κατά την άποψη της μειοψηφίας, το Εφετείο Αθηνών, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε μη νόμιμη την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, στην οποία εξετίθετο οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσειόντων κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, ενώ ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογούταν από τη φύση αυτών, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των, ως τέτοιων αορίστου χρόνου, δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων και ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, παραβίασε της ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 εδ.
Β' ΕΚ και 249 εδ. Γ ΕΚ, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος. Κατά την διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθρ. 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιοσδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.
Η διάταξη αυτή του άρθρου 90 παρ.3 είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιοσδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κλπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθρ. 91 εδ.
α', και, επομένως, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 9/2007, ΟλΑΠ 29/ 2006, ΑΠ 771/2016). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 90 § 3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθρ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων ( ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα, από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και των ΟΤΑ), η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών επιβαρύνσεων (πρβλ.
ΟλΑΠ 38/2005) και, συνεπώς, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται: α) στην κατά το άρθρ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών) και β) στις διατάξεις του άρθρ. 1 του κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και υπερνομοθετική ισχύ έχοντος Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθρ. 1 § 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (Ολ ΑΠ 2/2011, ΟλΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/ 1974, ΑΠ 224/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στον προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι με την παραδοχή της ως άνω διετούς παραγραφής των αξιώσεων παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τα άρθρα 4 παρ.1, 22 παρ.1 και 28 του Συντάγματος καθώς επίσης και το άρθρο 1 περ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών.
Σύμφωνα όμως με τα όσα εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω στη μείζονα σκέψη, η ως άνω διετής παραγραφή δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1, 22 παρ.1 και 28 του Συντάγματος καθώς επίσης και το άρθρο 1 περ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως. Επομένως, ο πέμπτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι αβάσιμος Οι στον ίδιο λόγο περαιτέρω αιτιάσεις περί παραβίασης της αρχής της εμπιστοσύνης του διοικούμενου είναι απαράδεκτες, διότι η αρχή αυτή αφορά την διοικητική λειτουργία του Κράτους και δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην προβαλλόμενη μεταβολή της νομολογίας του ΕΔΔΑ, επί των υποθέσεων Ζουμπουλίδη κατά Ελλάδος και Γιαβή κατά Ελλάδος (ΑΠ 372/2010, ΑΠ 780/2017) Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, σε περίπτωση άκυρης απασχόλησης οφείλεται η ωφέλεια που αποκόμισε ο απασχολήσας τους εργαζομένους, συνιστάμενη στην αμοιβή την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε βάσει του ειδικού μισθολογίου του σε άλλους υπαλλήλους γραφείου, με τις ίδιες ικανότητες και προσόντα, τους οποίους θα απασχολούσε εγκύρως, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις των εναγουσών, ήτοι η οικογενειακή τους
κατάσταση και η προϋπηρεσία τους, εφόσον οι περιστάσεις αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως και στο πρόσωπο των δυναμένων να απασχοληθούν εγκύρως. Σε αυτήν, επίσης δεν περιλαμβάνεται και το προβλεπόμενο από τι άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 3205/2003 κίνητρο απόδοσης, το οποίο άλλωστε εξαρτάται από την υπηρεσιακή απόδοση του υπαλλήλου και συναρτάται από τον προϋπολογισμό του Δημοσίου. Ενόψει αυτών, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, το Εφετείο δεν επιδίκασε στους ενάγοντες τα αιτούμενα ποσά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12 παρ.3 του Ν. 3205/2003 ως κίνητρο απόδοσης και επομένως ο από το από άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο παραπονούνται για την μη καταβολή του ως άνω κινήτρου απόδοσης, είναι αβάσιμος.
Ένα μέλος όμως του Δικαστηρίου και δη ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης έχει γνώμη ότι ο από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Ειδικότερα, το μέλος αυτό έχει την ακόλουθη γνώμη:
Το βασικό ποιοτικό χαρακτηριστικό της εργασίας ορισμένου χρόνου, στο πλαίσιο της σύγχρονης πολιτικοοικονομικής συγκυρίας, είναι η "προσωρινότητα" ή, κατά το επικρατέστερο, η "επισφάλεια". Οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου αποτελούν κατά κανόνα μία ιδιαίτερα ευάλωτη κατηγορία εργαζομένων, και ιδίως σε συνθήκες αυξημένης ανεργίας.
Οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιλέγουν οι ίδιοι την εργασία τους υπό το καθεστώς αυτό, δεδομένου ότι η εργασία ορισμένου χρόνου δεν ανταποκρίνεται κατά κανόνα ούτε στην πραγματική βούληση ούτε στις δικές τους ανάγκες αλλά αποτελεί κατ' ανάγκην "επιλογή", επιβαλλόμενη από τον εργοδότη, συνήθως και υπό την πίεση της ανεργίας.
Οι εργαζόμενοι αυτοί αποβλέπουν σχεδόν πάντοτε στη διατήρηση της απασχόλησής τους (που είναι σημαντική για την επιβίωση τους) για την και μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας της εργασιακής σχέσης αυτών, έστω και υπό το ίδιο καθεστώς, της εργασίας ορισμένου χρόνου, με την παράταση της σύμβασή ή την επαναπρόσληψή τους.
Η λήξη δηλαδή της εργασιακής σχέσης συνολικά αποτελεί κατά κανόνα πρωτοβουλία του εργοδότη. Η "προσωρινότητα", η εργασιακή ανασφάλεια και η προσδοκία παραμονής στην εργασία παρέχουν πρόσφορο έδαφος για διακρίσεις και καταστρατηγήσεις των δικαιωμάτων των εργαζομένων ορισμένου χρόνου. Ενόψει του ότι ο συνήθης τύπος της εργασιακής σχέσης είναι η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, η σύμβαση αυτή αποτέλεσε και το πρότυπο για τη διαμόρφωση των βασικών θεσμών του εργατικού δικαίου, ενώ η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως "εξαιρετικού" χαρακτήρα, ήταν και παρέμενε στο περιθώριο των σχετικών ρυθμίσεων.
Όμως, η απουσία ειδικής και αποτελεσματικής προστασίας των εργαζομένων αυτών και η επέκταση του φαινομένου της εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν παράγοντες εν γένει απορρύθμισης του εργατικού δικαίου, υπονόμευσή των θεσμών του και συρρίκνωσή της συνολικά παρεχόμενης μέσω αυτού προστασίας (επιδρώντας αναγκαίως και στα δικαιώματα των εργαζομένων αορίστου χρόνου).
Ενόψει αυτών, η ορθολογική και λελογισμένη χρήση των συμβάσεων ή των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και η προστασία των εργαζομένων αυτών απετέλεσε αντικείμενο συμφωνίας των Ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων (του CEEP, της UNICE και της CES). Με την κοινοτική οδηγία 1999/70/Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο την οποία συνήψαν, στις 18-3-1999, οι ως άνω διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICΕ και CEEP καταλαμβάνει και το δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθορίζονται ως βασικοί στόχοι:
α) η αποφυγή δυσμενών διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης, την προϋπηρεσία κ.λ.π. (ρήτρα 4) και β) η λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για την αποφυγή καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), με τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκειά τους, τον αριθμό των ανανεώσεων και τον, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προσδιορισμό, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (βλ.
ΟλΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1643/2017).
Όπως εκτέθηκε παραπάνω, η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης", προβλέπει στο σημείο της 1: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους".
Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει, γενικώς και απεριφράστως, οποιαδήποτε μη αντικειμενικώς δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως. Έτσι, το περιεχόμενό της είναι αρκούντως ακριβές ώστε να μπορούν να την επικαλεστούν οι ιδιώτες και να την εφαρμόσει το δικαστήριο (βλ.
απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhauser Tirols, σκέψη 24, βλ. Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθεσεις C-444/09 και C-456/09 Rosa Maria Gavieiro Gavieiro, An Maria Iglesias Torres v Conselleria e Ordenacion Universitaria de la Xunta de Galiera ). σκοπός της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου είναι να εφαρμόσει την εν λόγω αρχή στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να εμποδίσει να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια σχέση εργασίας από τον εργοδότη προκειμένου να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 37- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 48• διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 30, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, Lorenzo Martinez, C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 35).
Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, δεδομένων των επιδιωκόμενων από τη συμφωνία-πλαίσιο σκοπών, η ρήτρα της 4 πρέπει να νοηθεί ως έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικά (βλ. υπ' αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Del Cerro Alonso, C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 38- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 49- διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, Montoya Medina, C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 31, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, Lorenzo Martinez, C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 36, ΑΠ 1643/2017).
Ενόψει της ρήτρας 4 της ως άνω Οδηγίας, απαγορεύεται η διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου έναντι των αντιστοίχων αορίστου χρόνου, ιδιωτικού και δημοσίου , και στο πεδίο των αμοιβών, παροχών και δικαιωμάτων. Οποιαδήποτε διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου έναντι των αντιστοίχων αορίστου χρόνου στο πεδίο των αμοιβών , παροχών και δικαιωμάτων συνδεόμενη με το γεγονός ότι απασχολούνται με σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (πχ "εκ του νόμου χαρακτηρισμός της σχέσεως ως έργου", "ορισμένου χρόνου") ή με στοιχεία που βρίσκονται σε συνάρτηση , δηλαδή που είναι σύμφυτα προς το γεγονός αυτό (πχ διαφορετική διαδικασία πρόσληψης, διαφορετικές συνθήκες υπηρεσιακής εξέλιξης, έλλειψη "μονιμότητας", διαφορετικές συνθήκες λύσης της εργασιακής σχέσης κλπ) αντίκειται ευθέως στη ρήτρα 4 της συμφωνίας- πλαισίου (βλ.
Απόφαση ΔΕΚ της 17.05.1990 στην υπόθεση C-262/1988, Barber/ Guardian Royal Exchange Assurance Group, Συλλ. 1990. Σ. Ι-1889, Απόφαση ΔΕΚ της 30ης Μαρτίου 2000 στην υπόθεση C-236 /1998, Jamo, Συλλ 2000, σ. Ι-2189 σκέψη 43, Απόφαση ΔΕΚ της 6ης Απριλίου 2000 στην υπόθεση C-226/1998, Jergensen, Συλλ 2000, σ Ι-2447 σκέψη 31, Απόφαση ΔΕΚ της 26 Ιουνίου 2001 στην υπόθεση C-381/1999, Brunnhoffer, Συλλ 2001 σ.
I 4961, Aπόφαση ΔΕΚ της 27ης Μαίου 2004 στην υπόθεση C-285/02, Elsner-Lakerberg, Συλλ 2004 σ. Ι-5861, Απόφαση ΔΕΚ της 14 Σεπτεμβρίου 2016 στην υπόθεση C-596/14, Νόμος, ΑΠ 1643/2017). Κατά την γνώμη της μειοψηφίας, στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες ισχυρίζονται με τον έκτο λόγο αναιρέσεως ότι απασχολούνταν υπό τις εντολές και οδηγίες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που ασκούσε εποπτεία και καθόριζε τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο της εργασίας αυτών, υποχρεούμενοι να συμμορφώνονται με αυτό και να δέχονται τον έλεγχο, τόσο για την τήρηση των εντολών και οδηγιών όσο και για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας, συνδεόμενοι πράγματι με την εναγόμενο με την έννομη σχέση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι της σύμβασης ορισμένου χρόνου (μαθητείας), που καταρτίστηκε καταχρηστικά με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων που ρυθμίζουν τις συμβάσεις αορίστου χρόνου, ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογούνταν από τη φύση, το είδος, το σκοπό της εργασίας και τις συνθήκες λειτουργίας, και κάλυπταν με τις υπηρεσίες τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, όπως και το μόνιμο προσωπικό του εναγομένου, και παρά το γεγονός ότι εργάζονταν υπό τις αυτές συνθήκες και παρείχαν ίδια εργασία με τους τακτικούς υπαλλήλους, κατά παραβίαση του άρθρου 4 της παραπάνω αναφερόμενης Οδηγίας, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα για την επιδίκαση χρηματικού ποσού ως κινήτρου απόδοσης, που ελάμβαναν και οι τακτικοί υπάλληλοι του εναγομένου, με την αιτιολογία ότι " το κίνητρο απόδοσης δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στις αμοιβές τους γιατί εξαρτάται από την υπηρεσιακή απόδοση του υπαλλήλου (ποιοτική και ποσοτική) και συναρτάται με τον προϋπολογισμό του Δημοσίου".
Κατά την γνώμη της μειοψηφίας, ο ως άνω έκτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος γιατί με τις ως παραδοχές του εφετείου παραβιάσθηκε η ρήτρα 4 της παραπάνω Οδηγίας (που απαγορεύει την δυσμενή διάκριση), όπως ειδικότερα αυτή ερμηνεύθηκε και της οποίας οι διατάξεις αυτές υπερισχύουν του Εθνικού Δικαίου.
Σημειώνεται με βάση και όσα ήδη εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογητικός της διάκρισης λόγος ο χαρακτηρισμός αυτός καθ' εαυτόν της σχέσης ως ορισμένου χρόνου, ούτε και ο "εκ του νόμου" ειδικότερος χαρακτηρισμός της ενδεχομένως ως σύμβασης "μίσθωσης έργου", "μαθητείας" κ.λπ., ενώ υποκρύπτεται εξαρτημένη εργασία, αφού κάτι τέτοιo θα ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τον σκοπό και το πεδίο εφαρμογής της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου.
Κατά την ίδια έννοια, δεν μπορούν κατ' αρχήν να θεωρηθούν ως δικαιολογητικά της διάκρισης στοιχεία που είναι σύμφυτα με τη σύναψη τέτοιας σχέσης π.χ. η κατά κανόνα διαφορετική διαδικασία πρόσληψης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου, οι διαφορετικές συνθήκες εξέλιξης η έλλειψη "μονιμότητας" αλλά μόνο η εργασία καθ' εαυτή, η φύση των καθηκόντων, οι συνθήκες παροχής της εργασίας, η αξία της κ.λπ.
Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο χρόνος και ο τρόπος / διαδικασία πρόσληψης των εργαζομένων δεν αποτελούν λόγο απόκλισης ούτε καν από τη γενική αρχή της ίσης μεταχείρισή των εργαζομένων. Ακόμη, δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο διάκρισης η μικρή διάρκεια της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου ή η περιστασιακή απασχόληση του εργαζομένου έστω και με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας μίας ημέρας (Απόφαση ΔΕΕ της 22 Απριλίου 2010 στην υπόθεση C-486/08, Zentralbetriebssrat der Landeskranken houser Tirols).
Σημειώνεται ότι οι χρηματοκοικονομικοί λόγοι αν και ενδέχεται να αποτελούν το έρεισμα των επιλογών κοινωνικής πολιτικής ενός κράτους -μέλους και να επηρεάζουν τη φύση ή την έκταση των μέτρων κοινωνικής προστασίας που επιθυμεί να θεσπίσει το κράτος αυτό, δεν συνιστούν πάντως από μόνοι τους σκοπό κοινωνικής πολιτικής που μπορεί να δικαιολογήσει διακρίσεις (βλ.
Απόφαση ΔΕΚ της 22 Νοεμβρίου 2005 στην υπόθεση Mangold, Συλλ. 2005 σ. Ι-9981, ΑΠ 1643/2017). Τονίζεται επίσης ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός λόγος διάκρισης η αρχή εξοικονόμησης προσωπικού, καθώς ανάγεται σε δημοσιονομικούς λόγους οι οποίοι δεν μπορούν να αποτελούν δικαιολογητικό λόγο για διακρίσεις (βλ. Απόφαση ΔΕΕ της 22 Απριλίου 2010 στην υπόθεση C-486/08, οπ, βλ επίσης απόφαση ΔΕΚ της 10ης Μαρτίου 2005 στην υπόθεση C-196/02, Συλλ 2005 σ Ι-1789, ΑΠ 1643/2017).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας αυτών (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
Β) Επί του λόγου της από 15.11.2017 ( ειδ. αριθ. καταθ.830/2017) αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.
Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/95, εφαρμοζόμενου εν προκειμένω, κατ' άρθρο 183 παρ. 2 περ. γ του Ν. 4270/2014, ορίζεται : "Η απαίτηση οποιουδήποτε επί των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαυές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιοσδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής : "οι απαιτήσεις των εναγόντων αφορούν αξιώσεις που έχουν βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και αφορούν το χρονικό διάστημα για την πρώτη από 7-3-2007 έως 9-6-2010, για την δεύτερη από 1-3- 2007 έως 16-6-2010, για την τρίτη από 24-5-2007 έως 17-6-2010, για την τέταρτη από 7-5-2007 έως 30-6-2010, για την πέμπτη από 1-3-2007 έως 1-6-2010, για την έκτη από 2-4-2007 έως 15-6-2010, για την έβδομη από 2-4-2007 έως 30-6-2010 την όγδοη από 1-3-2007 έως 24-6-2010 και για την ένατη από 11-4-2007 έως 1-6-2010.
Η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 27-7-2010 που επιδόθηκε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, όπως και το ίδιο ισχυρίζεται με τις πρωτόδικες προτάσεις του" και ότι " ......η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων που αφορούν στα έτη 2008, 2009 και 2010 δεν έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή, αφού οι μεν αξιώσεις του 2008 ήταν δικαστικά επιδιώξιμες μέχρι το τέλος του αντίστοιχου έτους (2008), οι αξιώσεις του έτους 2009 μέχρι το τέλος του 2010 και οι αξιώσεις του 2010 μέχρι το τέλος του έτους 2010 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 27-07-2010 δεν είχε παρέλθει ο χρόνος της διετίας από το τέλος του αντίστοιχου έτους που ήταν δικαστικά επιδιώξιμες, ενώ για τον ίδιο λόγο έχουν υποκύψει σε παραγραφή οι αξιώσεις του έτους 2007...".
Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, το Εφετείο Αθηνών, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω διαταξεων, δέχτηκε ότι οι αξιώσεις των εναγόντων, του χρονικού διαστήματος από 1.1.2008 μέχρι 31.7.2008 δεν έχουν υποκύψει σε παραγραφή, διότι ήταν δικαστικά επιδιώξιμες μέχρι το τέλος του έτους αυτού (2008). 'Ετσι κρίνοντας και δεχόμενο την αγωγή και κατά το μέρος που αφορά στις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1.1.2008 έως 31.7.2008, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η διετής παραγραφή των ως άνω περιοδικών παροχών, οι οποίες καταβάλλονται στην αρχή κάθε δεκαπενθημέρου, είχε συμπληρωθεί μέχρι την επίδοση της αγωγής στο Δημόσιο, την 27.7.2010, εσφαλμένα εφήρμοσε την διάταξη του άρθρο 90 παρ.3 του Ν. 2362/95, και επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου από το άρθρο 559 περ. 1 του ΚΠολΔ., που προβλήθηκε παραδεκτά (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολ) , αφού ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί παραδεκτά τόσο με τις προτάσεις ενώπιον τόσον του Εφετείου όσον και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, είναι βάσιμος.
Επομένως κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αριθμό 4281/2017 απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος αυτό και να παραπεμφθεί, κατά ταύτα, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκείμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας αυτών (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 28.11.2017 και 15.11.2017 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως
Απορρίπτει την από 28.11.2017 (με ειδ. αριθμό καταθ. 859/2017) αίτηση αναιρέσεως Δέχεται την από 15.11.2017 (με ειδ. αριθμό καταθ . 830/2017) αίτηση αναιρέσεως
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 4281/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (3ου Τμήματος) και συγκεκριμένα κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή προς περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου για την ανοιγείσα με την από 28.11.2017 αίτηση αναίρεσης αυτών δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και καταδικάζει επίσης τους αναιρεσίβλητους στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για την ανοιγείσα με την από 15.11.2017 αίτηση αναίρεσης αυτού δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ