Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on fixed-term contract validity under Greek Constitution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two employees against a final labor court decision regarding their employment contracts. The employees argued that the court erred in characterizing their agreements as fixed-term contracts, violating constitutional and EU directives on open-ended employment. The court held that the lower court correctly applied the law, finding that the specific legal framework at the time precluded converting these agreements into open-ended contracts despite the employees' continuous work.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if filed within the statutory period and substantiated by valid legal grounds, but the Supreme Court will reject it if the lower court correctly interpreted and applied the substantive law without violating constitutional or EU obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1562 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1562/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Β. Π. του Σ., κατοίκου ... και 2)Α. Κ. του Γ., κατοίκου .... Η πρώτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τοκατλίδη και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος ανακάλεσε την από 22/5/2017 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2719/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14/7/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 14.7.2016 αίτηση των Θ. Γ. κλπ για αναίρεση της 2719/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, στρέφεται κατ’ αποφάσεως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και ασκήθηκε από τις ενάγουσες , που εν μέρει ηττήθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλομένη επιδόθηκε στις 15.6.2016 και το πρωτότυπο της αίτησης κατατέθηκε στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 14.7.2016 ( άρθρα 552 , 553 παρ. 1 , 556 παρ. 1 και 564 παρ.1 ΚΠολΔ ).
Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των περιεχόμενων σ’ αυτήν λόγων ( άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ ).
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοστεί, μολονότι κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοστεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 757/2015). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτήν ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κρίθηκε ότι είναι μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την οικεία αίτηση αναίρεσης παραβιάστηκε (πρβλ. Πλ ΟλΑΠ 8, 7/2011, ΑΠ 216/2017).
Εξάλλου , από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν’ ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η σύμβαση δε αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 2192, 2201/2014).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 648, 649, 669, 672 ΑΚ Α.Κ προκύπτει ότι, ειδικότερα, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, ενώ, αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§ 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών , ορισμένου ή αορίστου χρόνου ,ή σύμβασης έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων , όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 3 του Συντάγματος , τα οποία δικαστήρια, μη δεσμευόμενα από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα μέρη, μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η σύμβαση ,χαρακτηρίζουν αυτεπάγγελτα την σύμβαση, χωρίς ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός από τα δικαστήρια να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος από σύμβαση έργου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (και δη αορίστου χρόνου), κρίση που ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθ. 559 αριθ.1 ή 560 αριθ.1 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 19, 20/2007, 18/2006).Η δυνατότητα δε του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ή έργου, δεν αποκλειόταν ούτε στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος (την 18-4-2001) του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και την προσθήκη σ’ αυτό των παραγράφων 7 και 8 και πριν από την ισχύ της Οδηγίας 99/70/ΕΚ, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα πιο κάτω ( ΠλΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 19, 20/2007, 18/2006, ΑΠ 2201/2014, 720/2013).Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 37 του ν. 2072/1992, παρασχέθηκε η δυνατότητα στις δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης να αναθέτουν με σύμβαση έργου, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, την εκτέλεση του έργου της καθαριότητας κτιριακών εγκαταστάσεων και των παραρτημάτων τους σε ειδικά συνεργεία καθαρισμού, εφόσον η αμοιβή του αναδόχου δεν υπερβαίνει την απαιτούμενη δαπάνη για την πλήρωση των κενών οργανικών θέσεων του οικείου κλάδου ή ειδικότητας.
Αν δεν εκδηλωθεί ενδιαφέρον από εταιρείες ή επιχειρήσεις, επιτρέπεται η ανάθεση με σύμβαση έργου σε ιδιώτες επαγγελματίες. Εξάλλου ,κατά την διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, "1) Για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 κ.ε.
του Αστικού Κώδικα ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεστεί από υπαλλήλους του.
Με τη σύμβαση μίσθωσης έργου καθορίζονται οι τυχόν αναγκαίοι όροι και κάθε λεπτομέρεια, σχετικώς με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αναδόχου. Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ’ ολοκληρίαν άκυρη. 2) Για την έκδοση της κατά την προηγούμενη παράγραφο απόφασης, καθώς και για την προηγούμενη έγκριση, όπου αυτή προβλέπεται, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου, απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου, που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία".
Από δε το άρθρο 8§3 του ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, εφόσον ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθ. 1,2,3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ.
της 16/18-7- 1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της σύμβασης και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 940/2014).Η διάταξη, όμως, αυτή (άρθ.8§3 ν.2112/1920) δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί, όταν η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικά από τον νόμο ως ορισμένης διάρκειας, διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου χρόνου, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Πιο συγκεκριμένα: (1) Σύμφωνα με το άρθ.103§§2 και 3 του Συντάγματος κανένας δεν μπορεί να διορισθεί (δημόσιος) υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη, ενώ εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, καθώς και οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού. (2) Επακολούθησε ο ν.2190/1994, με το άρθ.21§§ 1 και 2 του οποίου ορίστηκε, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14§1 του αυτού νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεων θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ορίζεται, μάλιστα, στις §§3 και 4 του ίδιου άρθρου ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης , άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν ,και τέλος οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ’ άρθ. 259 ΠΚ. (3) Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α 85/18-4-2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος §7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε §8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από τον νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις, που με την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο κλπ.
με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (ΑΠ 122/2016). Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες , προς τον σκοπό δε αυτόν προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ.
γ’ της §8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την ακόμη και από τον νόμο μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Αντίθετη δε ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μπορούν να αναγνωρίζονται , κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό , ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την παραπάνω συνταγματική μεταρρύθμιση , θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασμένου από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (Α.Π. 244/2015 ).
Επομένως, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος (18-4-2001) του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ’ αυτό, με το Δημόσιο κλπ.
δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, ούτε, εξάλλου, καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά την δικαστική διαδικασία ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (ένας τέτοιος δηλαδή χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής), συνακόλουθα δε σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος και 21 ν.2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8§3 του ν. 2112/1920 (ΑΠ 413/2016, 122/2016, 940/2014).
Περαιτέρω, την 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-7-2002, της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση.
Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τα μέρη της παρούσας συμφωνίας αναγνωρίζουν, ότι οι συμβάσεις αόριστου χρόνου είναι και θα συνεχίσουν να είναι η γενική μορφή εργασιακών σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ανταποκρίνονται, σε ορισμένες περιστάσεις, στις ανάγκες τόσο των εργοδοτών όσο και των εργαζομένων.
Ορίζει ειδικότερα η παραπάνω Οδηγία, μεταξύ άλλων, ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη- μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) την μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη (ΑΠ 18/2014, ΑΠ 146/2014, ΑΠ 852/2011 ό. π). Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004, από τα οποία το δεύτερο αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των οποίων η ισχύς άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 2-4-2003 και 19- 7-2004 αντίστοιχα.
Με το άρθρο 5 του π.δ. 164/2004 ορίζεται ότι (α) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών ,(β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με την μορφή ή το είδος ή την δραστηριότητα της επιχείρησης, (γ) σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων υπό την ισχύ του ως άνω π.δ. προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού π.δ. όχι η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου αλλά η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του γεγονότος ότι το π.δ.164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19-7-2004, περιλήφθηκαν σ’ αυτό ( άρθρο 11), ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ’ εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω π.δ. ορίζεται ότι :(1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α’ να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.
α’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης , (2) για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία και (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ’ αυτό των σχετικών κρίσεων.
Περαιτέρω, από τα παραπάνω συνάγεται ότι, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ’ επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή μετά την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, ούτε και η ως άνω Οδηγία, που δεν ήταν κατά τα προαναφερθέντα άμεσης εφαρμογής και η ισχύς της οποίας ολοκληρώθηκε στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και Κράτους μόνο με την έκδοση του ως άνω διατάγματος για την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007, 31/2009, ΑΠ 413/2016, 122/2016, 940/2014), τούτο δε και μόνον ρυθμίζει από την έναρξη της ισχύος του τα σχετικά ζητήματα (ΑΠ 940/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση ,οι ενάγουσες και τώρα αναιρεσείουσες με την από 11.3.2013 αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και τώρα αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στις 5.2.2005 η πρώτη και στις 7.3.2007 η δεύτερη και απασχολήθηκαν έκτοτε απ’ αυτό ως εργάτριες καθαριότητας με διαδοχικές συμβάσεις, που καταχρηστικά το εναγόμενο χαρακτήριζε ως συμβάσεις έργου, ενώ στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησαν - μεταξύ των άλλων - να αναγνωριστεί ότι α) οι ως άνω διαδοχικές συμβάσεις έργου αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) η ακυρότητα της καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας της καθεμιάς απ’ αυτές , διότι έγινε καταχρηστικά και χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, γ) η υποχρέωση του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους και δ) η υποχρέωσή του να καταβάλει στην καθεμιά απ’ αυτές το ποσό των 460 ευρώ μηνιαίως ως μισθό υπερημερίας από την ημερομηνία, που ειδικότερα αναφέρεται, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης, που τους συνέδεε, και της συνακόλουθης περιέλευσης του εναγομένου σε υπερημερία.
Επικουρικά δε οι ενάγουσες ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην κάθε μια απ’ αυτές ως αποζημίωση απολύσεως τα αναφερόμενα ποσά κυρίως με βάση τις διατάξεις των άρθρων 40 του ν. 3986/2011, 1 του ν. 3846/2010, 167 του ν. 4099/2012 και του ν. 2112/1920, άλλως με βάση τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του π.δ. 164/2004, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, άλλως με βάση τη διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ λόγω της παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του εναγομένου.
Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη εδώ 2719/2015 απόφασή του , δικάζοντας επί της από 23.4.2014 εφέσεως των εναγουσών, κατά της 298/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου , η οποία είχε απορρίψει την αγωγή , έκρινε, όπως και η πρωτόδικη απόφαση , ότι κατά την κυρία της βάση η αγωγή δεν είναι νόμιμη, με το σκεπτικό ότι - κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή - οι ενάγουσες απασχολήθηκαν με συμβάσεις , που, ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό τους , καταρτίστηκαν υπό το κράτος ισχύος των διατάξεων του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και των άρθρων 21 ν.2190/1994 και 6 ν.2527/1997 και συνεπώς δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου , έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου , δεδομένου ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004. .
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στην πιο πάνω νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ή εκείνες των άρθρων 26, , 87 παρ. 1-2 ,93 παρ. 4 του Συντάγματος , 10 και 249 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 28 του Συντάγματος και με το άρθρο 2 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ συμπεριλαμβανομένων των ρητρών 2,4 και 5 αυτής .
Επομένως , είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 λόγοι της ένδικης αναίρεσης , σύμφωνα με τους οποίους το Εφετείο κατά παραβίαση των ως άνω άρθρων 26, , 87 παρ. 1-2 ,93 παρ. 4 του Συντάγματος , 10 και 249 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 28 του Συντάγματος και με το άρθρο 2 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των ρητρών 2,4 και 5 αυτής, έκρινε ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται από τον νομικό χαρακτηρισμό που έδωσε ο νομοθέτης στην κριθείσα έννομη σχέση, στερώντας από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ το ωφέλιμο αποτέλεσμά της.
Μετά τις σκέψεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής ( άρθρα 179 , 183 ΚΠολΔ )
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ένδικη από 14.7.2016 αίτηση για αναίρεση της 2719/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ