Legislator Case Law & Legislation
1562/2016 AI generated

1562/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1562/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1562/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Keywords

AI generated
sexual acts with a child criminal responsibility of minors pedagogical and therapeutic measure offences against the family child-raising credit minor offenses
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1562 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1562/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 210, 211/2015 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Γ. Λ. του Κ., 2) Ε. Κ. του Ν. και 3) Σ. Σ. του Χ., κατοίκων ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 74/2016.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 342 παρ. 1 περ. α’ και 2 περ.γ’ Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 του ν. 3500/2006 και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 7 και 8 του Α’ κεφαλαίου του ν. 3728/2008, "Ο ενήλικος ο οποίος ενεργεί ασελγείς πράξεις με ανήλικο, τον οποίο του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται ως εξής:

α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών..." (παρ. 1 περ. α’ ) και "Συνιστά επιβαρυντική περίσταση η τέλεση της πράξης της πρώτης παραγράφου: α)... β)... γ) από εκπαιδευτικό, παιδαγωγό, γυμναστή ή άλλο πρόσωπο που παραδίδει μαθήματα στον ανήλικο..." (παρ. 2 περ. γ’ ). Με τις διατάξεις αυτές προστατεύεται η γενετήσια ελευθερία των ανηλίκων, οι οποίοι, λόγω των ιδιαίτερων και δη συγκεκριμένων σχέσεων εμπιστοσύνης με το δράστη, είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε γενετήσιες προσβολές από αυτόν.

Εκ τούτου συνάγεται ότι ο δράστης πρέπει να έχει κατά το χρόνο τέλεσης της ασελγούς πράξης μία από τις αναφερόμενες ιδιότητες, στην περίπτωση δε της δεύτερης παραγράφου δεν αρκεί να έχει την ιδιότητα του εκπαιδευτικού, παιδαγωγού ή γυμναστή αλλά προσαπαιτείται και να παραδίδει μαθήματα με την ιδιότητα αυτή στον ανήλικο, ενώ ως εκπαιδευτικός, παιδαγωγός, γυμναστής ή άλλο πρόσωπο που παραδίδει μαθήματα στον τελευταίο νοείται εκείνος που με οποιαδήποτε ιδιότητα έχει αναλάβει την κάθε είδους εκπαίδευση ή διαπαιδαγώγηση του ανηλίκου.

Ο χαρακτηρισμός της πράξης ως ασελγούς εξαρτάται και από τις ειδικές περιστάσεις της, δηλαδή από τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της τέλεσης της αλλά και από τις ιδιότητες των προσώπων μεταξύ των οποίων αυτή τελέστηκε. Επομένως το ανωτέρω έγκλημα στοιχειοθετείται όχι μόνο με την πράξη της συνουσίας αλλά και με κάθε άλλη ενέργεια η οποία ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, μπορεί δε να λάβει χώρα και μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου.

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ’ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικής αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Ε’ Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατά το είδος τους προέκυψαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, γεννηθείς το έτος 1972, είναι πτυχιούχος της Σχολής Καλών Τεχνών - Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση τη μουσικολογία - μουσικοπαιδαγωγική.

Από το Σεπτέμβριο του έτους 2002 εργαζόταν ως ωρομίσθιος δάσκαλος μουσικής σε ολοήμερα δημοτικά σχολεία της ελληνικής επικράτειας. Το διδακτικό έτος 2009-2010 και συγκεκριμένα από αρχές Οκτωβρίου 2009 έως 24-11-2009, δίδασκε στην Α’ τάξη δημοτικού ως ωρομίσθιος δάσκαλος μουσικής, στο ολοήμερο πρόγραμμα του ... Δημοτικού Σχολείου Εύοσμου Θεσσαλονίκης.

Στην Α’ τάξη του ανωτέρω σχολείου φοιτούσαν η Δ. Ψ. Μ. που γεννήθηκε την 21-9-2002 και η Δ. Λ. του Γ. που γεννήθηκε την 9-7-2003 και παρακολουθούσαν ως μάθημα επιλογής τη μουσική. Ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας του μαθήματος της μουσικής στην παραπάνω τάξη, κατά τη διάρκεια του ολοήμερου, προφασιζόμενος ένα παιχνίδι το οποίο ονόμαζε "μαγεμένη νεράιδα", επέλεγε κάθε φορά κάποια από τις μαθήτριες του ως "βοηθό του", την οποία έβαζε κάτω από την έδρα, στην καρέκλα της οποίας καθόταν αυτός, της έλεγε να κλείσει τα μάτια και να ανοίξει το στόμα και καταχρώμενος την ανηλικότητά της σε συνδυασμό με την ιδιότητα του ως δασκάλου, την ανάγκαζε σπρώχνοντας με τα χέρια του το κεφάλι της ανάμεσα στα πόδια του να αγγίζει με το πρόσωπο της τα γεννητικά του όργανα, με σκοπό τη διέγερση και την ικανοποίηση των γενετήσιων ορμών του.

Στις 24-11-2009 ο κατηγορούμενος επέλεξε τη Δ. Ψ. ως "βοηθό του" για το ανωτέρω παιχνίδι, με κριτήριο, όπως ανέφερε η ίδια η ανήλικη, ότι ήταν καλό κορίτσι, την έβαλε κάτω από την έδρα, η οποία ήταν η παραδοσιακή έδρα με κάλυμμα έμπροσθεν στο σημείο των ποδιών και στα πλαϊνά, με άνοιγμα μόνο από πίσω, όπου εισήρχετο η καρέκλα του δασκάλου, παράλληλα δε είπε στους υπόλοιπους μαθητές της τάξης να τοποθετήσουν τα κεφάλια τους πάνω στα χέρια τους τα οποία θα ήταν ακουμπισμένα πάνω στα θρανία, και δύο παιδιά της τάξης τα τοποθέτησε μπροστά δεξιά και αριστερά της έδρας με πλάτη προς την έδρα, προκειμένου να προσέχουν τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης ώστε να μην κάνουν "ματάκια", δηλαδή να μην κοιτούν τι γίνεται στην έδρα.

Αφού βεβαιώθηκε ότι τα παιδιά της τάξης δεν έβλεπαν, είπε στη Δ. την οποία έβαλε κάτω από την έδρα να κλείσει τα μάτια της και να ανοίξει το στόμα της. Εν συνεχεία έσπρωξε το κεφάλι της προς το μέρος των γεννητικών του οργάνων, η ανήλικη Δ. Ψ. τράβηξε το κεφάλι της προς τα πίσω αλλά ο κατηγορούμενος έσπρωχνε και πάλι το κεφάλι της προς τα γεννητικά του όργανα, με αποτέλεσμα να φέρει σε επαφή το πρόσωπο της ανήλικης και το στόμα της στα γεννητικά του όργανα, επί των οποίων (γεννητικών οργάνων) έτριβε τα ανωτέρω μέρη του σώματος της ανήλικης επάνω από το παντελόνι του και με κλειστό το φερμουάρ, συγχρόνως δε ο ίδιος κουνιόταν επάνω-κάτω, η ανωτέρω δε ενέργεια του κατέτεινε στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του.

Εν συνεχεία της είπε ότι ήταν καλό κορίτσι και θα την ξανακάνει βοηθό, ενώ η ανήλικη αισθάνθηκε πολύ άσχημα διότι, όπως είπε αργότερα στη μητέρα της Σ. Σ. και στην άνευ όρκου εξέταση της ενώπιον της Ανακρίτριας του 4ου Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ο κατηγορούμενος βρωμούσε στο σημείο εκείνο ανάμεσα στα πόδια του και το παιδί έφτυσε.

Ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2009 έως τις 23-11-2009 σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία, κατά τη διάρκεια του ολοήμερου, παίζοντας στην ίδια ως άνω τάξη κατά τον ίδιο τρόπο το ίδιο παιχνίδι, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το αδίκημα της κατάχρησης σε ασέλγεια σε βάρος της ανήλικης Δ.

Λ., ηλικίας 6 ετών, επιχείρησε την ανωτέρω πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης, επιλέγοντας αυτή τη φορά ως "βοηθό του" τη Δ. Λ., επιχείρησε να τρίψει το πρόσωπο της ανήλικης στα γεννητικά του όργανα, πλην όμως δεν το έπραξε τελικά, όχι από δική του πρωτοβουλία αλλά επειδή η ανήλικη Δ. Λ. πρόβαλε σθεναρή αντίσταση γιατί όπως ανέφερε εκ των υστέρων στη μητέρα της Ε.

Κ. βρωμούσε πολύ σ’ εκείνη την περιοχή ο κατηγορούμενος και δεν άντεχε τη μυρωδιά. Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων, ο κατηγορούμενος τέλεσε σε βάρος της ανήλικης Δ. Ψ. το αδίκημα της κατάχρησης σε ασέλγεια με ανήλικο τον οποίο του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει και μάλιστα την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 342 παρ. 2 περ.

γ’ του Π.Κ. και σε βάρος της Δ. Λ. αποπειράθηκε να τελέσει το ίδιο ως άνω αδίκημα αλλά τελικά δεν το τέλεσε, όχι από δική του πρωτοβουλία αλλά από λόγους ανεξάρτητους της βούλησης του. Τα παραπάνω προέκυψαν από τη συνεκτίμηση όλου του αποδεικτικού υλικού και ιδίως τις σαφείς και εμπεριστατωμένες άνευ όρκου καταθέσεις των γονέων των ανηλίκων Δ.

Ψ. και Δ. Λ., όσο και από την ανωμοτί εξέταση της ανήλικης Δ. Ψ. ενώπιον των ανακριτικών υπαλλήλων της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, της Ανακρίτριας του 4ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, οι οποίες δεν αναιρούνται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Ειδικότερα, όπως με σαφήνεια κατέθεσε κατά την άνευ όρκου εξέταση της ενώπιον του ακροατηρίου αυτού του δικαστηρίου καθώς και του πρωτοβαθμίου η μητέρα της ανήλικης Δ.

Ψ. Σ. Σ., το απόγευμα της 24-11-2009, όταν πήγε να την πάρει από το σχολείο και τη ρώτησε πώς πέρασε, η ανήλικη της είπε ότι στο μάθημα της μουσικής έπαιξαν ένα παιχνίδι που λέγεται "μαγεμένη νεράιδα". Όταν η μητέρα της τη ρώτησε πώς παίζεται αυτό το παιχνίδι, τότε η ανήλικη της διηγήθηκε όλα τα παραπάνω αναφερόμενα και ότι αυτό το παιχνίδι το έπαιξαν τρεις φορές, ενώ κατά την ανωμοτί εξέταση της στη Διεύθυνση Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, Τμήμα Ανηλίκων, κατέθεσε ότι άλλη φορά το ρόλο της "βοηθού" τον έπαιξε η συμμαθήτρια της Δ.

και άλλη μία φορά μία άλλη συμμαθήτρια τους ονόματι Σ.. Ακόμη η ανήλικη, σε σχετική ερώτηση της μητέρας της, είπε ότι "βοηθοί" σ’ αυτό το παιχνίδι γίνονταν μόνο τα καλά κορίτσια και ότι το παιχνίδι αυτό το έπαιζαν χωρίς μουσικά όργανα και ότι ο δάσκαλος καθόταν στην καρέκλα της έδρας. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι τα όσα ανέφερε η ανήλικη σχετικά με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια του ανωτέρω παιχνιδιού, δικής του επινόησης, τα ανέφερε ύστερα από σχετικές ερωτήσεις που της υπέβαλε η μητέρα της και όχι με δική της πρωτοβουλία, πέραν δε τούτου ουδεμία απόκλιση υπήρχε κατά την εξιστόρηση του επίδικου συμβάντος από την ανήλικη στη μητέρα της αλλά και ενώπιον των αρμοδίων αρχών που εξετάστηκε.

Επομένως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τα όσα διηγήθηκε η ανήλικη στη μητέρα της είναι αποκύημα της φαντασίας της δεν ευσταθεί, διότι εάν συνέβαινε τούτο, η ανήλικη μόνη της χωρίς κανένα ερέθισμα θα διηγείτο στη μητέρα της αυτά που ήθελε να της διηγηθεί και μετά βεβαιότητος θα υπήρχαν αποκλίσεις κατά την εξιστόρηση.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την με ημεροχρονολογία 16-12-2011 έκθεση παιδοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου Ε. Α., η οποία διορίστηκε με διάταξη της Ανακρίτριας του 4ου Ανακριτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, η Δ. Ψ. είναι ένα παιδί με ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη, καλές κοινωνικές σχέσεις και καλές ακαδημαϊκές επιδόσεις, ενώ από την παιδοψυχιατρική κλινική εκτίμηση δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη ανοικτής ψυχιατρικής ή άλλης αναπτυξιακής διαταραχής.

Σύμφωνα δε με την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη, ο λόγος της είναι καλός για την ηλικία της, ενώ η πλούσια εκφραστική της ικανότητα συμπληρώνει ακόμα περισσότερο τα λεγόμενα της. Καταλήγει η ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη ότι η Δ. Ψ. είναι ένα παιδί που λειτουργεί σε μέσο φυσιολογικό επίπεδο νοημοσύνης (γενικός δείκτης νοημοσύνης 93) και το ενδοατομικό της διάγραμμα δεν παρουσιάζει σοβαρές διακυμάνσεις μεταξύ των επιδόσεων της στις λεκτικές και πρακτικές δοκιμασίες.

Επιπροσθέτως, στην ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κατάθεση της η ψυχολόγος Π.-Ρ. Γ., αναφορικά με τη Δ. Ψ., διαπίστωσε ότι έχει φυσιολογικό νοητικό δυναμικό και υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη, που σημαίνει ότι είναι ένα παιδί ψυχολογικά ισορροπημένο και κοινωνικό, από την επαφή της δε με το παιδί διαπίστωσε ότι δεν είναι πιεσμένο ψυχολογικά από το οικογενειακό περιβάλλον ώστε να επιθυμεί να τραβήξει την προσοχή πλάθοντας ιστορίες.

Όσον αφορά την ανήλικη Δ. Λ., αυτή ουδέν ανέφερε στους γονείς της για το περιστατικό με τον κατηγορούμενο αλλά η μητέρα της τελευταίας πληροφορήθηκε το συμβάν για πρώτη φορά ως ακολούθως: Την οικία της ανήλικης Δ. Λ. επισκέφθηκαν, μετά την καταγγελία που υπέβαλε στη Διεύθυνση Ασφάλειας Θεσσαλονίκης η μητέρα της Δ.

Ψ., αστυνομικοί με πολιτικά, προκειμένου να διασταυρώσουν τις πληροφορίες που είχαν. Εκεί, χωρίς την παρουσία της ανήλικης, που βρισκόταν σε φίλη γειτονικού διαμερίσματος, την ενημέρωσαν για την προαναφερόμενη καταγγελία δεδομένου ότι η Δ. δεν μιλά ποτέ για το σχολείο και τι συμβαίνει εκεί. Στη συνέχεια η μητέρα της κάλεσε τη Δ.

Λ., στην οποία η αστυνομικός Έ. Κ. συστήθηκε ως δασκάλα μουσικής και τη ρώτησε τι κάνουν στο μάθημα της μουσικής. Τότε η μικρή της είπε για το παιχνίδι "της μαγεμένης νεράιδας" και σε ερώτηση πώς παίζεται και με τη συμμετοχή της μητέρας της ανήλικης κατά την αναπαράσταση του παιχνιδιού, η Δ. Λ. διηγήθηκε τα όσα παραπάνω αναφέρονται σχετικά με το παιχνίδι αυτό και τη συμμετοχή του κατηγορούμενου στο εν λόγω παιχνίδι.

Επομένως και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι οι παραπάνω μαθήτριες ήθελαν να τον εκδικηθούν επειδή κάποια φορά μάλωσε όλη την τάξη, δεν αντέχει σε καμία λογική και κρίνεται απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Εξάλλου δεν αντέχει σε καμία λογική ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι είτε οι ανήλικες είτε οι γονείς τους συνεννοήθηκαν να προβούν στην ανωτέρω καταγγελία σε βάρος του, δεδομένου ότι οι γονείς των ανηλίκων δεν γνώριζαν τον κατηγορούμενο ούτε είχαν κάποιο λόγο να επιθυμούν την τιμωρία του, ενώ οι ανήλικες, πέρα από συμμαθήτριες, δεν έκαναν παρέα, ούτε ότι οι γονείς τους γνωρίζονταν μεταξύ τους αλλά συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο δικαστήριο και δεν είχαν μιλήσει προηγουμένως.

Το ότι δεν υπήρξε καμία προσυνεννόηση μεταξύ των προαναφερομένων προκύπτει και από το ότι η Δ. Λ., κατά την ιστόρηση του επιδίκου συμβάντος στη μητέρα της, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, αφού της είπε να κλείσει τα μάτια της και ν’ ανοίξει το στόμα, έπιασε το κεφάλι της και προσπάθησε επανειλημμένα να πλησιάσει το πρόσωπο της προς τα γεννητικά του όργανα, πλην όμως επειδή αναδυόταν πολύ άσχημη οσμή από το παντελόνι του, όπως η ανήλικη είπε, τραβήχτηκε προς τα πίσω με αποτέλεσμα να μην έλθει σε επαφή μαζί του, συνεπώς ως προς την περιγραφή του συμβάντος υπάρχει διαφοροποίηση σε σχέση με αυτά που κατέθεσε ανωμοτί η ανήλικη Δ.

Ψ., δηλαδή ότι έσπρωχνε το πρόσωπο της προς τα γεννητικά του όργανα για να ακουμπάει το πρόσωπο της σ’ αυτά. Άλλωστε, κατά την κρίση του δικαστηρίου, οι ανήλικες δεν θα μπορούσαν να αναπαράξουν τέτοιες εικόνες σεξουαλικού περιεχομένου και να τις εμπλουτίσουν με τη φαντασία που διαθέτουν, καθόσον δεν είναι εικόνες οικείες σε παιδιά ηλικίας 6-7 ετών που μεγαλώνουν σε υγιές οικογενειακό περιβάλλον, όπως στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι μεγαλώνουν οι προμνησθείσες ανήλικες, όταν μάλιστα, εκτός από την περιγραφή των συγκεκριμένων περιστατικών, οι ανήλικες ανέφεραν ταυτόχρονα και περί δυσοσμίας που ανέδυε ο κατηγορούμενος κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Περαιτέρω ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν δυνατόν να τελέσει τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις εντός της σχολικής αίθουσας, όπου ανά πάσα στιγμή μπορούσε να εισέλθει οποιοσδήποτε δάσκαλος, γονέας ή μαθητής, δεν ευσταθεί διότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις προμνησθείσες πράξεις λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα αφενός μεν υποχρεώνοντας τους μαθητές της τάξης να έχουν κατεβασμένα τα κεφάλια τους επάνω στα θρανία αφετέρου δε φορώντας το παντελόνι του και έχοντας κουμπωμένο το φερμουάρ του καθόταν στην καρέκλα έμπροσθεν της έδρας, ενώ τα κορίτσια που χρησιμοποιούσε ως βοηθούς βρίσκονταν κρυμμένα κάτω από την έδρα και συνεπώς δεν θα δεχόταν κανένα αιφνιδιασμό ο κατηγορούμενος με το άνοιγμα της πόρτας, ενώ τα παράθυρα της αίθουσας, τα οποία είναι σε κανονικό ύψος, είναι καλυμμένα με διπλές κουρτίνες και κάγκελα χιαστί, η συγκεκριμένη δε αίθουσα δεν έχει πρόσοψη στην αυλή του σχολείου αλλά σ’ ένα μικρό φωταγωγό και μετά περνά ο δρόμος, ο οποίος είναι στενός, επομένως δεν ήταν ευχερής η οπτική επαφή οποιουδήποτε διερχόμενου στη συγκεκριμένη αίθουσα.

Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το συγκεκριμένο παιχνίδι το έπαιζαν με τη συνοδεία μουσικών οργάνων και συγκεκριμένα με αρμόνιο, το οποίο ο ίδιος τοποθετούσε κάθετα στην έδρα, στα πλάγια και σε συγκεκριμένη θέση που είχε πρίζα, ενώ υπήρχε και τουμπερλέκι καθώς και άλλα όργανα τα οποία τα έδινε στους βοηθούς οι οποίοι στέκονταν δίπλα του, ενώ ο ίδιος έπαιζε αρμόνιο.

Ωστόσο ό,τι ο κατηγορούμενος ανέφερε στην απολογία του περί ύπαρξης μουσικής κατά την ώρα του μαθήματος που δίδασκε και ότι αυτός έπαιζε αρμόνιο στο πλαϊνό μέρος της έδρας αναιρείται από την ανωμοτί εξέταση της ανήλικης Δ. Ψ. ενώπιον των αρμοδίων οργάνων της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης / Τμήμα Ανηλίκων και ενώπιον της Ανακρίτριας του 4ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, όπου ουδέν ανέφερε περί ύπαρξης μουσικής και μουσικών οργάνων κατά την ώρα του σχετικού μαθήματος, αντιθέτως κατέθεσε ρητά ότι ο κατηγορούμενος καθόταν στο κάθισμα της έδρας όταν της είπε να μπει κάτω από την έδρα, να κλείσει τα μάτια της και ν’ ανοίξει το στόμα της.

Άλλωστε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε στη διευθύντρια του σχολείου Α. Κ. ότι κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού καθόταν στο κάθισμα της έδρας, όπως η τελευταία κατέθεσε ενώπιον του ακροατηρίου αυτού του δικαστηρίου καθώς και του πρωτοβάθμιου, τούτο δε επανέλαβε η Δ. Ψ. στην ανωτέρω μάρτυρα όταν η τελευταία ρώτησε την ανήλικη σχετικά με το συμβάν.

Περαιτέρω ούτε η ανήλικη Δ. Λ. ανέφερε στους γονείς της ότι το συγκεκριμένο παιχνίδι το έπαιζαν με τη συνοδεία μουσικών οργάνων, ενώ και η διευθύντρια του σχολείου Α. Κ., εξεταζόμενη ως μάρτυρας κατά την ένορκη εξέταση της ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε, δεν γνώριζε εάν ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε αρμόνιο ή άλλα μουσικά όργανα κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου μαθήματος, ενώ σε ερώτηση εάν άκουσε ποτέ μουσική από τη συγκεκριμένη τάξη απάντησε ότι το γραφείο της βρίσκεται σε κάποια απόσταση από την τάξη και για το λόγο αυτό δεν άκουσε ποτέ μουσική αλλά ούτε και ο μάρτυρας Σ.

Π., υποδιευθυντής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στο ανωτέρω σχολείο, γνώριζε εάν το συγκεκριμένο παιχνίδι παιζόταν με μουσικά όργανα. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος εκσπερμάτισε κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης της κατάχρησης σε ασέλγεια σε βάρος της Δ.

Ψ. ή κατά την απόπειρα τέλεσης αυτής σε βάρος της Δ.ς Λ., όπως αναφέρεται στο... 357/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, δυνάμει του οποίου παραπέμφθηκε να δικαστεί. Η απουσία όμως και μόνο του στοιχείου αυτού (δηλαδή της εκσπερμάτισης) δεν αναιρεί τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της κατάχρησης σε ασέλγεια και της απόπειρας κατάχρησης σε ασέλγεια που τέλεσε ο κατηγορούμενος σε βάρος των ανηλίκων Δ.

Ψ. και Δ. Λ. αντίστοιχα, καθόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης σε συνδυασμό με το ότι ο κατηγορούμενος με μοναδικό σκοπό την ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του, έτριβε το πρόσωπο και το στόμα της ανήλικης Δ. Ψ. στα γεννητικά του όργανα επάνω από το παντελόνι του και με κουμπωμένο το φερμουάρ ή το ότι επιχείρησε να φέρει σε επαφή το πρόσωπο της Δ.

Λ. με τα γεννητικά του όργανα, κατά την άποψη της πλειοψηφούσας γνώμης, δεν θεωρείται ασελγής χειρονομία αλλά ασελγής πράξη, αφού σύμφωνα με τη νομολογία και την κοινή ηθικοκοινωνική αντίληψη, η ασελγής πράξη καταφάσκεται μόνο στην περίπτωση χρησιμοποιήσεως με οποιονδήποτε τρόπο των γεννητικών οργάνων προς επιτυχία ηδονιστικού αποτελέσματος, όπως στην προκειμένη περίπτωση έπραξε και επιχείρησε να πράξει ο κατηγορούμενος, χωρίς να ασκεί καμία επιρροή στο χαρακτηρισμό της ανωτέρω πράξης ως ασελγούς, το γεγονός ότι η ανωτέρω επαφή ή η προσπάθεια για επαφή έγινε επάνω από το παντελόνι του, αρκεί το ότι μέρος του σώματος της μίας εκ των παθουσών Δ.

Ψ. ήλθε σε επαφή με τα γεννητικά του όργανα, καθώς και το ότι επιχείρησε να φέρει σε επαφή το πρόσωπο της ανήλικης Δ. Λ. με τα γεννητικά του όργανα, με σκοπό πάντα τη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του". Εν συνεχεία δε κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο κατά πλειοψηφία (6-1) του ότι: Α) Στη Θεσσαλονίκη στις 24-11-2009, ενώ ήταν εκπαιδευτικός, ενήργησε ασελγείς πράξεις με ανήλικη μαθήτρια, η οποία δεν είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη της ηλικίας της, την οποία του έχουν εμπιστευθεί για να την επιβλέπει και να τη φυλάσσει υπό την ως άνω ιδιότητα του και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ ήταν εκπαιδευτικός στο … Δημοτικό Σχολείο Εύοσμου (ολοήμερο), κατά τη διάρκεια του μαθήματος της μουσικής στην πρώτη τάξη του δημοτικού, με πρόφαση ένα παιχνίδι το οποίο ονόμαζε "μαγεμένη νεράιδα", επέλεγε κάθε φορά κάποια από τις μαθήτριες του ως βοηθό του, μεταξύ δε αυτών στις 24-11-2009 επέλεξε τη Δ.

Ψ. του Μ., ηλικίας επτά (7) ετών, την οποία υποχρέωσε να εισέλθει κάτω από την έδρα, στην καρέκλα της οποίας καθόταν ο ίδιος και αφού της υποδείκνυε να κλείσει τα μάτια της και να ανοίξει το στόμα της, καταχρώμενος την ανηλικότητά της και εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο του ως δασκάλου αυτής, την ανάγκαζε, εξωθώντας με τα χέρια του το κεφάλι της ανάμεσα στα πόδια του, να φέρει σε επαφή το πρόσωπο της με τα γεννητικά του όργανα, ικανοποιώντας τις γενετήσιες ορμές του.

Β) Στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Οκτωβρίου του έτους 2009 μέχρι τις 24-11-2009 σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία, ενώ ήταν εκπαιδευτικός, επιχείρησε να ενεργήσει ασελγείς πράξεις που περιείχαν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης με ανήλικη μαθήτρια, η οποία δεν είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη της ηλικίας της, την οποία του έχουν εμπιστευθεί για να την επιβλέπει και να τη φυλάσσει υπό την ως άνω ιδιότητα του και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ενώ ήταν εκπαιδευτικός στο … Δημοτικό Σχολείο Εύοσμου (ολοήμερο), κατά τη διάρκεια του μαθήματος της μουσικής στην πρώτη τάξη του δημοτικού, με πρόφαση ένα παιχνίδι το οποίο ονόμαζε "μαγεμένη νεράιδα", επέλεγε κάθε φορά κάποια από τις μαθήτριες του ως βοηθό του, μεταξύ δε αυτών κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Οκτωβρίου του έτους 2009 μέχρι τις 24-11-2009 επέλεξε τη Δ.

Λ. του Γ., ηλικίας έξι (6) ετών, την οποία υποχρέωσε να εισέλθει κάτω από την έδρα, στην καρέκλα της οποίας καθόταν ο ίδιος και αφού της υποδείκνυε να κλείσει τα μάτια της και να ανοίξει το στόμα της, καταχρώμενος την ανηλικότητά της και εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη της προς το πρόσωπο του ως δασκάλου αυτής, την ανάγκαζε, εξωθώντας με τα χέρια του το κεφάλι της ανάμεσα στα πόδια του, να φέρει σε επαφή το πρόσωπο της με τα γεννητικά του όργανα, ικανοποιώντας τις γενετήσιες ορμές του, πλην όμως δεν επέτυχε των ανωτέρω σκοπό του όχι από δική του βούληση αλλά παρεμποδίστηκε από εξωτερικούς παράγοντες ανεξάρτητους της δικής του βούλησης και συγκεκριμένα επειδή η ανήλικη Δ.

Λ. πρόβαλε σθεναρή αντίσταση και τραβήχτηκε προς τα πίσω εξαιτίας της δυσοσμίας που αναδυόταν από το παντελόνι του.

Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις διαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κατάχρησης ανηλίκων που δεν είχαν συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη σε ασέλγεια (τετελεσμένης και σε απόπειρα) για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 εδ.

α’ , 27, 42 παρ. 1, 51, 52, 60, 63, 65, 79, 83, 84 παρ. 2 περ. α’ , 94 παρ. 1 και 342 παρ. 1 περ. α’ και 2 περ. γ’ Π.Κ. Τις ως άνω διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το .../31-12-2013 έγγραφο του Διευθυντή Π.Ε.

Δυτικής Θεσσαλονίκης με τη συνημμένη προκαταρκτική έρευνα, κατάθεση της ανήλικης Δ. Ψ. που δόθηκε κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 226 Α’ Κ.Π.Δ., από 26-11-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και απολογία του κατηγορουμένου) από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν ως άνω και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση.

Δεν καθίσταται δε αναγκαίο κατά νόμο να γίνεται αναλυτική παράθεση ενός εκάστου, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τους. Και τούτο διότι εξ αυτού δεν συνάγεται ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του το δικαστήριο περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα μόνο αποδεικτικά μέσα και αγνόησε παντελώς τα υπόλοιπα.

Ειδικότερα στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται η ηλικία των παθόντων ανηλίκων κοριτσιών (6 και 7 ετών) καθώς και η ιδιαίτερη σχέση που συνέδεε αυτά με τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, ως εκπαιδευτικός με την ειδικότητα του μουσικού, δίδασκε στο … Δημοτικό Σχολείο Εύοσμου Θεσσαλονίκης και παρέδιδε μαθήματα και στα ανωτέρω ανήλικα κορίτσια που φοιτούσαν στην Α’ τάξη, γνωρίζοντας ως εκ τούτου την ηλικία τους.

Επίσης με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια προσδιορίζονται με ακρίβεια οι ασελγείς πράξεις στις οποίες προέβη ο αναιρεσειων αλλά και οι ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες αυτές έλαβαν χώρα και θεμελιώνουν την κρίση ότι αφορούν πράξεις με έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, με τις οποίες κατέτεινε στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και όχι για τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 342 παρ. 3 Π.Κ.

ασελγείς χειρονομίες, οι οποίες, ως ηπιότερες ερωτικές εκδηλώσεις, απλά προσβάλουν την αιδώ του ανηλίκου. Είναι δε αβάσιμες και απορριπτέες οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και ειδικότερα: 1) Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν παραπέμπει εν όλω ή εν μέρει στο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, διότι το δικαστήριο, έχοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενώπιον του διαδικασία, τα οποία αναλυτικά παραθέτει, αξιολογώντας δε και τις αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν, αναπτύσσει δικό του υπαγωγικό σκεπτικό, με βάση το οποίο έκρινε ότι καταφάσκεται η ειρημένη ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ενώ το γεγονός ότι η θεμελίωση της περί ενοχής αυτού κρίση δεν αφίσταται αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν υποδηλώνει υποκατάσταση της δικαιοδοσίας του. 2) Δεν υπόκειται ασάφεια ή αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού εκ του λόγου ότι στο πρώτο η ελεγχόμενη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος περιγράφεται ως "εξώθηση της κεφαλής της ανηλίκου και επαφή του προσώπου και του στόματος της στα γεννητικά του όργανα, προστριβή των ανωτέρω μελών της στα γεννητικά του όργανα και κίνηση του ίδιου πάνω-κάτω προς ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του", ενώ στο δεύτερο αναφέρεται ως "εξώθηση της κεφαλής της ανηλίκου ανάμεσα στα πόδια του και επαφή του προσώπου της με τα γεννητικά του όργανα".

Και τούτο διότι με τις παραδοχές του σκεπτικού συμπληρώνονται κατά το μέρος που διαλαμβάνονται σε αυτό τα ελλείποντα από το διατακτικό στοιχεία της διωκόμενης πράξης, χωρίς να υπάρχει ασάφεια ως προς την ταυτότητα αυτής από την επισήμανση "περί επαφής επάνω από τα ρούχα", δεδομένου ότι σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις η διάπραξη ή μη του ανωτέρω εγκλήματος στη διακεκριμένη του μορφή εξαρτάται και από τις εν γένει περιστάσεις τέλεσης του, δηλαδή από τον τόπο, το χρόνο, τον τρόπο αλλά και από τις ιδιότητες των προσώπων μεταξύ των οποίων αυτό τελέσθηκε και όχι αν τα πρόσωπα που ενήργησαν ή συμμετείχαν σε αυτό με την ιδιότητα είτε του ενεργητικού είτε του παθητικού υποκειμένου ήταν ενδεδυμένα ή όχι. 3) Ειδική και εμπεριστατωμένη είναι η αιτιολογία και ως προς τη θεμελίωση της απόπειρας τέλεσης της ανωτέρω πράξης κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., αφού η κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου ενέργεια του αναιρεσείοντος, δηλαδή η εξώθηση με τα χέρια του του κεφαλιού της ανήλικης Δ.

Λ. ανάμεσα στα πόδια του για να φέρει σε επαφή το πρόσωπο αυτής με τα γεννητικά του όργανα και να ικανοποιήσει τις γενετήσιες ορμές του, συνιστά αρχή εκτέλεσης της, με την έννοια ότι, αποτελούσα τμήμα εν όλω ή εν μέρει της αντικειμενικής υπόστασης του συγκεκριμένου εγκλήματος, οδηγεί αναμφισβήτητα στην πραγμάτωση αυτή ή τελεί προς αυτή σε αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται τμήμα αυτής, προς την οποία θα κατέληγε αμέσως αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιοδήποτε λόγο, όπως στην προκειμένη περίπτωση από την αναφερόμενη σθεναρή αντίσταση της ανήλικης λόγω της δυσοσμίας που αναδυόταν από το παντελόνι του. 4) Τέλος το δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης του και την εκφορά της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του, έλαβε υπόψη του, εκτίμησε και αξιολόγησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και τα οκτώ έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τους συνηγόρους του αναιρεσείοντος και αναγνώσθηκαν το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να συνάγεται το αντίθετο από το ότι στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία ότι και αυτά τα έγγραφα ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης.

Επομένως οι συναφείς πρώτος, δεύτερος, τρίτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης που προβλέπει την αξιόποινη πράξη (τετελεσμένη και εν απόπειρα) της οποίας κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ και Ε’ Κ.Π.Δ.) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ Κ.Π.Δ. υπέρβαση εξουσίας, που συνιστά τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Διακρίνεται δε αυτή σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι για το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 470 Κ.Π.Δ. απαγορεύεται η χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου. Υπέρβαση εξουσίας προκαλείται στην περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβιάζοντας την προαναφερόμενη αρχή, καθιστά χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου είτε αμέσως (πραγματική χειροτέρευση) είτε εμμέσως (νομική χειροτέρευση), δηλαδή είτε με την επιβολή βαρύτερων άλλως αυξημένων ποινικών κυρώσεων είτε με τον επί το δυσμενέστερο γι’ αυτόν χαρακτηρισμό της πράξεως, άλλως την παραδοχή βαρύτερης ενοχής του αντιστοίχως.

Δεν καθίσταται όμως χειρότερη η θέση του κατηγορουμένου όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της εκδίκασης της υπόθεσης ύστερα από έφεση ασκηθείσα από τον ίδιο ή υπέρ αυτού κατά της καταδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, προσδιορίζει ακριβέστερα εκείνα που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη, με την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλεται επί το δυσμενέστερο ο νομικός χαρακτηρισμός αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση από την αντιπαραβολή του σκεπτικού και του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης με εκείνα της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι με τη χρήση των ρημάτων "έσπρωξε, έτριψε" (δηλαδή σε χρόνο αόριστο) στην πρωτόδικη και των ρημάτων "έσπρωχνε, έτριβε" (δηλαδή σε χρόνο παρατατικό) στην προσβαλλομένη, το δικαστήριο δεν επέφερε χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου ούτε μετέτρεψε το έγκλημα από στιγμιαίο σε διαρκές.

Απλώς διευκρίνισε και προσδιόρισε σαφέστερα τα προκύψαντα από την ενώπιον του αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά και ιδίως τα συναπτόμενα με τις ειδικότερες περιστάσεις τέλεσης της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξης, χωρίς να προσθέσει άλλα διαφορετικά εκείνων που τη συγκροτούν και δεν μετέβαλε επί το δυσμενέστερο την ταυτότητα της.

Εξάλλου η επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα από το δικαστήριο συνολική ποινή κάθειρξης των εννέα (9) ετών (7 + 4) είναι μικρότερη της συνολικής ποινής κάθειρξης των δεκατεσσάρων (14) ετών (10 + 8) που του είχε επιβληθεί πρωτοδίκως, γεγονός που επιμαρτυρεί ότι το δικαστήριο δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος.

Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.Η’ Κ.Π.Δ. τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη δήλωση - αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-12-2015 και με αριθμό πρωτοκόλλου .../14-12-2015 δήλωση αίτηση του Α. Τ. του Κ. για αναίρεση της 210-211/2015 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ