Legislator Case Law & Legislation
1562/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding failure to raise specific procedural objections at lower courts.

Case Number 1562/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Aldi GmbH against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellant argued that the appellate court erred by accepting a trademark objection without proper examination of prior rights and scope. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to explicitly raise the specific procedural defect regarding the objection's scope in the appellate brief, violating mandatory procedural requirements.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8, 14 of the Code of Civil Procedure; Art. 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure; Art. 8 of the Paris Convention; Art. 13 of Law 146/1914; Art. 58 of the Civil Code: An appeal based on the failure to examine a specific objection is inadmissible if the appellant did not explicitly raise the specific procedural defect regarding the scope of that objection in the appellate brief.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural defect trademark objection prior rights scope of objection Code of Civil Procedure Paris Convention

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8, 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 8 of the Paris Convention
Art. 13 of Law 146/1914
Art. 58 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1562 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1562/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της εταιρείας με την επωνυμία "Aldi GmbH & Co, KG, που εδρεύει στη Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμικάλη.

Των αναιρεσιβλήτων:1. της εταιρείας Δ. Ι. Ανώνυμη Εμπορική και Βιοτεχνική Εταιρεία που εδρεύει στη ..., εκπροσωπείται νόμιμα και εμπορεύεται με τους διακριτικούς τίτλους ALDI GROUP ΑΒΕΕ και ΟΜΙΛΟΣ ΑΛΝΤΙ ΑΒΕΕ, 2. Κ. Ι. του Δ., 3. Α. Ι. του Δ. ΚΑΙ 4. Δ. Ι. του Α., κατοίκων ..., υπό την ιδιότητά τους ως μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και νομίμων εκπροσώπων της πρώτης καθ' ης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Μαρτίου 2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13942/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 353/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Μαρτίου 2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 9 Δεκεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 8 της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, που κυρώθηκε με το ν. 213/1975, ορίζεται ότι "η εμπορική επωνυμία θα προστατεύεται εν πάση χώρα της ενώσεως άνευ υποχρεώσεως καταθέσεως ή καταχωρίσεως είτε αποτελεί ή μη μέρος του βιομηχανικού ή εμπορικού σήματος".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι αλλοδαπές επωνυμίες προστατεύονται στα άλλα κράτη μέλη κατά τον ίδιο τρόπο που προστατεύονται και οι εσωτερικές επωνυμίες, δηλαδή εφόσον καλύπτουν τις προϋποθέσεις προστασίας του δικαίου της χώρας στην οποία ζητείται η προστασία αυτή, χωρίς να δημιουργείται μια διεθνής προστασία της επωνυμίας με την έννοια ότι επεκτείνεται η προστασία μιας επωνυμίας που αποκτήθηκε σε ένα κράτος μέλος της Σύμβασης σε όλα τα άλλα συμβαλλόμενα κράτη.

Έτσι, εμπορική επωνυμία προερχόμενη από κράτος μέλος της Σύμβασης προστατεύεται στην Ελλάδα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 146/1914 και του άρθρου 58 ΑΚ. Για την προστασία αυτή της αλλοδαπής επωνυμίας, για την οποία δεν απαιτείται η χρήση της στη χώρα υποδοχής και η τήρηση εκεί τυπικών προϋποθέσεων, αλλά αρκεί το γεγονός ότι έχει αποκτηθεί δικαίωμα επί της επωνυμίας στη χώρα προέλευσης, λαμβάνεται υπόψη η αρχή της χρονικής προτεραιότητας.

Θα πρέπει βέβαια για την παροχή της αξιούμενης προστασίας στην Ελλάδα να καλύπτονται οι όροι του άρθρου 13 του ν. 146/1914, το οποίο απαιτεί την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης, γεγονός που κατά κανόνα συμβαίνει, όταν η αλλοδαπή επωνυμία είναι ήδη επαρκώς γνωστή στην Ελλάδα ή όταν συνάγεται σοβαρή πρόθεση οικονομικής δραστηριότητας σ' αυτή, ή εκείνοι του άρθρου 58 ΑΚ, το οποίο απαιτεί να είναι παράνομη η προσβολή, δηλαδή να γίνεται η χρήση της αλλοδαπής επωνυμίας χωρίς δικαίωμα.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2239/1994, προκύπτει ότι, με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί, χωρίς τη θέληση του δικαιούχου και κατά τρόπο που αρμόζει μόνο στον τελευταίο, ένδειξη, η οποία προσβάλλει το σήμα του δικαιούχου, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο.

Ανάλογου περιεχομένου ρύθμιση περιέχεται και στο άρθρο 9 του Κανονισμού 40/1994 για το κοινοτικό σήμα, σύμφωνα με την οποία ο δικαιούχος κοινοτικού σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του, το σήμα. Εξάλλου, όμως, ορίζεται, με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 2239/1994, ότι το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές ένα προγενέστερο δικαίωμα τοπικής ισχύος, αν το δικαίωμα αυτό ασκείται μέσα στα εδαφικά όρια στα οποία αναγνωρίζεται και ανάλογα, με τη διάταξη του άρθρου 107 παρ. 1 του Κανονισμού 40/1994 ορίζεται ότι ο δικαιούχος προγενέστερου δικαιώματος τοπικής ισχύος δύναται να αντιταχθεί στη χρήση του κοινοτικού σήματος στο έδαφος, στο οποίο προστατεύεται το δικαίωμά του, εφόσον το επιτρέπει το δίκαιο του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

Ως δικαίωμα τοπικής ισχύος νοείται κάθε δικαίωμα που απαριθμείται στο άρθρο 13 του ν. 146/1914, όπως είναι, κατά τη διατύπωση του νόμου αυτού, και το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα καταστήματος ή βιομηχανικής επιχείρησης, δηλαδή ο διαδικριτικός τίτλος, που αποτελεί ένδειξη με την οποία εξατομικεύεται και διακρίνεται ονοματικά η επιχείρηση, κάποιος κλάδος αυτής ή κατάστημα στις συναλλαγές.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία προηγήθηκε η καθιέρωση κατά το ουσιαστικό σύστημα διακριτικού γνωρίσματος ή τίτλου που έχει τοπική ισχύ στις συναλλαγές, και στη συνέχεια επακολούθησε η κατάθεση και αμετάκλητη παραδοχή του σήματος, που μπορεί να είναι και σήμα φήμης, το διακριτικό γνώρισμα υπερισχύει του σήματος.

Έτσι ο δικαιούχος του διακριτικού γνωρίσματος ή τίτλου, επικαλούμενος την προτεραιότητά του, δικαιούται να αποκρούσει την αγωγή του δικαιούχου του σήματος για απαγόρευση της χρησιμοποίησης του διακριτικού γνωρίσματος, ως κάτοχος υπέρτερου δικαιώματος, ο δε σηματούχος είναι υποχρεωμένος να ανεχθεί τη χρήση του διακριτικού γνωρίσματος μέσα στα εδαφικά όρια ισχύος του.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επικυρώθηκε, μετά την απόρριψη της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η από 11.3.2009 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, η οποία ζήτησε, ως δικαιούχος στην Ελλάδα των αναφερόμενων στην αγωγή αυτή αλλοδαπών και κοινοτικών λεκτικών σημάτων για τη διάκριση, μεταξύ άλλων, και προϊόντων χαρτιού, του ονόματος διαδικτυακού χώρου και της σχετικής επωνυμίας, να απαγορευτεί στην πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία, η οποία χρησιμοποιεί κατ'απομίμηση, ως διακριτικό τίτλο της επιχείρησής της εμπορίας χαρτιού, τα δικά της σήματα και τη δική της επωνυμία και δημιουργεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, να κάνει χρήση των σημάτων και της σχετικής λεκτικής ένδειξης, ως τμήμα της επωνυμίας της, του διακριτικού τίτλου της και της ηλεκτρονικής της διεύθυνσης στο διαδίκτυο, να απειλειθεί σε βάρος αυτής και των λοιπών εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, μελών του διοικητικού συμβουλίου της και νόμιμων εκπροσώπων της, χρηματική ποινή και επιπλέον, σε βάρος των τελευταίων, προσωπική κράτηση, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης.

Η αναιρεσείουσα προβάλλει, με τους τρεις πρώτους λόγους αναίρεσης, τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα: α) Παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 8 της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, που κυρώθηκε με το ν. 213/1975 και 58 του ΑΚ, με το να αρνηθεί να αναγνωρίσει τη χρονική προτεραιότητα στο δικαίωμα της επωνυμίας της και να παράσχει τη ζητούμενη σχετικώς δικαστική προστασία και ακόμη τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 146/1914, με το να αρνηθεί και στην περίπτωση αυτή τη χρονική προτεραιότητα της επωνυμίας της και με το να διαλάβει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα του κινδύνου σύγχυσης του κοινού από τη χρήση της επωνυμίας της εκ μέρους της εναγομένης εταιρίας (πρώτος λόγος), β) Παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 2 του ν. 2239/1994 και 13 του ν. 146/1914, με το να δεχθεί την ένσταση της εναγομένης για ύπαρξη προγενέστερου τοπικής ισχύος δικαιώματος αυτής (διακριτικού γνωρίσματος) στην επίμαχη λεκτική ένδειξη, χωρίς να διαπιστώσει αν πριν από την κατάθεση των επίμαχων σημάτων το διακριτικό γνώρισμα της εναγομένης είχε επικρατήσει στις συναλλαγές, άλλως, διαλαμβάνοντας, ως προς το ζήτημα αυτό, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, και περαιτέρω, χωρίς να ελέγξει, αν η άσκηση του προγενέστερου δικαιώματος της εναγομένης υπερβαίνει τα εδαφικά όρια, στα οποία γεννήθηκε και αναγνωρίστηκε και διαλαμβάνοντας επίσης για το ζήτημα αυτό ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες (δεύτερος λόγος), γ) Παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 3 του ν. 2239/1994 και 9 του Κανονισμού 40/1994, με το να αξιώσει τη συνδρομή κινδύνου σύγχυσης για την προστασία του σήματός της, μολονότι δέχεται ότι η εναγομένη χρησιμοποιεί αυτούσιο το εν λόγω σήμα και με το να διαλάβει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της συνδρομής των όρων του νόμου για την προστασία των σημάτων της και περαιτέρω με το να αξιώσει την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης, ενώ δέχεται ότι τα σήματα αυτά είναι σήματα φήμης (τρίτος λόγος).

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα: " Η πρώτη ενάγουσα αλλοδαπή εταιρία, η οποία έχει την έδρα της στη Γερμανία, φέρει την επωνυμία Aldi GmbH & Co KG και το διακριτικό τίτλο ALDI. Από την ίδρυσή της το έτος 1974 ασκεί εμπορική δραστηριότητα, λειτουργώντας αλυσίδα εκπτωτικών καταστημάτων με τη μορφή υπεραγοράς.

Είναι δικαιούχος από τις 27.12.2000 του υπ' αριθ... κοινοτικού σήματος που αποτελείται από τη λέξη ALDI και των ακόλουθων δύο αλλοδαπών σημάτων, νομίμως κατοχυρωμένων στην Ελλάδα, ήτοι, α) του υπ' αριθ. ... σήματος που αποτελείται από τη λέξη ALDI, το οποίο κατατέθηκε στις 22.10.1999 έγινε δεκτό με την υπ' αριθ. 7908/2000 απόφαση της ΔΕΣ, καταχωρήθηκε στα βιβλία σημάτων στις 17.8.2001 και από τότε τελεί νόμιμα σε ισχύ και β) του υπ' αριθ. ...

σήματος που αποτελείται από τη λέξη ΑΛΝΤΙ, το οποίο κατατέθηκε στις 17.8.2005, έγινε δεκτό με την υπ'αριθ. 2793/2006 απόφαση της ΔΕΣ, καταχωρήθηκε στα βιβλία σημάτων στις 17.11.2006 και από τότε τελεί νόμιμα σε ισχύ. Τα ως άνω σήματα η πρώτη ενάγουσα τα χρησιμοποιεί προκειμένου να διακρίνουν προϊόντα της, μεταξύ άλλων κλάσεων, της κλάσης 16 (χαρτί και είδη από χαρτί, χαρτόνι και είδη από χαρτόνι, έντυπα, εφημερίδες, βιβλία κλπ.).

Το σήμα ALDI, υπό το οποίο η πρώτη ενάγουσα από το έτος 1974 που ιδρύθηκε, διαθέτει προϊόντα της στην αγορά της Γερμανίας και ακολούθως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, απολαμβάνει εξαιρετικής φήμης και αναγνωρισημότητας στο καταναλωτικό κοινό της Γερμανίας, όπου έχει καταστεί σήμα και διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων της.

Η ανωτέρω ενάγουσα αποφάσισε να επεκτείνει τη δράση της και στην Ελλάδα και δυνάμει του από 30.11.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, προχώρησε από κοινού με την εταιρία Hofer KG, στην ίδρυση της δεύτερης ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ALDI Ελλάς Supermarket EE και από το έτος 2007 άρχισαν να λειτουργούν στην Ελλάδα τα πρώτα καταστήματα με τη μορφή υπεραγοράς και το σήμα ALDI.

Η λεκτική ένδειξη ALDI προστατεύεται και ως διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων της πρώτης ενάγουσας, δεδομένου έχει διακριτική δύναμη ικανή να τα ξεχωρίζει από άλλα ομοειδή προϊόντα και έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές δηλαδή έχει καταστεί γνωστό στους συναλλακτικούς κύκλους ότι διακρίνει τα ανωτέρω προϊόντα, ως προερχόμενα από την επιχείρηση της ενάγουσας.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη, με την επωνυμία Δ. Ι. Ανώνυμη Εμπορική και Βιοτεχνική Εταιρία και το διακριτικό τίτλο ALDI GROUP ΑΒΕΕ ΟΜΙΛΟΣ ΑΛΝΤΙ ΑΒΕΕ, ιδρύθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. ... πράξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Στρογγύλη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, με σκοπό την παραγωγή και επεξεργασία, εισαγωγή και εμπορία παντός είδους χάρτου.

Διατηρεί κατάστημα στην πόλη της Θεσσαλονίκης επί της οδού ..., στην εμπρόσθια όψη του οποίου έχει αναρτήσει πινακίδα με τον τίτλο Ι. ΑΕ, από κάτω με μικρότερους χαρακτήρες AL.DI GROUP και πιο κάτω τις λέξεις ΧΑΡΤΙ, ΧΑΡΤΟΝΙ, ΠΛΑΣΤΙΚΟ, ΑΛΟΥΜΙΝΙΟ, ΥΛΙΚΑ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ. Τo κατάστημα πώλησης ειδών από χαρτί που διατηρεί η πρώτη εναγομένη από την ίδρυσή της φέρει συνεχώς ως διακρικό τίτλο εν μέρει τον ίδιο λογότυπο με το σήμα και το διακριτικό γνώρισμα των εναγουσών εταιριών, δηλαδή τη λέξη ALDI, χωρίς απεικόνιση και έγχρωμη σύνθεση.

Η λέξη αυτή δεν αποτέλεσε τυχαία επιλογή, αλλά λήφθηκε από τα αρχικά των μικρών ονομάτων των ιδρυτών της Α. και Ν. (τρίτου και δευτέρου των εναγομένων αντίστοιχα). Η εν λόγω ένδειξη, η οποία χρησιμοποιείται συνεχώς από την πρώτη εναγομένη εταιρία από την ίδρυσή της (4.8.1999), έχει καταστεί ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησής της και των προϊόντων που αυτή παράγει, μέσα στα εδαφικά όρια της Θεσσαλονίκης, πριν ακόμη την κατάθεση των σημάτων της πρώτης ενάγουσας στην Ελλάδα και τη λειτουργία της δεύτερης ενάγουσας, υπό το διακριτικό τίτλο ALDI, που έλαβε χώρα το έτος 2007, όταν άρχισαν να λειτουργούν για πρώτη φορά στην Ελλάδα οι πρώτες υπεραγορές ALDI, οι οποίες έχουν διαφορετικό κύκλο πελατών από αυτόν του καταστήματος της πρώτης εναγομένης και δεν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού.

Συνεπώς, εφόσον η επίμαχη ένδειξη είχε ήδη καθιερωθεί ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης στα τοπικά όρια της Θεσσαλονίκης και συνεχίζει αυτή να ασκεί το σχετικό δικαίωμά της μέσα στα όρια αυτά, οι ενάγουσες δεν μπορούν να παρεμποδίσουν τη χρησιμοποίηση του εν λόγω διακριτικού γνωρίσματος εκ μέρους της μέσα στην εδαφική έκταση της Θεσσαλονίκης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 2239/1994.

Αλλά και μετά την ίδρυση και λειτουργία των καταστημάτων των εναγουσών σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και την καθιέρωση της ένδειξης του σήματος ως διακριτικού γνωρίσματος των επιχειρήσεών τους σε ευρύτερη εδαφική βάση, οφείλουν ν ανεχθούν τη χρησιμοποίηση εκ μέρους της πρώτης εναγομένης της ίδιας ένδειξης ως διακριτικού τίτλου, διακριτικού γνωρίσματος της επιχείρησής της στα εδαφικά όρια της Θεσσαλονίκης, με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας, δεδομένου ότι η εναγομένη απέκτησε το σχετικό δικαίωμά της πριν ακόμη το σήμα της πρώτης ενάγουσας και ο διακριτικός τίτλος της δεύτερης, καθιερωθούν ως διακριτικό γνώρισμα των νέων επιχειρήσεών τους.

Το γεγονός ότι το σήμα ALDI ήταν ήδη από το έτος 1999, που ιδρύθηκε η πρώτη εναγομένη, και ακόμη νωρίτερα, γνωστό στη Γερμανία, δεν σημαίνει ότι ήταν γνωστό και στην Ελλάδα. Ενόψει όλων αυτών, η χρησιμοποίηση από την εναγομένη της επίμαχης ένδειξης ως διακριτικού τίτλου-γνωρίσματος της επιχείρησής της κατά την έναρξη λειτουργίας της το έτος 1999, δεν έγινε με ανταγωνιστικό σκοπό απόσπασης μέρους της πελατείας της επιχείρησης της πρώτης ενάγουσας, που ήταν τότε γνωστή στη Γερμανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου δραστηριοποιούνταν , και όχι και στο ευρύ κοινό της περιοχής της Θεσσαλονίκης.

Και αυτό γιατί οι δύο επιχειρήσεις δραστηριοποιούνταν σε διαφορετικές χώρες, είχαν εντελώς διαφορετική μορφή (αλυσίδα υπεραγορών για τις ενάγουσες, μορφή μεμονωμένου καταστήματος λιανικής, αλλά κυρίως χονδρικής πώλησης για την εναγομένη), εμπορεύονταν κατά κύριο λόγο διαφορετικά προϊόντα και απευθύνονταν σε διαφορετικό καταναλωτικό κοινό, αφού οι πελάτες της πρώτης εναγομένης έχουν εξιδικευμένο αγοραστικό ενδιαφέρον (χαρτικά είδη και είδη συσκευασίας), ώστε να μην υπάρχει περίπτωση σφετερισμού πελατείας.

Έτσι ο μέσος καταναλωτής δεν είναι δυνατό να παραπλανηθεί ότι τα σχετικά προϊόντα της πρώτης εναγομένης προέρχονται από την ίδια επιχείρηση της πρώτης ενάγουσας ή ενδεχομένως από επιχείρηση που συνδέεται οικονομικά με αυτή.

Συνεπώς η χρησιμοποίηση εκ μέρους της εναγομένης στο διακριτικό της τίτλο και τα προϊόντα της λέξης ALDI του σήματος της πρώτης ενάγουσας, δεν συνιστά παράνομη προσβολή του σήματος αυτής. Εξάλλου, το γεγονός ότι μετά την ίδρυση των καταστημάτων των εναγουσών στην Ελλάδα διευρύνθηκε η εδαφική βάση των επιχειρήσεων των τελευταίων, αφενός δεν συνεπάγεται ότι το καταναλωτικό κοινό των καταστημάτων των διαδίκων κατέστη κοινό, αφετέρου δεν καθιστά αθέμιτη τη χρησιμοποίηση της παραπάνω ένδειξης από την εναγομένη, δεδομένου ότι η τελευταία προβαίνει στην εν λόγω χρήση ασκώντας ίδιο δικαίωμα θεμελιωμένο στη δική της συνεχή δραστηριότητα επί σειρά ετών, οι δε σημαντικές διαφορές των επιχειρήσεων, ως προς την εμφάνισή τους προς το καταναλωτικό κοινό, ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο σύγχυσης της αμελητέας κοινής πελατειακής μερίδας αυτών και τις εντεύθεν δυσμενείς οικονομικές συνέπειες για τις ενάγουσες.

Ούτε περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αποσκοπούσε στην εκμετάλλευση της καλής φήμης και οργάνωσης της πρώτης ενάγουσας, η οποία κατόρθωσε πράγματι με τη συνεχή διαφήμιση και την ποιότητα των προϊόντων της να είναι γνωστή στο γερμανικό χώρο και έχει κατακτήσει την εμπιστοσύνη των εκεί καταναλωτών, δεδομένου ότι το γεγονός ότι είχε τόσο καλή φήμη στη Γερμανία δεν συνεπάγεται ότι το σήμα της είχε την ίδια φήμη και στην Ελλάδα, πριν αρχίσει ακόμη να δραστηριοποιείται στην εγχώρια αγορά.

Άλλωστε μετά τη επίδοση της κρινόμενης αγωγής στους εναγομένους η γενική συνέλευση των μετόχων της πρώτης από αυτούς, στις 30.6.2009, επιθυμώντας τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, αποφάσισε την τροποποίηση του διακριτικού της τίτλου σε ALDIPACK ΑΒΕΕ και στα ελληνικά ΑΛ.ΝΤΙ.ΠΑΚ ΑΒΕΕ, με την κατοχύρωση του domain name aldipack.gr, ώστε να μην υφίσταται πλέον ακόμη και ο ελάχιστος κίνδυνος να θεωρήσει κάποιος καταναλωτής ότι η επιχείρηση της εναγομένης, που στεγάζεται σε κατάστημα της οδού Δελφών και ασχολείται αποκλειστικά με την εμπορία χαρτικών ειδών, εντάσσεται στον όμιλο της πρώτης ενάγουσας, που ασχολείται με αλυσίδα υπεραγορών.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται έλλειψη κακοβουλίας της εναγομένης εταιρίας και σκοπού αθέμιτου ανταγωνισμού των εναγουσών, εναντίον της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με τις ίδιες παραδοχές δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση που προέβαλαν οι εναγόμενοι, η οποία στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 2 του ν. 2239/1994 και 13 του ν. 146/1914 και απέρριψε την αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις...".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 2239/1994 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 13 του ν. 146/1914, δεχόμενο την ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων για την ύπαρξη προγενέστερου των σημάτων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας δικαιώματος της πρώτης εναγομένης-αναιρεσίβλητης στην επίμαχη ένδειξη ALDI, την οποία χρησιμοποιεί ως διακριτικό τίτλο της επιχείρησής της μέσα στα τοπικά όρια της Θεσσαλονίκης, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες.

Ειδικότερα είναι σαφής και κατηγορηματική η παραδοχή του Εφετείου ότι η ένδειξη ALDI κατέστη πριν από την κατάθεση των σημάτων της αναιρεσείουσας ιδιαίτερος διακριτικός τίτλος της επιχείρησης της πρώτης αναιρεσίβλητης μέσα στα εδαφικά όρια της περιοχής της Θεσσαλονίκης, όπου και αναπτύσσει τη δραστηριότητά της, με τη χρησιμοποίηση της ένδειξης αυτής συνεχώς από την ίδρυσή της στις 4.8.1999 έως το χρόνο της κατάθεσης των σημάτων, χρονικό σημείο μάλιστα προγενέστερο της καταχώρισης των εν λόγω σημάτων, η οποία (καταχώριση) και αποτελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση τον κρίσιμο χρόνο, εφόσον η προβλεπόμενη στο άρθρο 15 του ν. 2239/1994 αναδρομή μετά την καταχώριση του σήματος στο χρόνο της υποβολής της σχετικής δήλωσης επιφυλάσσεται μόνο για τον προσδιορισμό της χρονικής προτεραιότητας στην περίπτωση της σύγκρουσης σημάτων.

Περαιτέρω, το Εφετείο, εφόσον δέχεται με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κάνει δικαιωματικά χρήση του διακριτικού τίτλου ALDI στην επιχείρησή της και ότι από τη χρήση αυτή δεν δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό, ορθά δεν παρέσχε προστασία, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, που κυρώθηκε με το ν. 213/1975, 58 του ΑΚ και 13 παρ. 1 του ν. 146/1914, στην επωνυμία της αλλοδαπής αναιρεσείουσας εταιρίας, λόγω χρονικής προτεραιότητας στην αλλοδαπή.

Τέλος, ενόψει του ότι Εφετείο, όπως προεκτέθηκε, δέχθηκε ότι η επίμαχη ένδειξη ALDI χρησιμοποιείται δικαιωματικά από τους αναιρεσιβλήτους, λόγω προγενέστερου δικαιώματος της πρώτης από αυτούς στο διακριτικό τίτλο της επιχείρησής της για την περιοχή της Θεσσαλονίκης, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των άρθρων 18 παρ. 3 του ν. 2239/1994 και 9 του Κανονισμού 40/1994, των οποίων την εφαρμογή δεν εξάρτησε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο από την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό.

Επομένως οι πιο πάνω τρεις πρώτοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην έννοια των αποδείξεων που ιδρύουν τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνεται και η δικαστική ομολογία για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δηλαδή, κάθε ομολογία δικαστική πρέπει να περιέχει και συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος, που αποτελεί βάση καταλυτικού ισχυρισμού, από τον αντίδικο εκείνου που επικαλείται τον ισχυρισμό και φέρει το βάρος της απόδειξης (ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008). Στην προκειμένη περίπτωση προβάλλει η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη την προκύπτουσα από τις πρωτόδικες προτάσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων δικαστική ομολογία, ως προς τη χρήση εκ μέρους αυτών της ένδειξης ALDI σε όλη την ελληνική Επικράτεια, με βάση τις αναφορές τους " ότι ο κύκλος της δραστηριότητας της πρώτης είναι πολύ σημαντικός στο εσωτερικό και κυρίως στην περιοχή του νομού Θεσσαλονίκης, με σποραδικές εξαγωγές", ομολογία την οποία η ίδια επικαλέστηκε για την αντίκρουση της ένστασης των εναγομένων από το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 2239/1994 για προγενέστερο δικαίωμά τους τοπικής ισχύος στο διακριτικό τίτλο της επιχείρησής τους στην περιοχή της Θεσσαλονίκης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν οι πιο πάνω αναφορές των εναγομένων, ως ομολογία αυτών, σε σχέση με την πιο πάνω ένστασή τους, της οποίας οι ίδιοι φέρουν το βάρος απόδειξης, αλλά αποτελούν επιχειρηματολογία τους για την απόκρουση της αγωγής της αναιρεσείουσας.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης, προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, εκείνη της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ένδικου μέσου. Ως "αίτηση" δεν νοείται και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, ο οποίος συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 845/2009, ΑΠ 40/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, διότι, αν και το αίτημα της αγωγής της αναφερόταν στην παύση της χρήσης εκ μέρους της πρώτης εναγομένης της λέξης ALDI σε ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια και το πρωτόδικο δικαστήριο περιορίστηκε στην απόρριψη της αγωγής της με την παραδοχή της ύπαρξης προγενέστερου δικαιώματος (διακριτικού τίτλου) τοπικής ισχύος, χωρίς να διαλάβει τίποτε σχετικό με το ευρύτερο αίτημα για απαγόρευση της χρήσης της πιο πάνω ένδειξης σε ολόκληρη την Ελλάδα, παράλειψη την οποία επισήμανε με το δεύτερο λόγο έφεσης, το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το εν λόγω ευρύτερο αίτημα της αγωγής της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι προσάπτεται στο Εφετείο η μομφή, όχι ακριβώς ότι το δικαστήριο αυτό άφησε αδίκαστο το πιο πάνω επικαλούμενο ευρύτερο αίτημα της αγωγής, αλλά ότι δεν απάντησε στο σχετικό με το αίτημα αυτό δεύτερο λόγο έφεσης, ο οποίος όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν αποτελεί αίτηση κατά τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου 559.

Άλλωστε, και με την εκδοχή ότι προσάπτεται τέτοια αιτίαση, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, εφόσον στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ρητά ότι απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι δεύτερος έως και όγδοος λόγοι έφεσης.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ορισμένο ή αόριστο ένστασης, ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του επικαλουμένου κανόνα δικαίου (ποσοτική αοριστία), υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, με τους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης.

Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει η αοριστία να προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 16/2000, ΑΠ 1631/2009). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 και 8 ΚΠολΔ, διότι το Δικαστήριο αυτό, αν και η ένσταση των εναγομένων από το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 2239/1994 για ύπαρξη προγενέστερου δικαιώματός τους τοπικής ισχύος στην επίμαχη ένδειξη ALDI α) ήταν απαράδεκτη, λόγω μη αναφοράς του είδους του προγενέστερου δικαιώματος, του χρόνου και των περιστατικών γένεσής του και της εδαφικής έκτασης ισχύος του, και β) περιοριζόταν μόνο σε δικαίωμα στο διακριτικό τίτλο της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ορισμένη και παραδεκτή την ένσταση αυτή και επιπλέον ότι η πρώτη εναγομένη έχει δικαίωμα τοπικής ισχύος, όχι μόνο στο διακριτικό τίτλο της επιχείρησης, αλλά και στο διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων της, ελλείψεις που η ίδια επισήμανε με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών της.

Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν η αναιρεσείουσα προέβαλε την αοριστία της ένστασης αυτής και τη λήψη υπόψη από το πρωτόδικο δικαστήριο μη προταθέντων πραγμάτων ενώπιον του Εφετείου. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.3.2013 αίτηση της εταιρίας Aldi GmbH & Co. KG για αναίρεση της απόφασης 353/2012 του Εφετείου Θεσσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ