Supreme Court dismisses appeal on lack of evidence and improper argumentation grounds in marital property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding marital property division. The appellant argued the lower court ignored her claims about the husband's lack of contribution and the impossibility of the stated expenses, but the court found these arguments either already rejected or based on evidence evaluation. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, though the appellant was not ordered to pay legal costs due to the respondent's absence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 1400 of the Civil Procedure Code; Articles 559(8)(b) of the Civil Procedure Code: An appeal based on the failure to consider submitted matters is unfounded if the lower court examined and rejected the claim, or if the matter constitutes an argument derived from evidence assessment rather than an independent claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1562 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1562/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Τ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Αρβανίτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ζ. Ζ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-6-2005 και από 29-3-2006 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και της ήδη αναιρεσείουσας αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 6-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη .../3-11-2011 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Πατρών …, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο (11-2-2013), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 1400 Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 ν.1329/1983, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξιώσεως του ενός συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου κατά τη διάρκεια του γάμου είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της περιουσίας του υπόχρεου.
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Στην αγωγή του δικαιούχου και στη σχετική απόφαση είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου. Η συμβολή δε του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ.
υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Έτσι είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επικλήσεως και αποδείξεως τέτοιας αυξήσεως της περιουσίας του άλλου συζύγου.
Εξάλλου ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλλει μεταξύ άλλων ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 Α.Κ.
τεκμήριο της συμβολής της συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (Α.Π.156/2011, Α.Π.438/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 9-1-1991. Κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου τους η περιουσία της εναγομένης [και ήδη αναιρεσείουσας] αποτελείτο από ένα μη αποπερατωμένο οροφοδιαμέρισμα εμβαδού 104 τ.μ.
περίπου... Το εν λόγω διαμέρισμα βρίσκεται στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο διώροφης οικοδομής, η οποία έχει ανεγερθεί... επί οικοπέδου εκτάσεως 405 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας …της πόλης ..., έχει δε ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 250/1000 αδιαιρέτως. Η αξία του ως άνω ημιτελούς διαμερίσματος, στο οποίο είχαν ολοκληρωθεί και οι οπτοπλινθοδομές και το οποίο περιήλθε στην εναγομένη λόγω γονικής παροχής από τη μητέρα της Α.
Τ., δυνάμει... συμβολαίου... που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου ανήρχετο σε 6.000.000 δραχμές. Κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων συνεχίστηκαν οι οικοδομικές εργασίες στο ως άνω διαμέρισμα, με αποτέλεσμα το έτος 1994 αυτό να καταστεί κατοικήσιμο και να χρησιμοποιηθεί εφεξής ως συζυγική οικία...
Η συζυγική δαπάνη για την αποπεράτωση του ως άνω οροφοδιαμερίσματος ανήλθε στο ποσό των 11.250.000 δραχμών... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από το έτος 1991 έως το έτος 1994, ήταν υπάλληλοι του Ι.Κ.Α. και το ύψος των αποδοχών τους ανήρχετο ετησίως για τον ενάγοντα [και ήδη αναιρεσίβλητο] στο ποσό των 2.518.684 δραχμών και για την εναγομένη στο ποσό των 2.405.498 δραχμών, ενώ στερούνταν άλλων εισοδημάτων.
Μέρος της ως άνω συνολικής δαπάνης των 11.250.000 δραχμών, ανερχόμενο στο ποσό των 4.605.000 δραχμών, δηλαδή σε ποσοστό 40,93%, κάλυψε, ενόψει των ως άνω εισοδημάτων, ο ενάγων. Άλλη επιπλέον συμβολή του ενάγοντος και ειδικά ποσού 1.000.000 δραχμών από τις προ του γάμου αποταμιεύσεις του δεν αποδείχθηκε. Το υπόλοιπο ποσό της ως άνω δαπάνης, ανερχόμενο σε 8.645.000 δραχμές, κάλυψε η εναγομένη, λαμβάνοντας δε προς τούτο και δύο δάνεια από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας και από το Ι.Κ.Α., ποσού 1.800.000 δραχμών και 240.000 δραχμών αντιστοίχως, τις δόσεις των οποίων αποπλήρωνε η ίδια και από τα ως άνω εισοδήματά της.
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το κόστος των επιχρισμάτων και των κιγλιδωμάτων ποσού 1.000.000 δραχμών, καλύφθηκε από δωρεά αντίστοιχου ποσού του πατέρα της προς αυτή και ότι ο εναγόμενος [εννοείται: ο ενάγων] ουδέν συνεισέφερε για την αποπεράτωση του ως άνω διαμερίσματος, άλλως συμμετείχε στις δαπάνες αποπερατώσεώς του των 6.000.000 δραχμών κατά 560.000 δραχμές, δηλαδή κατά ποσοστό μικρότερο από 10%, δεν αποδείχθηκε βάσιμος...
Εξάλλου αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο ασκήσεως της από 21-6-2005 αγωγής, η αξία του ως άνω διαμερίσματος, το οποίο αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εναγομένης, ανήρχετο στο ποσό των 130.000 ευρώ. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί η αρχική αξία του ως άνω διαμερίσματος (κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου των διαδίκων) ποσού 6.000.000 δραχμών, αφού προηγουμένως αναχθεί σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής και συγκεκριμένως στο ποσό των 40.000 ευρώ...
Επομένως η περιουσία της εναγομένης αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον ενάγοντα κατά το ποσό των 800.000 ευρώ [πρόκειται για προφανές αριθμητικό λάθος αφού πράγματι εννοείται ο αριθμός 90.000, ο οποίος προκύπτει από την αφαίρεση των 40.000 από τις 130.000 ευρώ και ο οποίος χρησιμοποιείται στη συνέχεια από το εφετείο για τους λοιπούς αριθμητικούς υπολογισμούς του].
Στην εν λόγω επαύξηση ο ενάγων συνέβαλε σε χρήμα, ενόψει των προεκτεθέντων, κατά ποσοστό 40,93%. Επομένως δικαιούται να λάβει από την εναγομένη, ως συμμετοχή του στα αποκτήματά της κατά τη διάρκεια του γάμου τους, το ποσό των 36.837 ευρώ (130.000 - 40.000 = 90.000 Χ 40,93% = 36.837)... Περαιτέρω... αποδείχθηκε ότι μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του εναγομένου της δεύτερης αγωγής [ήδη αναιρεσιβλήτου] κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου του με την ενάγουσα αυτής ήταν το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο... το οποίο είχε αγορασθεί με πίστωση έναντι συνολικού τιμήματος 2.400.000 δραχμών. Μέρος των δόσεων για την αποπληρωμή του πιστωθέντος τιμήματος, ποσού 770.000 δραχμών, καταβλήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων με κοινές και ισομερείς εισφορές τους. Το ως άνω όχημα, στην απόκτηση του οποίου η ενάγουσα ενόψει των προεκτεθέντων συνέβαλε κατά ποσοστό 16,04%, πωλήθηκε στις 29-11-1999 αντί τιμήματος 1.450.000 δραχμών.., σε αντικατάστασή του δε ο εναγόμενος αγόρασε το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο... αντί τιμήματος 5.950.000 δραχμών... Για την εξόφληση του εν λόγω τιμήματος αναλώθηκε το τίμημα που εισπράχθηκε από την πώληση του πρώτου, ενώ το εναπομείναν υπόλοιπο καλύφθηκε από την ενάγουσα, η οποία κατέβαλε το ποσό των 4.300.000 δραχμών, αναλαμβάνοντας μάλιστα για το σκοπό αυτό από...
προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό... το ποσό των 4.000.000 δραχμών. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το ως άνω ποσό αναλώθηκε από την ενάγουσα για την εξόφληση χρεών της από τυχερά παίγνια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η ανάληψη των χρημάτων και η αγορά του ως άνω αυτοκινήτου έλαβαν χώρα την ίδια ημέρα, ήτοι 26-11-1999.
Επομένως η ενάγουσα συμμετείχε στην απόκτηση του ως άνω αυτοκινήτου κατά ποσοστό 76%... Το Σεπτέμβριο 2003 ο εναγόμενος πώλησε και το δεύτερο ως άνω όχημα αντί τιμήματος 10.000 ευρώ.., το εν λόγω δε τίμημα, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ που δανείσθηκε από την Alpha Bank διέθεσε για την αγορά του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου... Η ενάγουσα έχει συμβάλει στην απόκτηση του τελευταίου οχήματος κατά ποσοστό 38%... Η αξία του εν λόγω οχήματος ανερχόταν κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής στο ποσό των 14.674 ευρώ... Επομένως η ενάγουσα δικαιούται, ως συμμετοχή της στα αποκτήματα του εναγομένου συζύγου της, το ποσό των 5.576,12 ευρώ (14.674 Χ 38%)".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι αντίθετες αγωγές αυτών και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 23.190 ευρώ, εκείνος δε να της καταβάλει το ποσό των 5.576,12 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως κάθε αγωγής), εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 36.837 ευρώ, εκείνον δε να της καταβάλει το ποσό των 5.576,12 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως κάθε αγωγής.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 1400 Α.Κ., δεν στέρησε δε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συμμετοχής κάθε διαδίκου στα αποκτήματα του αντιδίκου του κατά τη διάρκεια του γάμου τους.
Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) και αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Εξάλλου η αοριστία της αγωγής, για να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, διότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να έχουν προταθεί σ' αυτό, ειδικότερα δε δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του εφετείου, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί (Α.Π.1255/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως κατά το τρίτο σκέλος του η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί συμμετοχής του στα αποκτήματά της κατά τη διάρκεια του γάμου τους, για το λόγο ότι σ' αυτήν δεν αναφερόταν ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επικαλούμενης συμμετοχής του στις δαπάνες εργασιών του διαμερίσματός της κατά τα έτη 1992-1994 και της επικαλούμενης επαυξήσεως της περιουσίας της.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση της από 10-6-2008 εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή δεν προέβαλε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και μάλιστα με την επίκληση των ανωτέρω ελλείψεών της. Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου περιείχε τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, τα οποία ήταν αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωσή της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.11 (περ.β) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε τα αναφερόμενα περιστατικά ως αποδειχθέντα από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, ενώ ο μάρτυρας αυτός είχε καταθέσει εντελώς διαφορετικά περιστατικά. Ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως διότι με αυτόν, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π.295/ 2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.11 (περ.γ) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη το 1266/5-3-1991 έγγραφο (τεχνική έκθεση) του Ο.Ε.Κ., το οποίο αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του εφετείου για την απόδειξη της αβασιμότητας της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και στο οποίο αναφέρεται ότι το κόστος κατασκευής για την αποπεράτωση της οικίας της κατά το έτος 1991 ήταν 85.000 δραχμές ανά τ.μ.
και η συνολική δαπάνη 4.675.000 δραχμές. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι σ' αυτήν αναφέρεται ότι το εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη και "τα έγγραφα τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι".
Από τη βεβαίωση αυτή αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης που προπαρατέθηκαν προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι ελήφθη υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο, του οποίου δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση.
O προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π.399/2011).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.399/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.8 (περ.β) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τους παραδεκτά προβληθέντες πρωτοδίκως και κατ' έφεση ισχυρισμούς της:
α) ότι η συμμετοχή του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της ήταν μηδενική και σε κάθε περίπτωση όχι πάνω από 10% και β) ότι, όπως προκύπτει και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν αδύνατον να δαπανήσουν οι διάδικοι για την αποπεράτωση της οικίας της 14.000.000 δραχμές κατά τον αναιρεσίβλητο και 11.250.000 δραχμές κατά την προσβαλλομένη, ενώ κατά τα κρίσιμα έτη 1991-1994 και οι δύο μαζί εισέπραξαν συνολικά από μισθούς το ποσό των 16.000.000 δραχμών.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, τον οποίο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης, το εφετείο ερεύνησε και απέρριψε ρητώς ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος όσον αφορά το δεύτερο ισχυρισμό, ο οποίος συνιστά πραγματικό επιχείρημα που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα δεν είναι "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να μην καταδικασθεί όμως η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ερημοδίκησε και δεν υποβλήθηκε σε δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2011 αίτηση της Ι. Τ. για αναίρεση της 5/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ