1562/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1562/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1562 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1562/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ - ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" (ΕΡΤ - ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαλλά.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Π. Μ. του Λ., κατοίκου ..., 2) Λ. Χ. Ο. του Τ. Σ., κατοίκου ..., 3) Ι. Φ. του Μ., κατοίκου ..., 4) Μ. Δ. του Α., κατοίκου ... και 5) Ε. Τ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Αντωνίου Χατζηδημητρίου, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς υπέρ αυτών ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση της "ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ".
Εκδόθηκε η 179/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 24-3-2008 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 49/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 20-4-2010 κλήση της αναιρεσείουσας - καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 13-1-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, στη σύμβαση εργασίας (άρθρο 648 ΑΚ), τα μέρη αποβλέπουν στην εργασία του μισθωτή καθ' εαυτή, ενώ στη σύμβαση μίσθωσης έργου (άρθρο 681 ΑΚ) στην επίτευξη συγκεκριμένου τελικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων 648, 649, 669, 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή όπως ήδη αναφέρθηκε παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος ανήκει στο δικαστήριο το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση η οποία κρίση του στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 559, 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα.
των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων η σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας).
Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη αφενός με το ΠΔ 81/2003 το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004 το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004.
Ανεξάρτητα από την παραπάνω Οδηγία στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος) το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920 αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης κατά την προαναφερθείσα έννοια και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001) χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστο (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001 ισχύουν από 18-4-2001(ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα στις 12-7-1993 η πρώτη, δεύτερη και τρίτος και στις 15-2-1993 η τέταρτη και πέμπτος με έγγραφες συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας για να εργαστούν η πρώτη και δεύτερη ως μουσικοί-εκτελέστριες μουσικών έργων και οι λοιποί ως χορωδοί.
Πράγματι, απασχολήθηκαν με τις πιο πάνω ειδικότητες στη χορωδία της αναιρεσείουσας συνεχώς και παρά τη λήξη της αρχικής συμβάσεως έργου η οποία ανανεώθηκε για μεν την πρώτη και τέταρτη αναιρεσείουσες άλλες σαράντα φορές, για τη δεύτερη άλλες τριάντα πέντε για τον τρίτο άλλες 41 φορές και για τον πέμπτο άλλες 46 φορές, με διαδοχικές και αλλεπάλληλες συμβάσεις και με ελάχιστα ετήσια κενά διαστήματα μεταξύ τους μικρότερα των 20 ημερών, συμπίπτοντα συνήθως κατ' ουσίαν με την ετήσια άδεια τους κατά μήνα Αύγουστο εκάστου έτους, πλην του χρονικού διαστήματος από 1-1-1997 έως 28-2-1997, ήτοι διαστήματος 2 μηνών που δεν ανανεώθηκε η σύμβαση τους.
Όλες οι πιο πάνω συμβάσεις τιτλοφορούντο ως συμβάσεις έργου, υπέκρυπταν όμως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, καθόσον οι αναιρεσείβλητοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους υπό τις εντολές και την άμεση εποπτεία των προϊσταμένων τους, οργάνων της αναιρεσείουσας, σε συγκεκριμένο τόπο και με συγκεκριμένο ωράριο εργασίας.
Ειδικότερα, απασχολούνταν συνεχώς και αδιαλείπτως στις πραγματοποιούμενες τακτικές και έκτακτες συναυλίες που προγραμματίζονταν από την αναιρεσείουσα, αλλά και στην προετοιμασία τους, με καθημερινές δοκιμές πρόβες σε καθορισμένο ωράριο που είχε ορίσει η Διεύθυνση Τμήματος Μουσικών Συνόλων και ο Αρχιμουσικός της αναιρεσείουσας.
Οι τακτικές αυτές πρόβες ήταν απόρροια της επαγγελματικής ετοιμότητας που υποχρεούνταν να επιδεικνύουν οι αναιρεσίβλητοι προς την αναιρεσείουσα, εφόσον η τελευταία καθόριζε δια των οργάνων της το πρόγραμμα των μουσικών εκδηλώσεων. Παρείχαν δηλαδή την εργασία τους στο ίδιο ωράριο και υπό τις αυτές συνθήκες με τους χορωδούς της αναιρεσείουσας που συνδέονταν μαζί της με συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Μάλιστα, η διάρκεια των συμβάσεων που συνήπταν οι αναιρεσίβλητοι δεν ταυτίζεται καν με τη διάρκεια που κάθε φορά έχει ο καλλιτεχνικός προγραμματισμός της αναιρεσείουσας, αλλά πολλές φορές η διάρκεια τους ήταν μεγαλύτερη του υπάρχοντος προγραμματισμού, ενώ άλλες φορές οι αναιρεσίβλητοι προ της υπογραφής της νέας συμβάσεως προετοίμαζαν το επόμενο έργο που θα παρουσίαζε η αναιρεσείουσα που είχε προσδιοριστεί σε χρόνο μετά τη λήξη της προηγούμενης σύμβασης.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές πρωτοδικείο κατέληξε ότι ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων ως συμβάσεων έργου δεν αποτυπώνει την πραγματική φύση της εργασιακής τους σχέσης, η οποία είναι εκείνη της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον οι διάδικοι απέβλεψαν στην εργασία καθεαυτή των αναιρεσιβλήτων παρεχόμενη υπό τις ως άνω συνθήκες και όχι σε συγκεκριμένα τελικά αποτελέσματα αυτοί δε κάλυπταν και εξακολουθούν να καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσείουσας, η οποία χρειαζόταν σε σταθερή βάση τις υπηρεσίες τους.
Μετά ταύτα δέχτηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, αναγνώρισε ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με την αναιρεσείουσα με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχή της πρόσληψης τους και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και των άρθρων 103 παρ. 2, 7, 8 του Συντάγματος, 19 παρ. 11 β' του ν. 1404/1983 και 5, 11 του ΠΔ 164/2004.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη. Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Μονομελές πρωτοδικείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα γιατί δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις από 1-7-2004 πέντε συμβάσεις συνεργασίας που υπέγραψαν αντίστοιχα οι αναιρεσίβλητοι με τις οποίες συνομολογούν ότι τυγχάνουν συνεργάτες και όχι υπάλληλοι της ΕΡΤ ΑΕ. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο για τη θεμελίωση του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικαλούμενα από τους διαδίκους και προσκομισθέντα έγγραφα και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ως άνω λόγος αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-3-2008 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση AE" (ΕΡΤ. Α.Ε), για αναίρεση της με αριθμό 179/2005 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 4η Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ