Legislator Case Law & Legislation
1562/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on debt allocation rules, upholding lower court's application of Civil Code provisions.

Case Number 1562/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the appellate court's judgment regarding debt allocation. The appellant argued that the lower court failed to apply specific rules for allocating payments when multiple debts exist, but the court found the appellate court's reasoning sound and free from error. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 416 and 422 of the Civil Code; When a debtor has multiple debts and the payment is insufficient, the allocation follows an agreement between parties, or if none exists, the debtor unilaterally designates the debt to be paid, otherwise payments are allocated to the most onerous and oldest debt.

Keywords

AI generated
Civil Code debt allocation multiple debts payment onerous debt priority appellate review standard legal costs award unilateral debt designation appellant burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Articles 416 and 422 of the Civil Code
Article 361 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1562 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1562/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο, και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΛΙΑΡΟΜΜΑΤΗΣ ΑΕ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αχαϊα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2..... ατομικά και ως ομορρύθμου μέλους της άνω εταιρείας, και 3. ...ατομικά και ως ομορρύθμου μέλους της άνω εταιρείας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Ανδρονόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 347/1997 του ίδιου Δικαστηρίου, 840/1990 μη οριστική και 145/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι και εκδόθηκε η 386/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο εξέδωσε την 1016/2007 απόφαση του, την αναίρεση οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-11-2007 αίτησή και με τις από 12-3-2009 προτάσεις της ζητά την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 6-3-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς τον δανειστή και η καταβαλλόμενη παροχή δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων, τότε ο προσδιορισμός του εξοφλούμενου χρέους θα γίνει με βάση την τυχόν συμφωνία των μερών, ελλείψει δε τέτοιας συμφωνίας, ο προσδιορισμός αυτός θα γίνει μονομερώς από τον οφειλέτη, κατά την καταβολή, ενώ, σε περίπτωση που ούτε ο οφειλέτης άσκησε το εν λόγω δικαίωμα επιλογής, η παροχή θα καταλογισθεί πρώτον στο ληξιπρόθεσμο χρέος και επί πολλών ληξιπρόθεσμων χρεών, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για τον δανειστή, επί χρεών δε με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη και επί χρεών εξίσου επαχθών, στο αρχαιότερο, αν δε τα περισσότερα χρέη έχουν γεννηθεί συγχρόνως, ο καταλογισμός θα γίνει συμμέτρως.

Σύμφωνα έτσι με τη ρύθμιση αυτή, συνδυαζόμενη και με το άρθρο 338 § 1 ΚΠολΔ, ο μεν εναγόμενος (οφειλέτης), προτείνων την ένσταση της εξοφλήσεως του επίδικου χρέους με καταβολή, πρέπει (και αρκεί), για την ουσιαστική βασιμότητα της ενστάσεώς του, να αποδείξει μόνο την καταβολή, ο δε ενάγων (δανειστής), ισχυριζόμενος ότι υπάρχουν και άλλα χρέη και ότι η καταβληθείσα παροχή δεν καταλογίσθηκε στο επίδικο αλλά σε άλλο χρέος, φέρει το βάρος αποδείξεως της υπάρξεως πλειόνων χρεών.

Αν αποδειχθεί η ύπαρξη τέτοιων χρεών, τότε ο εναγόμενος οφείλει να αποδείξει ότι ο καταλογισμός της παροχής στο επίδικο χρέος έγινε είτε βάσει συμφωνίας των μερών, είτε κατόπιν ασκήσεως από αυτόν του σχετικού δικαιώματος επιλογής, είτε συμφώνως με τη προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδ. β' ΑΚ σειρά καταλογισμού.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας περί καταβολής τιμήματος πωλήσεως των αναφερομένων σ' αυτή ειδών, αφού προηγουμένως το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατά ένα μέρος την προβληθείσα από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους ένσταση εξοφλήσεως της ένδικης αξίωσης με μερικότερες τμηματικές καταβολές, τις οποίες, ενόψει σχετικής αντενστάσεως της αναιρεσείουσας περί υπάρξεως περισσοτέρων χρεών, καταλόγισε στο επαχθέστερο γι' αυτούς χρέος, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 422 ΑΚ.

Για τον σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: Για την εκτέλεση διαφόρων έργων οι 2ος και 3ος εναγόμενοι (και ήδη δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι) με την ιδιότητα του διαχειριστή της πρώτης εναγομένης (και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) αγόρασαν για λογαριασμό της από την ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) χαλυβδοσωλήνες, φιλτροσωλήνες και άλλα υλικά, το συνολικό τίμημα των οποίων ανήλθε σε 19.784.485 δραχμές που δεν αμφισβητείται.....

Το ως άνω τίμημα των πωλήσεων πιστώθηκε μέχρι την 12-12-1995...Επομένως από την 13-12-1995 η πρώτη εναγομένη οφείλει τόκους υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται όχληση. Η απαίτηση της ενάγουσας από τις επίδικες πωλήσεις κατά την άσκηση της αγωγής είχε διαμορφωθεί σε 10.256.590 δρχ., ποσό που δεν αμφισβητούν οι εναγόμενοι.

Έναντι της οφειλής αυτής συνομολογείται ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των 9.200.000 δρχ..... Από το ποσό αυτό η ενάγουσα κατελόγισε, κατ' αρθρ. 423 ΑΚ , χωρίς να διαφοροποιούνται ως προς το θέμα αυτό οι εναγόμενοι , δρχ. 2.879.957 για τόκους υπερημερίας για το διάστημα από 13-12-1995 μέχρι 11-4-1997 (τελευταία καταβολή), ο υπολογισμός των οποίων δεν αμφισβητείται και δρχ. 5.950.043 στο οφειλόμενο κεφάλαιο.

Έτσι απέμεινε υπόλοιπο (10.256.590 + 2.879.957 - 9.200.000) 3.936.547 δρχ. Η καταβολή ποσού 1.000.000 δρχ. (απόδειξη από 5-6-1997) από τον 3° εναγόμενο προς την ενάγουσα δεν αφορά την επίδικη απαίτηση , αλλά οφειλή προς την προσωπική επιχείρηση του ..., νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας , από προμήθεια χαλικιού , όπως τούτο συνομολογείται από τους εναγομένους με τις από 8-1-2004 προτάσεις τους, της μετ' απόδειξη συζητήσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων συνεχίσθηκε και μετά την άσκηση της αγωγής, όπως συνομολογείται, αλλά και αποδεικνύεται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους εναγόμενους από 23-6-1997 αντίγραφο της καρτέλας του τρίτου εναγομένου , στο όνομα του οποίου γινόταν οι συναλλαγές με την 1η εναγομένη, την γνησιότητα και ακρίβεια του οποίου δεν αμφισβητεί η ενάγουσα.

Στην καρτέλα αυτή είναι καταχωρημένες όλες οι προαναφερθείσες καταβολές, για τις οποίες εκδόθηκαν οι παραπάνω αποδείξεις, χωρίς να γίνεται διάκριση αν αφορούν την επίδικη απαίτηση ή τις μεταγενέστερες από την άσκηση της αγωγής συναλλαγές. Στην ίδια καρτέλα είναι καταχωρημένες και οι μετά την άσκηση της αγωγής πωλήσεις εμπορευμάτων προς την πρώτη εναγομένη μέχρι την 2-5-1997, για τις οποίες εκδόθηκαν 10 τιμολόγια - δελτία αποστολής και οι οποίες δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους.

Το γεγονός αυτό, της καταχωρίσεως στην ίδια καρτέλα και των πωλήσεων μετά την άσκηση της αγωγής και όλων των καταβολών της 1ης εναγομένης μετά τον χρόνο αυτό, καθιστά αβάσιμο τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η καταβολή ποσού 1.150.000 δρχ. (απόδειξη 6-5-1997), που επίσης έγινε μετά την άσκηση της αγωγής και είναι καταχωρισμένη στην καρτέλα, δεν πρέπει να καταλογισθεί στην επίδικη απαιτήσεις, αλλά στις μεταγενέστερες της ασκήσεως της αγωγής απαιτήσεις της.

Τούτο, ενόψει του ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται, ούτε δε και αποδείχθηκε, σχετική συμφωνία με την πρώτη εναγομένη να καταλογισθεί το ποσό αυτό σε μεταγενέστερη απαίτηση, θα ήταν αντίθετο και με τα οριζόμενα στη διάταξη του αρθρ. 422 ΑΚ. Έτσι, το ως άνω υπόλοιπο των 3.936.547 δρχ. μετά την καταβολή αυτή, διαμορφώνεται σε (3.936.547-1.150.000) 2.786.547 δραχμές.

Περαιτέρω, η πρώτη εναγομένη, όπως συνομολογείται, μετεβίβασε την 6-6-1997 στην ενάγουσα επιταγή ποσού 5.000.000 δρχ., η οποία εξοφλήθηκε την 5-10-1997. Και η καταβολή αυτή, είναι καταχωρισμένη στην ως άνω καρτέλα. Από το ποσό αυτό τα 2.395.340 δρχ. αφορούσαν εξόφληση οφειλής του ..., συνεργάτη των εναγομένων, προς την ενάγουσα, όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, οι οποίοι συμφώνησαν για τον καταλογισμό του ποσού αυτού κατά τον τρόπο αυτό.

Από την από 5-6-1997 απόδειξη εισπράξεως της ενάγουσας που αφορά το παραπάνω ποσό των 5.000.000 δρχ., δεν προκύπτει ότι η καταβολή αυτή (ως προς το υπόλοιπο ποσό) έγινε για την εξόφληση μεταγενεστέρων της ασκήσεως της αγωγής οφειλών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Κατά συνέπεια το υπόλοιπο ποσό των (5.000.000 - 2.395.340 =) 2.604.660 δρχ.

πρέπει να καταλογισθεί στην επίδικη οφειλή, η οποία είναι επαχθέστερη (λόγω τοκοφορίας από 13-12-1995) και αρχαιότερη από τις οφειλές που δημιουργήθηκαν μετά την άσκηση της αγωγής, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι (αρθρ. 422 ΑΚ). Επομένως, το υπόλοιπο της επίδικης οφειλής μετά τον καταλογισμό αυτόν, διαμορφώνεται σε (2.786.547-2.604.660) 181.887 δραχμές.

Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε ως βάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας για το ποσό αυτό των 181.887 δραχμών (533,78 ευρώ), στην καταβολή του οποίου προς αυτήν κατεδίκασε τους αναιρεσιβλήτους. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.

Ειδικότερα, ορθώς το Εφετείο έκρινε ότι, εφόσον δεν αποδείχθηκε α)συμφωνία καταλογισμού της γενόμενης από τους αναιρεσιβλήτους, στις 6-5-1997, καταβολής του ποσού των 1.150.000 δραχμών στις μεταγενέστερες αξιώσεις της αναιρεσείουσας κατ' αυτών, σε εκείνες δηλαδή, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, προήλθαν από τις μετά την άσκηση της αγωγής καταρτισθείσες μεταξύ τους συμβάσεις πωλήσεως και β)πραγματοποίηση της καταβολής του ποσού των 2.604.660 για την εξόφληση μεταγενέστερων της αγωγής αξιώσεων της αναιρεσείουσας, ο καταλογισμός των καταβολών αυτών πρέπει να γίνει στην επίδικη οφειλή η οποία είναι επαχθέστερη λόγω τοκοφορίας και αρχαιότερη από τις οφειλές που δημιουργήθηκαν μετά την άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με τον από τη διάταξη του άρθρου 422 εδαφ. 2 ΑΚ προβλεπόμενο τρόπο καταλογισμού που πρόβαλαν οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς να είναι αναγκαίο για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων αλλά και για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης να αναφέρεται ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν ορίσει με μονομερή δήλωσή τους κατά την καταβολή το χρέος που θέλουν να εξοφληθεί.

Επομένως, οι αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Επίσης το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη μη προταθέντα από τους αναιρεσιβλήτους πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, με το να δεχθεί ότι ο καταλογισμός των ως άνω παροχών (καταβολών) θα γίνει σύμφωνα με τον προβλεπόμενο από την ΑΚ 422 εδαφ. 2 τρόπο, αφού, πέραν του ότι τον τρόπο αυτόν επέλεξαν και καθόρισαν οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, στον ίδιο καταλογισμό προβαίνει και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο στην περίπτωση που ο οφειλέτης δεν ασκήσει το κατά την ΑΚ 422 εδαφ. 1 δικαίωμα επιλογής.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., απορρέων, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καθισταμένης πλέον άνευ αντικειμένου της δια των προτάσεων της αναιρεσείουσας υποβαλλομένης αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, και να καταδικασθεί αυτή στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Νοεμβρίου 2007 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΛΙΑΡΟΜΜΑΤΗΣ Α.Ε ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1016/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ