Legislator Case Law & Legislation
1561/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against drug organization's decision on lawyers' salary reductions as constitutional and proportional.

Case Number 1561/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by lawyers against a decision reducing their salaries imposed by the National Narcotics Organization. The court found that the lower courts correctly applied the law regarding salary cuts and determined the reductions were proportional and did not violate constitutional rights or the European Convention on Human Rights. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and legal costs were allocated between the parties.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of Protocol No. 1 ECHR; Art. 25(1) Constitution: The Supreme Court held that salary reductions for lawyers do not violate the right to property or the principle of proportionality when justified by the general interest in combating drug trafficking.

Keywords

AI generated
lawyers salary reduction proportionality principle right to property ECHR drug organization authority constitutional review appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 25(1) of the Constitution
Art. 1 of Protocol No. 1 to the ECHR
Art. 31 of Law 4024/2011
Art. 1(12)(G1) of Law 4093/2012
Art. 22(1) of Law 4024/2011
Art. 19 of Art. 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 3/2023
OLAP 1/2021
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1561 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1561/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Κ. Π. του Τ., κατοίκου ..., 2.Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 3.α.Γ. Κ. του Α. και β.Α. Κ. του Γ., αμφοτέρων κατοίκων ..., ως καθολικών διαδόχων της Ε. Μ. του Π., 4.Ν. Ρ. του Π., κατοίκου ..., και 5.Μ. Μ. του Ε., κατοίκου ... Ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, η 2η παραστάθηκε στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον 1ο (Κ. Π.), ο 3α παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, ο 3β παραστάθηκε στο ακροατήριο και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον 3α (Γ. Κ.), η 4η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου και η 4η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της δικηγόρου. Οι ως άνω παραστάντες δικηγόροι δήλωσαν ότι εγκρίνουν τις ενέργειες του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης 1ου αναιρεσείοντος και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Καραγλάνη, ο οποίος δήλωσε ότι στη θέση του έχει υπεισέλθει ως καθολικός του διάδοχος το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων" ("Ε.Ο.Π.Α.Ε."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο ως άνω δικηγόρος κατέθεσε προτάσεις. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των αναιρεσειόντων: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2018 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 4ης και 5ης των αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Ε. Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 4585/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-9-2024 αίτησή τους. Το προσθέτως παρεμβαίνουν νομικό πρόσωπο ζήτησε όσα αναφέρονται στην από 25-2-2025 πρόσθετη παρέμβαση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι αυτοπροσώπως παραστάντες αναιρεσείοντες ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ηαπό 5.9.2024 με αριθμ. καταθ. 7745/757/6.9.2024 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4585/9.9.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο (άρθρο 261 εδ. β' ΚΠολΔ), η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιδόθηκε με επιμέλεια κάποιου από τους διαδίκους και από την δημοσίευσή της (9.9.2022) μέχρι την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του εκδόσαντος αυτήν δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (6.9.2024) δεν παρήλθε διετία (αρθ.552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (αρθ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως κατά τη διάρκειά της και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις (μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος), επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με τα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η έφεση πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο διάδικος (εκκαλών) είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την έφεση (ΑΠ 1503/2024, (ΑΠ 433/2017).

Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης έχει ως εξής: Οι ενάγοντες δικηγόροι, συνολικά πέντε(5), με την από 27.12.2018 με αριθμ. κατάθ. 122443/309/2018 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του εναγόμενου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ -Ο.ΚΑ.ΝΑ.", στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ (Ε.Ο.Π.Α.Ε.)", που ιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 29 του ν. 5129/2024(ΦΕΚ 124 Α'/1.8.2024), ως ημερομηνία δε έναρξης λειτουργίας του, δυνάμει του άρθρου 87 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίσθηκε η 1.1.2025, ισχυρίσθηκαν, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ότι, από τον χρόνο που για τον καθένα τους αναφέρεται, προσφέρουν τις νομικές τους υπηρεσίες στο εναγόμενο ΝΠΙΔ με συμβάσεις έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και ότι οι αποδοχές τους καθορίζονταν από το άρθρο 2 του ν. 1093/1980, όπως αυτό ισχύει μετά την εφαρμογή του ν. 3205/2003, καθώς και τις εκάστοτε ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας μεταξύ του εναγόμενου και των εργαζόμενων σε αυτό.

Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 μέχρι ....2018, κατ' εφαρμογή των αναφερόμενων νόμων και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών ΚΥΑ, υπέστησαν τις αναφερόμενες στο άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011 περικοπές στις καταβαλλόμενες στις ....2012 αποδοχές τους (πάγια αντιμισθία), που ήταν αντίθετες (οι περικοπές) στις αναφερόμενες στην αγωγή νομοθετικές διατάξεις, καθώς επίσης ήταν αντισυνταγματικές και αντίθετες στη διάταξη του άρθ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Με βάση το ιστορικό αυτό και, κατόπιν τροπής του αιτήματός τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησαν: 1) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει από τον χρόνο άσκησης της αγωγής και στο εξής κάθε μήνα τα αναλυτικά αναφερόμενα για τον καθένα ποσά, ως πάγια αντιμισθία, συνυπολογιζόμενης της υπερβάλλουσας μείωσης και ήδη προσωπικής διαφοράς, που δικαιούνταν με βάση την περικοπή των μηνιαίων αποδοχών τους, όπως τα ποσά αυτά καταβάλλονταν πριν τις ....2012 και 2) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει τα αναλυτικά αναφερόμενα για τον καθένα ποσά, που αντιστοιχούν στην υπερβάλλουσα μείωση-προσωπική διαφορά για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 μέχρι την ....2018 με το νόμιμο τόκο, κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο εκτιθέμενα.

Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων στις 12.11.2019, εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, η υπ' αριθμ. 21/25.2.2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε τη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, όσον αφορά την πέμπτη ενάγουσα και ήδη πέμπτη αναιρεσείουσα Μ.

Μ., τη δέχθηκε κατά ένα μέρος ως και κατ'ουσίαν βάσιμη, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη λοιπούς αναιρεσείοντες και επιδίκασε σε αυτούς αναγνωριστικά τα αναλυτικά αναφερόμενα για τον καθένα ποσά. Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με ημερομηνία ....2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Αθηνών η τρίτη ενάγουσα Ε.

Μ. απεβίωσε στις ....2019 δηλαδή μετά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής (12.11.2019) και πριν από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης (25.2.2021) όταν δηλαδή δεν υφίστατο πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, η οποία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, είναι υποστατή, ασκήθηκαν:

α) η από 7.7.2021 με αριθμ. κατάθ.56946/4383/2021 έφεση του εναγόμενου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ, κατά των αρχικά τεσσάρων πρώτων εναγόντων δηλαδή και κατά της ήδη αποβιώσασας Ε. Μ., ενόψει του ότι δεν προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, ότι αυτό γνώριζε τον επελθόντα θάνατό της και β) η από 22.12.2021 με αριθμ.

κατάθ.103909/7201/2021 έφεση των τέταρτης και πέμπτης των εναγόντων-εκκαλουσών και ήδη τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσειόντων Ν. Ρ. και Μ. Μ., αντίστοιχα. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από το εισαγωγικό τμήμα αυτής, κατά τη συζήτηση των ως άνω εφέσεων τη δικάσιμο 10.5.2022 στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ο πρώτος των εναγόντων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων Κ.

Π., υπό την ιδιότητά του ως πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσειόντων γνωστοποίησε το θάνατο της ως άνω διαδίκου Ε. Μ. και δήλωσε ότι τη δίκη συνεχίζουν, ως καθολικοί διάδοχοι αυτής οι Γ. Κ. και Α. Κ., σύζυγος και τέκνο αυτής, αντίστοιχα. Το πιο πάνω Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 22.12.2021 έφεση των τέταρτης και πέμπτης των εναγόντων - εκκαλουσών και ήδη τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσειόντων και κατά παραδοχή της από 7.7.2021 μ έφεσης του εναγόμενου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως μη νόμιμη, ως προς όλους τους εκκαλούντες και ως προς τους κληρονόμους, που υπεισήλθαν στη θέση της αρχικά πέμπτης ενάγουσας, και άσκησαν μαζί με τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη λοιπούς αναιρεσείοντες την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή, μεταξύ άλλων, δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι την άσκησή της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 368/2019, 86/2018, 1736/2017).

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015, και 81 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρέμβασης, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επίδοσης να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών.

Γι' αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρέμβασης, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο είτε κατ' ένσταση είτε αυτεπάγγελτα, δεν υπάρχει δε κατ' αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα την νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 391/2024 267/2021).

Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 90 περ. ζ' του ισχύοντος από 27-9-2013 Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013 ΦΕΚ 208 Α/27-9-2013), ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει και η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα. Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να ασκούν, μεταξύ άλλων, πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον κάθε Δικαστηρίου οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα (ΟλΑΠ 3/2019, ΑΠ 476/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" με το από 25.2.2025 αυτοτελές δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθ. κατάθ. ΠΠ25/25.2.2025, άσκησε το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων δικηγόρων και κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, με την οποία ισχυρίζεται, ότι το υποκείμενο προς κρίση ζήτημα είναι γενικότερου οικονομικού ενδιαφέροντος, που ενδιαφέρει το δικηγορικό σώμα ότι, ως εκ τούτου, το ίδιο νομιμοποιείται για την άσκηση αυτής, κατά το προεκτεθέν άρθρο 90 παρ.

ζ' του ν. 4194/2013 και ζητά να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η ως άνω αναφερόμενη (8.4.2025) και προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης είκοσι (20) ημέρες πριν τη δικάσιμο, μετά από σύντμηση της σχετικής προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών.

Όμως, η πρόσθετη αυτή παρέμβαση δεν κοινοποιήθηκε στους κύριους διαδίκους, αφού, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έλαβε χώρα κατά την ως άνω δικάσιμο, το προσθέτως παρεμβαίνον ΝΠΔΔ δεν εμφανίσθηκε, ώστε να προσκομίσει την τυχόν υπάρχουσα έκθεση επίδοσης αντιγράφου της ένδικης πρόσθετης παρέμβασης στους κύριους διαδίκους, ούτε οι παριστάμενοι κύριοι διάδικοι προσκομίζουν το τυχόν επιδοθέν σε αυτούς αντίγραφο της ως άνω παρέμβασης.

Συνεπώς, αφού δεν έγινε κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης στους κύριους διαδίκους, δεν ολοκληρώθηκε η άσκησή της και, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, πρέπει αυτή, αφού συνεκδικασθεί με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 391/2024,267/2021).

Ο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α' 226/27-10-2011), ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", τα εξής:

Στο άρθρο 4, ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), [...]. 2.

Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, [...] εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17. Στο άρθρο 12 του νόμου αυτού καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 και στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου.

Στο άρθρο 29 παρ.2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ.3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (ΦΕΚ Α' 262/16-12-2011), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)...

β)... γ)...]. Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:

α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου".

Εξάλλου, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζεται στην παρ.1 αυτού ότι: "α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ.1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212), με εξαίρεση τα ΝΠΙΔ του ν. 3864/2010 (Α' 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α' 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. [...]".

Στις παρ.3 και 4 του ίδιου άρθρου, όπως αυτές συμπληρώθηκαν από τις παρ.3 και 4, αντίστοιχα, του άρθρου 1 της από 31-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 268/31-12-2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α' 31) και έχει ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ορίζεται ότι: "3.

Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο. [...].

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου καθ' ύλην Υπουργού μπορεί να εξαιρούνται κλάδοι ή ειδικότητες των φορέων της υποπαραγράφου 1α από τα ανώτατα όρια μηνιαίων τακτικών αποδοχών που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσης παραγράφου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται στην επόμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου. 4.

Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα. Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%".

Ακόμη, στην παρ.7 του άρθρου 31 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζομένους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 29", στο δε άρθρο 32 παρ.4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011".

Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω ν. 4024/2011, με το νόμο αυτό επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, με σκοπό, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της Χώρας.

Περαιτέρω, ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016- Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", στην παράγραφο Γ', υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", περ. 2 και 12, ορίζει, αντίστοιχα, τα εξής: "2.

Αναστέλλεται μέχρι 31-12-2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α' 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31-10-2012" και "12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212). [...].

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο στο πλαίσιο αυτό για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, την ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί με το ν.4024/2011.

Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν κατ' αρχήν τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι και τα αναφερόμενα στην περ.12 της παραγράφου Γ' υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 νομικά πρόσωπα λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Εξάλλου, με το ν. 4354/2015 άρθρο 34, από την έναρξη ισχύος αυτού (1.1.2016) καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25,28,29,30 του ν.4024/2011, η περ.12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ. Γ' του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 και στο άρθρο 31 παρ.1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α' 176/16-12-2015), ορίζεται ότι "Στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.

Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), προστίθεται νέο εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1-1-2013". Με τα άρθρα 1,2,3 και 4 του ν. 2161/1993(ΦΕΚ 119/Α/26.7.1993), Τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών προστασία των νέων και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 144 Α ')", τα οποία καταργήθηκαν από την 1.1.2025 με το άρθρο 86 παρ. 2 του ν. 5129/2024, ορίζονταν τα εξής:

Άρθρο 1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με έδρα την Αθήνα και την επωνυμία "Οργανισμός κατά των Ναρκωτικών" (Ο.ΚΑ.ΝΑ.). Ο Ο.ΚΑ.ΝΑ. είναι αυτοδιοικούμενο νομικό πρόσωπο που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. `Αρθρο 2. Σκοπός - Αρμοδιότητες. Σκοπός του Οργανισμού είναι:

α) Ο σχεδιασμός η προώθηση, ο διυπουργικός συντονισμός και η εφαρμογή εθνικής πολιτικής σχετικά με την πρόληψη της χρήσης και διάδοσης των ναρκωτικών και τη θεραπεία, την επαγγελματική κατάργηση και κοινωνική επανένταξη των εξαρτημένων από φαρμακευτικές ουσίες ατόμων. β) Η σε εθνικό επίπεδο μελέτη του όλου προβλήματος των ναρκωτικών για τον εντοπισμό των συγκεκριμένων αιτίων που οδηγούν τα άτομα και ιδίως τους νέους, στη λήψη ναρκωτικών.

Επίσης η δημιουργία Εθνικού Κέντρου Πληροφόρησης - Τράπεζας Πληροφοριών ως προς την εκάστοτε κατάσταση και έκταση του προβλήματος των ναρκωτικών στη χώρα μας. [...] γ, δ, ε, στ. `Αρθρο 3. Διοίκηση Οργανισμού. Ο Ο.ΚΑ.ΝΑ. διοικείται από επταμελές διοικητικό συμβούλιο (Δ.Σ.), που διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας και αποτελείται από καταξιωμένα και αναγνωρισμένα πρόσωπα του οικονομικού και επιστημονικού χώρου του ιδιωτικού τομέα ή της δημόσιας διοίκησης, που μπορούν με τις γνώσεις και την πείρα τους να συμβάλλουν αποτελεσματικά στην επίτευξη των σκοπών του Οργανισμού.

Στο Δ.Σ. του Οργανισμού κατά των Ναρκωτικών (Ο.ΚΑ.ΝΑ.), μπορεί να συμμετέχουν και μέλη Δ.Ε.Π. των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, ειδικοτήτων σχετικών με τη δράση και τους σκοπούς του Οργανισμού εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 14 του Ν. 2530/1997 και των άρθρων 5 παρ. 11β και 14 του Ν. 2703/1999 [...]. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ύστερα από γνώμη της αρμόδιας Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής.

Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. είναι πλήρους απασχόλησης, ενώ ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. είναι πλήρους ή μερικής απασχόλησης. Με την απόφαση διορισμού του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Οργανισμού Κατά των Ναρκωτικών ορίζεται και το καθεστώς πλήρους ή μερικής απασχόλησης του Αντιπροέδρου στον Οργανισμού. Η θητεία του Προέδρου και των μελών του Δ.Σ.

ορίζεται σε τρία χρόνια. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Δ.Σ. είναι ελευθέρως ανακλητά και η αντικατάστασή τους, για το υπόλοιπο της θητείας, γίνεται με την ίδια διαδικασία. Το ύψος και ο τρόπος αμοιβής του Προέδρου και των μελών του Δ.Σ. καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας[...].`Αρθρο 4.

Πόροι του Ο.ΚΑ.ΝΑ.1. Πόροι του Ο.ΚΑ.ΝΑ. αποτελούν: α) Ετήσια επιχορήγηση του Κράτους που εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. β)[...]. γ) Επιχορηγήσεις από Ο.Τ.Α., οργανισμούς και νομικά πρόσωπα που τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, το ύψος των οποίων καθορίζεται με κοινή απόφαση των υπουργών που τους εποπτεύουν και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.2.

Η διαχείριση των πόρων του Ο.ΚΑ.ΝΑ. ελέγχεται απολογιστικά, κατασταλτικά από το Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διατάξεως αυτής και ειδικότερα ο τρόπος και τα όργανα ασκήσεως του ως άνω διαχειριστικού ελέγχου. 3.

Ο Ο.ΚΑ.ΝΑ. έχει τις ίδιες φορολογικές απαλλαγές, που προβλέπονται για τα Νοσηλευτικά Ιδρύματα του ν. 2592/1953[...]".

Περαιτέρω, στα άρθρα 52 §1 εδ. α` και 55 §3 του ν. 4139/2013 "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάζεις", όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 86 παρ. 3 του ν. 5129/2024(ΦΕΚ Α 124/1.8.2024), οριζόταν ότι "ο Ο.ΚΑ.ΝΑ. (Οργανισμός Καταπολέμισης Ναρκωτικών), είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με έδρα την Αθήνα, που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας, διοικείται από επταμελές διοικητικό συμβούλιο (Δ.Σ.).

που διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και αποτελείται από καταξιωμένα και αναγνωρισμένα πρόσωπα του οικονομικού και επιστημονικού χώρου του ιδιωτικού τομέα ή της δημόσιας διοίκησης που μπορούν με τις γνώσεις και την πείρα τους να συμβάλλουν αποτελεσματικά στην επίτευξη των σκοπών του Οργανισμού [...]. 3.

Οι αμοιβές και οι κάθε είδους αποζημιώσεις του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και των λοιπών μελών του Δ.Σ. ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας. Οι αποδοχές του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Δ.Σ. δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις αποδοχές που κάθε φορά λαμβάνουν οι Διοικητές των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.) [...]. "Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υγείας, μετά γνώμη του διοικητικού συμβουλίου του Ο.ΚΑ.ΝΑ., καθορίζονται ο Κανονισμός Εσωτερικής Λειτουργίας, ο τρόπος διοίκησης, οργάνωσης, διαχείρισης.

τα θέματα που αφορούν το προσωπικό του Οργανισμού κατά των Ναρκωτικών και κάθε άλλο συναφές Θέμα, εκτός των μισθολογικών ...". Πριν από τη δημοσίευση του ως άνω νόμου, και υπό την ισχύ προγενέστερων νόμων περί τα ναρκωτικά, είχε ήδη εκδοθεί ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του ως άνω Οργανισμού δια της υπ` αριθ.

Δ.ΥΓ6/Γ.Π.οικ.104741/30-10-2003 ΚΥΑ των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης - Υγείας και Πρόνοιας, (ΦΕΚ Β 1603/30-10-2003). Τέλος, με το ν. 5129/2024(ΦΕΚ 124Α/1.8.2024) ΣΥΣΤΑΣΗ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ" ορίζονται τα εξής: Άρθρο 29.

Ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων" - Ένταξη δομών, μονάδων, υπηρεσιών και προγραμμάτων Ο.ΚΑ.ΝΑ. και ΚΕ.Θ.Ε.Α. - Ένταξη λοιπών δημόσιων μονάδων απεξάρτησης.1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων" (εφεξής "Ε.Ο.Π.Α.Ε.") με έδρα την Αθήνα, στο οποίο εντάσσονται:

α) το σύνολο των δομών, μονάδων, υπηρεσιών και προγραμμάτων του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός κατά των Ναρκωτικών" (Ο.ΚΑ.ΝΑ.), το οποίο συστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2161/1993 (Α` 119), οι οποίες λειτουργούν στο εξής ως αποκεντρωμένες μονάδες του Ε.Ο.Π.Α.Ε., β)[...], γ)[...] γα)[...] , γβ) [...] και γγ)[...], δ)[...], δα)[...[, δβ)[...], και δγ)[...] , ε)[...] και στ)[...]. 3.

Ο Ε.Ο.Π.Α.Ε. αποτελεί εγκεκριμένο οργανισμό πρόληψης, θεραπείας, απεξάρτησης, επανένταξης και μείωσης της βλάβης υπό την έννοια του άρθρου 51 του ν. 4139/2013 (Α` 74) και εγκεκριμένο οργανισμό για την εφαρμογή της Εθνικής Στρατηγικής για την Αντιμετώπιση των Εξαρτήσεων και για την υλοποίηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης κατά των Εξαρτήσεων του άρθρου 60 του ίδιου νόμου, απολαύει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας, υπάγεται στον δημόσιο τομέα, υπό την έννοια της περ.

α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α` 143) και στην Κεντρική Κυβέρνηση, υπό την έννοια της περ. γ) της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας και παρέχει δωρεάν τις υπηρεσίες του σε όλο τον πληθυσμό, χωρίς εξαιρέσεις. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το αρχικά εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ-Ο.ΚΑ.ΝΑ." υπαγόταν από την ίδρυσή του στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθότι ιδρύθηκε με το ν. 2161/1993, χρηματοδοτείτο από το Ελληνικό Δημόσιο και τελούσε υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας το Διοικητικό του Συμβούλιο διοριζόταν με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας και ο Πρόεδρος και τα μέλη αυτού ήταν ελευθέρως ανακλητά.

Ήδη δε, για το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ(Ε.Ο.Π.Α.Ε.)", το οποίο συνεστήθη κατά τα προεκτεθέντα, και υπεισήλθε στη θέση του Ο.ΚΑ.ΝΑ., ως καθολικός διάδοχος αυτού, ρητά ορίζεται ότι υπάγεται στον δημόσιο τομέα, υπό την έννοια της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α` 143) και στην Κεντρική Κυβέρνηση, υπό την έννοια της περ.

γ) της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, εποπτεύεται από το Υπουργείο Υγείας και παρέχει δωρεάν τις υπηρεσίες του σε όλο τον πληθυσμό, χωρίς εξαιρέσεις. Επομένως, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο υπόκειται στις ρυθμίσεις των διατάξεων του ν. 4024/2011 και της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ. Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.

Εξάλλου, δυνάμει των εξουσιοδοτικών διατάξεων των περ. 9 και 12 της υποπαρ. Γ1 της παρ. Γ' του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 και της παρ. 1 του άρθρου 22 του Ν. 4024/2011 εκδόθηκε η υπ' αριθ. οικ. 2/844/0022/4-1-2013 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών-Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης-Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β 43) με τίτλο: "Καθορισμός αποδοχών δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α`222).

με την οποία ορίσθηκαν τα εξής: "Στους δικηγόρους, που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής. στους φορείς της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012. (ΦΕΚ Β`222). επεκτείνεται και έχει ανάλογη εφαρμογή από 1.1.2013 η υπ' αριθ. 2/17132/0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β`498) κοινή υπουργική απόφαση.

όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει". Επίσης, δυνάμει της ως άνω υπ' αριθ. οικ. 2/17132/0022/28-02-2012 (ΦΕΚ Β`498/28/02/2012) Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης- Οικονομικών - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με θέμα "Καθορισμός αποδοχών δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 4024/2011(Α'226)", ορίσθηκαν τα εξής: 1.

Στους δικηγόρους, που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής, στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 4024/2011, καταβάλλεται βασικός μισθός ως εξής: α) Στους δικηγόρους στο Πρωτοδικείο ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε` βαθμού β) Στους δικηγόρους στο Εφετείο. ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και γ) Στους δικηγόρους στον 'Άρειο Πάγο, ο μισθός του Β' βαθμού.

Επιπλέον, καταβάλλεται χρονοεπίδομα 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στα Μητρώα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. 2. Στους ανωτέρω δικηγόρους χορηγούνται επιδόματα εορτών και αδείας καθώς και οικογενειακή παροχή, εφαρμοζομένων αναλογικά των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του Ν. 4024/2011. 3.

Δικηγόροι οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των καταστατικών εσωτερικών κανονισμών ή τις αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων λαμβάνουν επίδομα θέσης ευθύνης σύμφωνα με το άρθρο 1 8 του Ν. 4024/2011. 4. Για τους δικηγόρους οι οποίοι συνδέονται με σχέση έμμισθης εντολής με τους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 προ της 1.11.2011, εφόσον από την εφαρμογή της παρούσας προκύπτει διαφορά σε σχέση με τις μηνιαίες συνολικές αποδοχές που λάμβαναν κατά τον τελευταίο μήνα προ της έναρξης ισχύος της εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011. 5.

Η παρούσα απόφαση ισχύει από 01.11.2011 και από την ημερομηνία αυτή παύει να ισχύει η αριθ. 2/8250/0022/10-2-2004 (Β` 355) κοινή υπουργική απόφαση. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι οι αμοιβές των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων δικηγόρων υπήχθησαν στις ανάλογες μισθολογικές ρυθμίσεις του προσωπικού του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Οργανισμού, και άρα υπέκεινταν στις ρυθμίσεις των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 4024/2011 και της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.

Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Και τούτο, διότι η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου πρώτου παράγρ. Γ', υποπαρ. Γ1 περ. 12 του ν. 4093/2012, εν όψει της γενικότητας της διατύπωσής της και του εκτεθέντος σκοπού του νόμου, ήτοι του εξορθολογισμού του βαθμολογικού και μισθολογικού καθεστώτος όλων των απασχολουμένων στον στενότερο και ευρύτερο δημόσιο τομέα με την καθιέρωση κοινών κανόνων βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης αυτών προς αντιμετώπιση της σοβαρής δημοσιονομικής κρίσης, αφορά το πάσης φύσεως και με οποιαδήποτε σχέση συνδεόμενο με τα εν λόγω ν.π.

προσωπικό, συμπεριλαμβανομένων των δικηγόρων με έμμισθη εντολή, όπως οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες (ΟλΣτΕ 3372/2015 πρβλ ΑΠ 1108/2022). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι αρχικά, με το ν. 4024/2011, θεσμοθετήθηκε ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, το οποίο δεν καταλάμβανε το προσωπικό του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ, όμως με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", για το ανωτέρω προσωπικό προβλέφθηκε ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού και θέσπιση ανώτατου ορίου μέσου μισθολογικού κόστους ύψους 1.900 ευρώ, με πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που από την εφαρμογή αυτού του ορίου θα προέκυπτε μείωση αποδοχών ανώτερη του 25%, η μείωση θα ήταν σταδιακή, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 29 του ν.4024/2011, εφαρμοζόμενο αναλογικά.

Κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με βάση το προβλεπόμενο ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, υπέστησαν την 1.11.2011 μειώσεις επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών τους, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016.

Ακολούθως, με το ν.4093/2012, από 1.1.2013 υπήχθη στο μισθολόγιο και βαθμολόγιο του στενού δημόσιου τομέα, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρείτο, και το προσωπικό το προσωπικό του (Ο.ΚΑ.ΝΑ.)" και ήδη του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ (Ε.Ο.Π.Α.Ε.) και συνεπώς, κατά τα προαναφερθέντα και οι αναιρεσείοντες δικηγόροι, οι οποίοι παρείχαν σε αυτό τις νομικές υπηρεσίες τους με συμβάσεις έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία.

Κατά την ένταξη του προσωπικού του αναιρεσίβλητου, επομένως και των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων από 1.1.2013, στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν.4024/2011 σύμφωνα με την περ.12 υποπ. Γ1 παρ. Γ' του άρθρου πρώτου ν.4093/2012, διαμορφώθηκαν οι αποδοχές του προσωπικού του με βάση το ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν.4024/2011 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των προαναφερθεισών Κ.Υ.Α.

Κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών την 1.1.2013, με βάση τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, επήλθαν, επί το πλείστον, μειώσεις επί των κατά την 31 Δεκεμβρίου 2012 προκυπτουσών από την εφαρμογή της πρώτης μείωσης αποδοχών και κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες υποβλήθηκαν σε μειώσεις μέχρι ποσοστού 25% με την ένταξή τους, ετεροχρονιζόμενες μετά την 31 Δεκεμβρίου 2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσά.

Κατά τις ανωτέρω διατάξεις και το, με βάση τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, σκοπό θέσπισής τους, αφενός της άμεσης αντιμετώπισης της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης, της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων και της ανταμοιβής της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, συνάγεται ότι τυγχάνουν εφαρμοστέες δύο μειώσεις, ήτοι μια την 1.11.2011 επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, ετεροχρονιζόμενη κατά το υπερβάλλον, και μια την 1η Ιανουαρίου του 2013 κατά ποσοστό πάλι μέχρι 25% επί των προκυπτουσών την ....2012 από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενη, κατά το τυχόν υπερβάλλον, μετά την ....2016.

Οι ρυθμίσεις αυτές εισήχθησαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, η δεύτερη δε ρύθμιση αποτελεί τμήμα ευρύτερου ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας.

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι, δηλαδή, τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση επί των κατά την 31η Οκτωβρίου 2011 αποδοχών, δεν συνάγεται 1) από τη ρύθμιση της περ.2 της παρ. Γ' υποπ.Γ1 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, με την οποία ανεστάλη μέχρι 31-12-2016, μεταξύ άλλων, και η εφαρμογή της περίπτωσης β του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, δηλαδή η εφαρμογή της υπερβάλλουσας το 25% μείωσης και τούτο, διότι η αναστολή αυτή, που εισάγεται με το ίδιο πρώτο άρθρο του νόμου 4093/2012, με το οποίο εισάγεται και η ένταξη από 1.1.2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, αναφέρεται στην τυχόν προκύπτουσα υπερβάλλουσα μείωση του 25% λόγω της εφαρμογής των διατάξεων περί ενιαίου μισθολογίου και εναρμονίζεται με τον επιδιωκόμενο με το μέτρο αυτό σκοπό εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης με την ένταξη από 1.1.2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου ν. 4024/2011 και 2) από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 του ν.4354/2015, με την οποία ορίστηκε ότι για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12 η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύουν από 1.1.2013 και τούτο, διότι αυτή δεν έχει την έννοια αναστολής των διατάξεων περί υπαγωγής του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο- βαθμολόγιο αλλά αφορά την αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 29 παρ. 2 του ν.4024/2011 και τέθηκε ενόψει της κατάργησης με τον ίδιο νόμο (4354/2015 άρθρο 34 αυτού) της περ.12 παρ.

Γ' υποπ. Γ1 του ν.4093/2012,ώστε και μετά την κατάργηση της διάταξης αυτής (περ.12) να ισχύει για το προσωπικό του ευρύτερου δημόσιου τομέα η αναστολή της ανωτέρω υπερβάλλουσας μείωσης (πρβλ. ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 828/2024, 31/2024, 1473/2022).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω Δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023,3/2022,4/2021,1/2021 ΑΠ 828/2024).

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο.

Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το Δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το Δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ1573/2024,566/2024,589/2022,1542/2021).

Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού διέλαβε στη μείζονα πρόταση τη νομική παραδοχή ότι, με την ένταξη του προσωπικού του εναγόμενου-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου του ν. 4024/2011 οι αμοιβές των εναγόντων δικηγόρων υπήχθησαν στις ανάλογες μισθολογικές ρυθμίσεις του προσωπικού του εναγόμενου ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ και επομένως υπόκεινταν στις ρυθμίσεις των διατάξεων του ν. 4024/2011 και της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγρ.

Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, δέχθηκε περαιτέρω, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "[...]Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η κύρια βάση της αγωγής, με την οποία ζητούνταν υπερβάλλουσες μειώσεις πλέον του 25% των αποδοχών των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από 2013 έως 2018 είναι νόμιμη, και ότι για αυτούς ετύγχανε εφαρμοστέα μόνο μια μείωση, την 01.01.2013.

μέχρι ποσοστού 25% επί των κατά το μήνα Δεκέμβριο του 2012 αποδοχών τους. Με την κρίση του όμως αυτή το Δικαστήριο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 29 παρ. 2 τελευταίο εδάφιο του Ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπ. Γ1 της παρ. I του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012.

οι οποίες ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες. Τούτο, διότι, κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, με την ένταξη του προσωπικού του εναγόμενου Οργανισμού στις διατάξεις του Ενιαίου Μισθολογίου και βαθμολογίου του Ν. 4024/2011 (Κεφάλαιο δεύτερο αυτού άρθρο 4 επ.). οι αποδοχές των εναγόντων προσδιορίστηκαν την 01.01.2013 με βάση τις διατάξεις αυτές (ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου) και σε σχέση με τις προκύπτουσες αποδοχές της ....2012.

όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από την εφαρμογή την 01.11.2011 της πρώτης μείωσης μέχρι ποσοστού 25% με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, την 01.01.2013 υπήχθησαν περαιτέρω σε μειώσεις, με βάση την εφαρμοστέα μείωση κατά ποσοστό μέχρι 25%. ετεροχρονιζόμενη κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την ....2016.

Οι δε συνολικές μειώσεις των αμοιβών των εναγόντων κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή τους ανήλθαν κατά την ένδικη χρονική περίοδο σε 41,34% για τον πρώτο ενάγοντα, σε 47,45 % για τη δεύτερη ενάγουσα. σε 41,34% για την τρίτη ενάγουσα, σε 44,79% για την τέταρτη ενάγουσα και σε 36,54% για την πέμπτη ενάγουσα. ήτοι σε ποσοστά μη υπερβαίνοντα το 50% (2χ25%).

Οι επίμαχες διατάξεις είναι συνταγματικά ανεκτές, καθόσον μ' αυτές ο νομοθέτης προέβη στην ένταξη του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο νέο μισθολόγιο, ως άμεσο μέτρο για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του. συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικού/ μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση παν ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της.

δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ` αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Επομένως το επίδικο μέτρο, που συνεπάγεται την περαιτέρω διπλή μείωση των αποδοχών του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το οποίο, λόγω της φύση του συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών δεν παρίσταται απρόσφορο και μάλιστα προδήλως για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο καταλαμβάνει γενικά όλους τους μισθωτούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμοί) των διογκωμένων δαπανών του Δημοσίου.

Ακόμη, η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο [...], δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (σχ.

απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 07.05.2013. σκ. 39). Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν. δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του[...].

Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω προκύπτοντος ποσοστού μείωσης των αποδοχών και του λόγου της θέσπισής του, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο οι αποδοχές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως. εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων [...].

Υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα[...] με την διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012. δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των προαναφερόμενων εναγόντων και. συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας.

ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α[...]". Ακολούθως, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ'ουσίαν την από 22.12.2021 με αριθμ. κατάθ.103909/7201/2021 έφεση των τέταρτης και πέμπτης των εναγόντων-εκκαλουσών και ήδη τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσειόντων και κατά παραδοχή της από 7.7.2021 με αριθμ.

κατάθ. 56946/4383/2021 έφεσης του εναγόμενου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως μη νόμιμη. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, ότι με την ένταξη του προσωπικού του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ, [στο οποίο περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δικηγόροι], το οποίο υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις διατάξεις του Ενιαίου Μισθολογίου και βαθμολογίου του ν. 4024/2011, οι αποδοχές των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων προσδιορίστηκαν την 1.1.2013 με βάση τις διατάξεις αυτές (ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου) και σε σχέση με τις προκύπτουσες αποδοχές της ....2012, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από την εφαρμογή την 1.11.2011 της πρώτης μείωσης μέχρι ποσοστού 25% με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, κατ' άρθρο 31 του ν. 4024/2011, την 1.1.2013 υποβλήθηκαν περαιτέρω σε μειώσεις, με βάση την εφαρμοστέα μείωση κατά ποσοστό μέχρι 25%, ετεροχρονιζόμενη κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την ....2016 και κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 31του ν. 4024/2011, τις διατάξεις των περ. 9 και 12 παραγράφου Γ' υποπ.Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 4024/2011, των κατ' εξουσιοδότηση εκδοθεισών ΚΥΑ με αριθμ.

οικ.2/844/0022/4.12013 και οικ.2/17132/0022/28.2.2012, καθώς και των άρθρων 29 παρ. 2 του ν. 1024/2011 και 27 του ν. 4354/2015. Τούτο, διότι, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, με την ένταξη του προσωπικού του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου του ν. 4024/2011 (Κεφάλαιο δεύτερο αυτού άρθρο 4 επ.), οι αποδοχές των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων προσδιορίστηκαν από 1.1.2013 και εφεξής με βάση τις διατάξεις αυτές (ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου) και των προαναφερθεισών ΚΥΑ και σε σχέση με τις προκύπτουσες αποδοχές της ....2012, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από την εφαρμογή την 1.11.2011 της πρώτης μείωσης μέχρι ποσοστού 25% με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, την 1.1.2013 υπήχθησαν περαιτέρω σε μειώσεις, με βάση την εφαρμοστέα μείωση κατά ποσοστό μέχρι 25%, ετεροχρονιζόμενη κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την ....2016.

Οι επίμαχες διατάξεις είναι συνταγματικά ανεκτές, καθόσον μ' αυτές ο νομοθέτης προέβη στην ένταξη του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο νέο μισθολόγιο, ως άμεσο μέτρο για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί, τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, και ευρύτερου δημόσιου τομέα δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Επομένως, το επίδικο μέτρο, που συνεπάγεται την περαιτέρω διπλή μείωση των αποδοχών του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο καταλαμβάνει γενικά όλους τους μισθωτούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών του.

Ακόμη, η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (Ολ.ΑΠ 2/2023, 1/2021, πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3372, 3373/2015, 3404-3406/2014, 3177/2014, 1286/2012, σκ. 16, 668/2012, σκ. 35), δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.

απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39). Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ. (πρβλ.

ΟλΑΠ 2/2023, Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48).

Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω προκύπτοντος ποσοστού μείωσης των αποδοχών και του λόγου της θέσπισής του, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο οι αποδοχές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των εναγόντων (πρβλ.

ΟλΑΠ 2/2023, ΣτΕΟλ 1310/2019 σκ.16). Υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, με την αμφισβητούμενη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012,δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των προαναφερόμενων εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (πρβλ.

ΟλΑΠ 3/2023, 1/2021). Κατά συνέπεια, οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε: ι) τις διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011,επειδή οι δικηγόροι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του (πρώτος λόγος) ιι) τις διατάξεις των περ. 9 και 12 παραγράφου Γ' υποπ.

Γ1 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 4024/2011, τις κατ' εξουσιοδότηση εκδοθείσες ΚΥΑ με αριθμ. οικ.2/844/0022/4.12013 και οικ.2/17132/0022/28.2.2012, καθώς και των άρθρων 29 παρ. 2 του ν. 1024/2011 και 27 του ν. 4354/2015, επειδή εσφαλμένα δέχθηκε ότι στις αποδοχές τους(μηνιαία αντιμισθία) εφαρμόσθηκαν δύο μειώσεις(δεύτερος λόγος) και ιιι) τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

επειδή έκρινε ότι οι προαναφερθείσες περικοπές των αποδοχών τους είναι συνταγματικά ανεκτές και δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (τρίτος λόγος), είναι αβάσιμοι. Τέλος, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω διατάξεις, είναι απαράδεκτος.

Και τούτο διότι ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, την οποία επικύρωσε μετά από απόρριψη της έφεσης κατ' ουσίαν και δεν προχώρησε στην ουσιαστική της έρευνα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 5.9.2024 με αριθ. καταθ.7745/757/2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4585/9.9.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και την από 25.2.2025 με αριθ. κατάθ. ΠΠ25/25.2.2025 πρόσθετη υπέρ των αναιρεσειόντων παρέμβαση.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και την πρόσθετη παρέμβαση.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2025.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ