Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to insufficient factual allegations in the notice of appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by five individuals against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The appellants argued for a direct violation of substantive law and document distortion, but the court found their notices of appeal lacked the required detailed factual allegations. The court ruled that without a complete exposition of the facts accepted by the lower court, it is impossible to verify if the alleged legal errors actually affected the verdict.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118 § 4, 562 § 2, 566 § 1, 577 § 3 & 578 of the Code of Civil Procedure; A notice of appeal alleging a direct violation of substantive law must contain the specific provision violated, the identified error, and a comprehensive summary of the facts accepted by the lower court, not merely fragmented assertions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1561 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1561/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 2)Α. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 3)Κ. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., 4)Ι. Μ. του Ά., κατοίκου ..., και 5)Π. Ψ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βιολέττα Βασιλάκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Olympic Catering Α.Ε", που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Κοινοποιούμενη η αίτηση αναίρεσης στο Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την από 25/2/2014 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5076/2018 μη οριστική και 5035/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/2/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 562 § 2, 566 § 1, 577 § 3 & 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα και να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλομΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΟλομΑΠ 28/1998, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 644/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 20-2-2020 και με αριθ.
κατάθεσης 5064/612/24-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 5035/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 30-6-2016 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 220/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 25-10-2013 αγωγή πλειόνων εναγόντων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων, εργαζομένων της εναγομένης -αναιρεσίβλητης, περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης λόγω καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους εξαιτίας συνταξιοδότησής τους, κατά τη θέση των εταιρειών "Ολυμπιακές Αερογραμμές", Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες ΑΕ και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα ΑΕ σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και, αφού εξαφάνισε αυτή απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα έκρινε την αγωγή απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη δεχόμενη τα εξής: "Ωστόσο, η εναγομένη με βάση την τελευταία παράγραφο του από 23.7.2009 πρακτικού συμφωνίας, στην οποία οι ενάγοντες στηρίζουν τις έναντι αυτής αγωγικές αξιώσεις τους, όπως περιορίστηκαν, δεν έχει ευθύνη να τους καταβάλει κανένα ποσό και τούτο διότι με την παράγραφο αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει αποζημίωση στους ενάγοντες στην περίπτωση που δεν υπάρξει πρόβλεψη, η οποία μπορούσε να είναι από νόμο ή ΠΝΠ, να καταβληθεί και στους εργαζόμενους της εναγόμενης που θα συνταξιοδοτηθούν υπαγόμενοι στον ν. 3717/2008, το ποσό της κοινωνικής ενίσχυσης, που ήδη είχε προβλεφθεί για τους εργαζόμενους άλλων εταιρειών που υπάγονταν εξ αρχής στον ν. 3717/2008.
Προς τούτο στην παράγραφο αυτή του Πρακτικού Συμφωνίας αναλήφθηκε από την εναγομένη η υποχρέωση να καταβληθεί το "σύνολο της αποζημίωσης" στην περίπτωση που δεν "υλοποιηθεί η διάταξη για καταβολή της κοινωνικής ενίσχυσης από τον ΟΑΕΔ", διότι το σύνολο θα οφειλόταν αν δεν υπήρχε καθόλου πρόβλεψη για καταβολή στους εργαζόμενους στην εναγομένη.
Ουδόλως, συνάγεται από το παραπάνω πρακτικό συμφωνίας ότι η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες στην περίπτωση που το Ελληνικό Δημόσιο δεν εκπληρώσει εν όλω ή εν μέρει την εκ του νόμου ή εκ της ΠΝΠ υποχρέωσή του να καταβάλει το ποσό της κοινωνικής ενίσχυσης στους ενάγοντες.
Επομένως, αφού με το άρθρο 1 § 8 της ΠΝΠ 16.9.2019 (ΦΕΚ Α' 181) προστέθηκε στον ν. 3717/2005 η διάταξη του άρθρου 5Α στην οποία προβλεπόταν ότι οι εργαζόμενοι της εναγομένης που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του θα λάβουν από τον ΟΑΕΔ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης, η τελευταία παράγραφος του από 23.7.2009 πρακτικού συμφωνίας εξάντλησε τον σκοπό της και δεν είχε στο εξής περιθώριο εφαρμογής.
Προς τούτο συνάδει και το ότι παρότι με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 5Α ν. 3717/2008 προβλέφθηκε πως η εναγομένη θα καταβάλει μέρος της σχετικής δαπάνης του Ελληνικού Δημοσίου και υπήρξε ρητή πρόβλεψη ότι στο ποσό που θα καταβάλει η εναγομένη στο Ελληνικό Δημόσιο δεν θα συνυπολογιστούν οι υποχρεώσεις της από το με ημερομηνία 23 Ιουλίου 2009 πρακτικό συμφωνίας της με το "Σωματείο Εργατοϋπαλλήλων Olympic Catering Α.Ε." "δυνάμει του οποίου η εταιρεία θα καταβάλει στους συνταξιοδοτούμενους, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, της Olympic Catering Α.Ε.
κάθε διαφορά μεταξύ της αποζημίωσης της διάταξης της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και τυχόν υψηλότερης αποζημίωσης που θα τους αναλογούσε κατά τη συνταξιοδότησή τους, εν απουσία των διατάξεων του παρόντος άρθρου", δεν υπήρξε καμιά πρόβλεψη για τα όσα οριζόταν στην τελευταία παράγραφο του ίδιου συμφωνητικού".
Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης, στο αναιρετήριο εκτίθεται απόσπασμα των ουσιαστικών παραδοχών της απόφασης αυτής και όχι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το αβάσιμο της αγωγής, ιδίως ότι εν προκειμένω τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 3717/2008, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 § 8 της από 16-9-2009 ΠΝΠ (γεγονός που προκύπτει και από το άνω παρατιθέμενο απόσπασμα της προσβαλλόμενης απόφασης), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο -αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω από 23-7-2009 πρακτικού συμφωνίας, δεχόμενη πράγματα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτό. Ωστόσο, ενόψει της μη αναφοράς στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το αβάσιμο της αγωγής δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτηση του ως άνω λόγου αναίρεσης, αφού δεν προκύπτει η αποδεικτική αξία του εν λόγω εγγράφου, αν δηλ.
ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Μετά απ' αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-2-2020 και με αριθ. κατάθεσης 5064/612/24-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5035/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ