1561/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1561/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1561 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1561/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ι. Γ. του Κ., κατοίκου .... Το 1ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Ζηβοπούλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρά Πλευράκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Δημάκη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 227/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/7/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 20.7.2016 αίτηση για αναίρεση της 3/2016 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης , η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, ασκήθηκε από τους ηττηθέντες ενάγοντες και στρέφεται κατ’ αποφάσεως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου , της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση (άρθρα 552 , 553 παρ. 1 , 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Επομένως , εφόσον έχει καταβληθεί και το κατά νόμο παράβολο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 ν. 335/2015 και ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της αναίρεσης ) , πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων που περιέχονται σ’ αυτήν (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ)
ΙΙ. Η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης φέρει τον χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (άρθρο 681 ΑΚ) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (άρθρο 694 ΑΚ), ή, αν δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της νόμιμης αμοιβής, την τελευταία, η οποία καθορίζεται από το Π.Δ. 696/74, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει ( ΑΠ 1146/2012 ).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 και 5 του β.δ. της 30.31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών", που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου μόνου του ν. 2726/1953, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του πδ 48/1994 και ακολούθως με το άρθρο 7 παρ. 14 ν 3919/2011 και ίσχυαν κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης εδώ αγωγής , σε περίπτωση άρνησης , δυστροπίας ή καθυστέρησης καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής ή τμηματικών πληρωμών έχει δικαίωμα εγέρσεως δικαστικής αγωγής εισπράξεως της οφειλόμενης αμοιβής ο δικαιούχος μηχανικός ή τα δικαιούχα γραφεία μελετητών με οποιαδήποτε εταιρική μορφή , συμπεριλαμβανομένων και των κοινοπραξιών .
Το δικαίωμα αυτό έχει και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος. Αίτημα δε της αγωγής θα είναι η αναγνώριση υποχρέωσης καταβολής ή η καταβολή του οφειλόμενου ποσού στον μελετητή μηχανικό , εφαρμοζομένου τούτου αναλογικά και στην περίπτωση ασφαλιστικών μέτρων .Όταν η αγωγή εγείρεται από έναν από τους πιο πάνω δικαιούχους, ανακοινώνεται υποχρεωτικά στον έτερο , ο οποίος έχει και δικαίωμα παρέμβασης , γινομένης της ανακοίνωσης με μόνη την κοινοποίηση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου.
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι την αμοιβή μηχανικού , συμφωνημένη ή νόμιμη , για την εκπόνηση μελέτης ή σχεδίων δικαιούται να επιδιώξει δικαστικά , εκτός από τον μηχανικό , και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το οποίο στη σχετική δίκη ενεργεί ως μη δικαιούχος διάδικος, υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του μηχανικού ( Α.Π. 655/2010 ).Το αίτημα όμως της αγωγής ( σε αντίθεση με ό,τι γινόταν ερμηνευτικά δεκτό πριν από τις τροποποιήσεις που επέφεραν στο ως άνω β.δ/μα οι προαναφερόμενες διατάξεις - βλ.υπό το προγενέστερο καθεστώς ΟλΑΠ 16/1998 και Α.Π. 1514/2007 ) είναι σε κάθε περίπτωση , είτε δηλαδή η αγωγή ασκηθεί από τον δικαιούχο μηχανικό είτε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, η καταβολή του οφειλόμενου ποσού αμοιβής στον μηχανικό.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται - μεταξύ των άλλων περιπτώσεων - και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού ( Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ., το οποίο ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.
α’ του ιδίου Κώδικα , κατά την οποία το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων , σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ’ εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης.
Η νομιμοποίηση δηλαδή των διαδίκων, τόσο η ενεργητική όσο και η παθητική , αναφορικά με την επίδικη έννομη σχέση καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο, τόσο ως προς τα αντικείμενο αυτής όσο και ως προς τους φορείς ( τον δικαιούχο και τον υπόχρεο). Η νομιμοποίηση, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας (Ολ ΑΠ 18/2005, ΑΠ 8/2016 1212/2012 , 1831/2011, 339/2010) και ερευνάται, σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 1595/2014, 1016/2005).
Η εσφαλμένη δε κρίση για τη συνδρομή ή μη της προϋποθέσεως αυτής ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , διότι προϋποθέτει παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 18/2005, ΑΠ 82/2016 , ΑΠ 1006/2017 , ΑΠ 138/2015).
ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση , από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου( άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσείοντες με την ένδικη από 12.11.2012 αγωγή τους, την οποία άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου , αφού ισχυρίστηκαν ότι η εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη εταιρεία ανέθεσε προφορικά στον δεύτερο απ’ αυτούς, ο οποίος τυγχάνει μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος μηχανικός, την εκπόνηση των αναφερόμενων μελετών και ότι ο δεύτερος εκπόνησε πράγματι και παρέδωσε στην εναγομένη εμπρόθεσμα τις μελέτες, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη, βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να καταβάλει στον δεύτερο την οφειλόμενη για την εκτέλεση του παραπάνω έργου νόμιμη αμοιβή του, ποσού 67.099,34 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 227/2014 απόφαση του παραπάνω Πρωτοδικείου , που την έκανε εν μέρει δεκτή. Ύστερα δε από άσκηση έφεσης από την εναγομένη κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη εδώ 3/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με το σκεπτικό ότι το αίτημα της αγωγής είναι η καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής προς το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (όπως γινόταν δεκτό πριν από τις αναφερόμενες στην 2η σκέψη της παρούσας τροποποιήσεις του β.δ.
της 30/31-5-1956) και όχι προς τον δικαιούχο μηχανικό, όπως ζητούσαν οι ενάγοντες. Έτσι όμως όπως έκρινε η προσβαλλομένη, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή (ψευδή ερμηνεία ) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 και 5 του β.δ. της 30/31-5-1956, όπως αυτές είχαν τροποποιηθεί με τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις και ίσχυαν κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, αφού, όπως εκτέθηκε στην νομική σκέψη, μετά τις ανωτέρω τροποποιήσεις το αίτημα της εν λόγω αγωγής είναι σε κάθε περίπτωση η καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής στον δικαιούχο μηχανικό.
Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της ένδικης αναίρεσης.
Μετά τις σκέψεις που προηγήθηκαν και διότι, μετά απ’ αυτά, παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αναίρεσης, πρέπει , κατά παραδοχή του παραπάνω πρώτου λόγου αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή ( άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ ).Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων ( άρθρα 106 , 176 , 183 ΚΠολΔ ) και να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν για το παραδεκτό της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) , όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 3/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, για περαιτέρω εκδίκαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες ( 2.000 ) ευρώ για κάθε ένα απ’ αυτούς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ