1561/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1561/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως νόμισμα νοείται τόσο το ημεδαπό όσο και το αλλοδαπό που έχει νόμιμη κυκλοφορία στον τόπο εκδόσεως του, δηλαδή εκείνο που αναγνωρίζεται ως υποχρεωτικό μέσο πληρωμής ή ως υποχρεωτικός φορέας αξίας. Ως γνήσιο δε το νόμισμα τίθεται αντικειμενικώς στην κυκλοφορία ιδίως όταν ο δράστης εξαπατά το λήπτη για τη γνησιότητα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1561 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1561/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου M. Z. του G. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2007/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Αυγούστου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2015.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 207 του Π.Κ. "Όποιος παραποιεί ή νοθεύει μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο, καθώς και όποιος προμηθεύεται, αποδέχεται, εισάγει, εξάγει, μεταφέρει ή κατέχει τέτοιο νόμισμα για τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή.
Σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή". Το ανωτέρω έγκλημα είναι σωρευτικώς μικτό και έτσι όποιος προμηθεύεται, κατέχει και εξάγει παραχαραγμένο νόμισμα διαπράττει ισάριθμα αυτοτελή και διακεκριμένα εγκλήματα κατά την έννοια του άρθρου 94 του Π.Κ., τα οποία συρρέουν αληθώς και τιμωρούνται αυτοτελώς έστω και αν έχουν το ίδιο υλικό αντικείμενο, αφού στην ανωτέρω διάταξη δεν εμπεριέχεται διάταξη ανάλογη με εκείνη του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 1729/1987, που να προβλέπει την επιβολή στον υπαίτιο μιας ποινής αν η πράξη έχει τελεσθεί με περισσότερους τρόπους (προμήθεια, αποδοχή, κατοχή, εισαγωγή, εξαγωγή κ.λπ.) και αφορά την ίδια ποσότητα παραχαραγμένων νομισμάτων, όπως δεν υπάρχει τέτοια διάταξη και στο άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 2168/1993 περί όπλων (Α.Π. 71/2015).
Ως νόμισμα νοείται τόσο το ημεδαπό όσο και το αλλοδαπό που έχει νόμιμη κυκλοφορία στον τόπο εκδόσεως του, δηλαδή εκείνο που αναγνωρίζεται ως υποχρεωτικό μέσο πληρωμής ή ως υποχρεωτικός φορέας αξίας. Ως γνήσιο δε το νόμισμα τίθεται αντικειμενικώς στην κυκλοφορία ιδίως όταν ο δράστης εξαπατά το λήπτη για τη γνησιότητα.
Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και θέληση θέσεως σε κυκλοφορία του παραχαραγμένου νομίσματος, πρέπει δε να εκτείνεται και στην καταλληλότητα του πλαστού νομίσματος να παραπλανήσει τον ανυποψίαστο συναλλασσόμενο. Αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθ’ όσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Για το δόλο δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των εκτεθειμένων περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιοποίνου πράξεως και εξυπακούεται, εκτός αν ο νόμος αξιώνει για την ύπαρξη αυτού πρόσθετα στοιχεία ή είναι ενδεχόμενος. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις της προμήθειας και κατοχής παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων.
Όπως δε προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης, που αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, το εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των λεπτομερώς σ’ αυτή κατ’ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ήτοι από τις ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα κατηγορίας και των μαρτύρων υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά κατά πιστή αντιγραφή: "Στο χώρο ελέγχου του Α.Τ. ...
Σερρών στις 15-2-2008 περί ώρα 17.30’ ο κατηγορούμενος με πρόθεση κατείχε εννέα (9) παραχαραγμένα ελληνικά χαρτονομίσματα των πενήντα (50) ευρώ το καθένα, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια. Τα αναφερόμενα στο διατακτικό χαρτονομίσματα, τα οποία ως προελέχθη ήταν παραχαραγμένα, απέκρυπτε ο κατηγορούμενος επιμελώς μέσα σε τσάντα μέσης.
Τα ανωτέρω χαρτονομίσματα είχαν κατασκευασθεί εξυπαρχής για να φαίνονται ως γνήσια από άτομο το οποίο δεν είχε εξουσία να εκδίδει χαρτονομίσματα του ευρώ, το οποίο ήταν κατά τον παραπάνω χρόνο και κυκλοφορούσε ως νόμιμο μέσο πληρωμής στην Ελλάδα. Τα παραπάνω χαρτονομίσματα ο κατηγορούμενος τα κατείχε με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, διαθέτοντας τα ως μέσο πληρωμής από τη δική του κατοχή σε άλλη, στο πλαίσιο εγχρήματης συναλλαγής.
Ο ίδιος κατηγορούμενος προμηθεύτηκε τα παραπάνω εννέα (9) χαρτονομίσματα καθώς και ένα (1) επιπλέον πλαστό έναντι αγνώστου τιμήματος πριν από τις 15-2-2008 στη ... Βουλγαρίας, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια. Στο άρθρο 207 Π.Κ., που τιμωρεί με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πέραν των άλλων και όποιον κατέχει παραχαραγμένο με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσιο, προβλέπεται και πλημμεληματική εκδοχή, με μόνη την προσθήκη ότι πρόκειται για "ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις", για την οποία και απειλείται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή.
Η μετάπτωση του κακουργήματος σε πλημμέλημα γίνεται με μόνη τη συνδρομή αυτού του στοιχείου χωρίς να μεταβάλλεται σε τίποτε η νομοτυπική μορφή της παραχάραξης.
Συνεπώς θα πρόκειται για πλημμέλημα όταν κάποια από τις πράξεις του άρθρου 207 Π.Κ. θα αφορά νομίσματα πολύ μικρής ονομαστικής αξίας ή μόνο λίγα ψευδονομίσματα, ανεξάρτητα από τη φερόμενη ως ονομαστική τους αξία... Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα πιο πάνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και λαμβανομένης υπόψη της προαναφερόμενης ποσότητος των δέκα (10) πλαστών χαρτονομισμάτων, η οποία δεν είναι ασήμαντη, αλλά και της ανερχόμενης στα 500 ευρώ αξίας τους, που δεν είναι μικρή, η εκ μέρους του κατηγορουμένου τελεσθείσα πράξη της κατοχής των εν λόγω χαρτονομισμάτων με σκοπό να θέσει αυτά σε κυκλοφορία ως γνήσια εν γνώσει της καταστάσεως τους ως παραχαραγμένων, δεν συνιστά περίπτωση εμφανίσεως της ως άνω πράξεως υπό ελαφρότερη μορφή αλλά αξιόποινης πράξεως που φέρει το χαρακτήρα του κακουργήματος...".
Ακολούθως το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των αξιόποινων πράξεων της προμήθειας και κατοχής παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α Π.Κ, το οποίο του είχε αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως, και του επέβαλε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών για κάθε πράξη και συνολική ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών.
Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους τέλεσε το αδίκημα της παραχάραξης, που τιμωρείται κατά νόμο με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή κάθειρξης και ειδικότερα: 1) Στο χώρο ελέγχου του Α.Τ. ... Σερρών στις 15-2-2008 και περί ώρα 17.30’ , με πρόθεση ενεργώντας, κατείχε παραχαραγμένα ελληνικά χαρτονομίσματα με σκοπό να τα θέσει [σε κυκλοφορία] ως γνήσια.
Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατείχε εννέα (9) χαρτονομίσματα ονομαστικής αξίας πενήντα (50) ευρώ έκαστο, δηλαδή συνολικής ονομαστικής αξίας (450) ευρώ, με αριθμούς σειράς ..., τα οποία απέκρυπτε επιμελώς εντός τσάντας μέσης και τα οποία ήταν παραποιημένα, καθώς είχαν κατασκευασθεί εξυπαρχής για να φαίνονται ως γνήσια από άτομο που δεν είχε εξουσία να εκδίδει χαρτονομίσματα του ευρώ, το οποίο κυκλοφορούσε κατά τον ανωτέρω χρόνο ως νόμιμο μέσο πληρωμής στην Ελλάδα.
Τα ως άνω χαρτονομίσματα κατείχε με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, διαθέτοντας τα ως μέσο πληρωμής από τη δική του κατοχή σε άλλη, στο πλαίσιο εγχρήματης συναλλαγής. 2) Στη ... Βουλγαρίας, σε άγνωστο χρόνο, πάντως πριν τις 15-2-2008, με πρόθεση ενεργώντας, προμηθεύτηκε παραχαραγμένα ελληνικά χαρτονομίσματα, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια.
Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση ενεργώντας, προμηθεύτηκε από υπήκοο Βουλγαρίας με όνομα "G.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, έναντι αγνώστου τιμήματος, δέκα (10) χαρτονομίσματα ονομαστικής αξίας πενήντα (50) ευρώ έκαστο, δηλαδή συνολικής ονομαστικής αξίας (500) ευρώ, εκ των οποίων τα (9) είχαν αριθμούς ...
και το δέκατο άγνωστο αριθμό, και τα οποία ήταν παραποιημένα, καθώς είχαν κατασκευασθεί εξυπαρχής για να φαίνονται ως γνήσια από άτομο που δεν είχε εξουσία να εκδίδει χαρτονομίσματα του ευρώ, το οποίο κυκλοφορούσε κατά τον ανωτέρω χρόνο ως νόμιμο μέσο πληρωμής στην Ελλάδα. Τα ως άνω χαρτονομίσματα προμηθεύτηκε με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, διαθέτοντας τα ως μέσο πληρωμής από τη δική του κατοχή σε άλλη, στο πλαίσιο εγχρήματης συναλλαγής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την κατά την ανωτέρω έννοια απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων της προμήθειας και κατοχής παραχαραγμένων νομισμάτων, αναφέρονται δε οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 207 εδ.
α’ Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, η δε απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Δεν υφίσταται δε απλή αντιγραφή στο σκεπτικό του περιεχομένου του διατακτικού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Η ειδικότερη αιτίαση ότι δεν προσδιορίζεται από ποια ειδικότερα αποδεικτικά μέσα προέκυψε η παραποίηση των ενδίκων χαρτονομισμάτων είναι αβάσιμη, αφού έγινε γενική κατά το είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων, η οποία κατά τα προεκτεθέντα είναι αρκετή, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε επί μέρους παραδοχή.
Εξάλλου η αιτίαση ότι δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η παραποίηση των χαρτονομισμάτων, με ποιες ενέργειες και ποιο τρόπο επιτεύχθηκε, είναι απαράδεκτη, διότι για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης δεν ήταν αναγκαία η παράθεση των στοιχείων αυτών. Οι περαιτέρω αιτιάσεις: α) ότι δεν αναφέρεται αν η παραποίηση των χαρτονομισμάτων ήταν πρόσφορη να παραπλανήσει οποιονδήποτε ανύποπτο συναλασσόμενο για να τα δεχθεί στην κατοχή του ως γνήσια, β) ότι δεν εκτίθεται από ποια πραγματικά περιστατικά και με ποιες σκέψεις το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο αναιρεσείων τελούσε εν γνώσει της πλαστότητας των χαρτονομισμάτων και γ) ότι δεν εκτίθεται από ποια πραγματικά περιστατικά και με ποιες σκέψεις το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε πρόθεση να τα θέσει στην κυκλοφορία ως γνήσια είναι αβάσιμες, αφού στο προπαρατεθέν σκεπτικό της προσβαλλομένης αναφέρονται όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των ανωτέρω εγκλημάτων και δη ότι ο αναιρεσείων προμηθεύτηκε και κατείχε με πρόθεση τα παραχαραγμένα χαρτονομίσματα, καλυπτομένου έτσι και του στοιχείου της υποκειμενικής υποστάσεως.
Ειδικότερα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα εννέα παραχαραγμένα χαρτονομίσματα που κατείχε ο αναιρεσείων από τα συνολικά δέκα που προμηθεύθηκε έφεραν το κάθε ένα διαφορετικό αριθμό και είχαν κατασκευασθεί εξυπαρχής για να φαίνονται ως γνήσια από άτομο που δεν είχε την εξουσία να εκδίδει χαρτονομίσματα του ευρώ, αιτιολογείται πλήρως ότι αυτά ήταν πρόσφορα για να παραπλανήσουν τον οιονδήποτε ανύποπτο συναλλασσόμενο για να τα δεχθεί στην κατοχή του ως γνήσια.
Ομοίως από τις ως άνω παραδοχές και την αναφορά ότι τα χαρτονομίσματα τα προμηθεύθηκε και τα κατείχε ο αναιρεσείων με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, θεμελιώνεται πλήρως ο ειδικός δόλος του αναιρεσείοντος για τη θέση αυτών σε κυκλοφορία. Ενόψει των ανωτέρω ο πρώτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ Κ.Π.Δ.) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς τα περιστατικά που απαρτίζουν την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ίδιου κώδικα στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.
Το αίτημα που υποβάλλεται για μεταβολή της κατηγορίας και δη σε βελτίωση αυτής σε πλημμεληματική μορφή δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό και συνακόλουθα δεν απαιτείται ιδιαίτερη και αιτιολογημένη σκέψη για την απόρριψη του, εναπόκειται δε στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ο επί το ευμενέστερο χαρακτηρισμός της αξιόποινης πράξης, όπως για το αν πρόκειται για ιδιαίτερα ελαφρά περίπτωση προμήθειας και κατοχής παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης για τις ανάγκες ελέγχου του αναιρετικού αυτού λόγου, προκύπτει ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ανέπτυξε προφορικά και ισχυρίστηκε ότι η προμήθεια δέκα χαρτονομισμάτων των (50) ευρώ έκαστο και η κατοχή εννέα (9) χαρτονομισμάτων των πενήντα (50) ευρώ, ήτοι αντιστοίχως (500) και (450) ευρώ, συνιστούν ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις προμήθειας και κατοχής παραχαραγμένων νομισμάτων, ήτοι εγκλημάτων διωκομένων σε βαθμό πλημμελήματος.
Επί του ανωτέρω ισχυρισμού το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την προπαρατεθείσα αιτιολογία ότι "...με βάση τα πιο πάνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και λαμβανομένης υπόψη της προαναφερόμενης ποσότητας των δέκα (10) πλαστών χαρτονομισμάτων, η οποία δεν είναι ασήμαντη αλλά και της ανερχόμενης στα 500 ευρώ αξίας τους, που δεν είναι μικρή, η εκ μέρους του κατηγορουμένου τελεσθείσα πράξη της κατοχής των εν λόγω χαρτονομισμάτων με σκοπό να θέσει αυτά σε κυκλοφορία ως γνήσια εν γνώσει της καταστάσεως τους ως παραχαραγμένων, δεν συνιστά περίπτωση εμφανίσεως της ως άνω πράξεως υπό ελαφρότερη μορφή αλλά αξιόποινης πράξεως που φέρει το χαρακτήρα του κακουργήματος...".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το δικαστήριο δεχόμενο κατά την κυριαρχική κρίση του ότι δεν συντρέχει περίπτωση ευμενέστερου χαρακτηρισμού και δη εν προκειμένω ότι δεν πρόκειται για ιδιαίτερα ελαφρά περίπτωση προμήθειας και κατοχής, απάντησε, αν και δεν όφειλε, επί του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Π.Δ.) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε’ Π.Κ. υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, η συμπεριφορά του πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, μη αρκούσης της απλής καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής χωρίς παραβατικότητα και μόνο, διότι η καλή συμπεριφορά δε νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας.
Απαιτείται δηλαδή για την αναγνώριση του ανωτέρου ελαφρυντικού συγκεκριμένη μετά την πράξη θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο ελλείψεως παραβατικότητας, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας του θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως αλλά ατόμου το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δε συμβαίνει όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβιάσεως των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση αμέσως μετά την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο και συγκεκριμένα αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του τελευταίου προέβαλε και ανέπτυξε προφορικά αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους στη συνέχεια παρέδωσε εγγράφως και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και αυτόν περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, σημειώνοντας κατά λέξη τα εξής: "Ειδικότερα, όπως προκύπτει εκ των εγγράφων της δικογραφίας, χρόνος τέλεσης της πράξης για την οποία κατεδικάσθη, φέρεται η 15-2-2008.
Έκτοτε και συνεχώς μέχρι σήμερα, δηλαδή επί διάστημα 6,5 και πλέον ετών διήγαγε βίο καθόλα έντιμο, χωρίς να επιδείξει οιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Τα παραπάνω αποδεικνύονται από το λευκό ποινικό του μητρώο, το οποίο αποτελεί έγγραφο της δικογραφίας (άλλωστε πρωτοδίκως του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου).
Περαιτέρω τυγχάνει στρατιωτικός (αξιωματικός του ... στρατού) ενώ ήδη δημιούργησε τη δική του οικογένεια (τέλεσε νόμιμο γάμο με την Κ. Χ.) και διαβιώνει σε αρμονική συμβίωση με την σύζυγο του, χωρίς να έχει δώσει την παραμικρή αφορμή στις δικαστικές ή αστυνομικές αρχές για οιαδήποτε άλλη αξιόποινη πράξη.
Τα παραπάνω δηλαδή η έντιμη και συνετή διαβίωση του επί μακρό χρονικό διάστημα μετά την πράξη, βεβαιώθηκαν και από την αδελφή του, η οποία εξετάστηκε ως μάρτυρας υπερασπίσεως ενώπιον του δικαστηρίου σας και βεβαίωσε ότι τυγχάνει οικογενειάρχης, αγαπητός στον κοινωνικό του κύκλο, που διαβιώνει με εντιμότητα σε όλο αυτό το διάστημα των 6,5 ετών που διέρρευσε μετά την τέλεση της πράξης.
Για τους λόγους αυτούς πρέπει να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε’ Π.Κ.". Τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό απέρριψε κατά πλειοψηφία το δικαστήριο με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε Π.Κ. και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις ανωτέρω πράξεις του. Πράγματι δε τα προς θεμελίωση του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος προβληθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν δηλωτικά της μεταστροφής του χαρακτήρα του και αλλαγής του τρόπου ζωής του με διακριτή θετική και επωφελή για ικανό χρονικό διάστημα συμπεριφορά, αλλά απλώς ένδειξη καλής και συνήθους συμπεριφοράς, συμπεριλαμβανομένης της εργασιακής του απασχόλησης, της ομαλής οικογενειακής ζωής του και της μη καταδίκης του για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη. Και αυτό διότι, σύμφωνα με όσα προηγουμένως αναφέρθηκαν, η διαπίστωση σύννομης διαβίωσης από μόνη της, έστω και για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν αρκεί για την κατάφαση της ειρημένης ελαφρυντικής περίστασης.
Συνεπώς το εφετείο αιτιολογημένα απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε Π.Κ. και ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Π.Δ.) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη δήλωση-αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-8-2015 και με αριθμό πρωτοκόλλου .../31-8-2015 δήλωση - αίτηση του M. (όνομα) Z. (επώνυμο) του G.E. (πατρώνυμο) για αναίρεση της 2007/24-10-2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ