1561/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΟι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε. νομοθετική (κανονιστική) εξουσία και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε. ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου και δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής. Το Εφετείο, επιδικάζοντας αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση κλπ. δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ. Ο λόγος της αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη με αυτόν έλλειψη ανάγεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Legislator headnote
AI generated1561/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 11 του ίδιου νόµου, µε απόφασή του, που εκδίδεται µετά από γνώµη του Ανώτατου Συµβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας µπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύµβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.
Full text
Απόφαση 1561 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε. νομοθετική (κανονιστική) εξουσία και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε. ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου και δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής. Το Εφετείο, επιδικάζοντας αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση κλπ. δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ. Ο λόγος της αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη με αυτόν έλλειψη ανάγεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Αριθμός 1561/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ. ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Δήμο Χίου, νήσου Χίου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κανέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 266/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-1-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 16-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συµβάσεως εργασίας έχουν άµεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασµό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συµβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόµο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε.
νοµοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ' αυτές από την, ως άνω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και συνεπώς οι Σ.Σ.Ε. ως προς το κανονιστικό τους µέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόµου. Για το λόγο αυτόν δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των νόμιμων αποδοχών του εργαζόμενου, οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε., οι οποίες εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον εκτίθενται στην αγωγή, σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.
α' ΚΠολΔ, τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφιστάμενη µεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελµα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ίδιου ως άνω ν. 1876/1990, οι υπόλοιπες (πλην των εθνικών γενικών) συλλογικές συµβάσεις εργασίας (επομένως και οι εξομοιούμενες µε αυτές, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του ίδιου νόµου, διαιτητικές αποφάσεις) δεσμεύουν τους εργαζομένους και εργοδότες που είναι µέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τον εργοδότη που συνάπτει συλλογική σύµβαση εργασίας ατοµικά και τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογική σύµβαση εργασίας µε κοινούς εξουσιοδοτημένους εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 43 του εν λόγω νόµου.
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 11 του ίδιου νόµου, µε απόφασή του, που εκδίδεται µετά από γνώµη του Ανώτατου Συµβουλίου Εργασίας, ο Υπουργός Εργασίας µπορεί να επεκτείνει και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζομένους του κλάδου ή επαγγέλματος συλλογική σύµβαση εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.
Η επέκταση οµοιοεπαγγελµατικής συλλογικής σύµβασης εργασίας δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, µε την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 10, "κατά την οποία κλαδική ή επιχειρησιακή συλλογική σύµβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής µε ομοιοεπαγγελματική συλλογική σύµβαση εργασίας".
Ακόµη, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 11, "την επέκταση µπορεί να ζητήσει και αρµόδια συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών µε αίτησή της, που υποβάλλει στον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση ισχύει από την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης του Υπουργού και, στην περίπτωση που υπάρχει αίτηση, από την ημερομηνία υποβολής της".
Από τις ως άνω παρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι η συλλογική σύµβαση εργασίας ισχύει µόνο έναντι των µελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, αν δε αυτή επεκτάθηκε µε απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζομένους και εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος που η σύµβαση αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν µε τις δραστηριότητές τους να είναι µέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή τους.
Την επέκταση µπορεί να ζητήσει και η αρµοδία συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων ή των εργοδοτών µε αίτησή της προς τον Υπουργό Εργασίας. Η επέκταση αυτή ισχύει από τη χρονολογία εκδόσεως της αποφάσεως του Υπουργού (όχι αναδρομικώς) και, στην περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει αίτηση, από τη χρονολογία υποβολής της.
Ειδικότερα, ο χρόνος διάρκειας της δεσμεύσεως από την κηρυσσόµενη ως γενικώς υποχρεωτική συλλογική σύµβαση εργασίας ταυτίζεται, µε το χρόνο ισχύος της τελευταίας, αρχίζει όµως όχι από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος αυτής, αλλά από το χρόνο (χρονολογία) δημοσιεύσεως της σχετικής υπουργικής αποφάσεως, η οποία επεκτείνει την ισχύ της, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε η εν λόγω υπουργική απόφαση αποκτά νοµική ισχύ.
Ακόµη, αν η κήρυξη ως υποχρεωτικής της κλαδικής ή οµοιοεπαγγελµατικής Σ.Σ.Ε. αποφασιστεί ύστερα από αίτηση αρµόδιας συνδικαλιστικής οργανώσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 1876/1990, τότε η έναρξη της δεσμεύσεως από την επέκταση αρχίζει από τη χρονολογία υποβολής της εν λόγω αιτήσεως. Τέλος, ενόψει και της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι "η απόφαση του διαιτητή εξομοιώνεται µε συλλογική σύµβαση εργασίας και ισχύει από την εποµένη της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση", για την κατάθεση και την έναρξη της τυπικής ισχύος των διαιτητικών αποφάσεων, σε περίπτωση κηρύξεώς τους ως γενικώς υποχρεωτικών, εφαρμόζονται κατ' αναλογία όλες οι παραπάνω διατάξεις που αφορούν τις Σ.Σ.Ε.
Ενόψει αυτών η ιδιότητα του µέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των ως άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωµάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής.
Το στοιχείο αυτό όµως, ενόψει της πιο πάνω φύσεως των Σ.Σ.Ε. δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, αλλ' αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική η ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε. που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του.
Στην περίπτωση αυτήν, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου ως µελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν τη Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεστεί, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του µε τις προτάσεις, σύµφωνα µε το άρθρο 224 εδ.
β' ΚΠολΔ, και να αποδείξει, σύµφωνα µε τους ορισµούς των άρθρων 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι µέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τούτο όµως δεν απαιτείται στην περίπτωση κατά την οποία η ισχύς της Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα πιο πάνω, µε την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικής µε υπουργική απόφαση, και πέραν από τα πρόσωπα που είναι µέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα που επισύρουν την εφαρμογή της, όπως είναι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχειρήσεως, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές, ενώ για το προηγούμενο της κηρύξεως της Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α., ως γενικώς υποχρεωτικής χρονικό διάστημα ισχύει η αυτεπαγγέλτως εφαρμοζόμενη, προηγουμένως ισχύουσα Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., που ήδη είχε κηρυχθεί ως γενικώς υποχρεωτική από το χρόνο κηρύξεως της ως γενικώς υποχρεωτικής. Εξάλλου στοιχεία της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη κατ' αρ. 216 παρ. 1α KΠολΔ, με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλα οφειλόμενα από τον εργασιακή σύμβαση ποσά, όπως προσαυξήσεις νυχτερινής εργασίας, αμοιβή υπερεργασίας, νόμιμης ή παράνομης υπερωριακής εργασίας κτλ.
είναι η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα, τούτο δε ισχύει και επί αγωγής οδηγού φορτηγού εργαζομένου υπό το καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 40 ωρών, με την οποία ασκούνται τέτοιες αξιώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του ΒΔ της 28-1/14-2-1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων", 1 ν. 435/1976, 13 της 12/1984 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/1984, 6 της 40/1985 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 19533/1985, 6 της από 14-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας που δημοσιεύθηκε με την 11770/1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας.
Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνεπάγεται το νομικά αβάσιμο της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως μη νόμιμης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για τη νοµική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόµος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώµατος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, δηλαδή αυτή που ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνεπάγεται την αοριστία του ίδιου του δικογράφου της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως αόριστης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη από 12-12-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος εξέθεσε σ' αυτήν ότι δυνάµει συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε µεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας στη Στυλίδα, στις 3-6-2003, προσλήφθηκε από την τελευταία, που διατηρούσε και εκμεταλλευόταν επιχείρηση μεταφοράς προϊόντων, για να εργάζεται στην επιχείρηση της αυτήν ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου άνω των 6 τόνων, έχοντας τα νόµιµα προσόντα και άδεια ικανότητας οδηγού Ε' κατηγορίας, αντί μηνιαίου ποσού που προβλέπεται από τις οικείες κλαδικές Σ.Σ.Ε., ότι εργάστηκε στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας από την πρόσληψή του έως τις 31-8-2005, κατά την οποία απολύθηκε, ότι κατά το εν λόγω (επίδικο) χρονικό διάστημα αφενός πραγματοποίησε τις λεπτομερώς αναφερόμενες ώρες υπερεργασίας, υπερωριακής απασχολήσεως και υπερωριακής απασχολήσεως (νόμιμης και μη νόμιμης) και αφετέρου εργάστηκε κατά τα αναφερόμενα Σάββατα και Κυριακές.
Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτή ο αναιρεσίβλητος, όπως το αίτημα της περιορίστηκε σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 97.931,14 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, ως αμοιβή ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, αποζημίωση λόγω παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, εργασίας κατά το Σάββατο, την Κυριακή και το ρεπό του και τέλος, ως αποζημίωση για τη μη χορήγηση άδειας.
Έτσι όπως είχε η ένδικη αγωγή ήταν πράγματι ορισμένη, αφού υπήρχε σ' αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σαφής έκθεση των γεγονότων που τη θεμελίωναν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούσαν την άσκησή της από τον αναιρεσίβλητο κατά της αναιρεσείουσας, ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ορισμένο αίτημα, ιδίως δε εκτίθετο στην εν λόγω αγωγή η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το επάγγελμα και η ειδικότητα του αναιρεσιβλήτου εργαζομένου, η επιχείρηση την οποία, ασκούσε η αναιρεσείουσα, στην οποία εργαζόταν, ο χρόνος για τον οποίο αξιώνονταν οι αποδοχές, παρετίθεντο δε λεπτομερώς οι ημέρες και οι ώρες παροχής της εργασίας του, με ειδική μάλιστα αναφορά ως προς την υπερεργασία και την υπερωριακή εργασία των ωρών αυτών κατά ημέρα και κατά εβδομάδα, κατά τις Κυριακές, τα Σάββατα και τις ημέρες των ρεπό, κατά τα οποία εργάσθηκε, δηλαδή κατά τρόπον ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση ποιες στην πραγματικότητα Σ.Σ.Ε.
ή Δ.Α. οφείλονταν ή όχι τα αξιούμενα με την ένδικη αγωγή χρηματικά ποσά, κατά αυτεπάγγελτη εφαρμογή των εν λόγω Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., την εφαρμογή των οποίων επέσυραν τα εκτιθέμενα στην αγωγή. Επομένως, η αγωγή περιείχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία που την θεμελιώνουν και δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της κατηγορίας που υπαγόταν το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο ενάγων.
Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του αρ. 559 KΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας, την οποία η αναιρεσείουσα προέβαλε και ενώπιον του Εφετείου, συνισταμένη στο ότι στην αγωγή δεν προσδιορίζονταν 1) η κατηγορία στην οποία υπαγόταν το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο ενάγων και 2) οι εφαρμοστέες Kλαδικές ΣΣΕ και οι καταβλητέες με βάση αυτές αποδοχές και ακόμη δεν γινόταν αναφορά αν οι καταβαλλόμενες στον αναιρεσίβλητο αποδοχές ταυτίζονται με τις ελάχιστες προβλεπόμενες, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ΒΔ της 28-01/04-02-1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγού αυτοκινήτου" (ΦΕΚ Α' 35), τα φορτηγά αυτοκίνητα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες, (Α' Β' και Γ'), από τις οποίες η κατηγορία Α' περιλαμβάνει "τα μη εξυπηρετούντα ορισμένον εργοδότην φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία)", στη Β' κατηγορία υπάγονται τα φορτηγά των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης κλπ και στην κατηγορία Γ' τα φορτηγά των λοιπών ανώνυμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων επιχειρήσεων πάσης φύσεως.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 του πιο πάνω ΒΔ η απασχόληση των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων (Γ') κατηγορίας δεν επιτρέπεται, να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, παρά μόνο καθό μέτρο κρίνεται αναγκαία για την πρόληψη διαταραχής στην κανονική διεξαγωγή της εργασίας σε περίπτωση ατυχήματος, επικειμένου ή επελθόντος, επείγουσας εργασίας σε μηχανές, εργαλεία ή εγκαταστάσεις και ανωτέρας βίας, κατά δε το ΒΔ 882/61 και λόγω συσσωρεύσεως εργασίας ή προς αντιμετώπιση επείγουσας γενικά εργασίας επί δίωρο ημερησίως (πέρα δηλαδή του οκταώρου) και επί τρίμηνο ετησίως κατ' ανώτατο όριο.
Εξάλλου, από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν 435/76 προκύπτει, ότι η απασχόληση του μισθωτού, κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη, κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ΝΔ 515/70 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτή.
Περαιτέρω, με το άρθρο 13 της 12/84 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/84, ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά εβδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/85 του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29.11.85) με την ΥΑ 19533/85 (ΦΕΚ 179, Α'), καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργάσιμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων.
Εξάλλου, με το άρθρο 6 της από 14.2.84 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20.2.84 (ΦΕΚ Β', 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/83.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργάσιμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν 435/76, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέρα των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.75 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν.133/75), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επί πλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.
Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ΝΔ 515/1970 αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόλησης πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.
Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8, αντίστοιχα, ωρών ημερησίως. Από 1-4-2001,μετά την ισχύ του Ν. 2874/2000, η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι 43 ωρών εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (άρθρ. 4 παρ. 2 και 4 του πιο πάνω νόμου).
Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε τέτοια ώρα απασχόλησης ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου, κατά αρθρ. 4 παρ. 5 του ίδιου νόμου.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 10 του 748/1966 β.δ. και 904 Α.Κ. συνάγεται ότι σε εκείνον που παρέσχε νόμιμη την εργασία του κατά τις Κυριακές πρέπει να χορηγηθεί αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση διαρκείας 24 συνεχών ωρών σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που άρχισε την Κυριακή. Η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας αναπαύσεως ή για την ταυτότητα του νομικού λόγου (και) κατά την ημέρα της υποχρεωτικής αναπαύσεως, λόγω εξαντλήσεως της 5νθήμερης εβδομαδιαίας, εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορευόμενη από τους άνω κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση αποδόσεως της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολείτο με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις άνω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως κατ' αυτές εργασθέντα μισθωτό.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία μεταφορών έχει την έδρα της στο Γέρακα Χίου και αντικείμενο δραστηριότητας τη μεταφορά εμπορευμάτων και προϊόντων σε διάφορα μέρη της Ελλάδος. Στις 3-6-2003 προσέλαβε τον ενάγοντα, ο οποίος είναι κάτοχος άδειας οδήγησης Ε' κατηγορίας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου άνω των 6 τόνων κατηγορίας Γ, κατά την έννοια των διατάξεων του β.δ.
της 28/2-1938. Ως τόπος παροχής εργασίας του ενάγοντα συμφωνήθηκε η πόλη της Στυλίδας, όπου είχε και μόνιμη κατοικία επί της .... Το φορτηγό που οδηγούσε, ιδιοκτησίας της εναγομένης, το παραλάμβανε από τη Στυλίδα. Ειδικότερα ο ενάγων από την πόλη της Στυλίδας παραλάμβανε πάντα από το συνάδελφό του, που δούλευε στην προηγούμενη βάρδια, το φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε και εκεί το επέστρεφε μετά τη λήξη της εργασίας του και εκεί δεχόταν τηλεφωνικά τις οδηγίες της εργοδότριάς του εναγομένης.
Ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι τις 31-8-2005, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2003 μέχρι 30-12-2003 ανέρχονταν στο ποσό των 925,09 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 30-6-2004, στο ποσό των 955,23 ευρώ και κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 μέχρι 30-8-2005 στο ποσό των 1.045,89 ευρώ.
Κατά την παροχή της εργασίας του παραλάμβανε το με αριθμ. κύκλο. ... φορτηγό αυτοκίνητο της εναγομένης από την πόλη της Στυλίδας όπου ήταν μόνιμα σταθμευμένο και λαμβάνοντας τηλεφωνικές οδηγίες από την εναγομένη, μετέβαινε στον Ταύρο Αττικής, όπου η τελευταία διατηρεί υποκατάστημα και εκεί φόρτωνε τα προς μεταφορά προϊόντα, κυρίως γάλα, τα οποία στη συνέχεια μετέφερε σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, ήτοι Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Ασπρόπυργο Αττικής, Μάνδρα κλπ., ενώ, μετά το τέλος του δρομολογίου, επέστρεφε πάντα το φορτηγό αυτοκίνητο στην πόλη της Στυλίδας, προκειμένου αυτό να παραληφθεί από συναδέλφους του, οι οποίοι συνέχιζαν το δρομολόγιο.
Κατά το διάστημα της εργασίας του απασχολείτο καθημερινά στην εναγομένη, όλες τις ημέρες της εβδομάδος, από Δευτέρα έως και Κυριακή, πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και πέραν των 8 ωρών ημερησίως, πραγματοποιώντας ιδιόρρυθμες και παράνομες υπερωρίες, δεδομένου ότι για την τελευταία αυτή απασχόλησή του δεν είχε τηρηθεί ή προβλεπομένη από το νόμο διαδικασία, αφού η εναγομένη δεν είχε εγγράφως αναγγείλει στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας την επικείμενη υπερωριακή εργασία και δεν τηρούσε το ειδικό βιβλίο υπερωριών.
Επίσης, ενώ στον κλάδο του ενάγοντος είχε καθιερωθεί η 5νθήμερη εβδομαδιαία εργασία, αυτός εργαζόταν επί 7 ημέρες την εβδομάδα, χωρίς να του χορηγείται εβδομαδιαία αναπληρωματική ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της αντίστοιχης εβδομάδος (ρεπό), η οποία να περιλαμβάνει ολόκληρο το 24ωρο. Με τις παραδοχές αυτές, στη συνέχεια, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση κατά της 266/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία, με τις ίδιες παραδοχές, αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στον αναιρεσίβλητο, για τις εν λόγω αιτίες, ήτοι ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, παράνομη υπερωρία, εργασία κατά τα Σάββατα και Κυριακές και μη χορήγηση ρεπό, το ποσό των 42.081,32 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και εκείνες του άρθρου 904 του ΑΚ και ο, περί του αντιθέτου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή περιέχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι στερείται νομίμου βάσεως, γιατί δεν έχει νόμιμες και επαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος του ύψους των ελαχίστων νομίμων μηνιαίων αποδοχών, που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ειδικότερα δεν αναφέρεται στην απόφαση διάταξη νόμου, ΣΣΕ ή ΔΑ, αναφορικά με αυτές. Με τα δεδομένα αυτά ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη έλλειψη ανάγεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά την παραπάνω διάταξη. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 8-1-2009, αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 171/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ