Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of ownership via long-term possession and acceptance of inheritance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against the Patras Court of Appeal's judgment regarding property ownership. The appellants argued that the lower court distorted evidence and failed to consider specific documents, while the appellee claimed long-term possession and inheritance acceptance established their title. The court ruled that the lower court properly weighed all evidence, including witness testimonies and documents, to determine ownership through possession and inheritance, rendering the appeal grounds invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1710, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code; Article 1045 and 974 of the Civil Code; Article 559(20) and 561(1) of the Code of Civil Procedure: Ownership of immovable property is acquired derivatively through inheritance upon acceptance and registration, and possession is established by visible acts of control; distortion of evidence is only a ground for appeal if the judgment relies exclusively on the distorted document without considering other evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1561 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1561/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Α. του Κ. και 2. Α. Α. του Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φλώρο του Αλεξάνδρου.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Γ. Τ., το γένος Κ. Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αναγνωστόπουλο του Ιωάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και με την από 2-3-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1023/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 12-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατ' αποδοχή των λόγων αναίρεσης που αναφέρονται στο σκεπτικό. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846,1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.
Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Ο τρόπος απόκτησης της νομής του πράγματος δεν έχει σημασία. Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοσή της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 του ΑΚ τρόπους. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Τέτοιες πράξεις αποτελούν η επίβλεψη του ακινήτου, η καλλιέργεια αυτού, εφόσον είναι αγροτικό, η φύτευση σ' αυτό καρποφόρων δένδρων, η διαμόρφωση των ορίων του κλπ. Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή να ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά μπορεί ν' ασκείται μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του από τον εναγόμενο κατά την άσκηση της αγωγής.
Ο χρόνος κατάληψης του επίδικου ακινήτου από τον εναγόμενο δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα: "Στις 21-06-2002 απεβίωσε στο Ρίο Αχαΐας ο Κ. Α., ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγο του Α. και τους διαδίκους, που είναι τέκνα του, ήτοι τους Ν.
και Α. Α., πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα και την Ε. σύζυγο Γ. Τ., αναιρεσίβλητη. Ο θανών κατά το 1957 είχε αποκτήσει την κυριότητα, δυνάμει του …/1957 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Ανδρέα Αθανασίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενός ακινήτου, έκτασης περίπου έξι (6) στρεμμάτων, από αγορά από τον Α.
Α. Π., το οποίο βρίσκεται στη θέση "Π." του οικισμού Μ. του δήμου …. Την εν λόγω έκταση νεμόταν από το χρόνο αγοράς της. Ειδικότερα την επέβλεπε, την όργωνε, φύτευε εντός αυτής ελαιόδενδρα και συνέλεγε τον καρπό τους, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, με συνεχείς δε εκχερσώσεις, που ενεργούσε είτε ο ίδιος είτε για λογαριασμό του τα τέκνα του Ν.
και Α. Α., επεξέτεινε την εν λόγω έκταση προς βορρά και προς νότο αυτής. Με το …/1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Δημόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Κ. Α. μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στο γιο του Ν. Α., έκταση 2.160 τ.μ και στο γιο του Α. Α., έκταση 2.460 τ.μ, από το κέντρο του ως άνω ακινήτου. Τα δύο αυτά οικόπεδα είναι συνεχόμενα και συνορεύουν μεταξύ τους, βορειοδυτικά για το οικόπεδο των 2.160 τ.μ και νότια γι' αυτό των 2.460 τ.μ, σε πλευρά 50,20 μέτρων.
Κατά το παραπάνω συμβόλαιο το οικόπεδο των 2.460 τ.μ., (που συνορεύει, όπως προεκτέθηκε μ' αυτό των 2.160 τ,μ), συνορεύει βόρεια σε πλευρά 32,60 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας του ίδιου του Κ. Α.. Πρόκειται για το επίδικο οικόπεδο των 2.516 τ.μ, που περιγράφεται παρακάτω, ενώ το επίδικο οικόπεδο των 1.263 τ.μ, που επίσης περιγράφεται παρακάτω, δεν αναφέρεται ως "συνορεύον" με τα ακίνητα που μεταβιβάσθηκαν με γονική παροχή, διότι παρεμβαλλόταν μεταξύ αυτού και των μεταβιβασθέντων δρόμος.
Συνεπώς όταν ο Κ. Α. κατά το 1993 προέβη σε γονική παροχή προς τα δύο άρρενα τέκνα του παρέμεινε υπόλοιπο από το ακίνητό του, στην έκταση που είχε διαμορφωθεί, την οποία κυριότητα εξακολούθησε να έχει μέχρι το χρόνο του θανάτου του, ασκώντας τις ίδιες πράξεις νομής. Το ακίνητο που απέμεινε στην κυριότητά του αποτελείται από δύο τμήματα προς βορρά και προς νότο των τμημάτων που μεταβίβασε με γονική παροχή, ήτοι: 1) οικόπεδο, εκτάσεως 1263 τ.μ, που απεικονίζεται με τα στοιχεία Δ2-Γ2-Β2-Α2-Ω1-Ψ1-Χ1-Υ1-Θ2-Ζ2-Ε2-Δ2 στο από το μήνα Φεβρουάριο 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Β.
Β., που είναι προσαρτημένο στο …/2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Μαρίας Δημοπούλου και το οποίο συνορεύει βόρεια σε πλευρά Δ2-Γ2-Β2, μήκους 10 μέτρων συν 12,50 μέτρων με ιδιοκτησία Μ., ανατολικά σε πλευρά Β2- Α2-Ω1-Ψ1-Χ1, μήκους 22,45 μέτρων συν 26 συν 9,75 συν 14,30 με δημοτικό δρόμο, νότια σε πλευρά Χ1-Υ1 μήκους 23,35 μ.
με δημοτικό δρόμο και δυτικά σε πλευρά μήκους 10,95 μέτρων συν 2,65 συν 13,30 συν 12 συν 21,60 με δημοτικό δρόμο και β) οικόπεδο, εκτάσεως 2.516 τ.μ, το οποίο απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Δ'-Β'-Α'-Λ'-Ω'-ΑΙ-ΒΙ,Ε1-Ζ1-Η1-Θ1-Ι1-Κ1-Α στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και το οποίο συνορεύει δυτικά σε πλευρά Α-Β-Δ', μήκους 9,27 συν 9,20 μέτρων με ιδιοκτησία Π.
Χ., νότια σε πλευρά Δ'-Β'-Α, μήκους 32,60 συν 52,58 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Α., ανατολικά σε πλευρά,Α' -Λ'- Ω μήκους μέτρων 4 συν 21 με δημοτικό δρόμο, βόρεια σε πλευρά Ω-Α1-Β1-Γ1-Δ1-Ε1-Ζ1-Η1-Θ1-Ι1, μήκους 5,59 συν 6,13 συν 6,68 συν 5,27 συν 17,34 συν 7,19 συν 6,50 συν 7,23 συν 8,82 μέτρων, με ιδιοκτησία πρώην Α. Χ. και ήδη Ε. συζ. Δ. Π. και βορειοδυτικά σε πλευρά
ΙΙ-Κ1-Α, μήκους 27,05 μέτρων συν 13,10 με ιδιοκτησία Α. Χ.. Δεν προέβη, επομένως, σε άτυπη δωρεά προς τα δύο προαναφερόμενα τέκνα του, Ν. και Α. Α., από το έτος 1982, όπως αυτοί ισχυρίζονται με την αγωγή τους, ούτε αυτοί άσκησαν πράξεις νομής, ενεργώντας για λογαριασμό τους και επέκτειναν το ακίνητο, από τον παραπάνω χρόνο, όπως ισχυρίζονται ήδη και κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η μάρτυρας μητέρα των διαδίκων, της οποίας η κατάθεση ελέγχεται ως αναληθής.
Αντίθετα αποδείχτηκε ότι πράξεις νομής ασκούσε ο ίδιος ο θανών Κ. Α. είτε αυτοπροσώπως είτε δια των εν λόγω τέκνων του. Ακριβώς επειδή τα εν λόγω δύο ακίνητα, συνολικής επιφάνειας ακριβώς (1263 + 2516) 3779 τ.μ, παρέμειναν στην κυριότητα του Κ. Α. αυτός τα περιέλαβε σε σχετική δήλωση του εντύπου Ε9, του έτους 1997, οπότε δήλωσε προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ το έτος 1997 ότι είναι κύριος ακινήτου εκτάσεως τεσσάρων στρεμμάτων, στη θέση Μ., όπου δεν έχει άλλη ιδιοκτησία εκτός από τα επίδικα οικόπεδα.
Αλλά και στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των ετών 2001 και 2002 έχει δηλώσει εισοδήματα από τα εντός των ένδικων ακινήτων ελαιόδενδρα λάμβανε δε επιδότηση ελαιολάδου μέχρι το χρόνο του θανάτου του. Δεν αποδείχτηκε, συνεπώς, ότι στα ένδικα ακίνητα έχουν αποκτήσει κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία οι ενάγοντες Ν.
και Α. Α. και κατόπιν αυτών η αγωγή τους είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά το θάνατο του Κ. Α., δημοσιεύθηκε με τα 138/2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου η από 25-05-2002 ιδιόγραφη διαθήκη του, με την οποία αφήνει ένα διαμέρισμα στο γιο του Α. Α.. Ανεξαρτήτως του ότι η ενάγουσα Ε.
Τ. έχει ασκήσει αγωγή περί ακυρότητας της εν λόγω διαθήκης, ισχυριζόμενη ότι είναι πλαστή, σ' αυτή (διαθήκη) δεν αναφέρει τίποτα περί των επίδικων ακινήτων, τα οποία, κατά τα προαναφερόμενα, ήταν στην κυριότητά του μέχρι το χρόνο του θανάτου του και αποτέλεσαν κληρονομιαία περιουσία (1710 Α.Κ).
Συνεπώς για τα εν λόγω ακίνητα χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή και, δεδομένου ότι πλησιέστεροι συγγενείς του θανόντος ήταν η σύζυγός του και τα τρία τέκνα του, κληρονομεί ο καθένας ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου (1813 και 1820 του Α.Κ). Την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία του 1/4 των παραπάνω ακινήτων η Ε. Τ. αποδέχθηκε, με την 15281/26-1-2006 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Αθανασίου Γουργουλέτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπάκτου, στον τόμο 162 και αριθμ. ….
Συνεπώς είναι συγκυρία των προαναφερόμενων δύο οικοπέδων κατά το προαναφερόμενο ποσοστό (1193 και 1198 Α.Κ). Με τις … και …/15-11-2005 συμβολαιογραφικές πράξεις της συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Μαρίας Δημοπούλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπάκτου στον τόμο 161 και αριθμ.
… και … και … και …, αντιστοίχως, οι Νικόλαος και Α. Α. προέβησαν στη σύσταση οριζόντιων κατ' έκταση (κάθετων) ιδιοκτησιών και κατένειμαν μεταξύ τους τα παραπάνω οικόπεδα, ως συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, την οποία ισχυρίζονται ότι απέκτησαν με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα τους από το έτος 1982, προέβησαν δε σε περιφράξεις των ακινήτων και εμποδίζουν αυτή να εισέλθει σ' αυτά.
Με τις ενέργειες τους αυτές αφενός αμφισβητούν τη συγκυριότητά της στα ακίνητα αφετέρου απέβαλαν αυτήν από τη νομή αυτών κατά το ποσοστό της. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η από 2-3-2006 διεκδικητική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων είναι και κατ' ουσίαν βάσιμη, ενώ η συνεκδικαζόμενη αντίθετη από 17-2-2006 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των τελευταίων κατά της πρώτης είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας των επίδικων δύο (2) ακινήτων από τον ανωτέρω άμεσο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Κ.
Α. και με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), αφού δέχθηκε ότι τα είχε στη νομή του, ενεργώντας τις πιο πάνω πράξεις νομής, ως τμήματα του προαναφερθέντος μείζονος ακινήτου του, επί χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας αναδρομικώς από του χρόνου θανάτου του (2002) και, συνακόλουθα, της απόκτησης της συγκυριότητας αυτών κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου από την κληρονόμο του (αναιρεσίβλητη), δυνάμει της πιο πάνω, νομίμως μεταγραφείσης, αποδοχής κληρονομίας, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ.
Συνεπώς οι πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγων ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι. Δεν απαιτείτο δε για τη νομική πληρότητα της απόφασης η αναφορά αφενός της έκτασης και των ορίων του αγορασθέντος ακινήτου από το δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης κατά το 1957, και αφετέρου του εμβαδού και των ορίων των εκτάσεων που καταλήφθηκαν με τις επεκτάσεις του μείζονος ακινήτου προς βορράν και νότο, του χρόνου των καταλήψεων και της ενέργειας των πράξεων νομής επ' αυτών και των μερικότερων πράξεων νομής, που αφορούσαν τις εκτάσεις αυτές, αφού κρίσιμο ζήτημα εν προκειμένω ήταν η ταυτότητα των επίδικων δύο (2) ακινήτων, τα οποία και περιγράφονται λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη απόφαση και εάν αυτά (επίδικα ακίνητα) βρίσκονταν στη νομή του ανωτέρω Κ. Α. επί τον απαιτούμενο χρόνο για την (έκτακτη) χρησικτησία, ενώ το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ως προς τα ουσιώδη αυτά ζητήματα διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, είναι αβάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις που διατυπώνονται με τον ως άνω πέμπτο λόγο αναίρεσης. Επίσης η αιτίαση που οι αναιρεσείοντες με τον πιο πάνω έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικής αιτιολογίας ως προς την περιγραφή του πρώτου επίδικου ακινήτου των 1.263 τ.μ, αφού, ενώ δέχεται ότι το εν λόγω ακίνητο δεν συνορεύει προς βορρά με το άλλο ακίνητο των 2.516 τ.μ, διότι μεταξύ τους παρεμβάλλεται δημοτικός δρόμος, στην εν συνεχεία περιγραφή του ακινήτου αυτού (των 1.263 τ.μ) αναφέρεται ως όριό του προς βορρά ακίνητο ιδιοκτησίας Μ., είναι αβάσιμη. Τούτο, διότι από την προαναφερόμενη λεπτομερή καθ' όρια και πλευρικές διαστάσεις περιγραφή του ακινήτου των 1.263 τ.μ. δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
3.- Οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενοι την ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο, διότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της διενέργειας πράξεων νομής του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας επί των καταληφθεισών εκτάσεων και ειδικότερα διότι, ενώ γίνεται δεκτό ότι οι εκχερσώσεις των συνεχόμενων άγονων εκτάσεων διενεργούνταν και εκ μέρους αυτών (αναιρεσειόντων) για λογαριασμό του πατέρα τους Κ.
Α. δεν προσδιορίζεται αν αυτό γινόταν με αμοιβή και δεν αναφέρεται σε ποιον ανήκαν τα μηχανήματα με τα οποία οι εκχερσώσεις έλαβαν χώρα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οι εν λόγω αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές.
Επίσης με τον ένατο λόγο αναίρεσης, από τον ίδιο αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, διότι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάληψης και κατοχής των επίδικων ακινήτων εκ μέρους τους, αφού δεν αναφέρεται ο χρόνος της κατάληψής τους και αν αυτά κατέχονται και από ποιον (από τους δύο) συγκεκριμένα κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι δεν απαιτείται η αναφορά του χρόνου κατάληψης των επίδικων ακινήτων, αφού ο χρόνος αυτός δεν είναι, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω νομική σκέψη, στοιχείο της διεκδικητικής αγωγής, ενώ, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (και προαναφέρθηκε), διαλαμβάνεται σ' αυτήν, ότι οι αναιρεσείοντες κατέλαβαν και κατέχουν (κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής) τα επίδικα ακίνητα, τα οποία και έχουν περιφράξει. 4.- Ο από τη διάταξη του αριθ. 8 περίπτ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, που ελέγχονται παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), παρά το νόμο και κατά παράβαση της κρατούσας στην πολιτική δίκη αρχής της συζήτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ή την παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Επομένως, πράγματα, κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων πραγματικά περιστατικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 8 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι ο πατέρας αυτών και της αναιρεσίβλητης Κ.
Α. ήταν κύριος των επίδικων ακινήτων μέχρι το θάνατό του, επειδή αυτός αφενός είχε αποκτήσει λόγω αγοράς ένα ακίνητο έκτασης περίπου έξι (6) στρεμμάτων και αφετέρου είχε επεκτείνει το ως άνω ακίνητο προς βορρά και νότο με συνεχείς εκχερσώσεις όμορων (άγονων) εκτάσεων, καθιστάμενος κύριος των καταληφθεισών εκτάσεων με (έκτακτη) χρησικτησία, ενώ η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη δεν είχε προβάλει με την αγωγή της σχετικό ισχυρισμό περί κτήσεως κυριότητας των εκτάσεων που προέκυψαν από τις επεκτάσεις (με εκχερσώσεις) του αγορασθέντος ακινήτου, από τον άμεσο δικαιοπάροχο (και πατέρα της) Κ.
Α.. Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της από 2-3-2006 αγωγής της αναιρεσίβλητης, το οποίο παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, η τελευταία ανέφερε ότι από κληρονομική διαδοχή (εξ αδιαθέτου) του πατέρα της Κ. Α. έγινε συγκύρια κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου των επίδικων δύο (2) ακινήτων των 1263 και 2516 τ.μ., τα οποία αποτελούν τμήματα του μεγαλυτέρου ακινήτου, έκτασης "έξι (6) περίπου στρεμμάτων ή όσης έκτασης και αν ήταν", του οποίου την κυριότητα ο πατέρας της είχε αποκτήσει από αγορά από αληθινό κύριο δυνάμει του προαναφερόμενου, νομίμως μεταγραφέντος, συμβολαίου και με έκτακτη χρησικτησία, αφού είχε έκτοτε στη νομή του το εν λόγω μείζον ακίνητο, (τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα), από το 1957 και έκτοτε συνεχώς μέχρι το θάνατό του.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αφού το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ανωτέρω άμεσος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης έγινε κύριος των επίδικων δύο (2) ακινήτων, τα οποία αποτελούν τμήματα του μείζονος ακινήτου των έξι (6) περίπου στρεμμάτων που αγόρασε κατά το 1957, όπως τα όριά του διαμορφώθηκαν με επέκταση προς βορρά και νότο, με έκτακτη χρησικτησία (δεδομένου ότι τα είχε στη νομή του επί χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας) δεν δέχθηκε μη προταθέντα πράγματα (κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί εκτάσεων μη αναφερομένων στην αγωγή), τα οποία είχαν ουσιώδη επίδραση στη δίκη. 5.- Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις.
Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων συζήτηση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 του ΚΠολΔ, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο, εφόσον βέβαια είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει νόμιμη επίκλησή τους.
Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων είναι όταν αυτή είναι ειδική, δηλαδή όταν στην απόφαση γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, για τη λήψη των οποίων τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, χωρίς όμως να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της καθεμιάς από αυτές. Η επίκληση δε αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 9/2000).
Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση ένορκης βεβαίωσης, όταν στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου περιέχεται μόνο γενική αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε προσκομίσει με επίκληση πρωτοδίκως, χωρίς αναφορά στις ένορκες βεβαιώσεις με παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των ένορκων βεβαιώσεων.
Στην προκειμένη υπόθεση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τις 4467, 4468, 4885 και 4886/2006 ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί νομότυπα μετά εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου τους, τις οποίες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του.
Από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου, τις οποίες παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, για να ελέγξει τη βασιμότητα του λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες στη σελίδα 2 αυτών αναφέρουν ότι "προσάγουμε και επικαλούμαστε κατά περιεχόμενο άπαντα τα και πρωτοδίκως προσαχθέντα έγγραφα, όπως αυτά παρατίθενται και επεξηγούνται χωριστά το καθένα στις από 9-11-2006 και από 9-11-2006 προτάσεις μας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου κατά τη συνεκδίκαση των αγωγών" και στη συνέχεια προβαίνουν στη συρραφή των προτάσεων που κατέθεσαν στη σχετική με την υπόθεση συνεδρίαση του πρωτοδικείου.
Επομένως, το Εφετείο, που θεώρησε ότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση των ανωτέρω ένορκων βεβαιώσεων και για το λόγο αυτό δεν τις έλαβε υπόψη του, ορθώς έπραξε και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Η ως άνω υιοθετηθείσα, με πάγια νομολογία, άποψη δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και ούτε αντίκειται στο άρθρο 20 του Συντάγματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με το αναιρετήριο, αφού δεν παρακωλύεται το δικαίωμά τους για απόδειξη των ισχυρισμών τους με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση της νόμιμης επίκλησής του, η οποία υπηρετεί αφενός μεν την απόδειξη προσαγωγής του, αφετέρου δε αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζήτησης και εξασφαλίζει επιπλέον το δικαίωμα ανταπόδειξης του αντιδίκου.
Ούτε, εξάλλου, παραβιάζεται από τους πιο πάνω δικονομικούς κανόνες, αναφορικά με την νόμιμη επίκληση των αποδεικτικών μέσων, η αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως επίσης αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, ισχυρίζονται, ότι, σε κάθε περίπτωση, την ως άνω 4.885/2006 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα την επικαλέστηκε και η αντίδικός τους, με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και κατά συνέπεια, με το να μη τη λάβει υπόψη το Εφετείο, υπέπεσε στην ίδια αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 11περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, δεν γίνεται από αυτή σαφής και ορισμένη επίκληση της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης με προσδιορισμό των απαραίτητων στοιχείων για την ταυτότητά της, ήτοι του αριθμού και του οργάνου ενώπιον του οποίου δόθηκε.
Απλώς, στις εν λόγω προτάσεις γίνεται αναφορά μιας κατάθεσης μάρτυρα των αναιρεσειόντων ενώπιον συμβολαιογράφου προς υποστήριξη των απόψεων της αναιρεσίβλητης. 6.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όπως προαναφέρθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, ότι αυτοί και όχι ο πατέρας τους Κ.
Α. ασκούσαν πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα επί τον απαιτούμενο για την έκτακτη χρησικτησία χρόνο. Ειδικότερα, με το δεύτερο μεν λόγο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το από 7-11-2007 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου σε βάρος του μάρτυρα Γ. Τ., ενώ με τον τρίτο λόγο, ότι δεν έλαβε υπόψη την από 27-6-2007 έκθεση ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Α.
Χ. ενώπιον του Πταισματοδίκου Ναυπάκτου. Στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται η γενική βεβαίωση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν". Από αυτή τη γενική βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τ' ανωτέρω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, οι ως άνω δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. 7.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, ο αναφερόμενος σ' αυτό λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν έγινε συνεκτίμηση αυτού μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αυτό αναφορικά με το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.
Και αυτό γιατί στην τελευταία περίπτωση δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου παρά μόνο με την εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και συγκεκριμένα την υπ' αριθ.
πρωτ. Β/24-1-2006 βεβαίωση της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Μεσολογγίου-Ναυπάκτου, αφού δέχθηκε ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Κ. Α. λάμβανε μέχρι το χρόνο θανάτου του επιδότηση ελαιολάδου για τα ελαιόδενδρα που βρίσκονταν στα επίδικα ακίνητα, ενώ κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το ως άνω έγγραφο, όπου γίνεται μόνο αναφορά ότι ο Κ.
Α. είναι μέλος ελαιοπαραγωγών και από το 5-10-1989 και μέχρι το θάνατό του επιδοτήθηκε ως ελαιοπαραγωγός. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δεχόμενο το πιο πάνω γεγονός της επιδότησης, προκειμένου να ενισχύσει την κρίση του, ότι πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα ενεργούσε ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Κ.
Α. στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή σε καταθέσεις μαρτύρων, σε ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων και στα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω βεβαίωση, χωρίς να στηρίξει σε αυτή αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας σχετικό πόρισμά του.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
8 .- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, εκτός από τους παραπάνω.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-2-2009 αίτηση των Ν. Α. και Α. Α. για αναίρεση της 1023/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα,την 1 Ιουλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ