Legislator Case Law & Legislation
1561/2008 AI generated

1561/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1561/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.01.2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2983/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 10032/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 03.04.2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 25.03.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1561/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι στο χρεωστικό κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, ποσό που λαμβανόταν ως αφετηρία - βάση εκκίνησης του υπολογισμού της οφειλής, συνυπολογίζονταν και οι ενσωματωμένοι τόκοι τόκων, οι οποίοι αντιθέτως δεν επιβάλλονταν επί του υφιστάμενου κατά τον ανωτέρω χρόνο χρεωστικού καταλοίπου και έως τις 9.5.2001, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 30 §§ 1 και 2 εδαφ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1561 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1561/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : Χ1, Χ2 και Χ3, τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους Σπυριδούλα Λιώση.

Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Λουκία Βαρελά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.01.2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2983/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 10032/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 03.04.2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 25.03.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2.789/2000 "Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κλπ.", όπως οι §§ 1 και 2 εδαφ. α τούτου αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 42 του ν. 2.912/2001, που ισχύει από 9.5.2001, ορίζονται τα ακόλουθα : "Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση είχε καταστεί ενόλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31.12.2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών τούτων με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση : α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι την 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως του δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τ' ανωτέρω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι την 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι την 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού (§ 1). Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε η, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιοριστεί σύμφωνα με την § 1 του παρόντος (§ 2)".

Από τη διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίστηκε υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών, από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν καταγγελθεί ή λήξει ως και τις 31.12.2000, ώστε η εκάστοτε προς αυτά συνολική οφειλή να μην υπερβαίνει ορισμένα πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος των κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων, πολλαπλάσια που περιοριστικά καθορίζει ο νόμος, προς αντιμετώπιση του φαινομένου της υπέρμετρης και επικίνδυνης για τις επιχειρήσεις διογκώσεως των προς τα πιστωτικά ιδρύματα οφειλών τους, σαφώς προκύπτει ότι προκειμένου περί συμβάσεως πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, που κλείστηκε οριστικά έως την 31.12.2000, για την κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 2.912/2001 εξεύρεση (επανακαθορισμό) της νόμιμης τελικής συνολικής (ανώτατο όριο) προς το πιστωτικό ίδρυμα οφειλής του πιστολήπτη : 1) λαμβάνεται ως βάση εκκίνησης του υπολογισμού το πραγματικό χρεωστικό (σε βάρος του πιστούχου) κατάλοιπο (ή επί λειτουργίας πλειόνων αλληλόχρεων λογαριασμών το σύνολο των καταλοίπων), όπως είχε διαμορφωθεί ένα χρόνο μετά την τελευταία εκταμίευση - χορήγηση (κεφαλαίου πιστώσεως), στο οποίο (κατάλοιπο) βεβαίως και είναι ενσωματωμένα, κατά τη φύση και το περιεχόμενο της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, τόσο κονδύλια δανειακού κεφαλαίου και τόκων του, όσο και ενδεχομένως και κεφαλαιοποιημένων τόκων (τόκων εξ ανατοκισμού), ως και λοιπών συμβατικών και νόμιμων επιβαρύνσεων, 2) επί του καταλοίπου αυτού και για το χρονικό διάστημα από την επομένη του ως άνω χρόνου και έως την 9.5.2001 λογίζονται συμβατικοί και μόνο τόκοι, αφού κατά τη ρητή επιταγή της παραπάνω διατάξεως αποκλείονται τέτοιοι από ανατοκισμό, οι δε συμβατικοί τόκοι δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 50% του ποσού του καταλοίπου, 3) το προκύπτον άθροισμα πολλαπλασιάζεται με τον οικείο ως άνω νόμιμο συντελεστή (4, 3 ή 2), και 5) από το εξαγόμενο γινόμενο αφαιρούνται όλες οι από τον πιστούχο ή τρίτο υπέρ αυτού προβλεπόμενες από την διάταξη αυτή καταβολές, το δε υπόλοιπο, που θα προκύψει, αποτελεί την τελική συνολική, νομίμως επανακαθορισμένη, καταβλητέα δε προς το πιστωτικό ίδρυμα οφειλή του δανειολήπτη, η οποία μάλιστα και δεν υπόκειται σε περαιτέρω επιβαρύνσεις από φόρους, τέλη, εισφορές και έξοδα.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της από 20.1.2002 αγωγής, οι αναιρεσείοντες εξέθεσαν σε αυτή, ότι δυνάμει της υπ' αριθ. ..... συμβάσεως πιστώσεως ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και συμπληρωματικών αυτής η αναιρεσίβλητη Τράπεζα είχε χορηγήσει στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΕΕ ΣΥΝΘΕΤΙΚΩΝ ΥΦΑΝΤΙΚΩΝ ΙΝΩΝ" πίστωση συνολικού ύψους 88.000.000 δραχμών, την πληρωμή του χρεωστικού καταλοίπου του οποίου είχε εγγυηθεί υπέρ της πιστούχου και έναντι της αναιρεσίβλητης ο ήδη αποβιώσας και από τους αναιρεσείοντες ενάγοντες εξαδιαθέτου κληρονομηθείς Α, ότι οι τρεις τελευταίες προς την πιστούχο εταιρία χορηγήσεις κεφαλαίου, μέσω των επικαλούμενων, εξυπηρετικών της λήξασας από το 1979 συμβάσεως πιστώσεως, που κλείστηκε στις 25.10.1979, αλληλόχρεων λογαριασμών, γενόμενες πριν τις 31.12.1985, ανέρχονταν συνολικώς στο ποσό των 11.500.000 δραχμών, το οποίο (κεφάλαιο χορηγήσεων) με υπολογισμό ετήσιων (και μόνον) συμβατικών τόκων 20% διαμορφωνόταν στο ποσό των 13.800.000 δραχμών, ότι το τελευταίο με περαιτέρω προσαύξηση με συμβατικούς τόκους μέχρι του 50% του κεφαλαίου (των 11.500.000 δραχμών) και στη συνέχεια με πολλαπλασιαστή το τέσσερα (4) διαμορφωνόταν σε 69.000.000 δραχμές, ότι μετ' αφαίρεση από το τελευταίο ποσό των συνολικών προς την εναγομένη καταβολών των 36.761.026 δραχμών εξάγεται, με βάση την παραπάνω ρητά επικαλούμενη, τροποποιητική του άρθρου 30 του ν. 2.789/2000, διάταξη του άρθρου 42 ν. 2912/2001, η τελική προς την αναιρεσίβλητη οφειλή της πιστολήπτριας εταιρίας από 32.238.974 δραχμές ή 94.611,81 ευρώ.

Με την αγωγή αυτή οι αναιρεσείοντες ζήτησαν, εκτός άλλων, δοθέντος ότι η αναιρεσίβλητη αξιώνει ως νομίμως προκύπτουσα, κατά επανακαθορισμό με βάση την αναφερθείσα διάταξη, οφειλή ποσού 1.371.333,98 ευρώ, να αναγνωρισθεί ότι η νόμιμη οφειλή της πιστούχου εταιρίας, για την πληρωμή της οποίας και ευθύνονταν ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος εγγυητή κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, ανερχόταν στο εν λόγω ποσό των 94.611,81 ευρώ.

Ενόψει τούτων, το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη και ως τέτοια απορριπτέα την αγωγή, διότι η επικαλούμενη και λαμβανόμενη ως βάση εκκίνησης για τον υπολογισμό της επανακαθοριστέας κατά την πιο πάνω, ρητώς δε επικαλούμενη διάταξη ολικής οφειλής, δηλαδή το από δραχμές 11.500.000 συνολικό κεφάλαιο (και μόνο) των τελευταίων εκταμιεύσεων, δεν βρίσκει έρεισμα στην τελευταία (διάταξη του άρθρου 42 ν. 2912/2001, κατά την οποία, όπως στη μείζονα σκέψη προεκτέθηκε, ως αφετηρία - βάση εκκίνησης του υπολογισμού λαμβάνεται το πραγματικό χρεωστικό κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με όλα τα κονδύλια πιστοχρεώσεων, αδιακρίτως, δηλαδή αν αφορούσαν σε κεφάλαιο, τόκους ή τόκους τόκων κ.λ.π., ένα χρόνο μετά την τελευταία από το πιστωτικό ίδρυμα προς τον πιστολήπτη χορήγηση.

Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι στο χρεωστικό κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, ποσό που λαμβανόταν ως αφετηρία - βάση εκκίνησης του υπολογισμού της οφειλής, συνυπολογίζονταν και οι ενσωματωμένοι τόκοι τόκων, οι οποίοι αντιθέτως δεν επιβάλλονταν επί του υφιστάμενου κατά τον ανωτέρω χρόνο χρεωστικού καταλοίπου και έως τις 9.5.2001, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 30 §§ 1 και 2 εδαφ.

α του ν. 2.789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2.912/2001, που τέθηκε σε ισχύ από 9.5.2001 (άρθρο 43 αυτού). Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Απριλίου 2007 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3 περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 10.032/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιουλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ