Legislator Case Law & Legislation
1561/2007 AI generated

1561/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1561/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2681/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7707/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/10/2003 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1561/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επακολούθησαν οι από 14-2-1984, 19-1-1985, 20-3-1986 ΕΓΣΣΕ, 7/1987 απόφαση του ΠΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 11601/1987 Α.Υ.Ε. και η από 26-1-1988 ΕΓΣΣΕ, με τις οποίες τα συνολικά κατώτατα όρια των ημερομισθίων αυξήθηκαν σε δρχ. 1202, 1422 και κατά 4,58%, 4,1% και 9,5% αντίστοιχα, με συνυπολογισμό όμως των ΑΤΑ και διορθωτικών ποσών που χορηγήθηκαν από 1-5-1982 και εφεξής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1561 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1561/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Μαρκάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (Ν.Π.Δ.Δ.), νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Φραγκούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2681/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7707/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/10/2003 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 11/9/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου κατά το εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. μέρος του τετάρτου και έκτου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Mε την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς που κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, αντίστοιχα, (ΦΕΚ Β 472/1981 και 731/1981) ρυθμίσθηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ.

του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι καθαρίστριες (παρ. 28), ορίσθηκε δε με τον ιδ γενικό όρο της απόφασης αυτής ότι σε κάθε περίπτωση οι από αυτή καθοριζόμενες συνολικές αποδοχές, με εξαίρεση τα επιδόματα που προβλέπονται από διατάξεις νόμου (Ν.201/75, ΝΔ 1064/71 κλπ.), δεν μπορούν να υπολείπονται των εκάστοτε ισχυόντων γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων της ΕΓΣΕΕ.

Ακολούθως με το άρθρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των άνω νοσηλευτικών ιδρυμάτων κλπ. ορίσθηκε ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του εν λόγω προσωπικού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου αντίστοιχα της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που αποφασίσθηκε με την 1/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την 12245/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, που ανέρχονταν σε 13.580 και 625 δραχμές, αντίστοιχα, και ότι επ' αυτών θα υπολογίζονται τα επιδόματα που προβλέπονται από την ισχύουσα ρύθμιση τα οποία θα χορηγούνται επιπλέον του βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου.

Επακολούθησαν οι από 14-2-1984, 19-1-1985, 20-3-1986 ΕΓΣΣΕ, 7/1987 απόφαση του ΠΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 11601/1987 Α.Υ.Ε. και η από 26-1-1988 ΕΓΣΣΕ, με τις οποίες τα συνολικά κατώτατα όρια των ημερομισθίων αυξήθηκαν σε δρχ. 1202, 1422 και κατά 4,58%, 4,1% και 9,5% αντίστοιχα, με συνυπολογισμό όμως των ΑΤΑ και διορθωτικών ποσών που χορηγήθηκαν από 1-5-1982 και εφεξής.

Ρητά όμως ορίζεται στα άρθρα 3 των άνω ΕΓΣΣΕ και 4 της διαιτητικής απόφασης ότι "οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ.1,2 και 3 της 1/1982 διαιτητικής απόφασης, που προσδιορίζουν τον βασικό μισθό, το βασικό ημερομίσθιο και τα διορθωτικά ποσά εξακολουθούν να ισχύουν και ότι τα επιδόματα που προβλέπονται από προηγούμενες Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας ή ομοίας εκτάσεως διαιτητικές αποφάσεις καθώς και από την παρούσα υπολογίζονται επί των βασικών μισθών και ημερομισθίων που προβλέπονται από την παραπάνω διαιτητική απόφαση.

Συνεπώς το βασικό ημερομίσθιο των καθαριστριών των άνω νοσηλευτικών ιδρυμάτων, επί του οποίου πρέπει να υπολογιστούν τα επιδόματα και προσαυξήσεις, ήταν μέχρι την 31-12-1988 το προβλεπόμενο από την 1/1982 διαιτητική απόφαση ημερομίσθιο ασφαλείας των 625 δρχ. στο οποίο παραπέμπει η παρ.28 της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΑ Πειραιώς.

Διαφορετικά όμως ρυθμίστηκε το ζήτημα τούτο με τις επακολουθήσασες ΕΓΣΣΕ, στις οποίες περιελήφθη νέα ειδική ρύθμιση ως προς τα προβλεπόμενα από την 1/1982 διαιτητική απόφαση. Ειδικότερα με το άρθρο 3 της από 21-2-1990 ΕΓΣΣΕ που δημοσιεύθηκε με την 11753/1990 απόφαση του Υπ.Εργασίας, ορίσθηκε ότι: "1. τα ποσά της ΑΤΑ που χορηγήθηκαν μέχρι την 1-9-1987 και αναλογούν α) στους βασικούς μισθούς και ημερομίσθια της 1/82 απόφασης του ΔΔΔΑ Αθηνών και β) στα διορθωτικά ποσά που χορηγήθηκαν από 1-1-82 και 1-1-84 σύμφωνα με την 182 απόφαση του ΔΔΔΑ Αθηνών και την ΕΓΣΣΕ έτους 1984, ενσωματώνονται στους βασικούς μισθούς και ημερομίσθια που προβλέπονται από την παραπάνω διαιτητική απόφαση. 'Ετσι οι βασικοί μισθοί και ημερομίσθια πάνω στα οποία υπολογίζονται τα επιδόματα, διαμορφώνονται ως εξής.

Βασικό ημερομίσθιο δρχ. 1669 βασικός μισθός δρχ. 36.869. 2. Τα επιδόματα που προβλέπονται από προηγούμενες ΕΓΣΣΕ ή ομοίας εκτάσεως ΔΑ, καθώς και από την παρούσα υπολογίζονται επί των βασικών μισθών και ημερομισθίων της προηγούμενης παραγράφου και στη συνέχεια προσαυξάνονται με όλα τα ποσοστά αυξήσεως των συνολικών γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων που έχουν χορηγηθεί από 31-12-87 και εφεξής".

Επιακολούθησε η από 3-4-1991 ΕΓΣΣΕ (πράξη κατάθεσης Υπ.Εργασίας 10/4-4-1991) στο άρθρο 2 παρ.1 της οποίας ορίσθηκε ότι "τα ποσά της ΑΤΑ που χορηγήθηκαν μετά την 1-9-87 και ως την 31-12-1990 και αναλογούν α) στους βασικούς μισθούς και ημερομίσθια εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων ή αντιστοίχων διαιτητικών αποφάσεων, β) στα διορθωτικά ποσά που χορηγήθηκαν από 1-1-82 και 1-1-84 σύμφωνα με την 1/82 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών και την ΕΓΣΣΕ 1984, ενσωματώνονται στους βασικούς μισθούς και ημερομίσθια την 1-1-1991.

τα ίδια τα διορθωτικά ποσά ενσωματώνονται την 1-7-1992, στη δε παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι "ύστερα από την ενσωμάτωση της προηγούμενης παραγράφου, τα επιδόματα που προβλέπονται από εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή ομοίας εκτάσεως διαιτητικές αποφάσεις υπολογίζονται από 1-1-91 επί βασικού ημερομισθίου, δρχ. 3095 και βασικού μισθού 68.663, από 1-7-91 επί δρχ. 3281 και 72814 αντιστοίχως, από 1-1-92 επί δρχ. 3471 και 77,041 αντιστοίχως και από 1-7-92 τα επιδόματα υπολογίζονται επί βασικού ημερομισθίου δρχ. 3839 και βασικού μισθού 85.799 ή επί εκείνων των μισθών και ημερομισθίων που τυχόν θα προκύψουν από την εφαρμογή της παρ.3".

Στη συνέχεια με τις ισχύσασες α) από 9-6-1993 ΕΓΣΣΕ (άρθρο 2), β) από 21-3-1994 ΕΓΣΣΕ (άρθρο 3), γ) από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ (άρθρο 3) και δ) από 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ (άρθρο 3), που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, ορίσθηκε ότι τα επιδόματα που προβλέπονται από εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή όμοιας έκτασης διαιτητικές αποφάσεις υπολογίζονται επί των γενικών κατωτάτων ορίων μισθών και ημερομισθίων που εκάστη εξ αυτών καθορίζει.

Η ενσωμάτωση στο βασικό μισθό των ως άνω ποσών ΑΤΑ και διορθωτικού επιδόματος και η καθιέρωση νέων βασικών μισθών και ημερομισθίων, στα οποία υπολογίζονται τα επιδόματα, όπως αναφέρεται στις άνω ΕΓΣΣΕ, δεν αναφέρεται αορίστως μόνο στα επιδόματα, αλλά ενόψει και της ρητής αναφοράς στην 1/1982 ως άνω διαιτητική απόφαση και στα ημερομίσθια και μισθούς που προέβλεπε αυτή, ως ασφαλείας, διαμορφώνει νέο βασικό ημερομίσθιο ή ημερομίσθιο ασφαλείας.

Κατά συνέπεια για τον υπολογισμό των αποδοχών των καθαριστριών των άνω νοσηλευτικών ιδρυμάτων, των αμειβομένων σύμφωνα με την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς και την 74/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, λαμβάνεται υπόψη μετά την 31-12-1988, το υπό της εκάστοτε ισχύουσας ΕΓΣΣΕ καθοριζόμενο ημερομίσθιο ασφαλείας, επί του οποίου υπολογίζονται και τα διάφορα επιδόματα και όχι το καθοριζόμενο από την 1/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών.

Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι αποδοχές της αναιρεσείουσας κατά το επίδικο από 1.1.1993 και 31.12.1996 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αυτή προσέφερε τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια στο υπαγόμενο διοικητικώς και οικονομικώς στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, Αιγινήτειο Νοσοκομείο και κατά το οποίο αυτή προσέφερε τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια στο υπαγόμενο διοικητικώς και οικονομικώς στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, Αιγινήτειο Νοσοκομείο και κατά το οποίο έπρεπε να αμείβεται με βάση της αποφάσεως 42/1981 του ΔΔΔΔ Πειραιώς και 74/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών, ήσαν υπολογιστέες με βάση τα 8/6 του από την 1/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, καθοριζομένου βασικού ημερομισθίου του 625 δραχμών, προσαυξημένου κατά 15%, επί του οποίου υπολογίζονται τα διάφορα επιδόματα και όχι με βάση τα 8/6 του κατά το επίδικο διάστημα καθοριζομένου από τις ισχύσασες ΕΓΣΣΕ κατωτάτου ημερομισθίου, προσαυξημένου κατά 15%, επί του οποίου πρέπει να υπολογιστούν τα ποσοστιαία επιδόματα και οι λοιπές παροχές, και ότι οι κατά τον ανωτέρω τρόπο υπολογιζόμενες αποδοχές της αναιρεσείουσας είναι υπέρτερες του 26πλασίου του συνολικού γενικού κατωτάτου ημερομισθίου εργατοτεχνίτη με την προϋπηρεσία και την οικογενειακή κατάσταση αυτής.

Έτσι όμως που έκρινε και απέρριψε εν μέρει την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς τις μη παραγραφείσες κατά τα κατωτέρω, απαιτήσεις αυτής, παραβίασε τις διατάξεις που ανωτέρω αναφέρθηκαν και είναι βάσιμοι ο πρώτος κατά το σχετικό μέρος του και δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975, 5 παρ. 3 εδ. γ΄ του ΝΔ 4548/1966, 7 παρ. 1 του Ν. 1810/1988 και των διατάξεων της κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1505/1984 εκδοθείσας με αρ. 2039921/3479/14.6.1991 απόφασης του Υπ. Οικονομικών προκύπτει ότι το ωρομίσθιο για την εξεύρεση της βάσει της πρώτης των άνω διατάξεων οφειλόμενης αμοιβής, στρογγυλοποιείται κατά τον υπολογισμό του στην επόμενη μονάδα.

Ενόψει αυτού το Εφετείο υπολογίζοντας ως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του την εκ του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975 μηνιαία αμοιβή της αναιρεσείουσας σε 22824 δρχ. ήτοι 50 ώρες επί ημερομίσθιο 456,40 δρχ. αντί 22850 δρχ. ήτοι 50 ώρες επί 457 δρχ., παραβίασε τις άνω διατάξεις και είναι βάσιμος ο τρίτος, αληθώς μόνον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 λόγος αναίρεσης.

Με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2019/1992, η ειδική αποζημίωση για πρόσθετη εργασία που είχε χορηγηθεί στους δημοσίους υπαλλήλους ωρισμένων κλάδων κλπ χορηγήθηκε από 1-1-1992 για τον ίδιο σκοπό (πρόσθετη εργασία) και με τις ίδιες διακρίσεις και στους άλλους υπαλλήλους του Δημοσίου των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, περιλαμβανομένων και εκείνων που αμείβονται σύμφωνα με τον Ν. 1876/1990, με εξαίρεση τους ωρομισθίους. Η αποζημίωση αυτή, που με το άρθρο 41 παρ. 8 του ν. 2065/1992 μετατράπηκε από 1-7-1992 σε ειδικό επίδομα, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 2320/1995 σε συνδυασμό και με την βάση αυτής εκδοθείσα με αριθμό 2042663/4709/0022/30-6-1995 απόφαση των υπουργών οικονομικών, Υγείας Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων εγκρίθηκε για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας Πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων, των εποπτευομένων απ΄ αυτό ΝΠΔΔ και το αντίστοιχου προσωπικού των πανεπιστημίων, να καταβληθεί αναδρομικά από 23-3-1990. Ενόψει αυτών εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατά τον υπολογισμό των νομίμων αποδοχών της αναιρεσείουσας ότι αυτή δεν εδικαιούτο να λαμβάνει την άνω ειδική αποζημίωση εκ του λόγου ότι δεν είχε εκδοθεί απόφαση του αρμοδίου υπουργού που να καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις καταβολής της και είναι βάσιμος ο τα αυτά υποστηρίζων αληθώς μόνον, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης.

Από τις διατάξεις της 64117/2589/90 απόφασης των Υπουργών Εθν. Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας πρόνοιας και Κοιν. Ασφαλίσεων που κυρώθηκε με το άρθρο 24 του ν. 1947/1991 και των άρθρων 3 του Ν. 2129/1993, 1 του Ν. 2198/1994, 14 του Ν. 2997/1995 και 2 του Ν. 2399/1996 σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις της 74/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 17663/1982 απόφαση του Υπ. Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 501), προκύπτει ότι οι από τις πρώτες χορηγηθείσες το 1991 και εφεξής ποσοστιαίες αυξήσεις των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ υπολογίζονται επί των τακτικών αποδοχών αυτών, ως τέτοιων νοουμένων εκείνων που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση της ΑΤΑ, δηλαδή του βασικού μισθού των διορθωτικών ποσών και των επιδομάτων τριετιών, πολυετίας και γάμου, όχι δε και επί του ποσού των χορηγηθεισών μέχρι τότε ΑΤΑ. Η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια για τον υπολογισμό των αποδοχών της αναιρεσείουσας από 1-1-1991 και εφεξής δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη της παρ. 28 της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς που ορίζει ότι οι καθαρίστριες των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων κλπ του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ αμείβονται με το εκάστοτε ισχύον κατώτερο όριο ημερομισθίου του εργατοτεχνίτου-τριας κλπ. σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1β της 19040/1981 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, κατά την οποία το επίδομα Πάσχα που δικαιούνται οι μισθωτοί που αμείβονται με ημερομίσθιο είναι ίσο με 15 ημερομίσθια, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα για τις υπηρεσίες της στο παραπάνω νοσοκομείο του αναιρεσιβλήτου κατά το επίδικο διάστημα εδικαιούτο εκάστοτε επίδομα Πάσχα ίσο με 15 ημερομίσθια. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση που υπολόγισε το επίδομα αυτό στο ήμισυ των μηνιαίων αποδοχών της αναιρεσείουσας, δηλαδή σε 12,5 ημερομίσθια, παραβίασε τις άνω διατάξεις και είναι βάσιμος ο αληθώς μόνον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, έκτος λόγος αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 48 παρ. 3 του Ν.Δ 496/1974 ο χρόνος παραγραφής των κατά του ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ΄ αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών. Περαιτέρω κατά τα άρθρα 49, 51 εδ.

β΄ και 52 εδ. γ΄ του ίδιου Ν.Δ η παραγραφή η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η οποία αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, διακόπτεται και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, άρχεται δε εκ νέου στην περίπτωση αυτή από της χρονολογίας την οποία φέρει η έγγραφος απάντηση της αρμόδιας για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαιτήσεως Αρχής, σε περίπτωση δε μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 51 εδ. β του ρηθέντος ΝΔ για την διακοπή της παραγραφής της χρηματικής αξίωσης κατά του νομικού προσώπου με την υποβολή προς αυτό σχετικής αίτησης του δικαιούχου, δεν είναι μεν αναγκαίο να αναγράφεται σ΄ αυτή το ποσό της αιτούμενης αξίωσης, είναι όμως απαραίτητο να διαλαμβάνεται κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο η συγκεκριμένη απαίτηση της οποίας ζητείται η πληρωμή ώστε να δύναται το νομικό πρόσωπο να διαγνώσει την ύπαρξη της και το δικαιολογημένο ή όχι αυτής και να απαντήσει θετικά ή αρνητικά επί της αιτήσεως (ΑΠ 1010/2000).

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ότι οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας για διαφορές αποδοχών της των ετών 1993 και 1994 υπέκυψαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974, δοθέντος ότι αυτή άρχισε την 1-1-1994 και 1-1-1995 αντίστοιχα και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο στις 23-12-1997 απέρριψε δε την περί διακοπής της εν λόγω παραγραφής αντένσταση της αναιρεσείουσας, διαλαμβάνοντας τα εξής: "Η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων δεν διεκόπη κατά το άρθρο 51β΄ του ΝΔ 496/1974 με την αίτηση που υπέβαλε στις 27-12-1995 η ενάγουσα μαζί με άλλους είκοσι (20) εργαζομένους προς το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, αφού στην αίτηση αυτή όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, δεν καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα της συγκεκριμένης απαιτήσεως και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του υποχρέου για την καταβολή ν.π.

να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητα της, προκειμένου ν΄ απαντήσουν στην αίτηση θετικά ή αρνητικά. Η ασάφεια αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο και με την παράγραφο 1γ΄ της αιτήσεως, κατά την οποία το εναγόμενο καλείται να ενεργήσει ό,τι δει δια την καταβολήν της διαφοράς αποδοχών και αποζημιώσεως της οφειλομένης γενικώς εις την μη καταβολήν των προβλεπομένων υπό του νόμου και των σχετικών ΔΑ και ΣΣΕ αποδοχών μας από 1-1-1992.

Κατά το χρόνο της υποβολής της αιτήσεως (27-12-1995) η ενάγουσα είχε ήδη ασκήσει κατά του εναγομένου την από 12 Νοεμβρίου 1993 αγωγή της με την οποία διεκδικεί διαφορές αποδοχών από 1-1-1989 έως 30-9-1992 με βάση ημερομίσθιο 645 δραχμών. Ευλόγως επομένως το εναγόμενο θα μπορούσε να εκλάβει ενόψει του περιεχομένου της αιτήσεως και της προγενέστερης από 12 Νοεμβρίου 1993 αγωγής της ότι η ενάγουσα και για το μεταγενέστερο από 1-1-1992 και εφεξής διάστημα διεκδικεί διαφορές αποδοχών με βάση ημερομίσθιο 645 δραχμών όταν αυτό είναι ήδη βέβαιο για το χρονικό διάστημα από 1-1-1992 έως 30-9-1992 με βάση την προγενέστερη από 12-11-1993 αγωγή της".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο αναφορικά με την παραπάνω αντένσταση της αναιρεσείουσας εφάρμοσε σωστά και δεν παραβίασε τις διατάξεις που αναφέρθηκαν διαλαμβάνονται σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το συγκεκριμένο ουσιώδες ζήτημα της παραγραφής. Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον έβδομο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Η με το άρθρο 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974 θεσπιζόμενη κατά τα΄ ανωτέρω διετής παραγραφή ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος ή και μεγαλύτερος από το χρόνο παραγραφής παρόμοιων αξιώσεων (άρθρ. 250 παρ. 6 και 17 ΑΚ), μικρότερος δε από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ιδίου ΝΔ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων του ν.π κατά τρίτων, είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, καθόσον η ως άνω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των πιο πάνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ.

Εξάλλου η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν μεν τον νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά δικαιώματα, όχι όμως και να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό κατά περίπτωση χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την ισχύ τους.

Κατ΄ ακολουθίαν αυτών ο όγδοος (τελευταίος) λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια με το να εφαρμόσει την περί διετούς παραγραφής των σχετικών απαιτήσεων της αναιρεσείουσας διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974, η οποία ως επιβάλλουσα διαφορετική μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ ή του Δημοσίου, σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων καθώς και των ΝΠΔΔ και του Δημοσίου σε σχέση με τους ιδιώτες εργοδότες αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα παραπάνω κεφάλαια αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, δυνάμενο να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την 7707/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ