Supreme Court allows partial compensation for non-work injury against employer due to negligence and health deterioration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the plaintiff's claim for damages against Marks & Spencer, overturning the lower court's dismissal. The plaintiff argued that her health deterioration and subsequent disability were caused by the employer's negligence and lack of care, rather than a work-related accident. The court found the lower court erred in interpreting the law and evaluating evidence, ruling that the plaintiff was entitled to compensation for moral and physical harm. Consequently, the case was remanded for a final judgment awarding 25,000 euros in damages and ordering the employer to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 570 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must adjudicate the merits of a case remitted after a first retrial without a second remittal, and may award damages for non-work-related injury if negligence by the employer is proven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1560 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1560/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας - καλούσας: Ε. Β. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τίγκα, ο οποίος ανακάλεσε την από 26-2-2025 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Της εφεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Marks & Spencer Μ. Ελλάδος ΑΒΕΤΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Γεωργαντίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2013 αγωγή της ήδη εκκαλούσας - καλούσας και τις από 12-3-2013 και από 22-4-2013 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε παρέμβαση της ήδη εφεσίβλητης - καθ' ης η κλήση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 684/2018 απόφαση του Β1' Πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 58/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποία ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2020 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 855/2024 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατόπιν επανάληψη της συζήτησης κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.. Η απόφαση αυτή (855/2024 του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου) αναίρεσε την 58/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επαναφέρεται για νέα συζήτηση με την από 23-9-2024 κλήση της εκκαλούσας - καλούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.
Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία "νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας" και της παρ.2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 σύμφωνα με την οποία "η υπόθεση συζητείται [στο δικαστήριο της παραπομπής] μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ", προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ` ουσίαν λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ.2 και 570 παρ.2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ και αφού, μετά την αναίρεση, παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία την μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ` ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ` ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 367/2024, 956/2023, 364/2019, 87/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κατάληξη της υπόθεσης στο παρόν στάδιο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα με την από 23.1.2013 με αύξ.
αριθμ. καταθ. ....2013 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων κατά της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Marks and Spencer M. Ελλάδος ΑΒΕΤΕ", ισχυρίσθηκε ότι τον Οκτώβριο του έτους 1999 προσλήφθηκε από την εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να παρέχει σε αυτήν τις υπηρεσίες της ως εμποροϋπάλληλος-πωλήτρια στο υποκατάστημα ειδών ένδυσης, υπόδησης και καλλυντικών , που η τελευταία διατηρεί και εκμεταλλεύεται στα Τρίκαλα Θεσσαλίας.
Ότι στα καθήκοντά της, πέραν από την εξυπηρέτηση των πελατών του καταστήματος, συμπεριλαμβάνονταν η παραλαβή συσκευασμένων εμπορευμάτων από τις εισόδους του καταστήματος και η χειρονακτική μεταφορά και τοποθέτησή τους στις αποθήκες του καταστήματος, που βρίσκονταν στον πρώτο όροφο και στο υπόγειο, χωρίς τη χρήση ανελκυστήρα, αφού δεν υπήρχε, ο καθαρισμός του εμβαδού 1.100 τ.μ.
καταστήματος, καθώς και η εσωτερική διακόσμησή του, χωρίς να επιτρέπεται κατά τη διάρκεια της εργασίας της η χρήση καθίσματος, το οποίο μάλιστα δεν ήταν διαθέσιμο. Ότι το μήνα Οκτώβριο του έτους 2001, στην προσπάθειά της να άρει και να μεταφέρει, όπως στα πλαίσια των καθηκόντων της ήταν υποχρεωμένη, συσκευασμένο εμπόρευμα σημαντικού βάρους, υπέστη κήλη μεσοσπονδύλιου δίσκου, η οποία αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά η δε αποθεραπεία της ολοκληρώθηκε το μήνα Απρίλιο του έτους 2003, οπότε και επέστρεψε στην εργασία της.
Ότι μετά την επιστροφή της, αρχικά εργαζόταν επί τετράωρο ημερησίως και στη συνέχεια επί οκτάωρο, ενώ από τον Οκτώβριο του έτους 2005 της ανατέθηκαν πρόσθετα καθήκοντα υπεύθυνης λειτουργίας του ως άνω καταστήματος. Ότι παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες της στην εναγόμενη για τις δυσμενείς συνθήκες παροχής της εργασίας της και την υποβολή αιτημάτων για περιορισμό ή και απαλλαγή από ορισμένα καθήκοντα, λόγω του ατυχήματος που είχε υποστεί και της εξ αυτών(καθηκόντων) επιβάρυνσης της υγείας της, τα αιτήματά της δεν έγιναν αποδεκτά.
Ότι μετά ταύτα, τον Οκτώβριο του έτους 2008 αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από την εργασία της, λόγω της μη βελτίωσης των συνθηκών εργασίας και του διαφαινόμενου σοβαρού κινδύνου για την υγεία της, ενώ λίγες ημέρες αργότερα προσλήφθηκε και πάλι ως εμποροϋπάλληλος σε κατάστημα άλλης εταιρείας στη Λάρισα με καλύτερες συνθήκες εργασίας.
Πλην όμως και από αυτή τη νέα εργασία και παρά το ότι οι εργασιακές συνθήκες ήταν πράγματι καλύτερες, αναγκάστηκε να παραιτηθεί το Μάιο του έτους 2009, αφού λόγω της συνεχούς καταπόνησής στην προηγούμενη, επί εννέα έτη, εργασία της είχε υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στην υγεία της, χωρίς έκτοτε (μετά την τελευταία παραίτηση)να εργαστεί ξανά, έχοντας κριθεί από τις αρμόδιες επιτροπές του ΙΚΑ ανάπηρη, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο ποσοστά.
Ότι η επιδείνωση, μετά την κατά τα άνω επάνοδο στην εργασία της και η αναπηρία, την οποία υπέστη, είναι απότοκος και συνδέεται αιτιωδώς με τις περιγραφόμενες υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης και των προστηθέντων της, η οποία παραβίασε τις υποχρεώσεις πρόνοιας και προστασίας της ζωής και της υγείας της, με αποτέλεσμα η άσκηση των καθηκόντων της να μετατρέπεται σε ιδιαίτερα δυσμενή για την ίδια λόγω και του εργατικού ατυχήματος που είχε υποστεί κατά το παρελθόν, ως εργαζόμενη στην ίδια (εναγόμενη) εταιρεία.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε την επιδίκαση (καταψηφιστικά) χρηματικής ικανοποίησης, ύψους 950.000 ευρώ, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξ αιτίας του ένδικου εργατικού ατυχήματος (επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της και εντεύθεν αναπηρία), που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας της, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ως πωλήτριας στο προαναφερόμενο κατάστημα της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και άλλων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. 148/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία, όσον αφορά την εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε η από 4.11.2013 με αυξ. αριθμ. κατάθ. 102/2013 έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγόμενης-εφεσίβλητης ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Generali Hellas Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και επ' αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ'αριθμ. 58/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν.
Κατά της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 5.6.2015 αίτηση αναίρεσης κατά της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης και κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Generali Hellas Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία" και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 684/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έγινε δεκτός ο πέμπτος λόγος αναίρεσης για αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρέθηκε ως προς την εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη στο σύνολό της η ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, για την εκ νέου εκδίκαση αυτής.
Ακολούθως και κατόπιν της από 29.5.2018 με αριθμ. κατάθ. 476/2018 κλήσης της καλούσας- ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας κατά της καθ' ης η κλήση - εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης, η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ' αριθμ. 58/4.2.2020 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου με την οποία, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση της εκκαλούσας- ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας.
Κατά της ανωτέρω υπ' αριθ. 58/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η ενάγουσα άσκησε την από 10.7.2020 με αριθμ. κατάθ. 29/10.7.2020 αίτηση αναίρεσης (δεύτερη), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 855/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης για αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου κατέστησε αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και αναιρέθηκε στο σύνολό της η ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Ειδικότερα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου με την ως άνω υπ' αριθμ. 855/2024 απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα:"[...] Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα, αν η αρχική της νόσος και η περαιτέρω εκφυλιστική της εξέλιξη συνιστά εργατικό ατύχημα και αν η πιο βλάβη της υγείας της είναι απότοκος υπαίτιας παράλειψης της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης εργοδότριάς της να εκπληρώσει την απορρέουσα από το άρθρο 662 ΑΚ υποχρέωσή της να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την παροχή της εργασίας της στο χώρο αυτής, ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία της, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του Ν. 551/1915, όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ.
της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α του ΕισΝΑΚ, 914,922,297,298,330 και 662 ΑΚ. Ο ως άνω λόγος είναι βάσιμος. Και τούτο διότι με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής και έτσι όπως έκρινε, παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον δεν διαλαμβάνονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των άνω ουσιαστικών διατάξεων, συγκεκριμένα ως προς το κρίσιμο ζήτημα της παράλειψης ή μη της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης να μεταβάλει τις συνθήκες εργασίας της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας μετά τη γνωστοποίηση σε αυτήν του προβλήματος υγείας της, το οποίο κατά τις ίδιες παραδοχές παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά στις 25-10-2001.
Ειδικότερα είναι αντιφατικές οι αιτιολογίες: Α)"[...] Στις 25 Οκτωβρίου 2001 η εκκαλούσα κατά τη διάρκεια της εργασίας της αισθάνθηκε έντονους οσφυϊκούς πόνους, από τους οποίους δεν μπορούσε να κινηθεί και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Τρικάλων [...]"(σελ.11 της προσβαλλόμενης απόφασης), "[...] πλην όμως [...] δεν αποδεικνύεται και [...] ότι η άρση του βαρέως αντικειμένου έγινε στο χώρο της εργασίας της και εξ αφορμής της τελευταίας και όχι σε κάποιον άλλο χώρο [...]" (σελ. 17 της προσβαλλόμενης απόφασης), αφού γίνεται δεκτό αφενός μεν ότι η εμφάνιση της νόσου της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας έγινε, ενώ αυτή βρισκόταν στο χώρο εργασίας της, αφετέρου δε εντελώς αντιφατικά γίνεται επίσης δεκτό ότι δεν αποδεικνύεται ότι η άρση του αντικειμένου εξ αιτίας της οποίας δημιουργήθηκε το πρόβλημα έγινε στο χώρο της εργασίας της και χωρίς περαιτέρω παραδοχή άλλης αιτίας εξ αιτίας της οποίας εμφανίσθηκε σε αυτήν, ενώ βρισκόταν στο χώρο εργασίας της, το πιο πάνω πρόβλημα.
Β) "Από την 25η Οκτωβρίου 2001 έλαβε αναρρωτική άδεια και στις 30-11-2001 εισήχθη στην Ορθοπεδική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας, όπου νοσηλεύτηκε επί είκοσι ημέρες και ακολούθως νοσηλεύτηκε από 21-1-2002 έως 8-2-2002, από 1-4-2002 έως 11-4-2002 και από 5-6-2002 έως 7-6-2002 [...] στις 22-7-2002 η εκκαλούσα εισήχθη στην Ορθοπεδική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας και της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια σαράντα πέντε ημερών [...] Η εκκαλούσα μετά από πλήρη αποθεραπεία επανήλθε στην εργασία της το μήνα Απρίλιο του έτους 2003 [...] Το μήνα Οκτώβριο του έτους 2005 της ανατέθηκαν διοικητικά καθήκοντα, καθόσον ορίστηκε υπεύθυνη λειτουργίας του καταστήματος [...] Όμως [...] δεν αποδείχθηκε ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες παρείχε την εργασία της η ενάγουσα αποτέλεσαν την αφορμή για να αναπτυχθεί και να εκδηλωθεί η ασθένεια από την οποία πάσχει [...] Άλλωστε μετά την υποβολή της σε χειρουργική επέμβαση και την ανάρρωσή της απ' αυτή, επέστρεψε πλήρως αποθεραπευμένη το μήνα Απρίλιο 2003 στην εργασία της στο κατάστημα που διατηρεί η εναγόμενη στην πόλη των Τρικάλων [...] χωρίς να αποδεικνύεται ότι αφενός γνωστοποίησε στην εφεσίβλητη την αδυναμία της να εκτελεί την εργασία της με μεταφορά αντικειμένων και αφετέρου ότι συνέχιζε στην εκτέλεση της ως άνω εργασίας [...].
Κατά συνέπεια η εφεσίβλητη δεν μπορούσε να γνωρίζει την ακριβή κατάσταση της υγείας της και συνακόλουθα το αν έχρηζε μετατροπής των συνθηκών της εργασίας της και ποιές θα μπορούσαν να είναι αυτές, συνεκτιμωμένου και του γεγονότος ότι δεν έχει χωρήσει οποιαδήποτε καταγγελία και συνακόλουθα επιβολή ποινών οποιασδήποτε φύσης από τις αρμόδιες αρχές για παράβαση της εργατικής νομοθεσίας σε βάρος της τελευταίας [...]" (σελ. 13, 14, 17 και 19 της προσβαλλόμενης απόφασης), αφού με αυτές:
α) αφενός μεν γίνεται δεκτό ότι η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα ελάμβανε αναρρωτικές άδειες, οι οποίες γνωστοποιούνται στον εργοδότη, εδώ στην εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία ως εκ τούτου γνώριζε ότι η ως άνω εργαζόμενη παρουσίαζε πρόβλημα υγείας ορθοπεδικής φύσης και για το λόγο αυτό κατά τα έτη 2001 μέχρι 2003 ελάμβανε αλλεπάλληλες αναρρωτικές άδειες, αφετέρου δε ότι δεν γνώριζε την ακριβή κατάσταση της υγείας της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας και συνακόλουθα αν έχρηζε μετατροπής των συνθηκών εργασίας της, λαμβανομένου υπόψη ότι με βάση τις ίδιες παραδοχές μετά την επιστροφή στην εργασία της τον Απρίλιο του 2003 δεν αποδείχθηκε ότι συνέχιζε να εκτελεί την εργασία της μεταφοράς αντικειμένων, χωρίς όμως να διαλαμβάνονται περαιτέρω παραδοχές για το είδος των καθηκόντων αυτής κατά το διάστημα από τον Απρίλιο του 2003 έως τον Οκτώβριο του 2005, οπότε της ανατέθηκαν καθήκοντα διοικητικής φύσεως, β) ενώ δέχεται ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες παρείχε την εργασία της η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα δεν αποτέλεσαν την αφορμή για να εμφανιστεί και εξελιχθεί η ασθένειά της, στη συνέχεια δέχεται επίσης ότι αυτή δεν γνωστοποίησε στην εργοδότριά της την αδυναμία της να μεταφέρει αντικείμενα, που θα ελάμβανε χώρα μόνο εάν η εμφάνιση και η εκδήλωση της ασθένειάς της οφειλόταν στις συνθήκες εργασίας της.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο ως άνω πρώτος λόγος της αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου αναιρετικού λόγου, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Εφόσον δε αναιρείται η προσβαλλόμενη με αριθμό 58/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, στο οποίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί με τη με αριθμό 684/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά από αναίρεση της προηγούμενης με αριθμό 58/2015 απόφασης του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα, ύστερα από κλήση, με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, κατ' εφαρμογή των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, τα οποία ορίζουν ότι αν η (μετ' αναίρεση) απόφαση του Δικαστηρίου της παραπομπής αναιρεθεί εκ νέου, δεν γίνεται νέα παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης και ότι στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα [...] ".
Επομένως, εφόσον αναιρέθηκε και η απόφαση του δικαστηρίου παραπομπής, νόμιμα φέρεται, με την από 23.9.2024 κλήση της εκκαλούσας- ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας, προς περαιτέρω κατ' ουσία συζήτηση η από 4.11.2013 έφεση αυτής κατά της υπ' αριθμ. 148/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 23.1.2013 αγωγής της, μετά την έκδοση των προαναφερόμενων υπ' αριθμ. 684/2018 και 855/2024 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκαν για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτές λόγους, οι επί της ένδικης έφεσης εκδοθείσες 58/2015 και 58/2020, αντίστοιχα, αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Τρικάλων.
Η έφεση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 499, 511, 518, 520 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίηση τους με το άρθρο τρίτο, άρθρο 1 ν. 4335/2015) στις 4.11.2013, ήτοι εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης στις 7.10.2013 στην ενάγουσα ήδη εκκαλούσα (βλ. την υπ' αριθμ. ....2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Β.
Ν.).
Συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της, κατά τα διαγραφόμενα από τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις όρια (άρθρα 579, 580 παρ. 3 και 4 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 Ν. 551/1914 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων" (ΦΕΚ Α 11/8-1-1915), που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ.
της 24-7/25-8-1920 (ΦΕΚ Α 191) και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερόμενων στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου εργασιών ή επιχειρήσεων, θεωρείται κάθε βλάβη, όπως η σωματική βλάβη ή ασθένεια του εργαζόμενου η οποία δεν ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος αλλά είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς την ιδιοσυστασία του οργανισμού του και τη βαθμιαία εξασθένηση και φθορά του (ακόμη και αν αυτή οφείλεται στους δυσμενείς μεν, συνηθισμένους όμως και σύμφυτους προς την παροχή της όρους της εργασίας), συνδεομένου δε οπωσδήποτε με την εργασία του λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις που ήταν αναγκαίες για την επέλευσή του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία.
Τούτο συμβαίνει είτε όταν κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφώθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες, που δεν είναι συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της είτε όταν η απασχόληση του εργαζόμενου εξακολούθησε, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, αφού στην τελευταία περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζόμενου (άρθρο 662 Α.Κ.), δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχόλησης του ασθενούντος εργαζόμενου και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, παρότι γνωρίζει την εκδήλωση της νόσου, οι συνθήκες παροχής της εργασίας του καθίστανται εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι τον χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος (Ολ.ΑΠ 937/1975, ΑΠ 961/2022, 635/2022, 226/2016, 1424/2015).
Βασική προϋπόθεση, κατά ταύτα, για την μετατροπή των κανονικών συνθηκών εργασίας, σε ασυνήθιστες και εξαιρετικά δυσμενείς, μετά την εκδήλωση της νόσου του εργαζόμενου, είναι η παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη έναντι του εργαζόμενου (ΑΠ 726/2022, 981/2015, 1602/2012). Επί σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας από εργατικό ατύχημα, η αξίωση του παθόντος εργαζόμενου για χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο με τη συνδρομή των όρων της αδικοπραξίας (άρθρα 1, 2 ν. 551/1914, 288, 662, 648, 914, 932, 299, 330, 922, 71 ΑΚ), δηλ.
αρκεί οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προσώπων, που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 726/2022), με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κωδικοποιηθέντος Ν. 551/1915 (Α.Π. 61/2023, 425/2018).
Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, από το οποίο πηγάζει υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζόμενων, σύμφωνα με το άρθρο 662 Α.Κ. (ΑΠ 498/2023).
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ή σε περίπτωση θανάτου της ψυχικής οδύνης που βιώνει η οικογένεια του θανόντος ήτοι για την μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ) ή σε περίπτωση θανάτου του η οικογένειά του, η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος.
Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του (Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ1037/2021, 367/2020).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφού εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, η παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που είναι όμως προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων είναι κατ'αρχήν πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημιές ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Στην περίπτωση δε που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη και συνεπώς για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή, αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή το βάρος της επίκλησης και του χαρακτηρισμού της ζημίας ότι από την αρχή ήταν απρόβλεπτη δεν φέρει ο ενάγων, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή (ΑΠ 1304/2017, 1010/2015).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ, 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117-118 του ίδιου Κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένα αίτημα.
Ειδικότερα δε περιεχόμενο της αγωγής, η οποία αφορά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος εργαζόμενου και παθόντος από εργατικό ατύχημα έναντι του εναγόμενου εργοδότη, είναι η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του εργαζόμενου κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, η οποία (σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας) δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της καθώς και πταίσμα του εργοδότη, ήτοι οποιασδήποτε μορφής αμέλεια του εργοδότη ή των προστηθέντων στην υπηρεσία του.
Έτσι, το ότι η σωματική κάκωση ή η βλάβη της υγείας του εργαζόμενου δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της, δηλ. η (πρόσφορη) αιτιώδης συνάφεια των περιστάσεων της εργασίας και του τελικού ζημιογόνου αποτελέσματος, το οποίο διαφορετικά εκτός εργασίας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν θα είχε επέλθει, συγκροτεί την ιστορική και νομική αιτία του αγωγικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 726/2022, 981/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, η ως άνω αγωγή τυγχάνει επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από την ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα κατά της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, ήτοι τη βλάβη της υγείας της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας κατά την εκτέλεση της εργασίας και εξ αφορμής αυτής, η οποία (βλάβη της υγείας) δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της καθώς και πταίσμα της εργοδότριάς της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης, καθώς και το ότι βλάβη η της υγείας της και η εντεύθεν ανικανότητά της προς εργασία δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της, δηλ. την πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια των περιστάσεων της εργασίας και του τελικού ζημιογόνου αποτελέσματος, το οποίο διαφορετικά εκτός εργασίας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν θα είχε επήλθε. Οι επικαλούμενες δε από την εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη ελλείψεις δεν συνιστούν αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της ένδικης αγωγής.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την υπ` αριθ. 148/2013 οριστική απόφασή του έκρινε την αγωγή σιωπηρά ως ορισμένη, [αφού χωρίς ειδική αναφορά σε αυτό(ορισμένο) την έκρινε νόμιμη, το οποίο δεν θα συνέβαινε, αν τη είχε κρίνει ως αόριστη, (προβλ. ΑΠ 1713/2018), δεν έσφαλε και ο σχετικός περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός, που παραδεκτά με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά κατά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό και με τις έγγραφες προτάσεις της, που νόμιμα κατέθεσε υπέβαλε η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη και παραδεκτά επανέφερε ενώπιον του, ως Εφετείου δικάζοντος, παρόντος δικαστηρίου είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 270 παρ.2 εδ γ' ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής(πριν την 1.1.2016), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ ημέρες πριν από αυτή.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία εξαρτά το παραδεκτό του εν λόγω αποδεικτικού μέσου από την προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου για να δυνηθεί να παραστεί κατά την εξέταση, συνάγεται ότι απαιτείται στη σχετική κλήση να ορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ο χρόνος και ο τόπος της εξέτασης και ότι, αν τούτο δεν συμβεί, η ένορκη βεβαίωση που έγινε χωρίς την παρουσία του αντιδίκου είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη(ΑΠ 667/2020,275/2013).
Ειδικά η διαζευκτική ή συμπλεκτική αναφορά του τόπου ή του χρόνου λήψης της ένορκης βεβαίωσης, καθιστά απαράδεκτη την κλήτευση και την κατ' αυτό τον τρόπο ληφθείσα ένορκη βεβαίωση άκυρη(ΑΠ 275/2013). Την τήρηση, μεταξύ άλλων, της αναγκαίας αυτής προϋπόθεσης, η έλλειψη της οποίας έχει ως συνέπεια, κατά τα προαναφερθέντα, ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη έχει την υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπάγγελτα (πρβ ΑΠ 1135/2024).
Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων, τα υπ' αριθμ. 685/2007 και από 6.9.2012 Δελτία Ελέγχου του Τμήματος Τεχνικής και Υγειονομικής Επιθεώρησης Τρικάλων, η από 28.8.2024 Γνωστοποίηση Αποτελέσματος Πιστοποίησης Αναπηρίας, ο από 9.2.2024 Εισηγητικός Φάκελος Κύριας Πάθησης και ο από 14.1.2019 Γενικός Εισηγητικός Φάκελος Παροχών Αναπηρίας, τα οποία παραδεκτά προσκομίζονται από την ενάγουσα ήδη εκκαλούσα το πρώτον ενώπιον του, ως Εφετείου δικάζοντος, παρόντος δικαστηρίου, καθόσον η διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠολΔ εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 591 εδ.
α' του ίδιου Κώδικα, και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αφού δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, οι οποίες, κατ' άρθρο 674 παρ. 2 του Κώδικα αυτού εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη (ΑΠ 1164/2019), όπως οι πιο πάνω διατάξεις ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής(πριν την 1.1.2016), η από 29.12.2011 έγγραφη επιστολή της Β.
Ν., πρώην εργαζόμενης στην εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία επιδόθηκε στην τελευταία με την υπ' αριθμ. ....2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Ξ., που λαμβάνεται υπόψη, καθόσον δεν αποτελεί ιδιωτική επιστολή τρίτου προσώπου, ώστε η λήψη αυτής υπόψη να προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 19 του Συντάγματος(απόρρητο των επιστολών), όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο και δεν την έλαβε υπόψη, τις υπ' αριθμ. 201/4.6.2013 και 202/4.6.2013 ένορκες βεβαιώσεις των Α.
Κ., Β. Ν. και Μ. Α. (η πρώτη) και της Σ. Α.(η δεύτερη) ενώπιον της συμβολαιογράφου Τρικάλων Φ. Σ. Χ., την υπ' αριθμ. ....2013 ένορκη βεβαίωση των Γ. Β. και Σ. Σ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Τρικάλων, που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα, οι οποίες λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου της (βλ. την υπ' αριθμ. ....2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ.
Γ. για τις δύο πρώτες και τη σχετική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας ήδη εκκαλούσας, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, για την τελευταία), την υπ' αριθμ. ....2018 ένορκη βεβαίωση της Α. Π. ενώπιον της συμβολαιογράφου Νίκαιας Α. Σ.- Σ., την οποία, παραδεκτά, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, προσκόμισε και επικαλέσθηκε η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα το πρώτον κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, λήφθηκε δε μετά από νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου της (βλ.
την υπ' αριθμ. ....2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Θ. Χ.), σημειουμένου ότι ο αριθμητικός περιορισμός των προσαγόμενων ενόρκων βεβαιώσεων δεν ίσχυε στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών(ΑΠ 1164/2019, 133/2014), χωρίς, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να ληφθούν υπόψη:
α) η υπ'αριθμ. ....2013 ένορκη βεβαίωση της Μ. Β. ενώπιον της συμβολαιογράφου Μαραθώνα Ε. Π., καθόσον η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα που την επικαλέσθηκε και την προσκόμισε πρώτη φορά στο πρωτόδικο δικαστήριο δεν ισχυρίζεται, ότι κλήθηκε νόμιμα η αντίδικός της(η οποία δεν παραστάθηκε), όπως απαιτούσε η διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ γ' ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, β) η υπ'αριθμ. ....2013 ένορκη βεβαίωση του Δ.
Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, καθώς και οι υπ' αριθ. ... και ....2013 ένορκες βεβαιώσεις των Μ. Β. και Β. Γ., αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τρικάλων, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε η εναγόμενη ήδη εφεσίβλητη τόσο ενώπιον τόσο του πρωτόδικου όσο και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, διότι όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 24.5.2013 κλήση προς παράσταση κατά την ένορκη βεβαίωση μαρτύρων, την οποία προσκομίζει και επικαλείται η εναγόμενη ήδη εφεσίβλητη και επιδόθηκε στην ενάγουσα ήδη εκκαλούσα στις 28.5.2013( βλ.
την υπ' αριθμ. ....2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρικάλων Β. Ν.), η πρώτη γνωστοποίησε στη δεύτερη, ότι θα εξετάσει μάρτυρες, όπως επί λέξει αναφέρεται[...] την 30 η Μαϊου, ημέρα Πέμπτη και ώρα 9.30 π.μ. και 10.00 π.μ.[...] ενώπιον του/της κ. Ειρηνοδίκου Αθηνών[...] Την 31η Μαϊου, ημέρα Παρασκευή και ώρα 9.30 π.μ.
και 10.00 π.μ. ενώπιον του/της Ειρηνοδίκου Τρικάλων[...]Την 31η Μαϊου, ημέρα Παρασκευή και ώρα 12.00 π.μ. και 10.00 μ. ενώπιον του/της Ειρηνοδίκου Θηβών[...], καθόσον ο με τον ανωτέρω κατά συμπλεκτικό τρόπο προσδιορισμός στην κλήση περισσοτέρων τόπων και χρόνων για την εξέταση των μαρτύρων δεν είναι σαφής και συγκεκριμένος, ώστε να παρέχεται στην ενάγουσα-εκκαλούσα η δυνατότητα να παρασταθεί κατά την εξέταση και συνακόλουθα δεν πληρούται στην προκειμένη περίπτωση η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.γ' ΚΠολΔ προϋπόθεση της προηγούμενης κλήτευσης της αντιδίκου και, επομένως οι δοθείσες παρά την έλλειψη αυτή ως άνω τρεις ένορκες βεβαιώσεις χωρίς να παρίσταται η ενάγουσα-εκκαλούσα είναι ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η ενάγουσα-εκκαλούσα στις 10.1.2000 προσλήφθηκε από την εναγόμενη- εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, που τότε έφερε την επωνυμία "Μ. Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων-Μελέτη και εκτέλεση Τεχνικών Έργων Ανώνυμος Βιομηχανική Εμπορική Τεχνική και Τουριστική Εταιρεία Μ. ΑΒΕΤΕ" και ήδη φέρει την επωνυμία "Marks & Spencer Μ.
Ελλάδος ΑΒΕΤΕ", έχει δε ως αντικείμενο δραστηριότητας το λιανικό εμπόριο κυρίως ειδών ένδυσης, υπόδησης και συναφών ειδών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης, προκειμένου να παρέχει σε αυτήν τις υπηρεσίες της ως εμποροϋπάλληλος-πωλήτρια στο κατάστημα που η τελευταία διατηρεί στην πόλη των Τρικάλων Θεσσαλίας, για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών.
Η εν λόγω σύμβαση μετά τη λήξη της, στις 10.3.2010 ανανεώθηκε με τους ίδιους όρους για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών και συγκεκριμένα μέχρι 9.7.2010 ενώ, δυνάμει του από 10.7.2010 παραρτήματος σύμβασης εργασίας συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η μετατροπή της ως άνω σύμβασης από μερικής σε πλήρους απασχόλησης. Το πιο πάνω κατάστημα, στο οποίο η ενάγουσα-εκκαλούσα παρείχε τις υπηρεσίες της, αποτελείται από ισόγειο εμβαδού 600 τ.μ.
περίπου, υπόγειο εμβαδού 200 τ.μ. περίπου και πατάρι εμβαδού 300 τ.μ. περίπου, η δε πρόσβαση στα διαφορετικά αυτά επίπεδα γίνεται μόνο με κλίμακα (σκάλα), καθώς δεν υπάρχει ανελκυστήρας. Στα καθήκοντα της ενάγουσας, όπως και των λοιπών, στο ίδιο κατάστημα εργαζόμενων, ακόμα και του διευθυντή του καταστήματος, περιλαμβανόταν η παραλαβή και μεταφορά κιβωτίων με εμπορεύματα για τον ανεφοδιασμό του καταστήματος, που γινόταν κατά μέσο όρο δύο φορές την εβδομάδα.
Η μεταφορά των εμπορευμάτων από την είσοδο του καταστήματος προς τους αποθηκευτικούς χώρους, που βρίσκονταν στο υπόγειο και στο πατάρι αυτού, γινόταν αφενός μεν με τη χρήση των κλιμάκων, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπάρχει ανελκυστήρας, αφετέρου δε χειρονακτικά, καθόσον η εναγόμενη δεν είχε εφοδιάσει τους εργαζόμενους με κατάλληλο μηχανικό εξοπλισμό, προκειμένου να αποφεύγεται η ανάγκη χειρονακτικής διακίνησης των εμπορευμάτων, όπως ήταν υποχρεωμένη από το άρθρο 3 του ΠΔ 397/1994.
Επίσης, στο κατάστημα δεν υπήρχαν, όπως η φύση της εργασίας των εκεί εργαζόμενων επέβαλε, κατάλληλα καθίσματα για την ανάπαυση τους κατά τη διάρκεια της (εργασίας) και επιβαλλόταν από το άρθρο 10 Παράρτημα Ι παρ. 18.8 του ΠΔ 16/1996. Μάλιστα, οι πιο πάνω ελλείψεις (κατάλληλου μηχανικού εξοπλισμού και καθισμάτων) διαπιστώθηκαν από την αρμόδια Τεχνική και Υγειονομική Επιθεώρηση Τρικάλων, η οποία προέβη σε σχετικές , για την κάλυψή τους συστάσεις(βλ.
τα υπ' αριθμ. ....2012 και ....2007 Δελτία Ελέγχου, αντίστοιχα). Επίσης, στα καθήκοντα των εργαζόμενων και της ενάγουσας περιλαμβανόταν και η αλλαγή διακόσμησης, κατά εποχή, με τη μεταφορά των επίπλων έκθεσης, από τα οποία κάποια ήταν τροχήλατα και άλλα σταθερά, καθώς και των σχετικών εμπορευμάτων. Περιστασιακά και σε έκτακτη ανάγκη η ενάγουσα, όπως και οι λοιποί εργαζόμενοι, καθάριζαν κάποιους χώρους του καταστήματος, όπως τα δοκιμαστήρια μετά τη χρήση τους από μεγάλο αριθμό πελατών ή σε περίπτωση νερών της βροχής.
Στις 25 Οκτωβρίου 2001 η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της εργασίας της αισθάνθηκε έντονους οσφυϊκούς πόνους, από τους οποίους δεν μπορούσε να κινηθεί και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Τρικάλων, χωρίς να προκύψει το είδος των εξετάσεων στις οποίες εκεί υποβλήθηκε καθώς και η σχετική διάγνωση, ενόψει του ότι αυτή δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται σχετικό πιστοποιητικό ή γνωμάτευση ιατρού του ανωτέρω νοσηλευτικού ιδρύματος.
Την ίδια, όμως, ημέρα προσήλθε προς εξέταση στον ορθοπεδικό-χειρουργό Τρικάλων Β. Κ., ο οποίος, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα με ημερομηνία 25.10.2021 ιατρική γνωμάτευση βεβαιώνει, ότι αυτή την ίδια ημέρα του συμβάντος (25-10-2001) προσήλθε στο ιατρείο του για εξέταση με εικόνα εντονότατης οξείας οσφυοϊσχυαλγίας, μετά από αναφερόμενη άρση βάρους κατά τη διάρκεια της εργασίας της, ότι από την κλινική εξέταση διαπιστώθηκε ανταλγική πρόσθια κάμψη της οσφύος με περιορισμό των στροφικών κινήσεων και της πρόσθιας κάμψης/έκτασης της ΘΜΣΣ-ΟΜΣΣ, έντονο άλγος κατά την ψηλάφηση της κατωτέρας μοίρας της ΟΜΣΣ, θετικό σημείο Laseque άμφω στις 30 μοίρες, αιμωδίες και μειωμένη μυϊκή ισχύς στην κατανομή της Ο5 ρίζας ιδιαίτερα αριστερά και περαιτέρω ότι, λόγω της τραυματικής αιτιολογίας της νόσου, η ασθενής παραπέμφθηκε, μετά τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής με αναλγητικό και αντιφλεγμονώδες, κατ' αρχάς για ακτινολογικό έλεγχο Όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 30-10-2001 γνωμάτευση του ιατρού ακτινολόγου Ι.
Ν, Δ. η ενάγουσα την εν λόγω ημερομηνία υποβλήθηκε στο Ιατρικό Κέντρο Τρικάλων σε ακτινολογικό έλεγχο και σε αξονική τομογραφία και, μεταξύ άλλων, διαπιστώθηκε ότι παρατηρούνται ήπιες εκφυλιστικού τύπου αλλοιώσεις των μικρών αποφυσιακών συναρθρώσεων καθώς και πάχυνση των ωχρών συνδέσμων και ότι κατά το διάστημα Ο4-Ο5 παρατηρείται μεγάλου μεγέθους κεντρική κήλη του μ.
δίσκου, η οποία φαίνεται να προβάλει κυρίως προς τα ΔΕ και να προκαλεί έντονα πιεστικά φαινόμενα επί της πρόσθιας επιφάνειας του μηνιγγικού σάκου και επί αμφοτέρων των Ο4 νωτιαίων ριζών, ιδία όμως της Ο4 ΔΕ νωτιαίας ρίζας. Από τις 25 Οκτωβρίου 2001 έλαβε αναρρωτική άδεια και στις 30-11-2001 εισήχθη στην Ορθοπεδική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας, όπου νοσηλεύτηκε επί είκοσι ημέρες.
Στη συνέχεια νοσηλεύτηκε επίσης κατά τα χρονικά διαστήματα από 21-1-2002 μέχρι 8-2-2002, από 1-4-2002 μέχρι 11-4-2002 και από 5-6-2002 μέχρι 7-6-2002, όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την ίδια φύλλο επιδομάτων ασθενείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Στην από 7-12-2001 βεβαίωση του διευθυντή της Ορθοπεδικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας Κ.
Μ. βεβαιώνεται ότι η ενάγουσα πάσχει από αδυναμία (δε) κάτω άκρου με αιφνίδια έναρξη και χρήζει μαγνητικής τομογραφίας Σ.Σ. και εγκεφάλου. Στις 27-6-2002 η ενάγουσα υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία στην Μονάδα Μαγνητικής Τομογραφίας του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας, με ευρήματα: 1. Εκφύλιση, ρήξη του ινώδους δακτυλίου και κεντρικοπλαγία αμφοτεροπλευρή ιδία δεξιά, παρατήρηση κήλης στο δίσκο Ο4-Ο5 με πιεστικά φαινόμενα επί του μηνιγγικού σάκου και μικρού βαθμού στένωση των πλαγίων, 2.
Μικρή οπίσθια κεντρική κήλη του δίσκου Ο5-δ1 χωρίς πιεστικά ή στενωτικά φαινόμενα, 3. Ο νωτιαίος μυελός από Θ3 της ΟΙ απεικονίζεται με φυσιολογικής έντασης σήμα και 4. Ο μυελός των οστών από Θ3 της Ι2 απεικονίζεται εντός του φυσιολογικού (βλ την από 27.6.2002 ιατρική βεβαίωση της ακτινοδιαγνώστριας του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας Π.
Α.). Στις 22-7-2002 η ενάγουσα εισήχθη στην Ορθοπεδική Κλινική του ίδιου ως άνω νοσοκομείου με σύμπτωμα σπονδυλοδισκίτιδα και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση δισκεκτομής-πεταλεκτομής Ο4-Ο5, εξήλθε στις 26-7-2002 και της συστήθηκε επανεξέταση σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό (14-8-2002), φαρμακευτική αγωγή, χρήση ζώνης οσφύος και της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια σαράντα πέντε(45) ημερών (βλ.
ιατρική έκθεση του προαναφερθέντος διευθυντή της κλινικής Κ. Μ.). Η ενάγουσα μετά από πλήρη αποθεραπεία επανήλθε στην εργασία της το μήνα Απρίλιο του έτους 2003, απασχολούμενη αρχικά με μερική (τετράωρη) ημερήσια απασχόληση και μετά την παρέλευση έξι(6)μηνών με πλήρη οκτάωρη απασχόληση, εκτελώντας ακριβώς τα ίδια, όπως και πριν την εμφάνιση του προαναφερθέντος προβλήματος υγείας της, καθήκοντα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της χειρονακτικής μεταφοράς εμπορευμάτων.
Η ίδια επανειλημμένα, μετά την επιστροφή της, ζήτησε προφορικά από την εργοδότριά της, η οποία γνώριζε το ιατρικό ιστορικό της και ως εκ τούτου τον κίνδυνο υποτροπής της ασθένειάς της, να την απαλλάξει από εκείνα τα καθήκοντα, που επιβάρυναν την κατάσταση της υγείας της (μεταφορά κιβωτίων, μετακινήσεις επίπλων διακόσμησης), πλην όμως το αίτημά της δεν έγινε δεκτό.
Τούτο προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, ενώ δεν απαιτείται για την απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού η έγγραφη υποβολή του ως άνω αιτήματος, αφού, όπως πιο κάτω θα αναφερθεί, ο εργοδότης, εφόσον γνωρίζει το πρόβλημα υγείας του εργαζόμενου, οφείλει να ρυθμίζει τις συνθήκες εργασίας του με τρόπο, ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του.
Το μήνα Οκτώβριο του έτους 2005 η εναγόμενη ανέθεσε στην ενάγουσα διοικητικά καθήκοντα, καθόσον ορίστηκε υπεύθυνη λειτουργίας του καταστήματος. Η ανάθεση αυτή, συνοδευόμενη και από αύξηση του μισθού της, ναι μεν την αναβάθμισε καθόσον πλέον ήταν επιφορτισμένη κυρίως με διοικητικά καθήκοντα, αφορώντα τη λειτουργία του καταστήματος, πλην όμως δεν την απάλλαξε πλήρως από τα προηγούμενα καθήκοντα της πωλήτριας, όπως μεταξύ άλλων της χειρονακτικής μεταφοράς των εμπορευμάτων τουλάχιστο δύο (2) φορές την εβδομάδα.
Τα πιο πάνω προκύπτουν κυρίως από την ένορκη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα Γ. Τ., ο οποίος με επιμέλεια της εναγόμενης εξετάσθηκε και κατά το χρόνο της κατάθεσης ήταν διευθυντής του πιο πάνω καταστήματός της, έχοντας διαδεχθεί στη θέση αυτή την ενάγουσα. Ο μάρτυρας αυτός αφενός μεν επιβεβαίωσε το χειρονακτικό τρόπο μεταφοράς των εμπορευμάτων από τους εργαζόμενους του καταστήματος ακόμη και από τον ίδιο, παρά την ιδιότητά του ως διευθυντής του καταστήματος και αφετέρου κατέθεσε, ότι αυτός για πρώτη φορά βελτίωσε τον πιο πάνω τρόπο μεταφοράς των εμπορευμάτων, καθιερώνοντας τη μεταφορά τους με τροχήλατους καλόγηρους.
Το μήνα Ιούνιο του έτους 2008 η ενάγουσα, επειδή είχε έντονες ενοχλήσεις στη σπονδυλική στήλη και οι συνθήκες εργασίας της στην εναγόμενη δεν προσαρμόζονταν, ώστε να μην επιβαρύνεται η κατάστασή της, ξεκίνησε την αναζήτηση άλλης παρόμοιας θέσης εργασίας. Έτσι, στις 4.10.2008 παραιτήθηκε από την εργασία της στην εναγομένη και στις 6.10.2008 άρχισε να εργάζεται στην εταιρία με την επωνυμία "H & M Hennes and Mauritz A.E." στη Λάρισα, με την ίδια, όπως στην εναγόμενη ιδιότητα της πωλήτριας, όπου οι εργασιακές συνθήκες ήταν καλύτερες και δεν καταπονούνταν.
Η κρίση του δικαστηρίου ότι η ενάγουσα "εξαναγκάστηκε σε παραίτηση" ενισχύεται και από το ότι αφενός μεν η νέα θέση εργασίας βρισκόταν μακριά από τον τόπο κατοικίας της στη Μουριά Τρικάλων, αφετέρου δε από το ότι δεν έλαβε αποζημίωση, αφού η σύμβασή της έληξε με παραίτηση και όχι με καταγγελία από την εργοδότριά της, στοιχεία που, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν συνάδουν με παραίτησή της, χωρίς τον προαναφερόμενο λόγο.
Ωστόσο, μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος οκτώ μηνών από την ανάληψη της νέας θέσης εργασίας και δη το Μάιο του έτους 2009, οι πόνοι στη σπονδυλική της στήλη έγιναν οξύτατοι και συνεχείς, με συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας του δεξιού τρικεφάλου μυός και επίμονη αυχεναλγία και ζάλη, οπότε στις 18 Μαΐου 2009 αναγκάστηκε να παραιτηθεί και από τη νέα εργασιακή της θέση και έκτοτε ουδέποτε κατέστη δυνατόν να εργασθεί.
Στις 17.12.2009 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και συγκεκριμένα σε πρόσθια αυχενική μικροδισκεκτομή και μικροοστεοφυτεκτομή, αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού και στα δύο επίπεδα και δυναμική σπονδυλοδεσία των δύο διαστημάτων με την τοποθέτηση κινητών δίσκων και στα δύο επίπεδα (βλ. την από 31.10.2011 ιατρική γνωμάτευση του νευροχειρουργού Χ.
Α. του ιατρικού Διαβαλκανικού Κέντρου Θεσσαλονίκης). Επίσης από το υπ'αριθμ. ....2009 έγγραφο της Ορθοπεδικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας προκύπτουν οι ημερομηνίες νοσηλείας της στην ανωτέρω κλινική και ότι πάσχει από νόσο εκφυλισμένου δίσκου και ότι δεν μπορεί να κάνει χειρωνακτική εργασία λόγω συχνών κρίσεων οσφυοϊσχυαλγίας και μόνιμης αισθητικοκινητικότητας βλάβης.
Ίδιο περιεχόμενο έχει και η από 3.11.2011 βεβαίωση του πιο πάνω αναφερόμενου διευθυντή της Ορθοπεδικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας Κ. Μ., ότι δηλαδή η ενάγουσα πάσχει από χρόνια χαμηλή οσφυαλγία επί εδάφους εκφυλιστικής δισκοαρθροπάθειας Ο3-Ο4 και Ο4-Ο5, δεν δύναται να ορθοστατεί και να συμμετέχει σε βαρειές χειρωνακτικές εργασίες για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς και ότι προγραμματίζεται σπονδυλοδεσία σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Ταυτόσημο περιεχόμενο έχει και η υπ' αριθμ. ....2011 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του ορθοπεδικού ιατρού Ι. Γ. του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων. Επίσης, όπως προκύπτει από την από 29.10.2012 ιατρική γνωμάτευση του διευθυντή της νευροχειρουργικής κλινικής του 424 Γ.Σ.Ν.Ε. Π. Τ., η ενάγουσα στις 8.2.2012 υποβλήθηκε σε χειρουργική πλήρη αποσυμπίεση Ο4, Ο5, Ι1 ριζών άμφω, σταθεροποίηση της ΟΜΣΣ και τοποθέτηση διαυχενικών βιδών στους σπονδύλους, με διαπιστωμένη εντονότατη παθολογική κινητικότητα ιδίως των σπονδύλων Ο3, Ο4, Ο5, με εξαιρετική μετεγχειρητική πορεία, ενώ βεβαιώνεται ότι η ασθενής αδυνατεί να εργασθεί σε οποιαδήποτε εργασία για άγνωστο χρονικό διάστημα.
Από την από 31.5.2013 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού αποκατάστασης Α. Σ. του κέντρου αποκατάστασης "Αρωγή" προκύπτει ότι η ενάγουσα νοσηλεύτηκε από 16.2.2012 έως 5.3.2012 μετά από χειρουργείο σπονδυλοδεσίας στη Γενική Κλινική "Κυανούς Σταυρός" και παρακολούθησε πρόγραμμα αποκατάστασης ως εξωτερική ασθενής και εν συνεχεία ως εσωτερική.
Επίσης από την υπ'αριθμ. ....2013 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του ψυχιάτρου του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας Κ. Μ. προκύπτει ότι η ενάγουσα πάσχει από συναισθηματική διαταραχή καταθλιπτικού τύπου σε έδαφος σωματικής αναπηρίας με δυσχέρεια στη βάδιση και νευρογενή διαλείπουσα χωλότητα, παρακολουθείται και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή χωρίς σημαντική βελτίωση και ότι η συννοσηρότητα αυτή αποτελεί ιδιαίτερα επιβαρυντικό παράγοντα με σημαντική αρνητική επίπτωση στη λειτουργικότητα της ασθενούς.
Με την υπ'αριθμ. ....2009 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων η ενάγουσα κρίθηκε ανάπηρη σε ποσοστό 80% και με το ίδιο ποσοστό κρίθηκε από την ίδια επιτροπή με την υπ' αριθμ. ....2010 γνωμάτευση. Επίσης με το από 30.10.2012 έγγραφο γνωστοποίησης αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Διοίκησης Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας κρίθηκε ανάπηρη σε ποσοστό 67%.
Περαιτέρω όσον αφορά την παρούσα κατάσταση της υγείας της προκύπτει ότι πάσχει από σπαστική παραπάρεση, σφιγκτηριακές διαταραχές (καθετηριασμός κύστης), δυσχέρεια ορθοστάτησης, διαταραχές βάδισης, αιμωδίες, δυσχρηστία λεπτών κινήσεων άνω άκρων(βλ. τον από 9.2.2024 εισηγητικό φάκελο κύριας πάθησης). Έχει ποσοστό αναπηρίας 35% από ψυχιατρική πάθηση, 67% από κινητική αναπηρία και συνολικό ποσοστό αναπηρίας 86% με πρόβλεψη για το χρονικό διάστημα από 1.4.2024 μέχρι 31.12.2027 (βλ.
την από 28.8.2024 γνωστοποίηση αποτελέσματος αναπηρίας). Από τα παραπάνω αναφερθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι η αρχική εμφάνιση της νόσου της ενάγουσας στις 25.10.2001, η οποία έλαβε χώρα ενώ αυτή εργαζόταν στο κατάστημα της εναγόμενης στα Τρίκαλα, οφείλεται στην εκ μέρους της άρση και μεταφορά συσκευασμένου εμπορεύματος, όπως στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων της ήταν υποχρεωμένη να πράξει και η ίδια ισχυρίζεται, καθόσον ο ισχυρισμός της αυτός επιβεβαιώνεται από τους μάρτυρες απόδειξης Σ.
Α. και Β. Ν. στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις τους και δεν αναιρείται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε η εναγόμενη επικαλείται διαφορετική αιτία αρχικής εμφάνισης της νόσου ενώ η ενάγουσα εργαζόταν στο κατάστημά της. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η ενάγουσα μετά την κατά τα άνω εκδήλωση της νόσου, απουσίαζε εξ αιτίας αυτής από την εργασία της για χρονικό διάστημα δέκα επτά(17) μηνών, λαμβάνοντας αναρρωτικές άδειες για την αντιμετώπισή της, οι οποίες γνωστοποιούνταν στην εναγόμενη εργοδότριά της μέχρι την πλήρη αποθεραπεία, όπως και η ίδια ισχυρίζεται και την επάνοδο στην εργασία της τον Απρίλιο του έτους 2003.
Κατά το κρίσιμο για την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης χρονικό αυτό σημείο επιστροφής της ενάγουσας στην εργασία της, η εργοδότριά της και τουλάχιστον ο διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού αυτής κατά το χρονικό διάστημα από 12.12.2000 μέχρι τον Ιούνιο 2007 Δ. Μ., γνώριζε μεν, ότι αυτή ήταν αποθεραπευμένη, γνώριζε όμως επίσης την προϋπάρχουσα ασθένειά της εξ αιτίας της οποίας αφενός μεν η εργαζόμενη είχε απουσιάσει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα(17 μηνών), αφετέρου δε ότι με την από 23.9.2002 Πρόσθετη Πράξη Ασφάλισης της ασφαλιστικής εταιρείας "ΑLLIANZ Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζωής", την οποία ή ίδια η εναγόμενη προσκόμισε και επικαλέσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η ενάγουσα από 1.9.2002 περιελήφθη στη σχετική ομαδική ασφάλιση των εργαζόμενων της, εξαιρέθηκε όμως από όλες τις καλύψεις για παθήσεις-κακώσεις ΟΜΣΣ.
Γνώριζε, επίσης, και σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει, καθόσον αυτό ήταν γνωστό τουλάχιστον στον ιατρό εργασίας, τον οποίο απασχολούσε, όπως από την εργατική νομοθεσία ήταν υποχρεωμένη και στα καθήκοντα του οποίου περιλαμβάνεται ο έλεγχος της υγείας των εργαζόμενων, ότι λόγω του είδους της ασθένειάς της, έστω και αν είχε αποθεραπευτεί, ήταν επιρρεπής στην επανεμφάνιση της ίδιας ή ομοειδών βλαβών της σπονδυλικής στήλης και επομένως όφειλε να ρυθμίσει την εργασία της με διαφορετικό τρόπο.
Αντίθετα, η εναγόμενη αξίωνε την παροχή της εργασίας της ενάγουσας υπό τις ίδιες, όπως και κατά το παρελθόν, πριν την εμφάνιση της νόσου, συνθήκες με αποτέλεσμα την επιδείνωση της υγείας της και τελικά την ανικανότητά της προς εργασία, κατά τα προαναφερθέντα. Το γεγονός ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από την επάνοδο της ενάγουσας στην εργασία της τον Απρίλιο του έτους 2003 μέχρι την οικειοθελή αποχώρησή της στις 4.10.2018, η ενάγουσα εν γνώσει της εργοδότριάς της εκτελούσε τα ίδια καθήκοντα, μεταξύ των οποίων και μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων, προκύπτει κυρίως τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης Μ.
Α., Χ. Π., Σ. Α. και Α. Κ. στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις τους και δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης. Επισημαίνεται ότι ίδια η ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι τον Οκτώβριο του έτους 2005 ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένης του καταστήματος δεν είχε τη δυνατότητα, να μεταβάλει μονομερώς τα καθήκοντά της και να απαλλαγεί από ορισμένα από αυτά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εργοδότριά της.
Εξάλλου, η απορρέουσα από την υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη(άρθρο 662 ΑΚ) ειδικότερη υποχρέωση της εναγόμενης, αφού γνώριζε το ιατρικό ιστορικό της ενάγουσας να ρυθμίσει με διαφορετικό τρόπο την εργασία της, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα (Απρίλιος 2003-4.10.2008) η εργαζόμενη δεν προσκόμισε σε αυτήν οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει πρόβλημα στην υγεία της, προφανώς ανησυχώντας για τη διατήρηση της θέσης εργασίας της.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η επιδείνωση της υγείας της ενάγουσας και η συνακόλουθη ανικανότητά της προς εργασία είναι απότοκος εργατικού ατυχήματος, υπό την έννοια ότι επήλθε εξ αφορμής της εργασίας της και ως άμεση συνέπεια της εκτέλεσης αυτής, αιτιωδώς συνδεόμενη με την εργασία.
Ειδικότερα, μετά την εκδήλωση της νόσου και ανεξάρτητα από την αποθεραπεία της, μετά την επάνοδο αυτής στην εργασία της, εξακολούθησε η απασχόλησή της υπό τις ίδιες συνθήκες με αποτέλεσμα την επιδείνωση της υγείας της, ενώ η εξακολούθηση αυτή δεν επιτρεπόταν να αξιωθεί από την εναγόμενη, η οποία, ενόψει του γνωστού σε αυτήν ιατρικού ιστορικού της, έπρεπε να μετατρέψει τις συνθήκες εργασίας της, οι οποίες λόγω της κατάστασης της υγείας της υγείας της είχαν καταστεί ιδιαίτερα δυσχερείς, και να την απαλλάξει από τα καθήκοντα εκείνα που την επιβάρυναν, εξακολούθησε όμως να την απασχολεί υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η επιδείνωση της υγείας της ενάγουσας εξακολούθησε και μετά την οικειοθελή αποχώρησή της από την εναγόμενη και την ανάληψη ίδιας εργασίας σε κατάστημα άλλης εταιρείας, ούτε διακόπτεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των περιστάσεων εργασίας της επί εννέα(9) στην εναγόμενη και στη βλάβη της υγείας την οποία υπέστη.
Το γεγονός ότι η ενάγουσα μετά την επιστροφή στην εργασία της και μέχρι την παραίτησή της, παρά το γεγονός ότι αισθανόταν πόνους και ενοχλήσεις στην σπονδυλική της στήλη παρέλειψε να ενημερώσει την εργοδότριά της για την τρέχουσα κατάστασή της υγείας της, δεν αρκεί για να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά της για την επιδείνωση της κατάστασή της και η σχετική ένσταση συνυπαιτιότητα αυτής, που παραδεκτά πρόβαλε η εναγόμενη-εφεσίβλητη στον πρώτο βαθμό και παραδεκτά επανέφερε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου είναι αβάσιμη και απορριπτέα, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η ενάγουσα, ως το ασθενέστερο μέρος στην ένδικη σύμβαση εργασίας, αφενός ανησυχούσε για τη διατήρηση της θέσης της, αφετέρου, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, ζητούσε τον περιορισμό των καθηκόντων της με βάση το γνωστό στην εργοδότριά της πρόβλημα υγείας της.
Εξάλλου, το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για το ότι η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της ενάγουσας και η εντεύθεν ανικανότητά της προς εργασία, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα συνιστά εργατικό ατύχημα, οφείλονται στις συνθήκες εργασίας της μετά την επάνοδό της και πριν την οικειοθελή αποχώρησή της και το αίτημα της εναγόμενης περί διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθούν, μεταξύ άλλων, οι αιτίες πρόκλησης της ασθένειας της ενάγουσας και της αρνητικής εξέλιξης αυτής, καθώς και η σημερινή κατάσταση της υγείας της, πρέπει να απορριφθεί, λαμβανομένου υπόψη και του ότι λόγω του ιδιαίτερα μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει μεσολαβήσει μια τέτοια πραγματογνωμοσύνη δεν θα απέφερε ασφαλή αποτελέσματα.
Επίσης, απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη τυγχάνει η επικουρικά προβαλλόμενη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, καθόσον τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή της περιστατικά, δηλαδή ότι άσκησε την υπό κρίση αγωγή πέντε έτη μετά την οικειοθελή αποχώρησή της, χωρίς ποτέ να εγείρει ζήτημα για τις συνθήκες εργασίας της και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής.
Τέλος, απορριπτέα ως μη νόμιμη τυγχάνει η ένσταση πενταετούς παραγραφής που παραδεκτά πρόβαλε στον πρώτο βαθμό και επαναφέρει στο παρόν δικαστήριο η εναγόμενη, ισχυριζόμενη ότι από την 1.9.2002 που η ενάγουσα είχε λάβει γνώση του προβλήματος υγείας της, καθόσον, κατά τα προαναφερθέντα, τότε εξαιρέθηκε από την ασφαλιστική κάλυψη, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, η οποία της επιδόθηκε στις 7.2.2013(βλ.
την υπ'αριθμ. ....2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Χ.) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, που ορίζει το άρθρο 937 ΑΚ, ότι παραγράφονται οι αξιώσεις από την αδικοπραξία, διότι η υπό κρίση αγωγική αξίωση στηρίζεται σε εργατικό ατύχημα οφειλόμενο στη μη μετατροπή των συνθηκών εργασίας της ενάγουσας και στην εξ αυτού του λόγου επιδείνωση της υγείας της, που έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του έτους 2003 μέχρι 4.10.2008 και σε κάθε περίπτωση έκτοτε, δηλαδή από 4-10-2008 που αποχώρησε από την εργασία της και σταμάτησε η επιδείνωση της υγείας της από την εργασία της αυτή μέχρι την άσκηση της αγωγής κατά τα παραπάνω, δεν είχε παρέλθει πενταετία.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ενιστάμενη εναγόμενη που έχει το βάρος επίκλησης και απόδειξης, ότι η δυσμενής συνέπεια (επιβάρυνση της υγείας της ενάγουσας) ήταν εξαρχής προβλεπτή, (ΑΠ 1304/2017, 1010/2015) δεν απέδειξε ότι αυτή ήταν εξυπαρχής προβλεπτή με συνέπεια την αβασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού της ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής είχε επέλθει η πενταετής παραγραφή.
Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι λόγω του σε βάρος της ένδικου εργατικού ατυχήματος η ενάγουσα-εκκαλούσα υπέστη ηθική βλάβη. Αφού ληφθούν ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, ήτοι της σωματικής βλάβης και της έκτασης αυτής, της ταλαιπωρίας που η ενάγουσα υπέστη από τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε, της μακράς διάρκειας της θεραπείας της σε συνδυασμό με το σωματικό άλγος και την ψυχική της ταλαιπωρία, της δυσχέρειας που ακόμη αντιμετωπίζει λόγω του ένδικου εργατικού ατυχήματός στις μετακινήσεις της, της ανικανότητάς προς εργασία, της ηλικίας της, 31 ετών κατά τον χρόνο επέλευσης του ένδικου εργατικού ατυχήματος, τις συνθήκες τέλεσής του, τη βαρύτητα του πταίσματος της και δη την αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγόμενης και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, εκ των οποίων η μεν ενάγουσα είναι πλέον ανίκανη να εργαστεί και λαμβάνει μόνο σύνταξη αναπηρίας, ενώ η εναγόμενη είναι εύρωστη οικονομικά ανώνυμη εταιρεία με μεγάλο δίκτυο καταστημάτων στην Ελλάδα, με σημαντικό κύκλο εργασιών και εσόδων, το δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα δικαιούται να λάβει ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια, υπό τη μορφή της αμέλειας, συμπεριφορά της εναγόμενης και την προκληθείσα σε αυτήν σωματική βλάβη, το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων ευρώ (25.000) ευρώ, το οποίο είναι, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, εύλογο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς δεν υπερβαίνει καταφανώς, ούτε υπολείπεται του ποσού που επιδικάζεται συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι η επιδείνωση της υγείας της ενάγουσας-εκκαλούσας και η επελθούσα αναπηρία της, δεν δύναται να θεωρηθεί ως απότοκος εργατικού ατυχήματος, υπό την έννοια ότι επήλθε εξ αφορμής της εργασίας της και ως άμεση συνέπεια της εκτέλεσης αυτής, αιτιωδώς συνδεόμενη με την εργασία και επομένως δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω νομικές διατάξεις και εσφαλμένα αξιολόγησε τα αποδεικτικά μέσα κα επομένως οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος συναφείς λόγους έφεσης, με τους οποίους η ενάγουσα-εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων πρέπει να γίνουν δεκτοί ως και κατ' ουσίαν βάσιμοι.
Στη συνέχεια, πρέπει να κρατήσει την υπόθεση το παρόν Δικαστήριο, και αφού δικάσει στην ουσία την από 29.1.2013 αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφλησή του.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας κατόπιν σχετικού αιτήματός της πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης (άρθρ,106, 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ'ουσίαν την από 4.11.2013 με αριθμ. κατάθ. 102/2013 έφεση.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 148/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.
Κρατεί και δικάζει την από 23.1.2013 αγωγή.
Δέχεται εν μέρει αυτή.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας αμφότερων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2025.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ