Legislator Case Law & Legislation
1560/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on breach of contract, upholding lower court's finding of asset transfer to evade debt.

Case Number 1560/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a final judgment ordering them to pay a debt. The appellants argued that the respondent transferred their sole assets to them to evade payment, claiming the transfer lacked good faith. The court rejected this, finding the transfer was a clear attempt to frustrate the judgment and that the respondent's assets were insufficient to cover the debt regardless of the transfer.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not re-evaluate factual findings or evidence assessment made by lower courts, and an appeal based on alleged insufficient reasoning regarding factual evaluation is inadmissible.

Keywords

AI generated
breach of contract evading debt asset transfer good faith appeal admissibility factual evaluation legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1560 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1560/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του, Ι., 2) Ι. Κ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Λ. του Μ., κατοίκου ..., εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μυλωνά που ανακάλεσε την από 19/1/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2058/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 419/2018 μη οριστική και 242/2022 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/7/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 03.07.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 242/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε εν μέρει την από 29-11-2011 αγωγή διάρρηξης δικαιοπραξιών, ως καταδολιευτικών, του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου σε βάρος των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με την αίτηση αναίρεσης, θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται, με την άνω με αριθ.242/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και η με αριθ.419/2018 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου(άρθ.553 παρ.2 ΚΠολΔ), με την οποία, αφού, μετά την τύποις και κατ' ουσίαν αποδοχή της από 20-7-2015 έφεσης των αναιρεσειόντων, εξαφανίστηκε η εκδοθείσα ερήμην τους (εναγομένων-εκκαλούντων-αναιρεσειόντων), πρωτόδικη με αριθ.2058/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κρατήθηκε η υπόθεση για να δικαστεί, αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης επί της ουσίας αυτής μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της από 29-11-2011 αγωγής του ενάγοντος-εφεσιβλήτου-αναιρεσιβλήτου κατά του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, καθόσον ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης αναφέρεται στη μη κήρυξη απαραδέκτου της αγωγής, από την ως άνω μη οριστική απόφαση του Εφετείου, λόγω αοριστίας. 2.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη αξιώσεως του δανειστή προς διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, της γενόμενης από τον οφειλέτη προς τρίτο απαλλοτριώσεως στοιχείου της περιουσίας του αποτελεί η δημιουργούμενη εξ αιτίας αυτής για τον οφειλέτη αφερεγγυότητα, δηλαδή η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε η αφερεγγυότητα να υπάρχει και κατά το χρόνο ασκήσεως της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (ΟλΑΠ 15/2012), και να υφίσταται κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 778/2015), ενώ αδιάφορο είναι αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (ΟλΑΠ 709/1974, ΑΠ 1720/2014, ΑΠ 928/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 941 ΑΚ, που ορίζει ότι η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη αν ο τρίτος, υπέρ του οποίου έγινε, γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, θα πρέπει ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη και δεν αρκεί η υπαίτια άγνοιά του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 928/2014).

Τεκμαίρεται όμως, ότι ο τρίτος το γνωρίζει, αν κατά την απαλλοτρίωση είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής του σε ευθεία γραμμή ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο. Το τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (ΑΠ 708/2017).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 943 παρ. 1 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 936 παρ. 3, 953 παρ. 2 και 992 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για τη γέννηση του δικαιώματος του δανειστή προς διάρρηξη της εκ μέρους του οφειλέτη του επιχειρηθείσας καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως, προϋποτίθεται, πλην άλλων, ότι η υπόλοιπη περιουσία του τελευταίου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του πρώτου.

Από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση συνάγεται ότι η διάρρηξη μπορεί να ζητηθεί από τον δανειστή και να διαταχθεί από το δικαστήριο, κατ' αρχήν, μόνο στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος και δεν έχει έννομο συμφέρον για διάρρηξη πέρα από αυτό το μέτρο. Σε περίπτωση έτσι που αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως είναι περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, η διάρρηξη περιορίζεται σε όσα (και σε εκείνα που) απαιτούνται για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, ενώ σε περίπτωση που αντικείμενό της είναι μόνο ένα (ενιαίο) περιουσιακό στοιχείο, η διάρρηξη περιορίζεται στο ποσοστό του εκείνο, η αξία του οποίου καλύπτει την αξία της απαιτήσεως του δανειστή.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το δικαστήριο, για να διατάξει τη μερική διάρρηξη (λ.χ. ως προς το καθοριζόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας επί του ενός ακινήτου που αποτελεί αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως), θα πρέπει, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ολοσχερής ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος δανειστή από το πλειστηρίασμα, να συνεκτιμήσει, πέρα από την εν λόγω απαίτηση (κατά το κεφάλαιο και τους τυχόν οφειλόμενους τόκους), τα έξοδα της κατά του οφειλέτη επικείμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, καθώς και το γεγονός ότι κατά τον πλειστηριασμό είναι απίθανο να επιτευχθεί πλειστηρίασμα ίσο με την αγοραία αξία του ακινήτου (ΑΠ 869/2021, ΑΠ 1623/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 480/2013, ΑΠ 1815/2012).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118, 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει την εξιστόρηση του γεγεννημένου (των δημιουργικών στοιχείων) της απαιτήσεως κατά τον χρόνο συντελέσεως της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και το ληξιπρόθεσμο αυτής κατά το χρόνο της συζητήσεως της αγωγής, αφού ως απώτερος κρίσιμος χρόνος συνδρομής των στοιχείων της κτήσεως και του απαιτητού του διά της αγωγής ασκουμένου δικαιώματος είναι ο της συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τον προσδιορισμό του ύψους της απαιτήσεως του δανειστή και της αξίας του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού αντικειμένου τόσο κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, όσο και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική αλλά επέρχεται κατά το μέρος ζημιώσεως του δανειστή, ούτως ώστε αν το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από το ύψος της απαιτήσεως του δανειστή, η διάρρηξη να είναι μερική και να εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο προς την αξία της απαιτήσεως του δανειστή σε σχέση προς την αξία του απαλλοτριωθέντος (ΟλΑΠ 15/2012).

Επίσης η αγωγή πρέπει να διαλαμβάνει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία υφίσταται, όταν η υπόλοιπη (εμφανής) περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή. Η προϋπόθεση της αφερεγγυότητας πρέπει να συντρέχει τόσο κατά τον χρόνο της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, οπότε κρίνεται και η ύπαρξη προθέσεως βλάβης του δανειστή, όσο και κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1800/2008, ΑΠ 1937/2006) και να υφίσταται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής (ΑΠ 778/2015).

Ως υπόλοιπη περιουσία του οφειλέτη νοείται η εμφανής περιουσία αυτού, της οποίας δύνανται να επιληφθούν οι δανειστές προς ικανοποίηση των απαιτήσεων αυτών και όχι και η αφανής περιουσία, η οποία είναι εν τοις πράγμασι ανύπαρκτη γι' αυτούς.

Συνεπώς, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία, κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 651/2008, ΑΠ 1001/2007) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 430/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1815/2012, ΑΠ 941/2007, ΑΠ 637/2001).

Όμως, αν ο δανειστής, που ζητεί τη διάρρηξη απαλλοτρίωσης του οφειλέτη του ως καταδολιευτικής, συμβαίνει να γνωρίζει την ύπαρξη αφανών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του και μπορεί να ικανοποιηθεί από αυτά, εκλείπει τότε η αναγκαία για τη διάρρηξη προϋπόθεση της αφερεγγυότητας του οφειλέτη του.

Τούτο διότι, η γνώση των αφανών αυτών περιουσιακών στοιχείων από τον δανειστή τα καθιστά τελικώς εμφανή ως προς αυτόν. Στην περίπτωση αυτή ο δανειστής δεν έχει αξίωση διάρρηξης της γενόμενης από τον οφειλέτη απαλλοτρίωσης, η οποία, άλλωστε, με διαφορετική εκδοχή, ευχερώς θα μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αν ο δανειστής, παρόλο που γνωρίζει την ύπαρξη αφανών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και μπορεί έτσι να επιληφθεί αυτών για την ικανοποίηση της απαίτησής του, επιλέξει, ωστόσο, να ζητήσει τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης ως καταδολιευτικής χωρίς ιδιαίτερο προς τούτο λόγο, προβάλλοντας απλώς τον κατ` αρχήν αφανή χαρακτήρα των λοιπών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, δηλαδή αν τα αφανή, αλλά γνωστά σ` αυτόν περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, ο δανειστής δεν τα θεωρήσει ως εμφανή τελικώς ως προς τον ίδιο (ΑΠ 928/2014).

Το σχετικό ισχυρισμό για την ύπαρξη αφανών περιουσιακών στοιχείων και τη γνώση του δανειστή για την ύπαρξη αυτών, πρέπει να προτείνει ο οφειλέτης (ΑΠ 1437/2019).

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως.

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 223/2022). Αντίθετα η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 192/2016).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσεώς της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 853/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ζήτησε τη διάρρηξη, ως καταδολιευτικών, των αναφερομένων σ' αυτή δικαιοπραξιών, με βάση το ακόλουθο ιστορικό: "...ότι μεταξύ του ιδίου και του πρώτου των εναγομένων-εκκαλούντος, ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, καταρτίσθηκε την 6-5-2009 προφορική σύμβαση ατόκου χρηματικού δανείου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων μεταβίβασε στον α'εναγόμενο το ποσό των 300.000 ευρώ και ορίσθηκε ως χρόνος για την απόδοσή του η 31η-5-2010.

Ότι η ως άνω δήλη ημέρα αποδόσεως του δανείου παρήλθε άπρακτη και ο πρώτος εναγόμενος του απέδωσε μόνο το ποσό των 24.000 ευρώ και εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των 276.000 ευρώ, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του. Ότι ο πρώτος εναγόμενος, προχώρησε εν γνώσει του προς βλάβη της απαίτησης του ενάγοντος, αφού στερείται οποιουδήποτε άλλου εμφανούς περιουσιακού στοιχείου, στην κατάρτιση των υπ' αριθμό ...-2009, ...-2010 και ...-2010 συμβολαίων γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Ο.

Μ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, βάσει των οποίων μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στο δεύτερο των εναγομένων-εκκαλούντων, ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα, που είναι τέκνο του, τα περιγραφόμενα αναλυτικά ακίνητα(δύο διαμερίσματα και το 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου μετά ισογείου κτίσματος), των οποίων η αντικειμενική αξία κατά τον χρόνο της παροχής ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 152.514, 38 ευρώ, ενώ η πραγματική τους αξία(εμπορική), η οποία είναι 30% επιπλέον της αντικειμενικής αξίας τους, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 19...31, 96 ευρώ.

Κατόπιν τούτων, ζήτησε να διαρρηχθούν οι ως άνω απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες, επικουρικώς δε, για την περίπτωση που κριθεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάρρηξης, ζήτησε, να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος στην καταβολή του ποσού των 251.000 ευρώ, διατεινόμενος ότι τα μεταβιβασθέντα στον τελευταίο ακίνητα αποτελούσαν το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη του (πρώτου των εναγόμενων), γεγονός το οποίο γνώριζε ο δεύτερος των εναγομένων, με συνέπεια, να καθιδρύεται σωρευτική εκ του νόμου αναδοχή του τελευταίου, έναντι του δανειστή του μεταβιβάσαντος (ενάγοντος), των αντίστοιχων χρεών που ανήκουν στην περιουσία του, νομιμοτόκως...".

Η αγωγή, ως προς την κύρια βάση της , με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι επαρκώς ορισμένη, διότι αναφέρεται, εκτός των άλλων τόσο η αντικειμενική αξία των ακινήτων κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων, όσο και η εμπορική τους αξία κατά την άσκηση της αγωγής, η οποία υπερβαίνει κατά ποσοστό 30% την αντικειμενική τους αξία και ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 19...31, 96 ευρώ.

Επίσης αναφέρεται στην αγωγή ότι ο πρώτος εναγόμενος με τις ανωτέρω απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες αποξενώθηκε προς προφανή βλάβη του ενάγοντος από κάθε ακίνητο περιουσιακό του στοιχείο, χωρίς να αφήσει υπόλοιπη περιουσία για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, προέβη δε στη μεταβίβαση των μοναδικών του ακινήτων περιουσιακών στοιχείων, χωρίς ο ίδιος να κρατήσει για τον εαυτό του έστω και μία δουλεία επικαρπίας, με σκοπό τη ματαίωση της ικανοποιήσεως της αξιώσεως του ενάγοντος.

Επομένως, το Εφετείο, που με την συμπροσβαλλόμενη με αριθ.419/2018 απόφασή του, έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, κατά το προαναφερθέν μέρος της, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαράδεκτης της αγωγής λόγω αοριστίας και, συνακόλουθα, ο σχετικός δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι, ενώ η ένδικη αγωγή ήταν αόριστη, επειδή δεν αναφερόταν σ'αυτήν η πραγματική αξία των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής και τα εναπομένοντα, μετά τις απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες, περιουσιακά στοιχεία του πρώτου από αυτούς, καθώς και η αξία τους τόσο κατά τον χρόνο κατάρτισης των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών όσο και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής και ότι ο ισχυρισμός για την αοριστία αυτή είχε προταθεί με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου, εντούτοις αυτό απέρριψε το λόγο και έτσι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, είναι αβάσιμος.

3.Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1211/2020).

4.Με το πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939-942 του ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η υπόλοιπη περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος δεν αρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου και ότι αυτός γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση των περιουσιακών του στοιχείων θα περιέλθει σε πλήρη οικονομική αδυναμία να ικανοποιήσει την οφειλή του προς τον αναιρεσίβλητο.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εναγόμενος(πρώτος αναιρεσείων) διατηρούσε στον Πειραιά εκτελωνιστικό γραφείο, στο οποίο απασχολούσε ως βοηθό εκτελωνιστή τη σύζυγο του ενάγοντος - ήδη εν διαστάσει, έως το Φεβρουάριο του έτους 2010, οπότε η επιχείρηση μεταβιβάστηκε στον υιό του πρώτου εναγόμενου - δεύτερο εναγόμενο(δεύτερο αναιρεσείοντα).

Πέραν της επαγγελματικής σχέσης, είχε αναπτυχθεί και φιλική σχέση μεταξύ των δύο οικογενειών, καθώς και σχέση εμπιστοσύνης. Στο πλαίσιο αυτής και ενόψει μιας επιχειρηματικής κίνησης του πρώτου εναγόμενου, που αφορούσε στην αγορά ενός πλοίου με την ονομασία "SICAGAS", αξίας 1.300.000 ευρώ, τον Απρίλιο του έτους 2009, ο ενάγων(αναιρεσίβλητος) μεταβίβασε κατά κυριότητα στον τελευταίο, το χρηματικό ποσό των 300.000 ευρώ, του οποίου ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει άτοκα, μέχρι τις 31.5.2010.

Ειδικότερα, στις 30.3.2009 και προς το σκοπό της αγοράς του πλοίου, συστήθηκε η αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία με την επωνυμία "PORTMAN SHIPPING INC", με έδρα στον Παναμά, με μετόχους τον εναγόμενο, με ποσοστό συμμετοχής 10% που είχε την ιδιότητα του ταμία, τον Β. Κ., με ποσοστό συμμετοχής 14% και την ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ., τον Δ.

Σ., με ποσοστό συμμετοχής 33%, τον Ι. Υ., με ποσοστό συμμετοχής 10%, τον Κ. Χ., με ποσοστό συμμετοχής 33% και την εταιρία DA SECRETARIAL LTD με την ιδιότητα του γραμματέα. Το συμφωνητικό αγοράς του ανωτέρω πλοίου υπογράφηκε την 1.4.2009 και στις 3.4.2009 παραλήφθηκε από τον εναγόμενο το "Bill of Sail" του πλοίου, δηλαδή έγινε η τυπική του παράδοση, ενώ στις 24.4.2009 έγινε και η ουσιαστική παράδοση αυτού.

Έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των 1.300.000 ευρώ, δόθηκε εγγύηση 130.000 ευρώ, κατά την παράδοσή του καταβλήθηκε το ποσό των 370.000 ευρώ, ενώ πιστώθηκε το υπόλοιπο τίμημα των 800.000 ευρώ, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί σε οκτώ ισόποσες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 31.5.2009.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι προς διευκόλυνση του πρώτου εναγόμενου, στο πλαίσιο του προαναφερθέντος δανείου, ο ενάγων μεταβίβασε κατά κυριότητα σε αυτόν το ποσό των 300.000 ευρώ, με την έκδοση, αρχικώς (τον Απρίλιο του έτους 2009), εννέα μεταχρονολογημένων επιταγών της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 30.000 ευρώ της κάθε μιας, εις διαταγήν του εναγόμενου αυτού, ήτοι τις με αριθμούς : 1) ..., με ημερομηνία έκδοσης ....2009, 2) ..., με ημερομηνία έκδοσης ....2009, 3) ..., με ημερομηνία έκδοσης ....2009, 4) ..., με ημερομηνία έκδοσης ....2009, 5) ..., με ημερομηνία έκδοσης ....2009, 6) ..., με ημερομηνία έκδοσης ....2009, 7) ..., με ημερομηνία έκδοσης ....2009, 8) ..., με ημερομηνία έκδοσης ....2009 και 9) ..., με ημερομηνία έκδοσης ....2009.

Αυτές τις επιταγές, μαζί με την με αριθμό ... μεταχρονολογημένη επιταγή με πληρώτρια την ΕΤΕ, εκδόσεως Α. Φ., φίλου του ενάγοντος, ποσού επίσης 30.000 ευρώ, με ημερομηνία 18.11.2009, εις διαταγήν του (ενάγοντος), την οποία αυτός οπισθογράφησε σε διαταγή του πρώτου εναγόμενου, τις παρέδωσε στον τελευταίο, προκειμένου αυτός, μετά την οπισθογράφησή τους, να τις καταθέσει ως αξία εις ενέχυρο στην Τράπεζα FBB, σε λογαριασμό της εταιρίας συμφερόντων του "ΧΡΥΣΟΪΛ ΑΕΠ Εμπορία Πετρελαιοειδών και συναφών προϊόντων", προκειμένου να χρηματοδοτηθεί με το ποσό των 300.000 ευρώ.

Επειδή όμως, η ανωτέρω Τράπεζα δεν δέχθηκε τις παραπάνω μεταχρονολογημένες επιταγές, ο εναγόμενος τις επέστρεψε στον ενάγοντα. Τότε, ο ενάγων κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο τα ποσό των 300.000 ευρώ, ως ακολούθως : α) με την έκδοση δύο τραπεζικών επιταγών της Eurobank, ήτοι τις με αριθμούς ... και ..., που εξέδωσε στον Πειραιά, εις διαταγήν του και οπισθογράφησε και παρέδωσε στον εναγόμενο αυτόν, με ημερομηνίες 28.4.2009, ποσού 90.000 ευρώ και 6.5.2009, ποσού 130.000 ευρώ αντίστοιχα, που πληρώθηκαν και β) με την παράδοση του ποσού των 80.000 ευρώ σε μετρητά.

Ωστόσο, αν και παρήλθε ο μήνας Μάιος του έτους 2010, ο πρώτος εναγόμενος δεν επέστρεψε το ποσό του δανείου, πέραν του ποσού των 49.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε μέσω δύο επιταγών, που του παρέδωσε, ήτοι: α) της με αριθμό ... επιταγής, με πληρώτρια την Τράπεζα FBB, ποσού 24.000 ευρώ, εκδόσεως της εταιρίας ΧΡΥΣΟΪΛ ΑΕΠ εις διαταγήν του πρώτου εναγόμενου, με ημερομηνία έκδοσης 31.12.2009 και β)της με αριθμό ...

επιταγής με πληρώτρια την Αγροτική Τράπεζα, ποσού 25.000 ευρώ, εκδόσεως της τελευταίας εταιρίας, εις διαταγήν της, οι οποίες όμως, σφραγίστηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, για την πρώτη από τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής .../2010 του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η οποία τελικώς εισπράχθηκε.

Τα ανωτέρω, κρίθηκαν με την απόφαση 439/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατόπιν άσκησης έτερης αγωγής (από 29.11.2011 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10640/2011) του εδώ ενάγοντος κατά του εδώ πρώτου εναγόμενου (μοναδικού εναγόμενου σ' αυτήν), η οποία κατέστη αμετάκλητη με την απόφαση 663/2020 του Αρείου Πάγου, ύστερα από την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, που άσκησε ο τελευταίος.

Με την ίδια ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου ότι η καταβολή του ποσού των 300.000 ευρώ προς αυτόν αφορούσε σε επενδυτική συμμετοχή του ενάγοντος και της συζύγου του στο ανωτέρω πλοίο, σύμφωνα με το από 10.4.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε μεταξύ του Β.

Κ., μετόχου - ιδρυτικού μέλους της αγοράστριας του πλοίου ναυτιλιακής εταιρίας, "PORTMAN SHIPPING INC" και της συζύγου του ενάγοντος, Ε. Π. Δυνάμει του συμφωνητικού αυτού η τελευταία φερόταν ότι αποκτούσε το μερίδιο συμμετοχής του Β. Κ. στην εταιρία (και κατ' επέκταση στο πλοίο), δηλαδή 100 μετοχές, ήτοι το 14%, ο οποίος αποχωρούσε από την εταιρία και παραιτούνταν του αξιώματος του, ως Προέδρου του Δ.Σ.

αυτής. Ωστόσο, η ανωτέρω μεταβίβαση ήταν εικονική και έγινε για λόγους διευκόλυνσης της δραστηριότητας του εναγόμενου αυτού, χωρίς να λάβει ποτέ ουσιαστική - νομική υπόσταση. Επομένως, ο ενάγων έχει απαίτηση κατά του πρώτου εναγόμενου από την ως άνω συναφθείσα μεταξύ τους σύμβαση δανείου, υπόλοιπο ποσό 251.000 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος, ενώ γνώριζε ότι ο ενάγων είχε σε βάρος του την ως άνω απαίτηση, μετά από έξι μήνες και έως την ημερομηνία κατά την οποία είχε υποχρέωση να αποδώσει το ως άνω δάνειο (31.5.2010), αποξενώθηκε από όλα τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία - ακίνητα. Ειδικότερα : α) με το συμβόλαιο γονικής παροχής και παρακράτησης επικαρπίας ....2009 της συμβολαιογράφου Αθηνών Ο.

Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Φαλήρου (τ. 500, αρ. 382), ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στον δεύτερο (εναγόμενο) - υιό του, λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα του εξ αδιαιρέτου του Δ-1 διαμερίσματος, του τετάρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, το οποίο καταλαμβάνει ολόκληρο τον όροφο, αποτελείται από πέντε κύρια δωμάτια, εκ των οποίων το ένα μείζον λίβινγκ-ρουμ, χολ, διάδρομο, όφις, δύο λουτρά, δύο εξώστες προς την οδό ...

και ένα έτερο εξώστη προς το νοτιοδυτικό ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και ένα εξώστη και μία βεράντα προς το βορειοδυτικό ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, έχει επιφάνεια 115, 88 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 159, 17/1000, παρακρατώντας την επικαρπία επ' αυτού για τον εαυτό του. Επιπλέον, με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο μεταβίβασε (ο πρώτος εναγόμενος στον δεύτερο) και την πλήρη κυριότητα του Ε-1 διαμερίσματος του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, που αποτελείται από ένα δωμάτιο, έχοντας στην αποκλειστική χρήση αυτού το νοτιοδυτικό τμήμα του ακάλυπτου χώρου του δώματος (ταράτσας), διαχωριζόμενου από το υπόλοιπο κοινόχρηστο τμήμα από τη νοητή ευθεία γραμμή του βορειοδυτικού τοίχου του διαμερίσματος μέχρι των εκατέρωθεν στηθαίων πρόσοψης και βορειοδυτικής πλευράς, έχει επιφάνεια 10, 641 τ.μ.

και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 14, 25 χιλιοστά. Οι ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες βρίσκονται επί οικοδομής, που έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο στον Άλιμο Αττικής, στη θέση "Πικροδάφνη", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του ομώνυμου Δήμου, στο οικοδομικό τετράγωνο 26 επί της οδού ..., έχουν υπαχθεί δε, στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 117 του Α.Κ., σε συνδυασμό με το ν.δ. 1024/1971, με την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας ....1973 του συμβολαιογράφου Αθηνών Η.

Κ. και έχουν αξία 81.919, 78 ευρώ (62.049, 63 ευρώ για την ιδιοκτησία Δ-1 και 19.870, 14 ευρώ για την ιδιοκτησία Ε-1), ήτοι 30% πλέον της αντικειμενικής τους αξίας (47.730, 49 ευρώ και 15.284, 73 ευρώ αντίστοιχα), β) με το συμβόλαιο γονικής παροχής ....2010 της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Φαλήρου (τ. 500, αρ. 141), ο πρώτος εναγόμενος, λόγω γονικής παροχής, παραιτήθηκε του δικαιώματος επικαρπίας του 1/2 εξ αδιαιρέτου της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας του Δ-1 διαμερίσματος, που είχε διατηρήσει για τον εαυτό του με το ως άνω συμβόλαιο, υπέρ του δεύτερου (εναγόμενου) - υιού του, αξίας 41.366, 43 ευρώ, ήτοι 30% πλέον της αντικειμενικής τους αξίας (31.820, 33 ευρώ) και γ) με το συμβόλαιο γονικής παροχής ....2010 της συμβολαιογράφου Αθηνών Ο.

Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παμίσου Μεσσήνης (τ. 383, αρ. 49), ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στον δεύτερο (εναγόμενο) - υιό του, λόγω γονικής παροχής, την πλήρη κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενός γηπέδου έκτασης 8.412 τ.μ., με την επ' αυτού πλινθόκτιστη οικία, που στεγάζει μοτέρ άντλησης νερού από γεώτρηση, που βρίσκεται στη θέση "Τζωρέικα" της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας Τσιτζωρίου του τέως Δήμου Παμίσου του Νομού Μεσσηνίας και ήδη τμήμα αυτού (βρίσκεται) εκτός σχεδίου του οικισμού Ανάληψης και εντός ζώνης αγροτικής δραστηριότητας του εγκεκριμένου γενικού πολεοδομικού σχεδίου του Δήμου Μεσσήνης του Νομού Μεσσηνίας και τμήμα αυτού (βρίσκεται) εντός του σχεδίου του ίδιου οικισμού....Το άνω ακίνητο..., έχει έκταση μέτρων τετραγωνικών οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (8.412), ...Επί του άνω ακινήτου υφίσταται ισόγεια πλινθόκτιστη οικία μετά στεγάστρου, βάσει οικοδομικής άδειας, που εκδόθηκε προ της 14.3.1983, η οποία έχει εμβαδόν μέτρα τετραγωνικά ογδόντα πέντε και εβδομήντα δύο εκατοστά (85, 72) και εμβαδόν στεγάστρου μέτρα τετραγωνικά είκοσι έξι και εξήντα πέντε (26, 65).

Το ακίνητο αυτό έχει αξία (κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου), ποσού 74.982, 48 ευρώ, ήτοι 30% πλέον της αντικειμενικής του αξίας (57.678, 83 ευρώ). Τα ανωτέρω μεταβιβασθένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ακινήτων αποτελούσαν τόσο κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων (19.11.2009, 15.4.2010 και 30.4.2010), όσο και κατά την έγερση της αγωγής (2.12.2011), αλλά περαιτέρω, και κατά τη συζήτησή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (18.2.2015), τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά στοιχεία του πρώτου εναγόμενου.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του τελευταίου περί ύπαρξης επαρκών περιουσιακών του στοιχείων για την ικανοποίηση της οφειλής του προς τον ενάγοντα, συνιστάμενα α) στην κυριότητα ποσοστού 40% της ναυτικής εταιρίας "ΑΝΑΛΗΨΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", αξίας 500.000 ευρώ, β) στα ποσά που υπήρχαν στους τραπεζικούς του λογαριασμούς και γ) στην ύπαρξη απαίτησής του ποσού 1.046.014, 30 ευρώ σε βάρος του Φ.

Β. (ιδιοκτήτη του τηλεοπτικού σταθμού E-TV), ο οποίος συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, δεν ευσταθεί. Και τούτο, διότι οι μεν προσκομιζόμενοι τραπεζικοί λογαριασμοί, αφορούν στο προγενέστερο της σύναψης του δανείου χρονικό διάστημα (οι λογαριασμοί ... και ... αναφέρονται σε ημερομηνίες εκτύπωσης 30.4.2009), το δε, ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους - εγγυήσεως και διακανονισμού, ανεξαρτήτως της φερεγγυότητας ή όχι του Φ.

Β., που φέρεται ότι αναλαμβάνει οικονομική υποχρέωση έναντι του πρώτου εναγόμενου, δεν συνιστά εμφανές περιουσιακό στοιχείο του τελευταίου, με βάση το οποίο να μπορούσε να επιχειρηθεί σ' αυτό εκτέλεση και επομένως εξομοιώνεται με ανύπαρκτο για τον ενάγοντα περιουσιακό στοιχείο, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις.

Τέλος, όσον αφορά στο επικαλούμενο ποσοστό του πρώτου εναγόμενου επί της ναυτικής εταιρίας "ΑΝΑΛΗΨΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", αποδείχθηκε ότι με βάση την από 2.9.2008 σύμβαση ναυτικής εταιρίας ο πρώτος εναγόμενος απέκτησε 2.000 μετοχές της ως άνω εταιρίας, αξίας 2.000 ευρώ, σύμβαση η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στο μητρώο ναυτικών εταιριών, όπως προκύπτει από την βεβαίωση ...

από ....2008 της Δ/νσης Ναυτιλιακής Πολιτικής και Ανάπτυξης του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας. Ωστόσο, πλην της λήψης απόφασης από το Δ.Σ. της ανωτέρω εταιρίας για την αγορά δεξαμενόπλοιου και της συμφωνίας διαχείρισης της πλοιοκτήτριας εταιρίας, με την ναυτική εταιρία ΑΝΙΜΑ, ώστε η τελευταία να αναλάβει τη διαχείριση του πλοίου της (Δ/Ξ ΣΩΤΗΡΙΑ ΝΠ ...), που έλαβε χώρα στις ....2008, ήτοι επίσης πριν τη σύναψη της σύμβασης δανείου μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κερδών από την εταιρία αυτή, της οποίας ήταν μέτοχος ο τελευταίος, το αν αυτή είναι φερέγγυα ή έχει οφειλές, ανεξαρτήτως του ότι η αξία των μετοχών, που κατείχε ο πρώτος εναγόμενος, εάν υφίσταντο ακόμη, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, είναι ελάχιστη για την κάλυψη της οφειλής του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι μεταβιβάσεις από τον πρώτο εναγόμενο προς τον δεύτερο εναγόμενο - υιό του, έγιναν προς βλάβη του ενάγοντος - δανειστή του και ειδικότερα, για να ματαιωθεί η ικανοποίηση της άνω απαίτησης του τελευταίου από τα συγκεκριμένα περιουσιακά του στοιχείο με αναγκαστική εκτέλεση, αφού αφορούσαν σε χαριστικές δικαιοπραξίες. Επιπλέον, ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε, πριν από τη μεταβίβαση, τη ληξιπρόθεσμη οφειλή του και το ύψος αυτής προς τον ενάγοντα και ότι με την απαλλοτρίωση των μοναδικών περιουσιακών του στοιχείων δεν υφίστατο υπόλοιπη περιουσία του (εμφανής τουλάχιστον) για την ικανοποίηση του τελευταίου. Το γεγονός δε, ότι η σύζυγός του, η οποία είχε την συγκυριότητα του έτερου 1/2 εξ αδιαιρέτου του ενός εκ των ανωτέρω μεταβιβασθέντων ακινήτων (Δ-1 διαμερίσματος), επιθυμούσε λόγω ασθένειάς της να μεταβιβάσει αυτό στον δεύτερο εναγόμενο - υιό της, δεν αίρει τον δόλο του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος φρόντισε να αποξενωθεί, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, των εμφανών περιουσιακών του στοιχείων, προς ματαίωση της απαίτησης του ενάγοντος.

Εξάλλου, ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε επίσης, κατά τον χρόνο κατάρτισης των επίδικων μεταβιβάσεων, ότι έλαβαν χώρα προς αυτόν από τον πρώτο εναγόμενο προς βλάβη του ενάγοντος - δανειστή του τελευταίου, καθώς, λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης, γνώριζε την ως άνω οφειλή αυτού (πρώτου εναγόμενου) και ότι η μεταβίβαση των παραπάνω ακινήτων έγινε με σκοπό να αποστερήσει τον δανειστή - ενάγοντα από τη δυνατότητα είσπραξης της απαίτησής του, δεδομένου ότι και αυτός γνώριζε πως δεν υπήρχε άλλη επαρκής περιουσία του πρώτου εναγόμενου προς ικανοποίηση της άνω χρηματικής απαίτησης του ενάγοντος κατ' αυτού.

Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι τέτοια γνώση του δευτέρου εναγόμενου (ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην προς αυτόν μεταβίβαση προς βλάβη του ενάγοντος δανειστή του), δεν απαιτείται, κατ' άρθρο 942 του Α.Κ., λόγω του ότι επρόκειτο για απαλλοτριώσεις από χαριστική αιτία. Επομένως, εφόσον η αξία των ανωτέρω απαλλοτριωθέντων ακινήτων από τον πρώτο εναγόμενο προς τον δεύτερο εναγόμενο, ποσού 198.268, 69 ευρώ, δεν υπερβαίνει αυτή της οφειλής του πρώτου προς τον ενάγοντα (251.000 ευρώ), θα πρέπει να διαρρηχθούν οι μεταβιβάσεις αυτές, στο σύνολό τους...".Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο την αγωγή κατά την κύρια βάση της, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939-942 του ΑΚ.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα : α)η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου από την ως άνω συναφθείσα μεταξύ αυτού και του πρώτου αναιρεσείοντος σύμβαση δανείου, ανερχόταν κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων στο ποσό των 251.000 ευρώ, β) η αντικειμενική αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 152.514, 38 ευρώ κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων, ενώ η εμπορική τους αξία ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 198.268, 69 ευρώ, τόσο κατά την έγερση της αγωγής, όσο και κατά τη συζήτησή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (18.2.2015), γ) τα ανωτέρω μεταβιβασθένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ακινήτων αποτελούσαν τόσο κατά το χρόνο των μεταβιβάσεων (19.11.2009, 15.4.2010 και 30.4.2010), όσο και κατά την έγερση της αγωγής (2.12.2011), αλλά περαιτέρω, και κατά τη συζήτησή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (18.2.2015), τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά στοιχεία του πρώτου αναιρεσείοντος, δ)ο πρώτος αναιρεσείων δεν είχε άλλα περιουσικά στοιχεία για την ικανοποίηση της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, καθόσον τα ποσά που υπήρχαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς του αφορούσαν στο προγενέστερο της σύναψης του δανείου χρονικό διάστημα, το ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους - εγγυήσεως και διακανονισμού, που ο Φ.

Β. φέρεται ότι αναλαμβάνει οικονομική υποχρέωση έναντι του πρώτου αναιρεσείοντος, δεν συνιστά εμφανές περιουσιακό στοιχείο του τελευταίου, με βάση το οποίο να μπορούσε να επιχειρηθεί σ' αυτό εκτέλεση και επομένως εξομοιώνεται με ανύπαρκτο για τον αναιρεσίβλητο περιουσιακό στοιχείο και η αξία των μετοχών της ναυτικής εταιρίας "ΑΝΑΛΗΨΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που κατείχε ο πρώτος αναιρεσείων, εάν υφίσταντο ακόμη, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, είναι ελάχιστη για την κάλυψη της οφειλής του, ανεξαρτήτως του ότι δεν προέκυψε η ύπαρξη κερδών από την εταιρία αυτή.

Οι επίδικες δε μεταβιβάσεις έγιναν από τον πρώτο αναιρεσείοντα προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα-υιό του, με μοναδικό σκοπό τη ματαίωση της ικανοποιήσεως της ένδικης αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου, καθόσον αυτός γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση των μοναδικών περιουσιακών του στοιχείων θα περιέλθει σε πλήρη οικονομική αδυναμία και δεν θα έχει την δυνατότητα πλέον να ικανοποιήσει την οφειλή του προς την αναιρεσίβλητο.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 939 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη. Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι περιεχόμενες στον ίδιο ως άνω λόγο αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ακριβές ύψος της απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, την ύπαρξη ή μη άλλης εμφανούς ακίνητης περιουσίας του εναγομένου κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων και την συνδρομή του στοιχείου της αφερεγγυότητας αυτού, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολογηση των αποδείξεων που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο ίδιος ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι απαράδεκτος.

5.Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ.1, 191 αρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 03-07-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 242/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς και της συμπροσβαλλόμενης υπ'αριθμ.419/2018 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.

- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

- Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ