Legislator Case Law & Legislation
1560/2017 AI generated

1560/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1560/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1560/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την §1 του άρθρου αυτού ορίζονται τα κατώτατα όρια βασικής στελέχωσης των εργοληπτικών επιχειρήσεων με τεχνικούς εγγεγραμμένους στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (Μ.Ε.Κ.) και με την §7 ότι "Όλες οι επιχειρήσεις του Μ.Ε.ΕΠ πρέπει να έχουν τεχνικό διευθυντή ένα από τα στελέχη τους τα εγγεγραμμένα στο ΜΕΚ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1560 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1560/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Παπαδόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Φ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βικτωρία Τζαμτζή, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 946/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2367/2015 του Μονομελές Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/11/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Πιτταράς ανέγνωσε την από 1/12/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει με την σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 25-11-2015 αίτηση για αναίρεση της 2367/2015 απόφασης του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ,ασκήθηκε από την ηττηθείσα εναγομένη και στρέφεται κατ’ αποφάσεως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου , της οποίας δεν προκύπτει , ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση ( άρθρα 552,553 παρ. 1 ,556παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Επομένως , πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ’ αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ)

ΙΙ. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός εφαρμοστεί, μολονότι κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοστεί, μολονότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει στον κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης που οδηγεί σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΠλΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 §3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα δε αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 757/2015, 2102/2014).

(Β) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΙΊΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν’ ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.

Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεων του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.

Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασης του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά Και τούτο διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ’ αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 171/2016, 608/2014, 2242/2013).

Με βάση το κριτήριο αυτό, η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και, ακόμη και εν μέρει, τον χρόνο, παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από την σύμβαση και την φύση των υπηρεσιών του τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 2242/2013).

Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι, δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ’ αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η παράλειψη του εργοδότη να τον ασφαλίσει στο ΙΚΑ κλπ (ΑΠ 608/2014, 2105/2013).

Περαιτέρω, με το άρθ. 7 του Π.Δ. 472/1985, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 16§1 εδ. τελ. του ν. 1418/1984 "Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 2 του Π.Δ. 368/1994, το οποίο εκδόθηκε σε εκτέλεση της ίδιας ως άνω διάταξης του άρθρου 16§1 εδ. τελ. ν. 1418/1984, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4§5 του ν. 2229/1994, καθορίζονται τα κατώτατα όρια τεχνικής στελέχωσης, τα όρια της στελέχωσής τους από άλλο επιστημονικό ή τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό, τα κατώτατα όρια κεφαλαίων, μηχανικού εξοπλισμού, ελάχιστης καθαρής θέσης και σύνθεσης οργάνων διοίκησης των εργοληπτικών επιχειρήσεων, που απαιτούνται για την εγγραφή τους στο Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (ΜΕΕΠ), η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ανάληψη κατασκευής δημοσίων έργων.

Με την §1 του άρθρου αυτού ορίζονται τα κατώτατα όρια βασικής στελέχωσης των εργοληπτικών επιχειρήσεων με τεχνικούς εγγεγραμμένους στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (Μ.Ε.Κ.) και με την §7 ότι "Όλες οι επιχειρήσεις του Μ.Ε.ΕΠ πρέπει να έχουν τεχνικό διευθυντή ένα από τα στελέχη τους τα εγγεγραμμένα στο ΜΕΚ.

Δύο τουλάχιστον από τα στελέχη της συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Τα στελέχη της επιχείρησης των παρ.1 και 2 έχουν συνεχή απασχόληση σε αυτή, μετέχουν ενεργά στο έργο της επιχείρησης, είναι ασφαλισμένα από την εργοληπτική επιχείρηση στον οικείο ασφαλιστικό φορέα και δεν μπορεί να απασχολούνται σε άλλη εργοληπτική επιχείρηση.

Η συνεχής απασχόληση και η ενεργός συμμετοχή τους αποδεικνύεται από την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας ή του εταίρου της προσωπικής εταιρείας ή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, ανάλογα με τη μορφή της εργοληπτικής επιχειρήσεως. Εφόσον τα στελέχη αυτά δεν έχουν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες, η συνεχής απασχόληση και η ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης αποδεικνύεται από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι θεσπίζεται ως προϋπόθεση της εγγραφής της εργοληπτικής επιχείρησης στα Μητρώα Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ), εκτός των άλλων, η στελέχωση της με, κατά τεκμήριο, ως εκ της εγγραφής τους στα ΜΕΚ, έμπειρα στελέχη και η συνεχής απασχόληση και ενεργός συμμετοχή τους στο έργο της επιχείρησης, θεωρούμενη ότι αποδεικνύεται είτε από την ιδιότητά τους ως μελών του διοικητικού συμβουλίου ή του εταίρου της εργοληπτικής εταιρείας, είτε από σύμβαση μίσθωσης εργασίας, θεωρημένης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Αντίθετα, όμως, δεν συνάγεται από τις εν λόγω διατάξεις-με τις οποίες καθιερώνεται απλώς αποδεικτικός τύπος, προς απόδειξη ενώπιον του αποφασίζοντος την εγγραφή των εργοληπτικών εταιρειών στο ΜΕΕΠ οργάνου πλήρωσης μίας από τις απαιτούμενες για την εγγραφή αυτή προϋποθέσεις-και ότι η συνδέουσα την εργοληπτική εταιρεία και τα ως άνω τεχνικά στελέχη σύμβαση παροχής των υπηρεσιών τους, φέρει υποχρεωτικά εκ του νόμου και καθόσον αφορά την μεταξύ τους πραγματική σχέση τον χαρακτήρα σύμβασης μίσθωσης εξαρτημένης εργασίας.

Η κρίση για την ύπαρξη ή μη αυτής απόκειται στο δικαστήριο της ουσίας μετ’ επίκληση από τους διαδίκους και απόδειξη ή μη των συστατικών αυτής περιστάσεων, δηλαδή της νομικής εξάρτησης του μισθωτού από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με την παροχή της εργασίας του, σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές του εργοδότη ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο, την υποχρέωσή του προς συμμόρφωση στις οδηγίες και τις εντολές αυτές και την αποδοχή του ελέγχου από τον εργοδότη (ΑΠ 2242/2013,68/2004).Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ.26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΠλΟλΑΠ 8 και 7/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερα από εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων, επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της τώρα αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με αντικείμενο αξιώσεις αυτού από μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την άκυρη καταγγελία αυτής εκ μέρους της αναιρεσείουσας, με την προσβαλλομένη 2367/2015 απόφαση του όπως απ’ αυτήν προκύπτει, δέχθηκε- μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ- ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων, που έχει την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού και είναι γραμμένος στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (ΜΕΚ, με αριθ, μητρώου ...) προσλήφθηκε την 15-1-2003 με προφορική σύμβαση από την αναιρεσείουσα εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία αναλαμβάνει την κατασκευή δημοσίων και ιδιωτικών έργων, προκειμένου να παρέχει την εργασία του, με την παραπάνω ιδιότητα, είτε στα γραφεία της εργοδότριας του (εναγομένης) στην Αθήνα είτε στον εκάστοτε τόπο εκτέλεσης των έργων που αυτή αναλάμβανε, ότι ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα παρείχε στην εναγομένη συμφωνήθηκε το ποσό των 2.347,78€ μηνιαίως αρχικά, πλέον των νομίμων επιδομάτων εορτών και αδείας, καθώς και των ασφαλιστικών του εισφορών, επιπλέον δε συμφωνήθηκε ο ενάγων να εκδίδει, όποτε ζητούσε η εναγομένη, δελτία παροχής υπηρεσιών, με τον ΦΠΑ των οποίων θα βαρυνόταν η ίδια, ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν εκείνη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, διότι συγκεκριμένα (1) καθόλο τον χρόνο της διάρκειάς της ο ενάγων δεν εργαζόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας, αλλά, στα πλαίσια εκτέλεσης των όσων είχαν συμφωνηθεί, παρείχε αποκλειστικά και ανελλιπώς τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του στην εναγομένη καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή από 08.00’ -16.00’ , όπως και οι υπόλοιποι απασχολούμενοι \στην εταιρεία, (2) δεν μπορούσε να απουσιάσει από το γραφείο του, που βρισκόταν στην έδρα της εναγομένης στην Αθήνα, χωρίς σχετική άδεια, παρά μόνο, όταν του ανετίθεντο προς διεκπεραίωση εξωτερικές εργασίες, καθώς και κατά τις ημέρες της μετάβασής του κατ’ εντολή της εναγομένης για υπηρεσιακούς λόγους εκτός έδρας, και επιπλέον επί ένα μήνα κατά το θέρος, όταν ελάμβανε, όπως και το υπόλοιπο προσωπικό της, σχετική άδεια, (3) κατά την παροχή των υπηρεσιών του, που συνίσταντο στην επίβλεψη της πορείας των εργασιών κατασκευής των έργων, την εκτέλεση των οποίων είχε αναλάβει η εναγομένη-όπως τμήματος της Λεωφόρου ..., έργων αντιπλημμυρικής προστασίας του ιδίου τμήματος, καθέτου άξονα Εγνατίας Οδού ..., μεγάρου ασφαλιστικών εταιρειών ΑΤΕ (...), χωματουργικών και τεχνικών έργων στη νέα διπλή σιδηροδρομική γραμμή στο τμήμα ...

κλπ.-την παρακολούθηση της λειτουργίας κάθε εργοταξίου, τον έλεγχο των επιμετρήσεων και την διεκπεραίωση πιστοποιήσεων για την πληρωμή των εκτελουμένων εργασιών, ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και τις οδηγίες των εκάστοτε οριζομένων από την εναγομένη για κάθε έργο προϊσταμένων του, και δη των Δ.

Μ., μέλους του ΔΣ της εναγομένης, Μ. Α., αντιπροέδρου του ΔΣ αυτής και Ν. Α., πολιτικού μηχανικού, στην εποπτεία και στον έλεγχο των οποίων υπέκειτο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του προς τις εντολές και οδηγίες τους , (4) η εργασία του ενάγοντος παρεχόταν αυτοπροσώπως χωρίς δικαίωμα υποκατάστασης άλλου, με την χρήση του εξοπλισμού της εναγομένης, ενώ καθημερινά ενημέρωνε τον εκάστοτε προϊστάμενο του για την πορεία των εργασιών και ελάμβανε νέες κατευθυντήριες οδηγίες , (5) η εξάρτηση του ενάγοντος από την εναγομένη ήταν άμεση και έντονη και όχι χαλαρή, καθόσον δεν είχε δυνατότητα ούτε να καθορίσει ο ίδιος σε ποιό από τα έργα, που ορισμένες φορές του είχαν ανατεθεί ταυτόχρονα, θα απασχοληθεί κάθε ημέρα, με ποιά σειρά, με ποιό ωράριο, σε ποιό τόπο θα ελέγξει/συντάξει τα έγγραφα που του ανατίθεντο προς διεκπεραίωση, ούτε να απουσιάσει χωρίς άδεια, αλλά ούτε και να αποστεί από την τακτική ημερήσια "λογοδοσία" προς τον εκάστοτε προϊστάμενο του και την λήψη οδηγιών, υποκείμενος, έτσι, σε νομική εξάρτηση από την εργοδότρια του,\(6) στον ενάγοντα καταβαλλόταν ανέκαθεν ως μηνιαία αμοιβή σταθερό ποσό, όχι ιδιαίτερα υψηλό για εργαζόμενο της επιστημονικής του κατάρτισης και καθηκόντων, καθώς και το ίδιο ποσό ως επίδομα εορτών Χριστουγέννων, το δε ήμισυ αυτού ως επίδομα εορτών Πάσχα και επίδομα αδείας, (7) ναι μεν ο ενάγων εξέδιδε δελτία παροχής υπηρεσιών, δεν προέκυψε, όμως, ότι εισέπραξε ποτέ τα αναγραφόμενα σ’ αυτά ποσά, δεδομένου ότι, ενώ όλες οι προς αυτόν χρηματικές καταβολές γίνονταν μέσω των τραπεζικών λογαριασμών του, που τηρούσε στην Ελληνική Τράπεζα … και στην ...

BANK, από την κίνηση των λογαριασμών αυτών δεν προκύπτουν σχετικές καταχωρίσεις ,(8)λόγω της φύσης της επίδικης σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, με την από 7-9-2006 έγγραφη συμφωνία των διαδίκων ο ενάγων, ως εγγεγραμμένος στο ΜΕΚ, ανέλαβε να στελεχώσει την εναγόμενη επιχείρηση με το πτυχίο του, ώστε να πληρούται, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις, η αναγκαία για την ανάθεση σ’ αυτήν κατασκευής δημοσίων έργων προϋπόθεση στελέχωσής της με τον απαιτούμενο αριθμό στελεχών, ο δε χαρακτηρισμός της στη συμφωνία αυτή της παραπάνω σύμβασης ως ανεξαρτήτων υπηρεσιών δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού αυτοί, σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα, απέβλεπαν στην αποκλειστική και συνεχή απασχόληση του ενάγοντος υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες και (9) η εναγομένη δεν απάντησε σε εξώδικη δήλωση του ενάγοντος, που επιδόθηκε σ’ αυτήν την 30-5-2012 και με την οποία αυτός, μετά την καταγγελία της επίδικης σύμβασης, διαμαρτυρόταν για την καθυστέρηση των δεδουλευμένων μισθών του, επιδομάτων εορτών και αδείας και εισφορών σε ταμεία, υποστηρίζοντας ότι η παραπάνω καταγγελία ήταν άκυρη λόγω της οφειλής της αποζημίωσης απόλυσης, το ίδιο δε συνέβη και με την από 4-7-2012 και όμοιου κατά βάση περιεχομένου εξώδικη όχληση του ενάγοντος, με την οποία δήλωσε, αλυσιτελώς, ότι προβαίνει σε επίσχεση εργασίας, ότι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, σε σχέση με τον τρόπο που καταρτίσθηκε και λειτούργησε η μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση, και με βάση την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη η επίδικη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, που καταρτίσθηκε την 15-1-2003 και συνεχίστηκε μέχρι την 23-4-2012, όταν την κατήγγειλε η εναγομένη, φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τέλος ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη, η εναγομένη, μη αποδεχόμενη τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες αυτού, οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές του οποίου κατά τον χρόνο της καταγγελίας ανέρχονταν σε 3.750€, περιήλθε σε υπερημερία, οφείλει δε σε αυτόν, κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα, ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την καταγγελία μέχρι και τον Οκτώβριο του 2012, δεδουλευμένες αποδοχές από τον Φεβρουάριο του 2010 έως τον Απρίλιο του 2012, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων 2010 και 2011 και Πάσχα 2011 και 20121, επίδομα αδείας 2010-2012, ασφαλιστικές εισφορές του ενάγοντος στο ΤΣΜΕΔΕ, ΠΣΔΜΕΔΕ, ΤΠΕΔΕ και TEE από το β’ εξάμηνο του 2010 έως και το α’ του 2012, τις οποίες κατέβαλε ο ενάγων, αν και την πληρωμή τους είχε αναλάβει η εναγομένη στα πλαίσια της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη κατά περίπτωση ποσά και συνολικά το ποσό των 150.437,026 ευρώ.

Με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά (αφού απέρριψε τις προβληθείσες από την αναιρεσείουσα εναγομένη ενστάσεις εξόφλησης και καταχρηστικής άσκησης της αγωγής) και κατά μερική παραδοχή των εφέσεων και των δύο πλευρών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά τα αναφερόμενα εκεί κεφάλαια και δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή ,αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό με τον νόμιμο τόκο.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί δηλαδή , με βάση τα γενόμενα απ’ αυτό ανελέγκτως δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, ότι οι διάδικοι συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, και επιδικάζοντας για τις παραπάνω αιτίες τα αναφερόμενα εκεί ποσά, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.648, 652, 656 ΑΚ, 6 ν.765/1943, και συνακόλουθα και των άρθ.5§§1 και 3 ν.3198/1955 και 1 και 3 ν.2112/1920 (για την αποζημίωση καταγγελίας), της ΥΑ 19040/1981 (για επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων) και 2 και 3 α.ν.539/1945 (περί αποδοχών και επιδόματος αδείας), οι οποίες προϋποθέτουν την ύπαρξη σύμβασης (σχέσης) εξαρτημένης εργασίας (και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ΑΠ 2242/2013, 63/2013), διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου 1ος λόγος αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατά τα δύο σκέλη του.

ΙΙΙ.( Α ) Από την διάταξη του άρθ. 416 AΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι σαφής και ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικών εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων (αποδείξεων πληρωμής, μισθοδοτικών καταστάσεων, άλλων παραστατικών) περί πληρωμής όλων των απαιτήσεων του μισθωτού, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρασχεθείσα εργασία του, εκτός εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων, που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθρα 3, 174, 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, 8§4 ν. 4020/1959), αφού ενδέχεται το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε να αφορά και σε άλλες αξιώσεις, μη ασκούμενες με την αγωγή ,ή ακόμη να υπερκαλύπτει μερικές και άλλες να μην τις καλύπτει ή να τις καλύπτει εν μέρει.

Για τον λόγο, άλλωστε, αυτόν με το άρθρο 18§ 1 ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, να χορηγεί εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θ’ απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ’ αυτών κρατήσεις (ΑΠ 447/2015, 1069/2014, 381/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την ένδικη με αριθ.κατ.3484/2012 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) εξέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι είναι διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός, εγγεγραμμένος στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (ΜΕΚ) και ότι την 15-1-2003 προσλήφθηκε με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη (τώρα αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία, που αναλαμβάνει την εκτέλεση δημοσίων και ιδιωτικών έργων, για να εργαστεί στα γραφεία που αυτή διατηρεί στην Αθήνα ή στον τόπο των εκάστοτε εκτελουμένων απ’ αυτήν έργων, έχοντας τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ειδικότερα καθήκοντα και αντικείμενα απασχόλησης, έναντι συμφωνημένου μηνιαίου μισθού, που κατατίθετο σε τραπεζικούς λογαριασμούς, πλέον φόρου ποσοστού 20% για τα δελτία παροχής υπηρεσιών, που εξέδιδε ο ενάγων κατ’ εντολή της εναγομένης, και των ασφαλιστικών εισφορών του, ότι την 24-4-2012, οπότε ο μηνιαίος μισθός του είχε διαμορφωθεί από τον Νοέμβριο του 2005 σε 3.750€, η εναγομένη κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, η καταγγελία, όμως, αυτή ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης κλπ., με βάση δε τα περιστατικά αυτά, όπως εξειδικεύονται αναλυτικά στην αγωγή, και μετά από συνολική μετατροπή του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό ζήτησε να αναγνωριστεί ότι (Α) η από 15-1-2003 μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, (Β) η καταγγελία της σύμβασης αυτής είναι άκυρη, (Γ) η εναγομένη υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, (Δ) υποχρεούται επίσης αυτή να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας για χρονικό διάστημα 6 μηνών το ποσό των (3.7506x6=) 22.500€, και επικουρικά, εάν η καταγγελία κριθεί έγκυρη, το ποσό των 19.3756 ως αποζημίωση απόλυσης, (Ε) υποχρεούται (η εναγομένη) να του καταβάλει (α) για δεδουλευμένους μισθούς από τον Φεβρουάριο του 2010 μέχρι τον Απρίλιο του 2012 (3.7506Χ27 μήνες=) 101.2506, (β) για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2010-2012 το ποσό των (3.750x3=) 11.2506, (γ) για επιδόματα εορτών Πάσχα των ετών 2011 και 2012 το ποσό των (1.875x2=) 3.7506 ,(δ) για επιδόματα αδείας των ετών 2010-2012 το ποσό των (1.875x3=) 5.6256, (ε) για ασφαλιστικές εισφορές από το β’ εξάμηνο του 2010 μέχρι και το α’ εξάμηνο του 2012 το ποσό των 9.812,026, (στ) για την τήρηση του ταμείου του εργοταξίου της … από τον Σεπτέμβριο του 2005 ποσό 7.067,236, και συνολικά για τις ως άνω υπό στοιχ.

Ε αιτίες το ποσό των 138.754,256. (2) Προς αντίκρουση της αγωγής αυτής η εναγομένη (υποστηρίζοντας, σημειώνεται, ότι μεταξύ με τον ενάγοντα είχε συνάψει σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εξαρτημένης εργασίας), προέβαλε, μεταξύ άλλων, με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σε σχέση με την αγωγική αξίωση για δεδουλευμένες αποδοχές από τον Φεβρουάριο του 2010 έως και τον Απρίλιο του 2012 την "ένσταση (ολικής) εξόφλησης πραγματικά παρασχεθεισών υπηρεσιών", η οποία έγινε δεκτή και κατ’ ουσίαν με την πρωτόδικη 946/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , ως προς όλο το προβαλλόμενο ως καταβληθέν ποσό, προς μερική, όμως εξόφληση του συνόλου των υπό στοιχ.

Ε’ αξιώσεων, την ένσταση δε αυτήν επανέφερε στο Εφετείο επίσης με τις προτάσεις της (και όχι με τον 2° της έφεσης της, όπως ανακριβώς αναφέρει στο αναιρετήριο, καθόσον ο λόγος αυτός αφορούσε τον κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων χαρακτηρισμό από το Πρωτοδικείο της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας).

Ειδικότερα, με την ως άνω ένσταση, όπως αυτή παρατίθεται και στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ισχυρίστηκε, κατ’ αντιγραφή του περιεχομένου της ως προς τα κρίσιμα σημεία του, ότι "...όπως προκύπτει από τα παραστατικά κατάθεσης στον λογαριασμό του ενάγοντος και τα αντίγραφα των εκδοθεισών στο όνομα του επιταγών ο ενάγων...το διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2010 μέχρι και τον Απρίλιο τον 2012 έχει λάβει τα ακόλουθα ποσά : 1. 172,32 ευρώ την 5/2/2010 2. 2.075,99 ευρώ την 8/2/2010 3. 300 ευρώ την 1/3/2010 4. 1.500 ευρώ την 24/3/2010 5. 3.332,76 ευρώ την 26/3/2010 6. 300 ευρώ την 1/4/2010 7. 6.000 ευρώ την 15/4/2010 8. 300 ευρώ την 2/5/2010 9. 3.000 ευρώ την 26/5/2010 10. 300 ευρώ την 1/6/2010 11. 300 ευρώ την 30/6/2010 12. 300 ευρώ την 31/72010 13. 300 ευρώ την 1/9/2010 14. 2.126,38 ευρώ την 27/10/2010 15. 9.600 ευρώ την 4/5/2011 16. 58 ευρώ την 20/5/2011 17. 1.000 ευρώ την 23/12/2011 18. 3.450 ευρώ την 24/1/2012. (προσκομιζόμενα και επικαλούμενα σχετικά... 5 έως 22).

Συνολικά δηλαδή, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα ....ο ενάγων έχει λάβει από την εταιρεία μας το ποσό των 34.414,45 ευρώ, αρνείται όμως να εκδώσει τις αντίστοιχες ΑΠΥ.,.Και για τον λόγο αυτό και επειδή τίποτα επιπλέον δεν οφείλω στον ενάγοντα, ζητώ την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης". Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η εν λόγω ένσταση απόσβεσης με καταβολή (εξόφλησης) με το παραπάνω περιεχόμενο ήταν αόριστη, όπως ορθά κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη, καθόσον σ’ αυτήν αναφέρονταν αριθμητικά μόνο διάφορες καταβολές και ο χρόνος πραγματοποίησής τους, όχι, όμως και η αιτία κάθε μίας απ’ αυτές, μη αρκούσης της εκεί μνείας, ότι η εξόφληση αφορούσε "πραγματικά παρασχεθείσες υπηρεσίες" του παραπάνω χρονικού διαστήματος, ενόψει μάλιστα και της, από τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουσας, αναντιστοιχίας μεταξύ των φερομένων ως καταβληθέντων ποσών και των προβαλλομένων με την αγωγή ως οφειλομένων.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο 2ος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθ.559 ΚΠολΔ ως προς την απόρριψη της ένστασης ως αόριστης (αν και ασαφώς, αφού με τις διατάξεις αυτές ελέγχεται η απόρριψη για διαφορετικές μορφές αοριστίας), πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ ο αυτός λόγος κατά το μέρος , με το οποίο αποδίδεται στην ίδια περί αοριστίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου, ανεπάρκεια δηλαδή αιτιολογιών, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, ως γνωστόν, μόνον όταν το δικαστήριο ερευνά την ουσία της αγωγής, ένστασης κλπ., διατυπώνοντας και συναφές αποδεικτικό πόρισμα, και όχι όταν την απορρίπτει ως απαράδεκτη, μη νόμιμη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 2101, 950, 940, 262/2014), όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.

Τέλος, ο αυτός λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται, σε σχέση με την ίδια ένσταση, σύμφωνα με τον αριθ. 19 του αυτού άρθρου, ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε ότι "Σημειώνεται ότι οι επικαλούμενες από την εναγομένη χρηματικές καταβολές της προς στήριξη της ένστασης εξόφλησης, που προέβαλε, ανεξαρτήτως του ότι η ένσταση της αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη κατά παραδοχή του πρώτου λόγου έφεσης του ενάγοντος, έχουν αφαιρεθεί από τον τελευταίο κατά τον προσδιορισμό των αγωγικών του απαιτήσεων, και δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτές" ( όπως προκύπτει από την κίνηση των παραπάνω λογαριασμών του ενάγοντος σε συνδυασμό με τις αποδείξεις κατάθεσης των ποσών αυτών που επικαλείται η εναγομένη", επεδίκασε, όμως, για το ίδιο χρονικό διάστημα, που αφορά η ένσταση εξόφλησης, το σύνολο των αποδοχών που κατ’ αυτό εδικαιούτο ο ενάγων "ήτοι (15 μήνεςχ1.614,09€=) 24.211,35" (τέτοιο, όμως, ποσό δεν επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση αλλά πρόκειται προφανώς για άλλη απόφαση) και έτσι διέλαβε στην απόφαση του αντιφατικές αιτιολογίες για την βασιμότητα της ένστασης εξόφλησης, είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αφορά αιτιολογίες (πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα), αλλά την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής.

Σε σχέση με την ανωτέρω αιτίαση , πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η αναφερόμενη ανωτέρω περικοπή "όπως προκύπτει από την κίνηση των παραπάνω λογαριασμών του ενάγοντος σε συνδυασμό με τις αποδείξεις κατάθεσης των ποσών αυτών που επικαλείται η εναγομένη", φερομένη με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ως τμήμα των "αιτιολογιών" της αναιρεσιβαλλομένης ,δεν υπάρχει σ’ αυτήν και προδήλως αφορά άλλη απόφαση για άλλη υπόθεση.

IV.(A) Σύμφωνα με το άρθ.281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής και από την ρητή διατύπωσή της είναι προφανές ότι για την εφαρμογή της και την θεμελίωση της σχετικής ένστασης απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, η ύπαρξη ενεργού (πρβλ.

ΟλΑΠ 17/1995) και ασκουμένου δικαιώματος (και συνακόλουθα η παραδοχή αυτού, όπως ισχύει για όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις), του οποίου, όμως, η άσκηση (και μόνο) υπερβαίνει "προφανώς" στην συγκεκριμένη περίπτωση τα όρια που επιβάλλουν τα εκεί αναφερόμενα αντικειμενικά κριτήρια. (Β) Κατά το άρθ. 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ,αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων, καίτοι προταθέντων, ή η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον λόγο αυτόν αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς και παραδεκτά προτεινόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι είναι δηλαδή νόμιμοι, συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 446/2015), με την έννοια δε αυτήν "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς, όχι, όμως, οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή.

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 446/2015). Άρνηση αποτελεί, ειδικότερα, ο ισχυρισμός ότι η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση, και δη σύμβαση, δεν είναι η αποτελούσα την βάση της αγωγής αλλά διαφορετική.

Ως εκ τούτου δεν είναι νόμιμη, ειδικότερα, η ένσταση από το άρθ.281 ΑΚ, που αναφέρεται σε διαφορετικό δικαίωμα από το ασκούμενο σε συγκεκριμένη περίπτωση με την αγωγή και, κατά συνέπεια ,ο συναφής ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την παραπάνω έννοια. Συναφώς με τα ανωτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών ναι μεν προκύπτει, ότι, εάν για την στήριξη ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικά (αθροιστικά) εκτιμώμενα, καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του καταγόμενου σε δίκη δικαιώματος, κάθε ένα απ’ αυτά αποτελεί "πράγμα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, εφόσον με τον συνδυασμό (προσθήκη) όλων των επιμέρους αυτών περιστατικών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί δηλαδή το πραγματικό της διάταξης του άρθ. 281 ΑΚ. (ΑΠ 2177/2014, 74/2011), τούτο, όμως, πάντοτε με την προαναφερθείσα προϋπόθεση, ότι ο σχετικός ισχυρισμός (ένσταση)στρέφεται κατά ενεργού και ασκουμένου με την αγωγή κλπ.

δικαιώματος και όχι άλλου. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την ένδικη ως άνω αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) εξέθεσε, όπως σημειώθηκε ήδη και πιο πάνω, ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη κατασκευαστική εταιρεία (αναιρεσείουσα) την 15-1-2003 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στα πλαίσια της οποίας παρείχε τις υπηρεσίες του σ’ αυτήν ως διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός, εργαζόμενος καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή (08.00’ -16.00’ ) και συμμορφούμενος προς τις δεσμευτικές γ’ αυτόν οδηγίες και εντολές της ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας του και έναντι των αναφερόμενων εκεί αποδοχών, ότι επιπλέον με την από 7-9-2006 μεταξύ τους σύμβαση συμφωνήθηκε να παραχωρήσει ο ενάγων, ως εγγραμμένος στο ΜΕΚ (Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών), χωρίς πρόσθετη αμοιβή, το εργοληπτικό πτυχίο του στην εναγομένη, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την βασική της στελέχωση, ώστε να έχει δικαίωμα ανάληψης κατασκευής δημοσίων έργων, ότι την 24-4-2012 η εναγομένη κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση, ο ίδιος, όμως, λόγω της μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης και της ακυρότητας συνακόλουθα της καταγγελίας, συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του μέχρι την 4-7-2012, όταν άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του λόγω μη καταβολής των εκεί δεδουλευμένων αποδοχών του κλπ., με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε, μετά από μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι (α) η συνδέουσα τους διαδίκους από 15-1-2003 σύμβαση είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, (β) η από 24-4-2012 καταγγελία της σύμβασης αυτής είναι άκυρη, (γ) η εναγομένη υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, (δ) η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το αναφερόμενο εκεί ποσό για μισθούς υπερημερίας από την καταγγελία της σύμβασης και επί ένα 6μηνο, και επικουρικά, για την περίπτωση εγκυρότητας της καταγγελίας, τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, (ε) η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει από την μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τα προσδιοριζόμενα αναλυτικά στην αγωγή ποσά (για δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας, ασφαλιστικές εισφορές, ΦΠΑ απόδειξης παροχής υπηρεσιών κλπ). (2) Η αγωγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή με την 946/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, ειδικότερα, αναγνωρίσθηκε ότι (α) η συνδέουσα τους διαδίκους από 15-1-2003 σύμβαση ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, (β) η καταγγελία αυτής είναι άκυρη και (γ) η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα τα αναφερόμενα εκεί ποσά για μισθούς υπερημερίας, δεδουλευμένες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν κι από τις δυο διάδικες πλευρές εφέσεις , επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Με αυτήν κρίθηκε, επίσης, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της ότι (α) η συνδέουσα τους διαδίκους από 15-1-2003 επίμαχη σχέση ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών και (β) λόγω της φύσης της επίδικης σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, με την από 7-9-2006 έγγραφη συμφωνία των διαδίκων ο ενάγων, ως εγγεγραμμένος στο ΜΕΚ, ανέλαβε να στελεχώσει την εναγομένη με το πτυχίο του, ώστε να μπορεί αυτή να αναλαμβάνει την εκτέλεση δημόσιων έργων, καθώς και ότι (κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη) η αναιρεσείουσα- εναγομένη οφείλει στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα από την επίδικη σύμβαση τα αναφερόμενα εκεί ποσά (ως μισθούς υπερημερίας λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, για δεδουλευμένες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας κλπ.), τα ποσά δε αυτά και συνολικά 150.437,026 ευρώ, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά τα αναφερόμενα εκεί κεφάλαια, αναγνωρίστηκε ότι υποχρεούται να καταβάλει η αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο με τον νόμιμο τόκο , κατά μερική παραδοχή της αγωγής. (3) Η αναιρεσείουσα σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας ισχυρίστηκε ότι την 7-9-2006 συνήψε με τον αναιρεσίβλητο έγγραφη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι η επιλογή της μορφής αυτής σύμβασης, που "είθισται στον χώρο των επαγγελματιών πολιτικών μηχανικών...έγινε από τον ίδιο τον ενάγοντα", προέβαλε δε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά κατά την συζήτηση και ανάπτυξη στις προτάσεις της, και παραδεκτά, επίσης, επανέφερε στο Εφετείο με τον 3° λόγο της εφέσεώς της και τις επ’ αυτής προτάσεις της "επικουρικά" ένσταση κατ’ άρθ.281 ΑΚ καταχρηστικής άσκησης με την αγωγή των αξιώσεων του ενάγοντος ως εργατικών (δηλαδή ερειδομένων σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας), με την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης δικαιώματος, ζητώντας την απόρριψη (και) για τον λόγο αυτόν της ένδικης αγωγής.

Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ταυτόσημα, όπως ακριβώς παραθέτει τον ισχυρισμό αυτόν και στον 3° λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων "με την υπό κρίση αγωγή του, επικαλείται (επικαλέστηκε) 9 ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη συνεργασία μας σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ μέχρι την από 29/5/2012 προσχηματική εξώδικη όχλησή του για καταβολή "καθυστερουμένων αποδοχών" και την σε σύντομο, μετά τη δήλωση αυτή, χρόνο κοινοποιηθείσα "δήλωση επίσχεσης" δεν είχε καθόλου διαμαρτυρηθεί για την δήθεν επιβληθείσα από την "...

ΑΕ" μορφή της μεταξύ μας έννομης σχέσης, την οποία προεχόντως ο ίδιος είχε επιλέξει και αποδεχθεί (ενν. της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών), δημιουργώντας με την μακροχρόνια αδράνειά του, στην εταιρεία μας την πεποίθηση ότι είναι ικανοποιημένος από τη μορφή συνεργασίας μας και ότι δεν έχει κανένα παράπονο απ’ αυτή.

Στο ιστορικό που εκθέτει ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του υπάρχει μία κρίσιμη "χρονική " ανακολουθία: Όπως ομολογεί, την 24/4/2012 του κοινοποίησα καταγγελία της μεταξύ μας σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών για "σπουδαίο λόγο". Στην ως άνω εξώδικη δήλωσή μου δεν αντέδρασε καθόλου, προφανώς επειδή γνωρίζει πολύ καλά την μεταξύ μας σχέση και παρά το γεγονός ότι-όπως ισχυρίζεται-του οφείλω "δεδουλευμένες αποδοχές" από τον Φεβρουάριο του 2011, "εισφορές ΤΣΜΕΑΕ" από το β’ εξάμηνο του 2010, "δώρα εορτών" από το 2010 και "επίδομα αδείας" από το 2010.

Με την φυσιολογική πορεία των πραγμάτων θα έπρεπε να ασκήσει αμέσως αγωγή, καθώς έτρεχε ήδη το τρίμηνο της αποσβεστικής προθεσμίας. Αντ’ αυτού, όμως, "θυμάται" την 4/7/2012 να ασκήσει "το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας". Η αντιφατική (μακροχρόνια) αυτή συμπεριφορά του έχει διπλό επίμεμπτο κίνητρο, α) την επιδίωξη και εξασφάλιση πρόσθετου αθέμιτου οικονομικού οφέλους από την μεταξύ μας σχέση, δηλ.

επιδιώκει να πληρώνεται "από τον καναπέ του " χωρίς να προσφέρει καμία εργασία, β) επιδιώκει τον εξοπλισμό της (όποιας) απαίτησής του με το προνόμιο των εργατικών απαιτήσεων (άρθρο 973 ΚΠολΔ). Οι επιδιώξεις του αυτές είναι αντίθετες στην καλή πίστη...και στρέφονται όχι μόνο εναντίον της "... ΑΕ" αλλά και κατά των εκατοντάδων εργατών και υπαλλήλων της επιχείρησης οι οποίοι δικαιούνται πραγματικά το προνόμιο που αυτός, όψιμα τώρα, διεκδικεί....Και αυτό μεθοδεύεται ενώ δεν βρίσκεται σε διαδικασία εκτέλεσης κανένα έργο στο οποίο ο ενάγων έστω απασχολήθηκε στο παρελθόν ή για το οποίο να του ανατέθηκαν εργασίες, ενώ την περίοδο απασχόλησής του στην "...

ΑΕ" έχει εισπράξει συνολικά το ποσό των 393.474,826...Αντίθετα, τυχόν ευδοκίμηση της αγωγής του θα έχει αλλεπάλληλες αρνητικές συνέπειες στη ρευστότητα της "... ΑΕ", αφού μπορεί να έχει ως συνέπεια την αδυναμία πληρωμής φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων..., καθώς η εταιρεία δίνοντας καθημερινή μάχη και ως συνευθυνομένη σε τεχνικές κοινοπραξίες με δεκάδες εταιρείες που έχουν χρεοκοπήσει, κατορθώνει μέχρι σήμερα να έχει φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα".

Ο ισχυρισμός αυτός ως ένσταση από το άρθρο281 ΑΚ είναι μη νόμιμος στο σύνολο του, αλλά ερείδεται και σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον αναφέρεται στην άσκηση δικαιωμάτων (αξιώσεων) από μη καταρτισθείσα (άρα ανύπαρκτη), κατά την αναιρεσείουσα, σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, δηλαδή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), αφού, κατά την αναιρεσείουσα και όπως προκύπτει από τον παρατιθέμενο ως άνω ισχυρισμό της, μεταξύ των διαδίκων δεν συνήφθη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά καταρτίστηκε και λειτούργησε (και μάλιστα από 7-9-2006) άλλη σύμβαση, δηλαδή σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές), οι επίδικες, όμως, αξιώσεις απορρέουν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, αλλά και με όσα έγιναν δεκτά με την αναιρεσιβαλλομένη, από άλλη έννομη σχέση και δη από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Αποτελεί δηλονότι ο ισχυρισμός αυτός στην πραγματικότητα άρνηση της αγωγής, εφόσον ερείδεται στην αμφισβήτηση της φύσης (μορφής) της έννομης σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους. Επομένως, κρίνοντας το Εφετείο, ότι, με βάση τα γενόμενα απ’ αυτό ανελέγκτως δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, ο ισχυρισμός αυτός (ένσταση) περί καταχρηστικότητας της αγωγής "εφόσον εδράζεται στη φύση της σχέσης που συνέδεε τα διάδικα μέρη ως σύμβαση(ς) ανεξαρτήτων υπηρεσιών, είναι μη νόμιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ’ όσον, όπως αποδείχθηκε, επρόκειτο για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ούτως ώστε να μην γεννάται θέμα αμφισβήτησης της μορφής της έννομης σχέσης εκ μέρους του ενάγοντος η αδράνεια του να διαμαρτυρηθεί γι’ αυτή, πολλώ δε μάλλον για τέχνασμα του τελευταίου προς επίτευξη αθέμιτου οικονομικού οφέλους", ουδόλως παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ.281 ΑΚ, και επομένως ο 3ος λόγος αναίρεσης (τελευταίος) κατά το σκέλος του από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο αυτός λόγος κατά το σκέλος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου για εκ πλαγίου παραβίαση της ίδιας ουσιαστικής διάταξης είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της ένστασης κλπ.

και όχι όταν την απέρριψε ως μη νόμιμη, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, κατά τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε ούτε στην αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη προταθέντων "πραγμάτων", ή της λήψης υπόψη μη προταθέντων, συνισταμένη, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, στο ότι "δεν απάντησε στην ένσταση...όπως αληθώς αυτή είχε και προτάθηκε..., αλλά απάντησε και απέρριψε ως δήθεν μη νόμιμη ένσταση ...

ως δήθεν ερειδομένη σε ύπαρξη συμβάσεως μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών", ενώ, επάγεται στην συνέχεια η αναιρεσείουσα, ουδέποτε πρότεινε τέτοια ένσταση και συνεπώς ο αυτός λόγος κρίνεται αβάσιμος και ως προς το σκέλος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Μετά τις σκέψεις που προηγήθηκαν , πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινόμενη από 25.11.2015 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της 2367/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ