Legislator Case Law & Legislation
1560/2016 AI generated

1560/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1560/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1560/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως γεγονότα κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Το ψευδές γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωση του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον.

Keywords

AI generated
economic offence economic behaviour benefit fraud fund management company private investor test financial incentive
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1560 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1560/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τριαντάφυλλο Δομασή, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2362/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ρ. Π. του Μ. και 2) Β. Π. του Γ., κάτοικοι ..., που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 822/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλο πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη.

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει επίσης ότι το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη παράλειψη, ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στο παραπλανηθέντα ή άλλον προς το σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός.

Ως γεγονότα κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Το ψευδές γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωση του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον.

Όταν όμως εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, βάσει της εμφανιζόμενης ήδη στο παρόν ψευδούς πραγματικής καταστάσεως ή δυνατότητος του δράστη, που είχε από πριν ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.

Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.

Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη 2362/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συρροή και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων στο αιτιολογικό κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο πρώτος κατηγορούμενος την 29-10-2008 και 4-5-2009 στο ... παρουσίασε εν γνώσει του ψευδώς στις εγκαλούσες Ρ. Π. και Β. Π. ότι ο Χ. Α., πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος στην εταιρία "...", με μέλος του διοικητικού συμβουλίου και τον ίδιο, με έδρα το ..., είχε ικανότητα επίτευξης επιτυχημένων επενδύσεων υψηλής απόδοσης, με σημαντικές μηνιαίες τοκοφορίες των επενδυμένων κεφαλαίων, με εγγυημένες καταβολές...

τόκων και ειδικότερα ότι ένα ποσό 15.000 ευρώ θα... 30.000 ευρώ θα απέδιδε τόκους 1.000 ευρώ το μήνα, ενώ γνώριζε ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρχε καμία εγγυημένη απόδοση ούτε καν η διασφάλιση του κεφαλαίου, καθώς η ως άνω εταιρία δεν ήταν φερέγγυα και δεν διέθετε οικονομική επιφάνεια. Με τον τρόπο αυτό έπεισε την Ρ.

Π. στις 19-10-2008 να δώσει στον ως άνω Χ. Α. προς επένδυση το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ και την Β. Π., μητέρα της πρώτης εγκαλούσας, στις 4-5-2009, το ποσό των 30.000 ευρώ. Λόγω της ως άνω αφερεγγυότητας της εταιρίας και της έλλειψης οικονομικής επιφάνειας και ικανότητας για σοβαρή επένδυση και υπεύθυνη διαχείριση των ως άνω χρημάτων των εγκαλουσών, πράγμα που εκ των προτέρων γνώριζε ο κατηγορούμενος, ο οποίος μάλιστα, λαμβάνοντας προσωπικά δάνεια για τη χρηματοδότηση της εταιρίας αυτής, γνώριζε για την έλλειψη οικονομικών της και προσπαθούσε να τη βοηθήσει ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της, οι εγκαλούντες τελικώς απώλεσαν τα ως άνω κεφάλαια τους, αφού κατά τους πρώτους τρεις μήνες περίπου έλαβε η πρώτη εγκαλούσα 500 ευρώ περίπου μηνιαίως ως μηνιαία καταβολή τόκων, προκειμένου να φανεί ως δήθεν φερέγγυα η εταιρία και με σκοπό να πείσει και τη δεύτερη εγκαλούσα να επενδύσει το ως άνω ποσό των 30.000 ευρώ με απώτερο σκοπό την ιδιοποίηση των χρημάτων τους από τον Χ.

Α., υπό την ως άνω ιδιότητα του και τη ζημία των εγκαλουσών, η οποία ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Τα παραπάνω ενισχύονται και από το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος γνωριζόταν με τον Χ. Α. από πολλών ετών, όταν βρισκόταν στη Γερμανία για εργασία και είχαν αναπτύξει εκεί στενές φιλικές σχέσεις, μετά δε την επάνοδο του στην Ελλάδα, το Μάιο του 2008 επισκέφθηκε με τον Χ.

Α. το ..., προκειμένου να προβούν στις απαραίτητες διαδικασίες για την ίδρυση της ως άνω εταιρίας και τη συμμετοχή του σ’ αυτή, όχι ως απλού μετόχου αλλά ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου της. Αντίθετα ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι είχε άγνοια σχετικά με την έλλειψη φερεγγυότητας της εταιρίας, την κακή οικονομική της κατάσταση και ότι και ο ίδιος επένδυσε στην εν λόγω εταιρία δικά του χρήματα μετά από τους εγκαλούντες, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκαν.

Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται δηλαδή για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συρροή.

Ακολούθως κήρυξε τον κατηγορούμενο Π. Τ. ένοχο και την κατηγορουμένη Φ. Π. αθώα του ότι στο ... στις 29-10-2008 και 4-5-2009 ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα, ήτοι έχοντας σκοπό να αποκομίσει ο Χ. Α. παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη.

Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο παρουσίασαν εν γνώσει τους ψευδώς στις εγκαλούσες Ρ. Π. και Β. Π. ότι ο Χ. Α. (τρίτος κατηγορούμενος), πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος στην εταιρία με την επωνυμία "..." (με μέλη του διοικητικού συμβουλίου τον πρώτο και την τέταρτη των κατηγορουμένων) στο ... είχε ικανότητα επίτευξης επιτυχημένων επενδύσεων απόδοσης εκατομμυρίων ευρώ, με υψηλές μηνιαίες τοκοφορίες των επενδυμένων κεφαλαίων, με εγγυημένες καταβολές μηνιαίως τόκου σε οποιαδήποτε τράπεζα και ειδικότερα για μεν το ποσό των 15.000 ευρώ ότι μπορούσε να δώσει 500 ευρώ το μήνα, για δε το ποσό των 30.000 ευρώ μπορούσε να δώσει 1.000 ευρώ το μήνα, ενώ στην πραγματικότητα, την οποία γνώριζαν εκ των προτέρων οι κατηγορούμενοι, δεν υπήρχε καμία εγγύηση, καμία οικονομική φερεγγυότητα αλλά ούτε και αντίστοιχη οικονομική επιφάνεια της εταιρίας και του ανωτέρω τρίτου κατηγορουμένου και με τον τρόπο αυτό έπεισαν την Ρ.

Π. στις 29-10-2008 να δώσει στον Χ. Α. το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ και την Β. Π. στις 4-5-2009 να δώσει στον Χ. Α. το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ, χωρίς ποτέ να λάβουν πλήρως και ολικώς την εγγυηθείσα μηνιαία καταβολή τόκου αλλά ούτε και το κεφάλαιο τους, προξενώντας σε αυτές ζημία 15.000 και 30.000 ευρώ αντίστοιχα.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την κατά την ανωτέρω έννοια απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συρροή, αναφέρονται δε οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 94 παρ. 1 και 2, 386 παρ.1 εδ.

β’ -α’ του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, η δε απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της τελέσεως του εγκλήματος της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συρροή, αφού το δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος παραπλάνησε τις πολιτικώς ενάγουσες ότι ο Χ.

Α. (διευθύνων σύμβουλος της εδρεύουσας στο ... εταιρείας με την επωνυμία ...) είχε ικανότητα να επιτύχει επενδύσεις με απόδοση εκατομμυρίων ευρώ και υψηλές μηνιαίες τοκοφορίες των επενδυμένων κεφαλαίων, ενώ το αληθές ήταν ότι δεν υπήρχε καμμία εγγύηση, οικονομική φερεγγυότητα και γενικώς οικονομική επιφάνεια της ως άνω εταιρείας, με τον τρόπο δε αυτό σκόπευε και πέτυχε να παραπλανήσει τις πολιτικώς ενάγουσες (που κατέβαλαν στον Α.

τα ποσά των 15.000 και 30.000 ευρώ αντίστοιχα), αποβλέποντας στο συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος του ως άνω ποσού 45.000 ευρώ, με ισόποση χρηματική ζημιά αυτών, β) αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα ο δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και η ενότητα του δόλου αυτού, με την έκθεση στο αιτιολογικό των πραγματικών περιστατικών, γ) αιτιολογείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραπάνω απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος καταδικασθέντος και της πλάνης των πολιτικώς εναγουσών, δ) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού της και ε) η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών και η αιτίαση ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά οι αποδείξεις, συνιστά ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. συναφείς λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., κατά την οποία: "Όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή στους εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ. 2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", σαφώς συνάγεται ότι η υπεράσπιση της πολιτικής αγωγής αγορεύει επί της ενοχής μόνο του κατηγορουμένου και δεν δικαιούται να αγορεύσει και επί της ποινής ούτε επί άλλων ζητημάτων που σχετίζονται με την ποινή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως: 1) μετά το τέλος των απολογιών των κατηγορουμένων, η πρόεδρος ρώτησε τον εισαγγελέα και τους διαδίκους αν έχουν ανάγκη από συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και αυτοί απήντησαν αρνητικά (σελ. 13), 2) μετά την πρόταση του εισαγγελέως επί της ποινής και της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, η πρόεδρος έδωσε το λόγο πρώτα μεν στην πληρεξούσια δικηγόρο των πολιτικώς εναγουσών, η οποία ζήτησε να γίνει δεκτή η αγωγή τους και να τους επιδικασθεί ως χρηματική τους ικανοποίηση το ποσό που ζήτησαν, στη συνέχεια δε στο συνήγορο του κατηγορουμένου, ο οποίος ζήτησε να επιδικασθεί στις πολιτικώς ενάγουσες το ελάχιστο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως (σελ. 18).

Συνεπώς ο από το άρθρο 510 στοιχ. Α’ συναφής λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητος της διαδικασίας εξαιτίας του ότι ανεπιτρέπτως δόθηκε ο λόγος στην πολιτική αγωγή επί της επιβλητέας στον κατηγορούμενο ποινής και γενικώς εξαιτίας του ότι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του τελευταίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 366 παρ. 1 εδ. γ’ και δ’ του Κ.Ποιν.Δ. αφού τελειώσει η απολογία μπορούν να γίνουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον εισαγγελέα ή το δημόσιο κατήγορο και τους δικαστές. Οι υπόλοιποι διάδικοι, καθώς και οι συνήγοροι τους επιτρέπεται να υποβάλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι οι συνήγοροι του κατηγορουμένου δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των δικαιουμένων να απευθύνουν ερωτήσεις προς αυτόν μετά το πέρας της απολογίας του είτε απ’ ευθείας είτε δια του διευθύνοντος τη συζήτηση, ο δε κατηγορούμενος και οι συνήγοροι του επιτρέπεται να υποβάλουν ερωτήσεις στο συγκατηγορούμενό του μόνο με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση και εφόσον το ζητήσουν απ’ αυτόν.

Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ. σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διότι μετά το τέλος της απολογίας του άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και της συγκατηγορουμένης του, δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο υπερασπίσεως αυτού (αναιρεσείοντος κατηγορουμένου) προς υποβολή ερωτήσεων σ’ αυτόν, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα ο συνήγορος του κατηγορουμένου δεν είναι μεταξύ των δικαιουμένων να απευθύνουν ερωτήσεις προς αυτόν, περαιτέρω δε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν υποβλήθηκε από τον τελευταίο ή το συνήγορο του αίτημα προς τη διευθύνουσα τη συζήτηση να υποβάλει ερωτήσεις προς τη συγκατηγορουμένη του.

Η ακυρότητα που επέρχεται από την εξέταση μάρτυρος ο οποίος δεν γνωστοποιήθηκε κατά το άρθρο 326 του Κ.Ποιν.Δ. ή δεν γνωστοποιήθηκε νομίμως είναι σχετική και καλύπτεται αν δεν προταθεί εγκαίρως κατά τα άρθρα 173 παρ. 1 και 174 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., μη δημιουργούμενου εντεύθεν λόγου αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του ίδιου κωδικός. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για την εξέταση από το δικαστήριο της μάρτυρος πολιτικής αγωγής Γ. Π., η οποία παρευρίσκετο στο ακροατήριο, δεν προεβλήθη εναντίωση του κατηγορουμένου ούτε προτάθηκε από αυτόν ακυρότητα της εξετάσεως της.

Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β’ του Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως περί σχετικής ακυρότητος της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ της εξετάσεως της ανωτέρω μάρτυρος, η οποία κατά τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό δεν είχε γνωστοποιηθεί νομίμως στον κατηγορούμενο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 364 παρ. 2 εδ. β’ του Κ.Ποιν.Δ. κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο διαβάζονται πλην άλλων και τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Η διάταξη αυτή δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα για την παραβίαση της ούτε και επέρχεται από την παραβίαση αυτής απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για το λόγο ότι αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη από το εφετείο το 1080/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, παρά το γεγονός ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου εναντιώθηκε στην ανάγνωση του διότι δεν είχε καταστεί αμετάκλητο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ύστερα απ’ αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσειων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2015 και με αριθμό εκθέσεως 21/2015 αίτηση του Π. Τ. του Ν. για αναίρεση της 2362/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ