1560/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1560/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι επιμετρήσεις, συνοδευόμενες από τα αναγκαία επιμετρητικά σχέδια υποβάλλονται από τον ανάδοχο στη Διευθύνουσα Υπηρεσία για έλεγχο. Η Διευθύνουσα υπηρεσία μετά την παραβολή προς τα επιμετρητικά στοιχεία, τον έλεγχο και τυχόν διόρθωση των υπολογισμών, εγκρίνει τις επιμετρήσεις και τις κοινοποιεί στον ανάδοχο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1560 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1560/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτευούσης Α.Ε. (Ε.Υ.Δ.Α.Π Α.Ε), που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Καλλιέρου.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΜΕΤΡΟ ΑΤΕ, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούζα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Ιουλίου 2005 προσφυγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 6566/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Ιουλίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 38 του π.δ. 609/1985 (ΦΕΚ Α' 223) ορίζει τα εξής: "1. Κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου παίρνονται όλα τα αναγκαία στοιχεία για την επιμέτρηση των ποσοτήτων των εκτελούμενων εργασιών. Οι επιμετρήσεις συντάσσονται με μέριμνα και δαπάνη του αναδόχου και υπόκεινται στον έλεγχο της υπηρεσίας. Τα επιμετρητικά στοιχεία λαμβάνονται από κοινού από τους επιβλέποντα κι εκπρόσωπο του αναδόχου, καταχωρούνται σε επιμετρητικά φύλλα εις διπλούν που υπογράφονται από τα δύο μέρη και καθένα παίρνει από ένα αντίγραφο. 2.
Στο τέλος κάθε μήνα ο ανάδοχος συντάσσει επιμετρήσεις κατά διακριτά μέρη του έργου για τις εργασίες που εκτελέσθηκαν τον προηγούμενο μήνα. Η επιμέτρηση περιλαμβάνει για κάθε εργασία συνοπτική περιγραφή της με ένδειξη του αντίστοιχου άρθρου του τιμολογίου ή των πρωτοκόλλων κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών, τους αναλυτικούς υπολογισμούς για τον προσδιορισμό της ποσότητας των εργασιών που εκτελέσθηκαν και τα αναγκαία γι'αυτό επιμετρητικά σχέδια και διαγράμματα με βάση τα στοιχεία απευθείας καταμέτρησης των εργασιών.
Οι επιμετρήσεις, συνοδευόμενες από τα αναγκαία επιμετρητικά σχέδια υποβάλλονται από τον ανάδοχο στη Διευθύνουσα Υπηρεσία για έλεγχο. Η Διευθύνουσα υπηρεσία μετά την παραβολή προς τα επιμετρητικά στοιχεία, τον έλεγχο και τυχόν διόρθωση των υπολογισμών, εγκρίνει τις επιμετρήσεις και τις κοινοποιεί στον ανάδοχο.
Η κοινοποίηση αυτή θεωρείται πράξη της διευθύνουσας υπηρεσίας και ο ανάδοχος αν δεν αποδέχεται τις διορθώσεις μπορεί να ασκήσει το προβλεπόμενο από το Νόμο δικαίωμα της ένστασης. Οταν πρόκειται για εργασίες που η ποσοτική τους επαλήθευση δεν θα είναι δυνατή στην τελική μορφή του έργου, όπως εργασίες που πρόκειται να επικαλυφθούν από άλλες και να μην είναι τελικά εμφανείς ο χαρακτηρισμός της σκληρότητας εδαφών, ποσότητες που παραλαμβάνονται με ζύγιση ή άλλα παρόμοια, ο ανάδοχος υποχρεούται να καλέσει τον επιβλέποντα να προβούν από κοινού στην καταμέτρηση, χαρακτηρισμό ή ζύγιση και να συντάξουν πρωτόκολλο παραλαβής αφανών εργασιών, πρωτόκολλο χαρακτηρισμού Εκσκαφών ή πρωτόκολλο ζυγίσεως αντίστοιχα.
Η Διευθύνουσα υπηρεσία μπορεί σε σοβαρές περιπτώσεις να ορίσει επιτροπή για την παραλαβή των εργασιών και τη σύνταξη των πιο πάνω πρωτοκόλλων. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί επίσης και η προϊσταμένη αρχή να παραγγείλει τη συγκρότηση τέτοιων επιτροπών. Δύο μήνες το αργότερο μετά τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να υποβάλλει στη Διευθύνουσα υπηρεσία τυχόν επιμέρους επιμετρήσεις που λείπουν και την "τελική επιμέτρηση", δηλαδή τελικό συνοπτικό πίνακα που ανακεφαλαιώνει τις ποσότητες όλων των τμηματικών επιμετρήσεων.
Αν αυτές έχουν ελεγχθεί από τη Διευθύνουσα υπηρεσία, οι ποσότητες τίθενται όπως διορθώθηκαν έστω και αν εκκρεμούν κατ' αυτών ενστάσεις του αναδόχου ή αιτήσεις θεραπείας. Η καταχώρηση αυτή στην τελική επιμέτρηση δεν αποτελεί παραίτηση του αναδόχου από τέτοιες αιτήσεις ή ενστάσεις, ούτε παρέχει το δικαίωμα σ' αυτόν να υποβάλλει νέες.
Για τις επιμέρους επιμετρήσεις που δεν έχουν ακόμη ελεγχθεί από την υπηρεσία η γι' αυτές που τυχόν επιβάλλονται για πρώτη φορά μαζί με την τελική επιμέτρηση, καταχωρούνται οι ποσότητες των επιμετρήσεων όπως συντάχθηκαν από τον ανάδοχο πριν από τον έλεγχο της υπηρεσίας. Η τελική επιμέτρηση υπογράφεται από τον ανάδοχο.
Η Διευθύνουσα υπηρεσία έχει υποχρέωση να προβεί στον έλεγχο της τελικής επιμέτρησης μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της και να κοινοποιήσει στον ανάδοχο την ελεγμένη και τυχόν διορθωμένη επιμέτρηση. Το τελευταίο εδάφιο της παρ.2 έχει εφαρμογή για την τελική επιμέτρηση". Περαιτέρω, το ίδιο ως άνω π.δ/γμα ορίζει στο άρθρο 40 τα εξής: "1... 2.
Μετά τη λήξη κάθε μήνα ή άλλης χρονικής περιόδου που τυχόν ορίζει η σύμβαση για τις τμηματικές πληρωμές, ο ανάδοχος συντάσσει λογαριασμό των οφειλόμενων σ" αυτόν ποσών από εργασίες που εκτελέσθηκαν. Οι λογαριασμοί αυτοί στηρίζονται στις καταμετρήσεις των εργασιών. Κατ' αρχήν απαγορεύεται να περιλαμβάνονται στο λογαριασμό εργασίες που δεν έχουν καταμετρηθεί. 3. 4. 5. 6.
Οι λογαριασμοί συντάσσονται πάντοτε ανακεφαλαιωτικοί και για την πληρωμή συνοδεύονται μόνο από ανακεφαλαιωτικό συνοπτικό πίνακα των εργασιών που εκτελέσθηκαν από την αρχή του έργου, Από κάθε νεότερο λογαριασμό αφαιρούνται τα ποσά που πληρώθηκαν με τους προηγούμενους λογαριασμούς. 7. Οι λογαριασμοί υποβάλλονται σία Διευθύνουσα υπηρεσία που τους ελέγχει και τους διορθώνει αν είναι ανάγκη μέσα στην προθεσμία που προβλέπει η παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 1418/84.
Αν ο λογαριασμός που έχει υποβληθεί έχει ασάφειες ή ανακρίβειες σε βαθμό που να είναι δυσχερής η διόρθωση του, η Διευθύνουσα υπηρεσία με διαταγή της προς τον ανάδοχο επισημαίνει τις ανακρίβειες ή ασάφειες που διαπιστώθηκαν από τον έλεγχο και παραγγέλλει την ανασύνταξη και επανυποβολή του. Στην περίπτωση αυτή η οριζόμενη μηνιαία προθεσμία για τον έλεγχο του λογαριασμού αρχίζει από την επανυποβολή ύστερα από την ανασύνταξη από τον ανάδοχο.
Ο επιβλέπων υπογραφεί το λογαριασμό βεβαιώνοντας έτσι ότι οι ποσότητες είναι σύμφωνες με τις επιμετρήσεις και τα επιμετρητικά στοιχεία. Ο λογαριασμός μετά τον έλεγχο εγκρίνεται από τη Διευθύνουσα υπηρεσία και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου. ... 8. Τέλος, ο ν. 4418/1984 (ΦΕΚ Α'23), ορίζει στο άρθρο 5, (όπως τούτο ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο) και πριν από την αναρίθμηση των παραγρ. 7 έως 11 με το αρθρ. 1 του Ν.2940/2001 ότι 7.
Η πληρωμή στον ανάδοχο του εργολαβικού ανταλλάγματος γίνεται τμηματικά με βάση τις πιστοποιήσεις των εργασιών, που έχουν εκτελεσθεί μέσα στα όρια του χρονοδιαγράμματος εργασιών. 8. (όπως το τελευταίο εδάφιο αυτής ίσχυε μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2229/1994, ΦΕΚ Α' 138). Οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλόμενων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες.
Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους. Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί.
Αν η πληρωμή του καθυστερήσει πέρα από ένα μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από το χρόνο υποβολής της, τόκος υπερημερίας". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτουν τα εξής: Με το αφορόν τις επιμετρήσεις άρθρο 38 του π.δ/τος 609/1985 δεv τάσσεται προθεσμία στην Διευθύνουσα Υπηρεσία για τον έλεγχο και την έγκριση των υποβαλλομένων τμηματικών επιμετρήσεων, όπως αντιθέτως τάσσεται για τον έλεγχο και την έγκριση της τελικής επιμετρήσεως.
Εφόσον, όμως η πληρωμή του αναδόχου -η καθυστέρηση της οποίας πέραν τού διμήνου επιφέρει υπέρ αυτού τις συνέπειες της παρ.8 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 μεταξύ των οποίων και την έναρξη τόκων, εφόσον προηγηθεί όχληση - προϋποθέτει προηγούμενη καταμέτρηση των εκτελεσθεισών εργασιών, καθώς και έλεγχο και έγκριση των υποβληθεισών επιμετρήσεων, ο χρόνος της εγκρίσεως των εν λόγω επιμετρήσεων έχει ιδιαίτερη σημασία.
Για το λόγο αυτό, και προς τον σκοπό να επιλύονται οριστικώς και επικαίρως διαφορές μεταξύ του αναδόχου και του κυρίου του έργου που ενδεχομένως ανακύπτουν στα διάφορα στάδια εκτελέσεως του έργου, ώστε να γνωρίζουν και οι δυο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να μη επικρατεί αβεβαιότης - πράγμα που εξυπηρετεί και την ανάγκη ταχείας περατώσεως των δημοσίων έργων- η έγκριση ή η άρνηση εγκρίσεως ή η διόρθωση των τμηματικών επιμετρήσεων δεν είναι απρόθεσμη, αλλά αντιθέτως πρέπει να ενεργείται εντός ευλόγου χρόνου, τέτοιος δε χρόνος, ελλείψει σχετικής προβλέψεως, θεωρείται το τρίμηνο από την υποβολή τους προς έγκριση Συνεπώς, με την άπρακτή πάροδο τριμήνου από την υποβολή τους, οι τμηματικές επιμετρήσεις θεωρούνται.
ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών τους, αυτοδικαίως εγκεκριμένες και η Διευθύνουσα Υπηρεσία όπως και επί της εμπρόθεσμης έγκρισης δεν δύναται πλέον να τις διορθώσει (ΑΠ. 1644/2008, Στ.Ε 779/2011, ΣτΕ 1154/2006, ΣτΕ 1153/2006, ΣτΕ 377/2006, ΣτΕ 619/2003, ΣτΕ 3819/2000). Επίσης, οι δια της σιωπής εγκριθείσες μερικές επιμετρήσεις δεν μπορούν να τροποποιηθούν ούτε με αντιρρήσεις κατά της "τελικής επιμετρήσεων" ή του "προτελικού λογαριασμού" ή του "τελικού λογαριασμού", που προβλέπουν τα άρθρα 38 § 4 και 40 §§ 7 και. 9 του π.
δτος 609/1985, ούτε να αναθεωρηθούν κατά τον έλεγχο της τελικής επιμετρήσεως ή την εκκαθάριση του τελικού λογαριασμού δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 4 και 40 παρ.8 του τελευταίου τούτου π. δ/τος αφού κατά τον εν λόγω έλεγχο και την εκκαθάριση δεν προβλέπεται και έρευνα παλαιάς πιστοποιήσεως, εγκριθείσης ρητώς ή εκ του τεκμηρίου της σιωπής της διευθύνουσας υπηρεσίας (Α.Π.1451/2006).
Η διάταξη δε της παρ. 2 του άρθρου 53 του π.δ. 609/1985, που ορίζει ότι η αρμόδια για τη διενέργεια της προσωρινής παραλαβής του έργου επιτροπή "ελέγχει κατά το δυνατό την επιμέτρηση με γενικές ή σποραδικές καταμετρήσεις, καταγράφει στο πρωτόκολλο τις ποσότητες της τελικής επιμέτρησης όπως τυχόν διορθώνονται από τους ελέγχους που γίνονται", δεν έχει την έννοια ότι με το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής μπορούν να αμφισβητηθούν οι εργασίες που περιελήφθησαν σε τμηματικές επιμετρήσεις οι οποίες είτε εγκρίθηκαν ρητώς είτε θεωρούνται ως σιωπηρώς εγκριθείσες λόγω παρόδου απράκτου τριμήνου από την υποβολή τους προς έγκριση στην Διευθύνουσα Υπηρεσία (Α.Π. 1644/2008, Σ.τ.Ε 1154/2006).
Εξετέρου κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες δε νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμα της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.
ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(Α.Π.868/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη σε αντίγραφο από 10-11-1999 εργολαβική σύμβαση η καθής ανέθεσε στην προσφεύγουσα, μετά από διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού κατά την 30-9-1999 και την κατακύρωση του αποτελέσματος αυτού με την υπ' αριθμό 12214/27-10-1999 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της καθής, την εκτέλεση του έργου με την ονομασία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΝΤΙΠΛΗΜΜΥΡΙΚΟΥ ΦΡΑΓΜΑΤΟΣ ΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ ΑΤΤΙΚΗΣ" (ΕΡΓΟΛΑΒΙΑ ΑΡ-365), με Προϋπολογισμό Μελέτης του έργου ανερχόμενο στο ποσό των 2.237.000.000 δραχμών και με οικονομικό αντικείμενο 1.225.762.363 δραχμές, με βάση το όμοιου ύψους τιμολόγιο προϋπολογισμό προσφοράς της προσφεύγουσας, δηλαδή με συναγόμενη νόμιμη μέση τεκμαρτή έκπτωση 45,210%.
Στο ανωτέρω ποσό των 1.225.762.363 δραχμών περιλαμβάνεται, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης (βλ. άρθρο 1 αυτής) : α) η δαπάνη για την κατασκευή των εργασιών, ανερχόμενη στο ποσό των 1.124.552.627 δραχμών, που περιλαμβάνει το κύριο αντικείμενο της εργολαβίας, προσαυξημένο με ποσοστό 18% για τα Γενικά Έξοδα (Γ.Ε) και το Όφελος Αναδόχου (Ο.Α) και β)το ποσό των 101.209.736 δραχμών για τις απρόβλεπτες δαπάνες.
Η ένδικη σύμβαση συμφωνήθηκε να διέπεται από το ν.1418/1984, του π. δτος 609/1985 και γενικά όλη η ισχύουσα νομοθεσία για την εκτέλεση των δημοσίων έργων. Το έργο συμφωνήθηκε να εκτελεσθεί μέσα σε προθεσμία 24 μηνών από την κατάρτιση της σύμβασης, δηλαδή έως την 10-11-2001. Επειδή όμως δεν ολοκληρώθηκαν εγκαίρως οι διαδικασίες απαλλοτριώσεως μέρους των απαιτούμενων για την εκτέλεση του έργου εδαφικών εκτάσεων, ούτε είχε εκδοθεί η άδεια και το σχετικό πρωτόκολλο εγκατάστασης από το αρμόδιο Δασαρχείο Πεντέλης, οι εργασίες για την εκτέλεση του έργου αυτού άρχισαν στις 1-1-2001, δηλαδή με καθυστέρηση 13 μηνών.
Για το λόγο αυτόν η καθής με το υπ' αριθμό 13044/4-4-2001 έγγραφό της χορήγησε στην προσφεύγουσα την 1η παράταση της συνολικής προθεσμίας περαίωσης του έργου κατά 13 μήνες και 21 ημέρες, δηλαδή έως την 31-12-2002. Περαιτέρω, μετά την έναρξη των εργασιών προέκυψε ανάγκη χορήγησης και νέων παρατάσεων της συνολικής προθεσμίας περαίωσης του έργου, αρχικά έως την 30-4-2004 με την υπ'αριθμό 13952/25-9-2002 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της καθής και κατόπιν έως την 30-7-2004 με την υπ' αριθμό 299227/8-7-2004 όμοια με την ανωτέρω απόφαση.
Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι κατά την εξέλιξη των εργασιών για την εκτέλεση του ένδικου έργου η προσφεύγουσα υπέβαλε νόμιμα στη διευθύνουσα υπηρεσία του έργου προς έγκριση, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και το άρθρο 38 του ν.609/1985: α)στις 2-7-2003, με το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ΕΥΔΑΠ 7575/2-7-2003 έγγραφο αυτής, τη 1η τμηματική αναλυτική επιμέτρηση του έργου, που συνόδευε το συνυποβαλλόμενο 1° π.π.α.ε, β)στις 17-2-2004, με το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ΕΥΔΑΠ 1734/17-2-2004 έγγραφο αυτής, τη 2η τμηματική αναλυτική επιμέτρηση του έργου, που συνόδευε το συνυποβαλλόμενο 2° π.π.α.ε και γ)στις 10-6-2004, με το υπ' αριθμ πρωτοκόλλου ΕΥΔΑΠ 6702/10-6-2004 έγγραφο αυτής την 6η τμηματική αναλυτική επιμέτρηση του έργου, που συνόδευε το συνυποβαλλόμενο 6° π.π.α.ε.
Σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν παραπάνω στην αρχή της σκέψεως αυτής η ανωτέρω υπηρεσία έπρεπε να έχει κοινοποιήσει στην προσφεύγουσα εντός τριμήνου από την υποβολή τους, ήτοι έως τις 2-10-2003, 17-5-2004 και 10-9-2004 αντιστοίχως, ελεγμένα και ενδεχομένως διορθωμένα τα ανωτέρω υποβληθέντα στοιχεία.- Εν τούτοις η ανωτέρω ανατρεπτική προθεσμία των τριών μηνών από την υποβολή των εν λόγω επιμετρήσεων, μέσα στην οποία οφειλέτη υπηρεσία αυτή να τις ελέγξει και να τις κοινοποιήσει στην προσφεύγουσα, παρήλθε άπρακτη με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι οι ανωτέρω επιμετρήσεις με τα συνοδεύοντα αυτές π.π.α.ε.
εγκρίθηκαν αυτοδικαίως από τις προαναφερόμενες ημερομηνίες αντίστοιχα, όπως υποβλήθηκαν από την προσφεύγουσα, ανεξάρτητα από τις ενδεχόμενες πλημμέλειες και αταξίες αυτών και χωρίς να παρέχεται στην καθής και στις υπηρεσίες της το δικαίωμα να τις τροποποιήσει ή να τις διορθώσει με μεταγενέστερα έλεγχο.
Επομένως, η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη σε αντίγραφο προσβαλλόμενη αρχικά με την ένσταση και μεταγενέστερα με την αίτηση θεραπείας και την εξεταζόμενη προσφυγή με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΥΔΑΠ 300374/10-9-2004 πράξη της διευθύνουσας υπηρεσίας του έργου, η οποία κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα εκπρόθεσμα, ήτοι στις 13-9-2004, δηλαδή μετά την πάροδο των τριών μηνών από την υποβολή των ενδίκων στοιχείων και με την οποία πραγματοποιήθηκαν οι παρακάτω αναφερόμενες περικοπές ποσοτήτων εργασιών, τις οποίες είχε συμπεριλάβει η προσφεύγουσα στα ανωτέρω υποβληθέντα προς έγκριση στοιχεία, η δαπάνη για τις οποίες ανέρχεται στα επίσης παρακάτω αναφερόμενα αντίστοιχα ποσά, είναι ανίσχυρη, μη νόμιμη και αντισυμβατική, με αποτέλεσμα η καθής να οφείλει στην προσφεύγουσα το αντίστοιχο με τις περικοπείσες ποσότητες εργασιών συνολικό ποσό των 38.356,00) ευρώ, (ακολουθεί αναλυτική παράθεση των γενομένων περικοπών στον 1 ΠΠΑΕ ΚΑΙ 1 ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ, στον 2 ΠΠΑΕ ΚΑΙ 2 ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΚΑΙ στον 6° ΠΠΑΕ ΚΑΙ 6 ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ συνολικού χρηματικού ποσού αντίστοιχα 4.797.114 , 5.687.340 και 591. 682 δρχ.) Συνολικά δηλαδή η αξία εκτέλεσης των ανωτέρω ποσοτήτων εργασιών, οι οποίες μη νόμιμα και αντισυμβατικά περικόπηκαν ανέρχονται στο ποσό των 11.076.136 δραχμών (ήτοι δρχ. 4.797.114+5.687.340+591.682), στο οποίο πρέπει να προστεθεί ποσοστά 18%ο για τα γενικά έξοδα και το όφελος αναδόχου, ήτοι ποσό 1.993.704 δραχμών και να ανέρχεται έτσι η αντίστοιχη συνολική αξία στο ποσό των 13.069.840 δραχμών (ήτοι δρχ. 11.076.136+1.993.704) ή ευρώ 38.356,00.
Επομένως, η κρινόμενη προσφυγή... πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, όπως αναφέρεται στο διατακτικό". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος τη προσφυγή της ήδη αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε ότι α)οι αναφερόμενες στο σκεπτικό και υποβληθείσες από την προσφεύγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη επιμετρήσεις με τα συνοδεύοντα αυτές π.π.α.ε.
έχουν εγκριθεί αυτοδικαίως μετά την άπρακτη πάροδο των τριών μηνών από την υποβολή τους και ότι δεν είναι νόμιμη η με αριθ. πρωτοκόλλου 300374/10-9-2004 πράξη της διευθύνουσας υπηρεσίας, κατά το μέρος αυτής με το οποίο έγιναν περικοπές των αναφερομένων στη προσφυγή ποσοτήτων εργασιών και β) η καθής η προσφυγή οφείλει να της καταβάλει το αντίστοιχο με τις άνω περικοπές εργολαβικό αντάλλαγμα, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 38.356,00 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 38,40, 53 Π.Δ.609/1985, 5 του Ν. 1414/1984 που εφάρμοσε ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφαση του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου χωρίς ν'απαιτούνται προς τούτο και άλλες αιτιολογίες .
Ειδικότερα με βάση τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν και στηρίζεται το διατακτικό της απόφαση (σχετ.Ολ.ΑΠ 8/2014).
Συνεπώς ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τ'αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το λοιπό μέρος του είναι απαράδεκτος διότι οι σχετικές αιτιάσεις θεμελιώνονται σε πραγματικά περιστατικά που δεν αποτελούν παραδοχές της απόφασης.
Κατ'ακολουθίαν πρέπει ν'απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Ιουλίου 2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτευούσης Α.Ε." για αναίρεση της υπ'αριθ.6566/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ