1560/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1560/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διευθυντή ο οποίος είναι και αρμόδιος για την ανάκλησή της σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου. Επίσης στο άρθρο 27 παρ. 4 του Κανονισμού Λειτουργίας ΔΕΗ (ΚΛ/ΔΕΗ), ορίζεται ότι: "Οι Τομεάρχες και Υποτομεάρχες ΒΟΚ προέρχονται από το τακτικό προσωπικό της Επιχείρησης. Καθήκοντα τους ανατίθενται, ύστερα από σχετική προκήρυξη, από τους Γενικούς Διευθυντές ή το Διευθύνοντα Σύμβουλο για τα υπ' αυτόν ΒΟΚ.
Full text
Απόφαση 1560 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1560/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αρετή Βλαστού. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2370/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4063/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 9-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 40 παρ. 1 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ-ΔΕΗ) που περιέχεται στην από 4.10.1973 ΕΣΣΕ, η οποία δημοσιεύτηκε στην Ετ.Κ με την 2842/442/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως (ΦΕΚ Β' 1274) και έχει ισχύ νόμου διότι κυρώθηκε αναδρομικά με το άρθρο 2 του ΝΔ 210/1974, η ανάθεση καθηκόντων οιασδήποτε στάθμης Διοίκησης σε μισθωτούς της ΔΕΗ γίνεται με απόφαση του Γεν.
Διευθυντή ο οποίος είναι και αρμόδιος για την ανάκλησή της σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου. Επίσης στο άρθρο 27 παρ. 4 του Κανονισμού Λειτουργίας ΔΕΗ (ΚΛ/ΔΕΗ), ορίζεται ότι: "Οι Τομεάρχες και Υποτομεάρχες ΒΟΚ προέρχονται από το τακτικό προσωπικό της Επιχείρησης. Καθήκοντα τους ανατίθενται, ύστερα από σχετική προκήρυξη, από τους Γενικούς Διευθυντές ή το Διευθύνοντα Σύμβουλο για τα υπ' αυτόν ΒΟΚ.
Τα βασικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που πρέπει να πληρούν, η διαδικασία επιλογής τους, η θητεία τους και τα θέματα της υπηρεσιακής τους κατάστασης καθορίζονται με αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου, με εισήγηση του Γ. Δ/ντή ΑΝΠΟ και γνώμη των λοιπών Γενικών Διευθυντών". Από τις διατάξεις αυτές, αλλά και εκείνες της παρ. 2 Α του Κεφαλαίου ΣΤ της ΕΣΣΕ 28.2.1990, του συνημμένου στην ΕΣΣΕ Πίνακα 1 Διαδικασίας ανάθεσης καθηκόντων για τη στάθμη του Δ/ντή ΒΟΚ, παρ. 19 της 54/1989 αποφάσεως του Γεν.
Δ/ντη, του άρθρου 58 του Κανονισμού Διάρθρωσης Υπηρεσιών και της 72/2003 απόφασης του Διευθύνοντος Συμβούλου της ΔΕΗ, που ρυθμίζουν το ίδιο θέμα, συνάγεται ότι τόσο η προεπιλογή των υποψηφίων από την επιτροπή, όσο και η τελική επιλογή από το Γενικό Διευθυντή γίνεται κατά την ελεύθερη κρίση τους, η οποία όμως υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων υπό τους όρους του άρθρου 281 του Α.Κ., δηλαδή μόνο όταν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης δεν επιλέχθηκε και δεν τοποθετήθηκε υπάλληλος που υπερείχε καταφανώς ως προς τα απαιτούμενα γενικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καθώς και τα ειδικά ή πρόσθετα, (πέραν των γενικών), τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, από άλλον ή άλλους επιλεγέντες και τοποθετηθέντες συναδέλφους του.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του για την επίτευξη των σκοπών της δεν έχει καταρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του.
Η καταρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ' αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 1264/1982 που επιβάλλει στον εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυσή του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Ωστόσο, και στη περίπτωση αυτή η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά με την συνδρομή των παραπάνω περιστάσεων.
Συνεπώς, εφόσον ο ενάγων εργαζόμενος ζητεί με την αγωγή του να αναγνωρισθεί ότι η παράλειψη του εναγόμενου εργοδότη να τον επιλέξει και να τον τοποθετήσει σε προκηρυχθείσα θέση, είναι άκυρη ως καταχρηστική, το διαλαμβανόμενο στην αγωγή παρεπόμενο αίτημα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με απειλή χρηματικής ποινής, να τοποθετήσει τον ενάγοντα και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του στη θέση αυτή, δεν είναι νόμιμο, εφόσον αυτό στηρίζεται αποκλειστικά στην καταχρηστική - και συνεπώς παράνομη - αυτή συμπεριφορά του εργοδότη, ως αυτόματη συνέπεια αυτής και χωρίς τη συνδρομή των παραπάνω περιστάσεων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίού ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, παρέλειψε να τον επιλέξει και τοποθετήσει τον αναιρεσείοντα σε μία από τις δύο προκηρυχθείσες θέσεις στάθμης του Τομεάρχη, ενώ επέλεξε και τοποθέτησε στις θέσεις αυτές τους αναφερόμενους στην αγωγή δύο συναδέλφους του, οι οποίοι υστερούσαν καταφανώς αυτού ως προς τα αναφερόμενα στην αγωγή τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καθώς και τα πρόσθετα ουσιαστικά προσόντα.
Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι από την καταχρηστική αυτή συμπεριφορά της εναγομένης, ο τελευταίος (ενάγων) υπέστη υλική ζημία και ηθική βλάβη διότι προσεβλήθη στην προσωπικότητά του και μειώθηκε στο κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον. Έτσι το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την από 21-6-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ως προς την κύρια βάση της ως ουσιαστικά βάσιμη και:
α) αναγνώρισε ότι η παράλειψη της εναγομένης να επιλέξει τον ενάγοντα και να τον τοποθετήσει στην προκηρυχθείσα θέση στάθμης Τομεάρχη Περιφερειακού Τομέα Νότιας Ελλάδας της ΔΣΜ, άλλως στην άλλη προκηρυχθείσα θέση στάθμης του Τομεάρχη του Τομέα Εργαστηρίων και Συνεργείων της ΔΣΜ, είναι άκυρη ως καταχρηστική και β) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα εντόκως το ποσό των 4.323 ευρώ (2.323 ευρώ ως αποζημίωση για την υλική (οικονομική) ζημία που υπέστη, λόγω μισθολογικών διαφορών και 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη).
Το αίτημα, όμως της αγωγής να υποχρεωθεί η εναγόμενη να απασχολεί τον ενάγοντα πραγματικά σε μία από τις ανωτέρω δύο συγκεκριμένες θέσεις, με απειλή κατ' αυτής χρηματικής ποινής υπέρ αυτού ύψους 500 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με τη διάταξη αυτή, το απέρριψε ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι "η τοποθέτηση του υπαλλήλου ως προϊσταμένου σε συγκεκριμένη θέση στάθμης ανάγεται "στο διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης και γίνεται όπως ορίζεται ειδικότερα στον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η θέση στην οποία θα τοποθετηθεί δεν θα συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το προαναφερόμενο αίτημα, αν και με διαφορετική αιτιολογία (βλ. 578 ΚΠολΔ), δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (349, 361, 648, 652 ΑΚ και 40 ΚΚΔ/ΔΕΗ) και ορθώς δεν δέχθηκε ότι επί καταχρηστικής παραλήψεως της αναιρεσιβλήτου ΔΕΗ να επιλέξει τον αναιρεσείοντα και να τον τοποθετήσει σε μία από τις δύο προκηρυχθείσες θέση στάθμης Τομεάρχη, δεν ανακύπτει αυτομάτως η υποχρέωση αυτής για πραγματική απασχόληση του εργαζομένου στις εν λόγω θέσεις.
Επομένως, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι σχετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δε συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στην σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη. Επίσης για να ιδρυθεί, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει αυτές να στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως και όχι όταν κάθε αιτιολογία στηρίζει διαφορετική διάταξη.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 άρ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι το Εφετείο, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθώς δέχεται ότι η παράλειψη της αναιρεσίβλητης να τον επιλέξει και να τον τοποθετήσει σε μία από τις προκηρυχθείσες θέσεις Προϊσταμένου στάθμης Τομεάρχη είναι άκυρη, ως καταφώρως άδικη και καταχρηστική και του επιδικάζει, λόγω της αδικαιοπρακτικής αυτής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, ως αποζημίωση, τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τελικά καταλήγει στο αντιφατικό σκεπτικό ότι, δεν υποχρεούται αυτοδικαίως η αντίδικός του να τον τοποθετήσει πραγματικά σε μία από τις δύο θέσεις.
Περαιτέρω, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, η παραδοχή - κρίση της προσβαλλομένης ότι η πιο πάνω παράλειψη της αναιρεσιβλήτου, έρχεται σε ευθεία και πλήρη αντίθεση και αντίφαση προς την εν συνεχεία παραδοχή της, ότι το παρεπόμενο αίτημά του να υποχρεωθεί η αντίδικός του να τον τοποθετήσει και απασχολεί σε μία από τις ανωτέρω δύο συγκεκριμένες θέσεις, με την απειλή κατ' αυτής των ποινών τάξεως της ΚΠολΔ 946, είναι απορριπτέο, ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι "η τοποθέτηση του υπαλλήλου ως προϊσταμένου σε συγκεκριμένη θέση ευθύνης ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμά της και γίνεται όπως ορίζεται ειδικότερα στον ΚΚΠ/ΔΕΗ, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η τοποθέτηση δεν θα συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος".
Η αιτιολογία δε αυτή, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αντιφατική και στερεί την αναιρεσιβαλλόμενη νόμιμης βάσης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως αντιφατικές αιτιολογίες, αναφέρονται σε διαφορετικά αγωγικά αιτήματα και στηρίζουν διαφορετικές διατάξεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτό δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού το πιο πάνω αίτημα της επαναπροσλήψεως απορρίφθηκε ως μη νόμιμο.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 10-10-2010 αίτηση (αρ. καταθ. 998/8-10-2010) για αναίρεση της 4063/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ